Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου
Συγγραφέας:
ΚΖ'. Η εκλογή του Χάρου


Ο Κωνσταντίνος βγήκε από τη βασιλική σκηνή και γύρισε κατά την έξοδο του στρατοπέδου. Εκεί ήταν κίνηση μεγάλη. Ο Διογένης είχε φύγει με πολύ στρατό, και όσοι έμειναν εσχολίαζαν τις ειδήσεις και προμάντευαν τρανή νίκη. Ο Κωνσταντίνος δε θέλησε να περάσει ανάμεσα τους. Με την ελπίδα πως θα έφευγε απαρατήρητος, γύρισε από το άλλο μέρος του στρατοπέδου όπου έστεκαν οι άδειες καλύβες των στρατιωτών του Διογένη. Λίγα βήματα όμως παρακάτω απήντησε τον Νικήτα μ' ένα στρατιώτη. Ήταν ο βουβός δούλος του Δραξάν, που τον παραμόνευε. Με την πρώτη ματιά που του έριξε, ο Νικήτας μάντεψε τι είχε γίνει.

- Λοιπόν, δε σε λύγισε! είπε.

- Ποιος; ρώτησε σκοτεινιασμένος ο Κωνσταντίνος. Με νόημα έδειξε ο Νικήτας κατά τη βασιλική σκηνή.

- Έχεις άδικο, είπε, και είναι χαμένος καιρός, γιατί δε θα σε ξεχάσει. Το βλέπω τώρα δυο χρόνια.

Ο Κωνσταντίνος σούφρωσε τα φρύδια του.

- Εσύ με μαρτύρησες; ρώτησε.

- Όχι! Σου είχα δώσει το λόγο μου πως δε θα μιλήσω. Μα η καρδιά της την οδήγησε ως εδώ για να βρει τον Γίνο Βούγα. Και όταν ήλθες, την άφησα να σε δει.

- Θα ήταν πιο σπλαχνικό να εμπόδιζες τη σκηνή που έγινε πρωτύτερα, είπε ο Κωνσταντίνος.

Έγνεψε του βουβού δούλου να τον ακολουθήσει και γύρισε να φύγει.

- Την αποχαιρέτησες; ρώτησε ο Νικήτας.

- Ναι, για πάντα.

- Όχι για πάντα, είπε μια φωνή κοντά τους.

Ο Κωνσταντίνος αναπήδησε, μα την ίδια στιγμή δυο χέρια τον άρπαξαν από πίσω και ο Μιχαήλ έπεσε στο λαιμό του. Η συγκίνηση τους έπνιγε και τους δυο. Κάμποση ώρα έμειναν άφωνοι, σφιγμένοι στην αγκαλιά ο ένας του άλλου. Ο Νικήτας έκανε νόημα του βουβού, και μαζί απομακρύνθηκαν, αφήνοντας τους δυο φίλους μόνους στο έρημο εκείνο μέρος του στρατοπέδου.

- Σε νόμιζα φευγάτο, είπε στο τέλος ο Κωνσταντίνος.

- Και γι' αυτό φανερώθηκες με το φως της ημέρας; έκανε ο Μιχαήλ. Τωόντι, ήταν να φύγω ευθύς, μα με σταμάτησαν. Μου είπαν πως ο Γίνος Βούγας έφερε νέα που άλλαξαν τα σχέδια του Αυτοκράτορα. Έλαβα λοιπόν διαταγή να περιμένω. Και γυρεύοντας τον Γίνο, να μάθω για σένα, σε είδα που έβγαινες από... από τη βασιλική σκηνή, πρόσθεσε με κάποιο δισταγμό.

Βαριά έπεσε η σιγή μεταξύ τους. Πρώτος την έκοψε ο Μιχαήλ.

- Και τώρα που τελείωσε το κρυφτό και το κυνηγητό, είπε, έλα στη σκηνή μου... Έχομε να μιλήσομε.

- Φεύγω, Μιχαήλ, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.

