Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου
Συγγραφέας:
ΚΗ'. Το τελευταίο μήνυμα


Είχε νυχτώσει. Στις καλύβες των στρατιωτών τα φώτα ήταν αναμμένα. Μαζεμένοι γύρω στο συσσίτιο, οι λίγοι άντρες που φύλαγαν το στρατόπεδο σιγοκουβέντιαζαν, περιμένοντας με ανησυχίες και φόβους, που κανένας δεν τολμούσε να ξεστομίσει, την επιστροφή του Αυτοκράτορα. Μόνη η βασιλική σκηνή έμενε σκοτεινή. Απέξω φύλαγαν οι φρουροί, μα κι εκείνων ο νους τους ήταν προσηλωμένος στην είσοδο του στρατοπέδου, με την ελπίδα πως κάθε στιγμή θα φανερωθεί ένα φως, θ' ακουστεί μια φωνή που θ' αναγγείλει το γυρισμό του Άρχοντα.

Μέσα στη σκηνή, μόνη στο ιδιαίτερο της διαμέρισμα, η Αλεξία ασάλευτη, πεσμένη στο σοφά, με το κεφάλι χωμένο στα διπλωμένα της χέρια, άφηνε τις ώρες και περνούσαν. Δυο φορές είχαν έλθει οι δούλες της να ρωτήσουν αν θέλει τίποτα. Μα βλέποντας την τόσο ακίνητη, ξανάφυγαν χωρίς να τολμήσουν να της μιλήσουν. Και οι ώρες έσερναν. Είχε ακούσει φωνές και ανησυχία κι ένα πήγαινε κι έλα, και θόρυβο που της είχε πονέσει τα νεύρα. Μα ούτε σηκώθηκε ούτε προσπάθησε να καταλάβει τι έτρεχε. Και πάλι όλα σώπασαν, κι έμεινε μόνη με τη σκέψη της. Ούτε μπορεί κανείς να πει πως ήταν σκέψη. Ούτε καν λύπη. Ήταν κάτι σαν μούδιασμα της καρδιάς και του μυαλού της. Κι έξαφνα θυμούνταν μια κίνηση, μια λέξη, ένα λύγισμα της φωνής του, και σουβλερός πόνος της έστριβε την καρδιά. Και πάλι έπεφτε στη μουδιασμένη της απελπισία. Και αργά - αργά, οι ώρες περνούσαν. Πώς και γιατί είχε φύγει, δεν το ήξερε πια. Μα είχε φύγει. Και το ένιωθε ως την ψυχή, πως δε θα τον ξαναδεί πια ποτέ...

- Αλεξία...

Αχ, και να την άφηναν ήσυχη... να την άφηναν ήσυχη!

- Αλεξία...

Μισοσήκωσε το κεφάλι. Η σκηνή ήταν κατασκότεινη. Μόνο πίσω από την κουρτίνα, στη σκηνή του Αυτοκράτορα, ένα φως φέγγριζε από τη χαραματιά.

- Ποιος είναι; ρώτησε με βαρεμό.

- Ο Νικήτας...

Σήκωσε το χέρι της στο μέτωπο της, και σιγανά ρώτησε:

- Τι θέλεις, Νικήτα;

- Σου έφερα κάτι.

- Εμένα; Άφησε το εδώ. Ευχαριστώ.

- Αλεξία, δε θέλεις να το δεις;

- Είναι ανάγκη; είπε πάλι με κούραση.

Ο Νικήτας έτριψε την τσακμακόπετρα και άναψε το λυχνάρι. Το φως την αποθάμπωσε και σκέπασε τα μάτια της. Κάτι γυάλισε στο χέρι της. Ο Νικήτας αναγνώρισε το δαχτυλίδι της μητέρας του Κωνσταντίνου.

- Σου έδωσε το δαχτυλίδι πριν φύγει; ρώτησε προσπαθώντας του κάκου να μιλήσει ομαλά. Σου φέρνω και κάτι άλλο.

