Ἡ Περιστερὰ
Συγγραφέας:
Μεταφραστής: Δημήτριος Κορομηλάς
Κεφάλαιον τέταρτον
Τίτλος πρωτοτύπου στα γερμανικά: «Das Täubchen.»


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ.
ΜΗΤΗΡ τῆς Εὐφροσύνης ἦτο ἥσυχος εἰς τὸν πύργον της, καὶ οὐδὲ κἂν ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ὅτι ὁ προστάτης αὐτῆς, ὁ γενναῖος Χριστόδουλος, διέτρεχε μέγιστον κίνδυνον. Ἡ δὲ μικρὰ Εὐφροσύνη ἐνθυμεῖτο ἀκόμη τὰ ὡραῖα ἐκεῖνα διηγήματα τῶν προσκυνητῶν, καὶ ἐργαζομένη πλησίον τῆς μητρός της πολλὰς καὶ παντοίας ἐρωτήσεις ἔκαμνε δι’ ὅσα εἶχεν ἀκούσει.

Πρὸς τὸ ἑσπέρας, ὅτε ὁ ἥλιος δὲν ἦτο πλέον τόσον καυστικὸς, καὶ ὁ ἀὴρ ἤρχιζε νὰ δροσίζῃ ὀλίγον, κατέβησαν εἰς τὴν κοιλάδα διὰ νὰ ἐπισκεφθῶσι τοὺς ἀγρούς των. Τὰ σιτάρια ἦσαν ἐξαίρετα, καὶ προεμήνυον πλουσίαν συγκομιδὴν, οἱ στάχυες ἦσαν ἤδη μεγάλοι, οἱ κύανοι καὶ οἱ μήκωνες ἐξεῖχον ἐν τῷ μέσῳ τῆς πρασίνου πεδιάδος, καὶ οἱ ἀγροὶ τοῦ λιναρίου στολισμένοι μὲ ἄνθη κυανᾶ ηὔξανον ἀκόμη τὴν καλλονὴν τῆς κοιλάδος.

Ἡ Κλεονίκη καὶ ἡ θυγάτηρ της παρατηροῦσαι τοὺς ἀγροὺς, οἱ ὁποῖοι ἐξετείνοντο πρὸ αὐτῶν, ᾐσθάνοντο πολλὴν ἀγαλλίασιν διότι ὀλίγον εἶχε λείψει νὰ στερηθῶσιν αὐτοὺς διὰ παντὸς. Συλλογιζόμεναι δὲ τὰς εὐεργεσίας τοῦ Θεοῦ ὕψωσαν τὰ βλέμματά των πρὸς τὸν Οὐρανὸν, καὶ διῆλθον στιγμάς τινας ἐν κατανύξει καὶ σιωπῇ, εὐχαριστοῦσαι αὐτὸν διὰ τὴν βοήθειαν τὴν ὁποίαν ἔστειλεν εἰς αὐτάς.

Αἴφνης εἶδον τὸν Ἀνδρέαν τρέχοντα δρομαίως, ἀσθμαίνοντα, περίφοβον καὶ ἐκτὸς ἑαυτοῦ.

— Ἆ! κυρία, ἐφώνησε μακρόθεν, τί δυστυχία! τί τρομερὰν εἴδησιν σᾶς φέρω! Οἱ δύο ἄνθρωποι τοὺς ὁποίους συνώδευσα δὲν εἶναι προσκυνηταὶ ἀλλὰ λῃσταὶ καὶ φονεῖς! Ἔχουν σκοπὸν νὰ φονεύσωσι τὸν ἄρχοντα Χριστόδουλον, τὴν γυναῖκα του, τὴν θυγατέρα του, τοὺς ἀνθρώπους του, καὶ ἀφοῦ γυμνώσωσι τὸν πύργον νὰ τὸν καύσωσιν.

Ἦτο τόσον ἐξησθενημένος, ὥστε δὲν ἠδυνήθη νὰ ὁμιλήσῃ περισσότερον· ἐνῷ δὲ ἔτρεχεν ἔπεσε σχεδὸν ἀναίσθητος πλησίον ἑνὸς δένδρου καὶ μέχρις ὅτου συνέλθει παρῆλθεν ἀρκετὴ ὥρα.

Ἱδρὼς ψυχρὸς περιέβρεξε τὸ μέτωπον τῆς Κλεονίκης.

— Θεέ, Θεέ μου! ἔλεγε, τί δυστυχία! τί μέγα δυστύχημα!