- Δε φεύγεις, είπε ήσυχα μα αποφασιστικά ο Μιχαήλ. Σε περιμένει ο Αυτοκράτορας για μια τελετή, όπου η παρουσία σου είναι απαραίτητη. Όλα είναι έτοιμα, μόνο σένα περιμένουν.

Ο Κωνσταντίνος έσφιξε το χέρι του φίλου του.

- Η τελετή δε θα γίνει, είπε σοβαρά. Φεύγω αμέσως.

Ο Μιχαήλ ανορθώθηκε, έριξε πίσω το κεφάλι, τα μάτια του άστραψαν. Το λιγνό λιωμένο του πρόσωπο άλλαξε, έλαμψε από τη φωτιά της ψυχής του.

- Θα μείνεις, είπε δυνατά, και η τελετή θα γίνει. Το απαιτώ τώρα.

- Το απαιτείς;

- Ναι, το απαιτώ. Σαν έκανες τη θυσία να φύγεις, για να μου αφήσεις το δρόμο ελεύθερο, είπε συγκρατώντας το τράνταγμα της φωνής του, ξέχασες μόνο ένα πράμα, Κωνσταντίνε, πως εγώ θυσίες δε δέχομαι.

- Μιχαήλ! φώναξε ο Κωνσταντίνος.

Μα ο άλλος τον διέκοψε.

- Χωρίς να με ρωτήσεις, είπε, με υποχρέωσες ν' ανοίξω μαζί σου λογαριασμό ευγνωμοσύνης που η ζωή μου ολόκληρη δεν μπορούσε να τον ξεπληρώσει. Έφυγες για να πάρω εγώ την κόρη που αγαπούσες, και φαντάστηκες, εσύ που με ξέρεις από μικρό παιδί, πως θα το παραδέχουμουν, πως θα έπαιρνα τη θέση σου... το φαντάστηκες! Κι εκείνην... δεν τη λυπήθηκες;

Βαριά ακούμπησε ο Κωνσταντίνος τα δυο του χέρια στους ώμους του Μιχαήλ.

- Και φαντάζεσαι εσύ, είπε, αργά προφέροντας κάθε συλλαβή, πως ξέροντας ότι την κόρη αυτή την αγαπάς κι εσύ, θα την πάρω ποτέ;

Με άτονη φωνή αποκρίθηκε ο Μιχαήλ:

- Την αγαπούσα... Δεν την αγαπώ πια.

- Δεν είναι αλήθεια!

- Δεν την αγαπώ πια, επανέλαβε πιο δυνατά ο Μιχαήλ. Ο πόνος, η ντροπή της θυσίας σου σκότωσαν την αγάπη.

Ο Κωνσταντίνος δεν αποκρίθηκε αμέσως. Σιωπηλά ατένιζε το αφανισμένο πρόσωπο του φίλου του.

- Θα ήθελα τα λόγια σου να τα πιστέψω, είπε στο τέλος. Μα είδα τον Ευθύμιο... Γιατί πηγαίνεις στο μοναστήρι;

- Για να γυρίσεις εσύ, είπε με ορμή ο Μιχαήλ, για να καταλάβεις την τρέλα της φυγής σου, να νιώσεις πως άδικα κατέστρεψες τη ζωή της, και να γυρίσεις πίσω, κοντά της!

Ο Κωνσταντίνος χαμογέλασε.

- Όλο για κείνην μου μιλάς, και θέλεις να με πείσεις πως την ξέχασες.

Ο Μιχαήλ έσκυψε το κεφάλι στα χέρια του.

- Επιτέλους, πάρε το κι έτσι, είπε με απελπισία. Μα μη φύγεις πια! Έστω! Ναι, για χατήρι της, μείνε, μείνε, μείνε!

Κάποιος υπασπιστής πλησίασε μ' ένα έγγραφο στο χέρι. Ο Κωνσταντίνος τον είδε, και για ν' αφήσει καιρό στο φίλο του να καταπονέσει την ταραχή του, προχώρησε μερικά βήματα και τον σταμάτησε.