Η κόρη ανατρίχιασε. Ανασηκώθηκε και πήρε από το χέρι του το δεματάκι τυλιγμένο σ' ένα μεταξωτό μαντίλι. Δε μίλησε, τον κοίταξε μόνο.

- Ναι! είπε ο Νικήτας, απαντώντας στο άφωνο ρώτημα της. Εκείνος μου είπε να σου το δώσω... Άνοιξε το...

Με χέρια που έτρεμαν η κόρη άνοιξε τις δίπλες και ξεσκέπασε ένα χρυσοδεμένο μικρό προσευχητάριο.

- Το γνωρίζω, είπε, το είχα δει... σαν ήταν παιδί.

- Κοίταξε μέσα, είπε πάλι ο Νικήτας. Έγραψε κάτι... για σένα.. . Γύρισε το πρώτο φύλλο και πλησίασε το λυχνάρι. Το βιβλίο έτρεμε τόσο στα χέρια της, που δεν έβγαζε τα γράμματα. Το ακούμπησε στο τραπέζι και διάβασε. Ήταν λίγες γραμμές:

«Στην τελευταία μου σκέψη σας ένωσα, τις δυο μεγάλες αγάπες της ζωής μου, εσένα, Αλεξία, και τον Μιχαήλ. Βάλε λίγη χαρά στη ρημαγμένη του ζωή. Και μη με περιμένεις πια».

Το διάβασε και το ξαναδιάβασε, στηριγμένη στο τραπέζι με τα δυο της χέρια. Και σιγά μουρμούρισε:

- Και όμως, θα τον περιμένω πάντα.

- Όχι! είπε ο Νικήτας. Μην τον περιμένεις πια.

Η φωνή του την τρόμαξε. Γύρισε και τον είδε, και από την όψη του μισομάντεψε.

- Πού είναι; ρώτησε ξαφνικά.

Κάποιος σήκωσε την κουρτίνα, και φως πολύ χύθηκε στο καμαράκι.

- Αλεξία, είπε ο Αυτοκράτορας. Και μπήκε μέσα.

Πλησίασε και την πήρε στην αγκαλιά του. Τη φίλησε στο μέτωπο, και της φάνηκε πως τα χείλια του έτρεμαν. Αποτραβήχθηκε λίγο και τον κοίταξε.

- Έλα να τον δεις, είπε ο Βασιλέας χαμηλόφωνα. Δεν τόλμησε να ρωτήσει.

Ακολούθησε τον Αυτοκράτορα και μπήκαν στο άλλο διαμέρισμα. Ένα φορείο ήταν ακουμπισμένο χάμω, και κάτω από το γαλάζιο βασιλικό μανδύα που το σκέπαζε όλο, ένα σώμα ξεχώριζε. Σωριασμένο πλάγι στο φορείο, η Αλεξία διέκρινε τον Μιχαήλ. Μα ούτε σήκωσε το κεφάλι του από τα χέρια του, ούτε κούνησε. Κρατώντας την από τη μέση ο Βασιλέας πλησίασε και σιγανά σήκωσε το μανδύα. Η Αλεξία δεν τρόμαξε ούτε μίλησε. Το ήξερε πως ήταν ο Κωνσταντίνος. Τ' αγριεμένα μαύρα της μάτια σταμάτησαν στο ήσυχο πρόσωπο, όπου σταχτερή διάφανη χλωμάδα είχε χυθεί, χαράζοντας σαν πιο βαθιά τα ευγενικά χαρακτηριστικά. Το ήξερε, το περίμενε, γι' αυτό δεν τρόμαξε. Το τελευταίο απόκοσμο χαμόγελο του της το είχε πει αλάνθαστα πως ποτέ πια δε θα της χαμογελάσει. Κι έξαφνα είδε πάλι τον Μιχαήλ. Έκανε ένα βήμα και ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του.

- Αχ, καημένε, καημένε Μιχαήλ! είπε με φωνή σπασμένη.

