Τὸ ὄνειρο
Συγγραφέας:
Λυρικά ποιήματα, Αναμνήσεις (1876)


Σὲ νέφη ἀγνὰ, κατάλευκα
Καὶ διαφανῆ, ζωσμένα
Μὲ κρίνους μὲ τριαντάφυλλα,
’Σ τοὺς οὐρανοὺς κομμένα,
Ὕπνος ἀγγέλου ἐχάϊδευε
’Σ τ’ ἀφράτο αὐτὸ κλινάρι
Μὲ παραδείσια χάρι
Τὰ κάλλη σου, Θεά!

Τέσσερα ἀστέρια τρέμοντας
Ἐφύλαγαν τὴν κλίνη·
Ἕνα μικρὸ ’ς τὸ μέτωπο
Τ’ ἀθάνατο εἶχε μείνει,
Ποῦ ταῖς ζαφυροχρώματες
Ἀχτίναις του σκορπῶντας,
Φιλοῦσε παιγνιδῶντας
Τὰ μάτια τὰ γλυκά.

Τὰ μῦρα, ποῦ ξεχείλιζαν
Τὰ διαλεχτὰ λουλούδια
Ἀνοίξαν τὸν Παράδεισο
’Σ τὰ ὀλόχρυσα ἀγγελούδια,
Ποῦ φθείροντας τὸ ἄπειρον
Μὲ τὰ φτερὰ σὰν κρίνα,
Ἐθαύμαζαν κ’ ἐκεῖνα
Τὴν θεία σου καλλονή.

Ἥλιος δὲν εἶδε, οὐδ’ ἔβγαλε
Πανώραια δόξ’ ἀκόμα,
Καθὼς αὐτὴ ’ποῦ σκέπαζε
Τ’ ἀγγελικό σου σῶμα!
Λύγιζαν τὰ τριαντάφυλλα
Καὶ σὲ γλυκοφιλοῦσαν,
Οἱ κρίνοι ἐπροσκυνοῦσαν
Τὰ πόδια σου κι’ αὐτοί!

Τέτοιο ἐπουράνιο μάγευμα
Ἐγὼ νὰ ἰδῶ ὁ καϋμένος,
Γεμάτος σέβας ἔπεσα
’Σ τὴν γῆ γονατισμένος,
Θαυμάζοντας πῶς ἔκαμε
Τ’ ἀφτέρωτό μου σῶμα
Νὰ πεταχθῇ ἀπ’ τὸ χῶμα
Σὲ πλάση οὐρανική!

Γιατί, γιατί δὲν ἔκανες
Μοῖρα σκληρὴ κ’ ἐμένα,
—Νὰ λέγω τότε ἀρχίνησα
Πικρὰ φαρμακωμένα —
Δὲν μ’ ἔκανες τριαντάφυλλο,
Μοσκοδροσάτο κρίνο,
’Σ τὰ χείλη της ν’ ἀφίνω
Τὴν ὕστερη πνοὴ;

Τέτοιο βαρὺ παράπονο
Φτερούγιασ’ ἡ καρδία,
Ποῦ τὸ μικρὸ τὸν ἔρωτα
Ἐσπάραξε μὲ μία,
Καθὼς γλυκοκοιμότουνε
Εἰς τὸ προσκεφαλάκι,
Καὶ σοῦ ’χε τὸ χειλάκι
’Σ τὰ χείλη σου σιμά.

Ἀδράζει τὸ δοξάρι του,
Σκοπεύει, μὲ λαβόνει,
Κι’ ἀμέσως μετεβλήθηκα
Εἰς μελιφθόγγο ἀηδόνι.
Χρυσογραμμένο τ’ ὄνομά
Σου ἔλαμπε ’ς τὰ φτερά μου,
Κι’ αὐτὸ ’ς τὸ πέταμά μου
Κελάϊδουνα γλυκά.

Τ’ ἀστέρια σου τὰ τέσσερα
Ἀστράψαν ἀγροικῶντας
Τὸ φτερωτὸ ποῦ σ’ ἔκραζε
Τρογύρου κελαδῶντας,
Καὶ τρομασμένα χύνονται
Τὸ μέτωπό σου ἀδράζουν
Καὶ λάμψιμο τινάζουν
’Σ τὴν κλίνη φοβερό!

Μὲ μιᾶς ἀκτινοβόλησε
Τ’ ἀγγελικό σου στῆθος,
Τῶν λουλουδιῶν φωτίζοντας
Τὸ μοσκοβόλο πλῆθος!
’Σ τὰ χείλη σου ἐπαιγνίδιζε
Τ’ ἀθῶο χαμόγελό σου·
Γελοῦσες ’ς τ’ ὄνειρό σου
Κ’ ἐγέλαγα κ’ ἐγώ.

Τὰ βλέφαρά σου ἀνάτελλαν
Τὰ ῥόδ’ ἀλαβαστρένια,
Τοξεύοντας ’ς τὸ στῆθός μου
Σαγίτα ἀδαμαντένια!
Κι’ ἀπ’ ἀηδονάκι εὑρέθηκα
Εὐθὺς ξεμορφωμένος,
Μὲ φύλλα φουντωμένος
Σὲ μιὰ χρυσομηλιά.

Ἐσκέπαζαν τὴν κλίνη σου
Τὰ τρυφερὰ κλωνάρια,
Κι’ ὅσα ἄνθη ἀπάνω σοῦ ῎πεφταν,
Τόσα μαργαριτάρια
Ἐγένοντ’, ὡς ποῦ μίλησες·
Κι’ ἀπὸ κλαρὶ, καὶ φύλλο,
Ἔγεινα ἀφράτο μῆλο,
Γεμάτο μυρωδιά.

Ἀνάμεσα ἀπὸ τ’ ἄνθη σου
Ἀπέρασα τὰ πλήθη,
Καὶ σὰν φτεροῦδι ἀκούμπησα
’Σ τὰ δροσερά σου στήθη.
Ηὗρα γλυκάδα ἀθάνατη
Καὶ τέτοιαν εὐωδία,
Ποῦ ῥάϊσα τὴν καρδία
Τοῦ μήλου γιὰ νὰ βγῶ!

Νὰ βγῶ ἀπὸ ’κεῖ, δὲν δύναμαι·
Μέσα νὰ μείνω, σβυοῦμαι·
Νὰ χωρισθῶ ἀπ’ τς ἀγκάλαις σου,
Κάλλιο τὸ φῶς στεροῦμαι.
’Σ αὐτὸ τὸ ψυχομάχισμα
Τ’ ἄσπρο χεράκι ἁπλώνεις,
Μὲ πιάνεις, μὲ σιμόνεις
’Σ τὸ στόμα τὸ μικρό.

Τόσο γλυκὰ τὸ φίλησες,
Ποῦ ’ς τὸ φιλὶ ἀνασταίνω·
Τόσα γλυκὰ τὸ δάγκασες
Π’ ἔξω ἀπ’ τὸ μῆλο βγαίνω.
Κ’ ἐκεῖ ποῦ σκύφτω τρέμοντας
Νὰ σ’ ἀγκαλιάσω, φῶς μου,
Γελῶντας ὁ ἐχθρός μου
Ὁ ὕπνος μὲ ξυπνᾷ.