- Τι τρέχει; ρώτησε.

- Διαταγή του στρατηγού Ευστάθιου Δαφνομήλη για τον κλεισουράρχη Μιχαήλ Ιγερινό, αποκρίθηκε ο υπασπιστής.

- Του το παραδίνω εγώ, είπε ο Κωνσταντίνος.

- Δεν κάνει, αποκρίθηκε ο υπασπιστής. Πρέπει να το παραδώσω στα ίδια τα χέρια του πατρικίου Μιχαήλ.

- Δώστ' το, είπε ο Μιχαήλ σιμώνοντας.

Και σαν έφυγε ο υπασπιστής, έσπασε τη σφραγίδα, το διάβασε και το έδωσε του φίλου του.

- Να η λύση, είπε ήσυχα. Διάβασε το έγγραφο.

Ήταν διαταγή να φύγει αμέσως, με δέκα μόνο οπλίτες, να περάσει από μέσα από τους εχθρούς, που βαστούσαν τα στενά στα βόρεια, να μαζέψει όλα τα ελληνικά σώματα που ήταν σκορπισμένα εδώ κι εκεί για να κρατούν την τάξη στα νεοκυριευμένα μέρη, και με κάθε θυσία να εμποδίσει την υποχώρηση του Βλαδισλάβ, αν αυτός ζητούσε να φύγει εμπρός στον Διογένη.

Η αποστολή ήταν μυστική κι επικίνδυνη. Κανένα έγγραφο δεν έπρεπε να κρατεί ο Μιχαήλ για να μην προδοθεί το σχέδιο, αν τύχαινε κι έπεφτε στα χέρια των εχθρών. - Και τώρα, είπε ο Μιχαήλ, έχε γειά, Κωνσταντίνε. Ελπίζω πως δε θα γυρίσω. Μ' αν δε με θελήσει ο Χάρος, στο μοναστήρι θ' αποτραβηχθώ. Ώστε μείνε συ εδώ, είναι περιττό πια να φύγεις.

- Όχι, είπε ο Κωνσταντίνος. Άλλη λύση σου προτείνω. Δε θέλεις, λες, να πάρεις εσύ την κόρη που και οι δυο την αγαπούμε. Μα κι εγώ τη θυσία σου δεν τη δέχομαι. Από κει που σε στέλνουν, μικρή είναι η ελπίδα πως θα γυρίσεις ποτέ. Αν υποχωρήσει ο Βλαδισλάβ, θα πολεμήσει λυσασμένα, και οι δικές μας δυνάμεις είναι μικρές σ' εκείνα τα μέρη. Σου προτείνω να πάμε και οι δυο, ο καθένας χωριστά, και αν κατορθώσομε να περάσομε, εκεί να ενωθούμε. Μπορεί να πέσομε και οι δυο. Μπορεί όμως ο ένας από μας να επιζήσει. Ας διαλέξει ο Χάρος μεταξύ μας.

Τα μάτια του Μιχαήλ έλαμψαν.

- Καλά είπε. Μα αν μείνεις εσύ, ορκίσου πως θα την πάρεις.

- Ορκίζομαι, είπε ταραγμένα ο Κωνσταντίνος. Ορκίσου και συ, Μιχαήλ.

Ο Μιχαήλ χαμογέλασε.

- Αν με θέλει... είπε, ορκίζομαι.

Έσμιξαν τα χέρια τους. Απότομα άρπαξε ο Κωνσταντίνος τον Μιχαήλ στην αγκαλιά του και οι δυο φίλοι φιλήθηκαν με την ορμή της παιδικής τους αγάπης. Επίσης απότομα χωρίστηκαν, και χωρίς να ρίξουν μια ματιά πίσω, ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Ο Μιχαήλ μπήκε στη σκηνή του να πάρει τα όπλα του. Ο Κωνσταντίνος σίμωσε τον Νικήτα που έστεκε παρακάτω με το βουβό δούλο.