Μετὰ ταῦτα στραφεῖσα πρὸς τὴν θυγατέρα της:

— Εὐφροσύνη μου, Εὐφροσύνη τέκνον μου, εἶπε, τρέξε πάραυτα εἰς τὸν πύργον, τρέξε ὅσον δύνασαι ταχύτερα, σύναξε ὅλους τοὺς ὑπηρέτας καὶ εἰπέ τους νὰ ἱππεύσωσι καὶ νὰ τρέξωσιν εἰς τὸ Λιμένι τοῦ Οἰτύλου διὰ νὰ εἰδοποιήσωσι τοὺς φίλους μας· εἰπέ τους νὰ τρέξουν ὅσον ἠμποροῦν καὶ ἂν πρόκηται νὰ σκάσουν οἱ ἵπποι μας.

Ἔτρεξεν ἡ Εὐφροσύνη εἰς τὴν πύλην τοῦ πύργου, ὅπου συνηθροίσθησαν ὅλοι οἱ ὑπηρέται ἀκούσαντες τὰς φωνάς της. Τότε διηγήθη εἰς αὐτοὺς τὰ τοῦ Ἀνδρέου, καὶ τοὺς εἶπε τὰς κατεπειγούσας διαταγὰς τῆς μητρός της.

Φρίκη κατέλαβε τοὺς ὑπηρέτας εἰς τὸ ἄκουσμα τοῦτο, ἐχολώθησαν κατὰ τῶν κακούργων λῃστῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον τοιούτους σκοποὺς καὶ ἤρχισαν νὰ ὀδύρωνται ὡς νὰ ἐκινδύνευον αὐτοὶ οἱ ἴδιοι.

Ἐνῷ ταῦτα συνέβαινον ἔφθασε καὶ ἡ Κλεονίκη μετὰ τοῦ Ἀνδρέου, ὁ ὁποῖος τῆς εἶχε διηγηθῆ καὶ ἄλλα περιστατικὰ ἀκόμη.

— Τί κάμνετε, εἶπεν εἰς τοὺς ὑπηρέτας, θρηνολογεῖτε ἀντὶ νὰ κινηθῆτε; ἱππεύσατε καὶ τρέξετε διὰ νὰ βοηθήσητε τὸν εὐεργέτην μου.

— Εἶναι ἀδύνατον, κυρία, ἀπεκρίθη ὁ γέρων ἐπιστάτης, οἱ δύο κακοῦργοι ἐπροχώρησαν πολὺ καὶ εἶναι πλησίον τοῦ Οἰτύλου, ἐνῷ ἡμεῖς θὰ ὁδεύσωμεν σχεδὸν ὑπὲρ τὰ ἑκατὸν στάδια διὰ νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ, ἔπειτα πλησιάζει καὶ ἡ νὺξ καὶ ὁ δρόμος εἶναι χαλασμένος ἀπὸ τὰς βροχάς. Μὲ τὸν καλλίτερον ἵππον τοῦ κόσμου δὲν δύναταί τις νὰ φθάσῃ ἐκεῖ παρὰ τὸ πρωῒ, καὶ οἱ γηραλέοι ἵπποι μας δὲν εἶναι πλέον χρήσιμοι πρὸς ἱππασίαν, ἀλλὰ καὶ κανεὶς ἐκ τῶν ἵππων τοῦ τόπου δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ὑποφέρῃ ὅλον αὐτὸν τὸν δρόμον.

Ἡ δυστυχὴς Κλεονίκη δὲν ἤξευρε τὶ νὰ κάμῃ ἐν τῇ ἀπελπισία της· ἀνύψωσε τὰ βλέμματα της εἰς τὸν Οὐρανὸν, ἐνῷ ἐφαίνετο ὅτι ἦτο βαθέως λυπημένη, καὶ ἄφησε νὰ ρεύσουν τὰ δάκρυά της ποταμηδόν.

— Θεέ μου! Θεέ μου, ἀνέκραξεν, εὐσπλαγχνίσου τὰς γενναίας ἐκείνας ψυχὰς, αἱ ὁποῖαι μὲ εὐσπλαγχνίσθησαν. Φιλτάτη Εὐφροσύνη, παρακάλει τὸν Θεὸν νὰ καταστρέψῃ τὸν ἀχρεῖον σκοπὸν τῶν κακούργων!

— Πανάγαθε Θεέ! εἶπεν ἡ Εὐφροσύνη συγκεκινημένη, βοήθησέ τους καθὼς μᾶς ἐβοήθησαν.

Καὶ οἱ ἄνθρωποι τοῦ πύργου ἐπανέλαβον τὴν αὐτὴν δέησιν.