Τον λυπήθηκε κατάκαρδα. Της φάνηκε τόσο αδύνατο να ζήσει πια ο Μιχαήλ χωρίς το φίλο του... Περίλυπη κοίταξε η κόρη το πεθαμένο παλικάρι, το ακίνητο μαρμαρωμένο πρόσωπο, όπου ο θάνατος είχε αποτυπώσει το ήρεμο σιωπηλό μεγαλείο του. Και σιγά γονάτισε, έπιασε το παγωμένο χέρι του καλού της, και ακούμπησε το μέτωπο της στο φορείο χωρίς άλλη λέξη. Δυο κόμποι κύλησαν στα ηλιοκαμένα μάγουλα του Βασιλέα. Γύρισε απότομα και βγήκε έξω.

Πέντε - έξι αξιωματικοί πλησίαζαν καβάλα. Παρακάτω, στο φως των αναμμένων δαυλών, πλήθος πυκνό κυμάτιζε. Ήταν οι Βούλγαροι αιχμάλωτοι που έφθαναν στο στρατόπεδο. Οι αξιωματικοί χαιρέτησαν τον Αυτοκράτορα και πήδησαν από τ' άλογα. Ο Βασίλειος αναγνώρισε τον Κωνσταντίνο Διογένη και τον Νικηφόρο Ξιφία μ' ένα δυο άλλους στρατηγούς.

- Ο Ιβάτζης; ρώτησε ο Βασίλειος με σκοτεινιασμένα φρύδια, δείχνοντας μερικούς στρατιώτες που έφθαναν, σέρνοντας έναν αιχμάλωτο πισθάγκωνα δεμένο.

- Όχι, Δέσποτα, είπε με λύπη ο Διογένης, δεν τον βρήκαν ακόμα! Δυο σώματα τον γυρεύουν, καθώς και τον Νικουλιτσά που μας ξέφυγε. Αυτός εδώ είναι ο ανεψιός του Βλαδισλάβ. Τον πιάσαμε με όλες τις αποσκευές του Τσάρου και του Κρακρά.

- Λύσετε τον και φερθείτε του σαν βολιάς που είναι, είπε ο Βασίλειος. Πολέμησε παλικαρίσια και νικήθηκε. Τιμή σε τέτοιους νικημένους. Τον Ιβάτζη όμως...

Δεν τελείωσε τη φράση του. Ο τόνος όμως μαρτυρούσε την έχθρα που φούσκωνε την καρδιά του. Όταν γύρισε στη σκηνή του, βρήκε την Αλεξία και τον Μιχαήλ όπως τους είχε αφήσει. Σιωπηλά πέρασε σε άλλο χώρισμα, και πλάγιασε σε μια προβιά. Χαρά για την επιτυχία του καμιά δεν ένιωθε. Η νίκη, που είχε καταστρέψει τους εχθρούς του, του κόστιζε ακριβά. Την είχε πληρώσει με τη ζωή του Γίνου Βούγα. Λίγο - λίγο, σε όλο το στρατόπεδο η σιωπή απλώθηκε. Τα φώτα έσβησαν.

Αποκαμωμένοι οι στρατιώτες είχαν πέσει να κοιμηθούν. Και μόνο στη βασιλική σκηνή, αργά αποκαίουνταν οι λαμπάδες. Και η τρεμουλιάρικη φλόγα πένθιμα φώτιζε το ασάλευτο πρόσωπο του νεκρού και τις γαλάζιες δίπλες του μανδύα, στερνό δώρο του Αυτοκράτορα που το είχε ρίξει, σάβανο βασιλικό, απάνω στο πεθαμένο παλικάρι. Και γονατισμένοι πλάγι - πλάγι, μέσα στη νυχτερινή σιγή, ο Μιχαήλ και η Αλεξία, ενωμένοι στη φρικτή τους λύπη, ως την ψυχή συντριμμένοι, αγρυπνούσαν κοντά στο νεκρό.