- Νικήτα, είπε ο Κωνσταντίνος, στείλε μου εδώ τα δώδεκα μου παλικάρια που περιμένουν στην έξοδο του στρατοπέδου. Δε θέλω πια να περάσω από κει.

Και με το κεφάλι έδειξε πάλι κατά τη βασιλική σκηνή.

- Φεύγεις; ρώτησε ο Νικήτας.

- Φεύγω.

- Με τον Μιχαήλ;

- Ναι!

- Έχεις καμιά παραγγελία... αν τύχει και δε γυρίσεις; ρώτησε ο Νικήτας με κάποιο χαλάρωμα στη φωνή.

- Ναι! αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.

Έβγαλε από τον κόρφο του ένα μικρό χρυσοδεμένο προσευχητάριο, το άνοιξε στην πρώτη σελίδα, και με σταθερό χέρι έγραψε λίγες λέξεις. Ύστερα το τύλιξε σ' ένα μεταξωτό μαντίλι και το έδωσε του Νικήτα.

- Όταν με δεις νεκρό, μα τότε μόνο, δώσε της το... είπε.

Ο Νικήτας το πήρε και μια στιγμή το κράτησε στο χέρι με τα μάτια στυλωμένα στο δεματάκι.

- Και αν δε σε δω νεκρό; ρώτησε.

- Να με ζητήσεις και να με βρεις.

- Πας βόρεια;

- Ναι! - του έτεινε το χέρι: Έχε γεια, Νικήτα.

Ο Νικήτας πήρε το χέρι του, τον έσυρε στην αγκαλιά του, τον φίλησε στα μαλλιά κι έφυγε. Ο Κωνσταντίνος έκανε νόημα του βουβού, και μαζί βγήκαν από το στρατόπεδο. Εκεί περίμεναν λίγη ώρα ώσπου ακούστηκαν τα ποδοβολητά των αλόγων, και οι δώδεκα άντρες ξεπρόβαλαν από τη γωνιά του δρόμου. Ο Κωνσταντίνος πήδησε στο μαύρο άλογο που του έφερνε ένας, ο βουβός καβαλίκεψε άλλο, και όλοι μαζί γύρισαν κατά τα βουνά. Πολλή ώρα πήγαινε ο Κωνσταντίνος με σκυφτό το κεφάλι, χαμένος στις σκέψεις του. Πίσω ακολουθούσε ο πιστός δούλος και τα δώδεκα παλικάρια, όλοι από το δοξασμένο σώμα του Γίνου Βούγα, και ως την ψυχή αφοσιωμένοι στον αρχηγό τους. Ο ήλιος ήταν ακόμα ψηλά, και στα σκεπά προχωρούσαν, κάτω από τα δέντρα, όταν από μακριά, πέρα από μια ρεματιά, ξεχώρισαν ένα σώμα Βουλγάρων, που ακίνητοι και οπλισμένοι περίμεναν, μισοκρυμμένοι μέσα στα πυκνά δέντρα. Ο Κωνσταντίνος σταμάτησε τα παλικάρια του, κατέβηκε από το άλογο, και γυρτός προχώρησε στα χαμόκλαδα ως την ξεσκέπαστη πλαγιά του βουνού όπου ξαπλώθηκε μπρούμυτα και κοίταξε κάτω.

Οι Βούλγαροι ήταν πολλοί. Εδώ κι εκεί, όπου ήταν πιο αραιά τα δέντρα, λόγχες και περικεφαλαίες γυάλιζαν. Ο Κωνσταντίνος σύρθηκε ως το γύρισμα του βράχου, κι εκεί είδε πέντε - έξι Βουλγάρους που παραμόνευαν στην έξοδο της κλεισούρας. Πήγε παρακάτω, πότε κρυμμένος μες στα δέντρα, και πότε πεσμένος χάμω, κατασκοπεύοντας τα μέρη ολόγυρα, και ανακάλυψε άλλα δυο σώματα που μερμήγκιαζαν στις δυο πλαγιές της ρεματιάς. Αμφιβολία πια δεν είχε. Ήταν ενέδρα. Μα για ποιον άραγε; Ο Διογένης δεν είχε σκοπό να περάσει από κει...