— Καλοί μου ἄνθρωποι, εἶπε κατόπιν ἡ Κλεονίκη, δοκιμάσατε νὰ μεταβῆτε εἰς τὸ Λιμένι πρὸ τοῦ μεσονυκτίου· ὑπερπηδήσατε ὅλας τὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι κατὰ δυστυχίαν ἐσωρεύθησαν τώρα, διότι ἕνας λόγος ἀρκεῖ διὰ νὰ σώσῃ τὴν ζωὴν τοῦ Χριστοδούλου καὶ τῆς οἰκογενείας του. Ἂν ὁ Ἀνδρέας δὲν ἦτο κουρασμένος καὶ σχεδὸν ἄρρωστος ἀπὸ τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ἔκαμε, βεβαίως θὰ ἐπήγαινε. Ἀλλὰ σὺ, Πέτρε, εἶπε στραφεῖσα εἰς νέον τινα οἰκέτην, σὺ τρέχεις καλὰ, πήγαινε λοιπὸν, ἡ στενωπὸς κόπτει πολὺ τὸν δρόμον· τριακοσίας δραχμὰς σὲ δίδω ἂν φθάσῃς ἐγκαίρως εἰς τὸ Λιμένι.

— Εἶναι ἀδύνατον, ἀπεκρίθη ὁ οἰκέτης· τίς δύναται νὰ εὕρῃ εἰς τὸ σκότος τῆς νυκτὸς τὸν στενὸν δρόμον τοῦ βουνοῦ χωρὶς νὰ κρημνισθῇ εἰς τὸ βάραθρον;

— Ἐκτὸς τούτου, εἶπεν ὁ Ἀνδρέας, ἡ μόνη γέφυρα διὰ τῆς ὁποίας ἠδύνατο τις νὰ διαβῇ τὸν χείμαρρον δὲν ὑπάρχει πλέον καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ τις πτερὰ διὰ νὰ διαβῇ αὐτόν.

— Πτερὰ! ἀνεφώνησεν ἡ Εὐφροσύνη ἔμπλεως χαρᾶς, μῆτερ, μῆτερ, ἄκουσον τὴν ἰδέαν μου. Ὁ ἄρχων Χριστόδουλος μοῦ παρήγγειλε νὰ κλείσω ἐπιμελῶς τὴν περιστεράν μου εἰς τὸ κλωβὶ διότι ἄλλως θὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ Λιμένι χωρὶς νὰ χάσῃ τὸν δρόμον της. Ἂς κρεμάσωμεν λοιπὸν εἰς τὸν λαιμόν της ἕνα γραμματάκι καὶ ἄνευ ἀμφιβολίας θὰ τὸ φέρῃ εἰς τὸ Λιμένι.

— Δόξα σοι ὁ Θεὸς, ἐφώνησεν ἡ μήτηρ, αἱ δεήσεις μας εἰσηκούσθησαν. Φιλτάτη μου Εὐφροσύνη, ὁ καλός σου ἄγγελος σοῦ ἐνέπνευσε τὴν ἰδέαν αὐτὴν, καὶ ἃς τὴν βάλωμεν εἰς πρᾶξιν ἀμέσως.

Ἡ Εὐφροσύνη ἔτρεξεν εὐθὺς νὰ εὕρῃ τὴν περιστεράν της, ἐκρέμασε εἰς τὸν κόκκινον λαιμοδέτην, τὸν ὁποῖον ἐφόρει, τὸ γραμματάκι καὶ τὴν ἔφερεν ἔπειτα μετὰ τῆς μητρός της, τοῦ γέροντος ἐπιστάτου καὶ ὅλων τῶν ἄλλων ἀνθρώπων τοῦ πύργου εἰς τὸ ἄνδηρον, ὅπου καὶ τὴν ἀπέλυσαν.

Ἡ περιστερὰ ὑψώθη κατ’ ἀρχὰς πολὺ ὑψηλὰ· ἔπειτα ἐστρὰφη ὀλίγον ἐδῶ καὶ ἐκεῖ καὶ ἔξαφνα διηύθηνε τὴν πτῆσιν της πρὸς τὸ μέρος τοῦ Οἰτύλου.

Ὅλοι τοῦ πύργου οἱ κάτοικοι κατευχαριστήθησαν καὶ συνώδευσαν τὴν περιστερὰν μὲ τὰς εὐχὰς καὶ τὰς δεήσεις των. Ποτὲ πλοῖον, ἐνῷ ἀνεχώρει ἀπὸ τὸν λιμένα φόρτωμα χρυσίου φέρον, δὲν προεπέμφθη μὲ θερμοτέρας εὐχὰς ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι προέπεμψαν τὴν περιστεράν.