Έξαφνα θυμήθηκε την τελευταία μεγάλη καταστροφή, όπου ο Γονιτσιάτης και ο Ορέστης είχαν χαθεί από μια κατεργαριά του Ιβάτζη, που είχε καταφέρει να τους βγάλει από το δρόμο τους και να τους τραβήξει σε μια τέτοια ενέδρα. Πολύ ανήσυχος ξαναγύρισε στους άντρες του, πήδησε στο άλογο του, και με τα παλικάρια του γύρισε πίσω, αποφασισμένος με κάθε τρόπο να βρει τον Διογένη και να τον εμποδίσει να πλησιάσει τη ρεματιά.

Είχαν κατέβει στο ριζό του βουνού κι έστρεψαν κατά τον κάμπο, όταν άκουσαν σάλαγο μεγάλο, φωνές και σιδεροχτυπήματα, ποδοβολητό και ζητωκραυγές. Ο Κωνσταντίνος όρμησε μπροστά καν είδε ένα σώμα βουλγάρικο που έφευγε με μεγάλη αταξία κατά τη στενή ρεματιά, ενώ πίσω, ζητωκραυγάζοντας, ακολουθούσαν οι Αυτοκρατορικοί. Πίσω! Πίσω! ξεφώνισε ο Κωνσταντίνος. Μα στον πάταγο της μάχης η φωνή του χάθηκε. Τότε γυρνώντας στους δυο πρώτους στρατιώτες του:

- Φύγετε! πρόσταξε. Τρέξτε πίσω, πεταχθείτε στο στρατόπεδο, φέρετε τον Αύγουστο, ειδεμή χάθηκε ο Διογένης!

Κι ενώ στα τέσσερα γύριζαν οι δυο νέοι κατά τη Σέταινα, ο Κωνσταντίνος και τα λίγα του παλικάρια όρμησαν στη μάχη. Με όλη την ταχύτητα των αλόγων τους έτρεχαν πίσω οι αγγελιοφόροι. Χαμόδεντρα, χαντάκια, ποτάμια, τίποτε δεν τους σταματούσε. Εμπρός! Εμπρός, για τη σωτηρία του στρατού, και πρώτα απ' όλα για τη σωτηρία του Γίνου Βούγα, που γι' αυτόν όλοι τους θα ρίχνουνταν στη φωτιά. Μα το ένα άλογο έξαφνα σκόνταψε, ξανασηκώθηκε, έκανε να προχωρήσει, κι έπεσε σέρνοντας μαζί τον καβαλάρη.

- Τρέχα! Τρέχα! φώναξε ο πεσμένος στρατιώτης, βλέποντας το σύντροφο του που γυρνούσε στη σέλα να τον δει.

Και σα να κατάλαβε το άλογο, με καινούρια ορμή έφυγε, πετάχτηκε, έτρεξε, έφθασε, κι έπεσε νεκρό λίγα βήματα έξω από το στρατόπεδο. Από τις καλύβες τους οι στρατιώτες είχαν δει τον καβαλάρη που έφθανε, διασχίζοντας τον αέρα μισοπλαγιασμένος στο λαιμό του αλόγου του, και βγήκαν περίεργοι, να τον προαπαντήσουν. Και σαν έπεσε το άλογο, όλοι όρμησαν να πιάσουν τον άνθρωπο. Μα μονομιάς ο νέος είχε σηκωθεί, κι έτρεξε κατά το στρατόπεδο φωνάζοντας:

- Τον Αύγουστο! Τον Αύγουστο!...

Ο Αυτοκράτορας ετοιμάζουνταν να βγει με τους αξιωματικούς του, να επιθεωρήσει το στρατόπεδο, όταν άκουσε τις φωνές. Παραμερίζοντας τους αξιωματικούς, που ρίχνουνταν στην πόρτα της σκηνής, βγήκε πρώτος. Την ίδια ώρα ο αγγελιαφόρος έφθασε τρεχάτος, με τα χέρια τεντωμένα, κι έπεσε γονατιστός στα πόδια του Βασιλέα.

- Δέσποτα... φώναξε λαχανιασμένος, τρέξε... πρόφθασε... σώσε τον Διογένη!...

- Τον Διογένη!... Πού είναι; Πού! ανέκραξε ο Αυτοκράτορας.

- Έπεσε στην ενέδρα... στην ενέδρα του Βλαδισλάβ... στη ρεματιά...

Ο Βασιλέας τον άρπαξε από το χέρι και τον σήκωσε.

- Ένα άλογο! φώναξε. Πάρε ένα άλογο και οδήγα με! Πήδησε στη φοράδα του, που έτοιμη και σελωμένη περίμενε μπρος στη σκηνή, και γυρνώντας στους άντρες που είχαν μαζευθεί γύρω του, φώναξε μόνο:

- «Όστις πολεμιστής ακολουθείτω μοι!» κι έφυγε στα τέσσερα.

Αξιωματικοί και στρατιώτες σε μια στιγμή καβαλίκεψαν και ρίχθηκαν πίσω από το Βασιλέα τους, τρέχοντας σα δαιμονισμένοι, ορμώντας σα χείμαρρος αβάστακτος στους αγρούς και στα λαγκάδια, παραβγαίνοντας στη γρηγοράδα με το Χάρο, ποιος να πρωτοφθάσει στη ρεματιά του θανάτου... Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος με τα μετρημένα του παλικάρια, είχε τρέξει κατά τη ρεματιά να σταματήσει τους Αυτοκρατορικούς. Μα ήταν πια αργά. Από παντού έπεσαν απάνω τους οι Βούλγαροι, κατακόβοντας τους πρώτους Έλληνες που έφθαναν και που ούτε να διαφεντευθούν δεν μπορούσαν στην κλεισούρα μέσα.

- Πίσω!... Πίσω!...

Η διαταγή του Διογένη, που ανασηκωμένος στις πατήτρες του, έτρεχε στην πρώτη γραμμή, πέρασε από στόμα σε στόμα, και όλο το σώμα οπισθοχώρησε με τάξη, πολεμώντας σα λεοντάρια, χωρίς να βγει ούτε ένας στρατιώτης από τη γραμμή. Με κόπο και δυσκολία, βήμα - βήμα κατόρθωσαν να υποχωρήσουν ως έξω από τη ρεματιά. Μα έξαφνα απελπιστικές φωνές ακούστηκαν. Από το μέρος της πεδιάδας πλήθος Βούλγαροι φάνηκαν, κλείοντας και από κει την υποχώρηση.

Οι πλαγιές των βουνών γέμισαν Βουλγάρους, σα μερμήγκια τους ξέβραζαν τα δάση, και με λύσσα έπεφταν απ' όλες τις μεριές απάνω στους Βυζαντινούς. Ο Διογένης ούτε στιγμή δεν τα έχασε. Είδε πως η θέση του ήταν απελπιστική, κατάλαβε πως βοήθεια από κανένα δεν μπορούσε να ελπίσει, και αποφάσισε να πέσει ένδοξα, αφού όμως κάνει τον εχθρό να ακριβοπληρώσει τη νίκη. Αμέσως παράταξε τους άντρες του σε τετράγωνο, με τρόπο που από παντού να αντιμετωπίζουν τον εχθρό. Έξαφνα, πίσω από τους Βουλγάρους είδε δέκα - δώδεκα Αυτοκρατορικούς που ορμούσαν στη μάχη. Εμπρός - εμπρός, ένας νέος καβαλικεμένος σε μαύρο άλογο τους οδηγούσε σείοντας το σπαθί του.

- Ο Γίνος Βούγας! Ο Γίνος Βούγας! βγήκε μια φωνή απ' όλα τα στήθια.