Ἀλλ’ ἡ Κλεονίκη καὶ ἡ Εὐφροσύνη ἦσαν πολὺ ἀνήσυχοι.

— Θὰ φθάσῃ ἆρα γε ἡ περιστερὰ εἰς τὸ Λιμένι; ἔλεγεν ἡ μήτηρ, ἢ μήπως πέσῃ εἰς τοὺς ὄνυχας κανενὸς σαρκοφάγου ὀρνέου; Ἂν δὲν ἀνθέξῃ εἰς τὸ μάκρος τοῦ δρόμου, ἂν φθάσῃ ἀργά; ἂν δὲν τὴν ἴδωσιν εἰς τὸ Λιμένι! ἂν δὲν δυνηθῇ νὰ ἔμβῃ εἰς τὸν πύργον; Θεέ μου, Θεέ μου, τί δυστύχημα ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ ἕνεκα τούτων!

Μετ’ ὀλίγην ὥραν ἐκάθισαν καὶ αἱ δύο πλησίον εἰς τὸ παράθυρον καὶ παρετήρουν τὸν ὁρίζοντα μὲ προσεκτικὸν καὶ ὅλως ἀνήσυχον βλέμμα· παρεκάλουν δὲ τὸν Θεὸν νὰ διαφυλάττῃ ὑπὸ τὴν σκέπην του τοὺς ἀγαθοὺς αὐτῶν φίλους, τοὺς ὁποίους οὐδὲ κἂν νὰ συλλογισθῶσιν ἐτόλμων, διότι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἴδωσι τὴν λάμψιν τῆς πυρκαϊᾶς νὰ ἀνέρχηται πρὸς τὸν Οὐρανόν. Ἡ ἀνησυχία αὐτὴ δὲν τὰς ἀφῆκε νὰ κλείσωσι τὰ βλέφαρά των οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν.

Εἶχε παρέλθει τὸ μεσονύκτιον, ὅτε σφοδρὸς ἄνεμος ἤρχισε νὰ πνέῃ καὶ νὰ συρίζῃ διὰ τῶν δένδρων τοῦ δάσους· ὁ τόπος δὲ ὅπου ἔκειτο τὸ Λιμένι ἐκαλύπτετο ὑπὸ τοῦ σκότους.

Αἴφνης ἡ Εὐφροσύνη καὶ ἡ μήτηρ της ἐτρόμαξαν ἰδοῦσαι φῶς ζωηρόν· ἤρχισαν νὰ τρέμωσι καὶ νὰ προσεύχωνται μὲ περισσοτέραν εὐλάβειαν:

— Θεέ μου, εἶπεν ἡ Εὐφροσύνη· ἰδοὺ ἡ φλὸξ, ἡ ὁποία ὑψοῦται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον! Παρατήρησε, μῆτερ, πῶς ἡ ἀνεμοζάλη τὴν πηγαίνει ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἀπ’ ἐκεῖ.

Καὶ ἡ μήτηρ μετὰ τῆς θυγατρὸς ἤρχισαν νὰ κλαίωσιν ἰδοῦσαι τὴν φαινομένην φλόγα, ἀλλ’ εὐθὺς πρὸς μεγάλην χαράν των παρετήρησαν ὅτι εἶχον ἀπατηθῆ· ἐπειδὴ ἡ νομιζομένη ἐκείνη φλὸξ δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ Σελήνη, ἡ ὁποία ὑψωθεῖσα τελευταῖον ἐπάνω τῶν ἀτμῶν τῆς γῆς ἔλαμψε παρευθὺς καθαρώτερον καὶ ἐξηκολούθησε τὴν βραδεῖαν, ἀλλὰ μεγαλοπρεπῆ πορείαν της ἐπὶ τοῦ ἀνεφέλου οὐρανοῦ. Τότε ἀνέλαβον θάρρος καὶ ἔμειναν ἀκόμη ἀρκετὴν ὥραν εἰς τὸ παράθυρον, ἀλλ’ εὐτυχῶς οὐδὲ τὸ παραμικρότερον σημεῖον εἶδον τῆς τρομερᾶς ἐκείνης κοκκινάδας ἡ ὁποία φαίνεται εἰς τὸν Οὐρανὸν ὅταν συμβαίνῃ μεγάλη πυρκαϊά.