Και με καινούριο ενθουσιασμό ρίχθηκαν οι Έλληνες πάνω στους Βουλγάρους, σα να τους έφερνε, ο ένας αυτός άντρας, δύναμη ολόκληρου στρατού. Άγριος τότε ξέσπασε ο πόλεμος και από κει. Ο Κωνσταντίνος, με μια χούφτα άντρες, γύρευε να περάσει από μέσα από τους εχθρούς και να φθάσει στον Διογένη. Και τέτοιο φόβο σκορπούσε τ' όνομα του Γίνου Βούγα και οι φοβερές του σπαθιές, που και οι γενναιότεροι μπροστά του έφευγαν. Πολλήν ώρα βάσταξε η πάλη. Ένας - ένας έπεφταν γύρω του τα παλικάρια του. Πέντε πια του έμεναν. Μα σταθερός στο άλογο του, όλο προχωρούσε ο Κωνσταντίνος προς τους Αυτοκρατορικούς, που γύρευαν και αυτοί να του ανοίξουν δρόμο. Το είχε επιτύχει σχεδόν, όταν από το πλάγι άλλο σώμα ξεπρόβαλε.

- Φύγε, Γίνο Βούγα! Φύγε! φώναξαν τρομαγμένοι οι Αυτοκρατορικοί, βλέποντας τους Βουλγάρους που κατάφθαναν να τον ζώσουν. Φύγε πριν σου κλείσουν από πίσω το δρόμο!

Ο Κωνσταντίνος έστρεψε το αγριεμένο του πρόσωπο στους συντρόφους του, και σπηρουνίζοντας το άλογο του:

- Ο Γίνος Βούγας δε φεύγει! φώναξε. Πεθαίνει ή νικά.

Το ζώο σηκώθηκε στα πίσω πόδια και πετάχθηκε αναποδογυρίζοντας ένα - δυο Βουλγάρους. Άλλη μια προσπάθεια! Άλλο ένα πήδημα κι έφθανε τους πατριώτες του... Μα έξαφνα από πίσω του μια φωνή ξέσπασε που τον συντάραξε.

- Ο Κρηνίτης;... Αρπάξετε τον!

Ο Κωνσταντίνος γύρισε σαν αστραπή. Η φωνή αυτή τον έτσουξε σαν καμτσικιά.

- Ιβάτζη! ούρλιασε.

Τρελά ρίχθηκε πίσω, αψηφώντας τις λόγχες και τα σπαθιά, από παντού γυρισμένα πάνω του, και ανασηκωμένος στη σέλα όρμησε στον Ιβάτζη. Τα μάτια του πετούσαν φωτιές, το πρόσωπο του ήταν αλλαγμένο από το μίσος που αναστάτωνε την ψυχή του.

- Κακούργε! Σε ξαναβρίσκω στο τέλος! φώναξε σηκώνοντας το σπαθί του.

Μα ο Ιβάτζης ρίχθηκε κάτω από το άλογο, ξεφεύγοντας έτσι τη φοβερή σπαθιά που του κατέβαζε ο Κωνσταντίνος, και συνάμα με το δικό του όπλο άνοιξε το πλευρό του αλόγου του εχθρού του. Το ζώο γκρεμίστηκε σα να βούλιαζε στη γη, σέρνοντας μαζί τον Κωνσταντίνο. Και σαν κοράκια έπεσαν απάνω του οι Βούλγαροι.

- Ζωντανό! Ζωντανό τον θέλω! στρίγλισε ο Ιβάτζης. Άλλο θάνατο του φυλάγω! Δέσετε του τα χέρια... και τους αγκωνές... και τα πόδια!... Δέσετε τον στο δέντρο! Γρήγορα, το δήμιο! Φέρετε το δήμιο!

Σε μια στιγμή τον είχαν αρπάξει, τον έσυραν δεμένο χεροπόδαρα, κι εμπρός στα μάτια όλων των Αυτοκρατορικών τον έδεσαν σ' έναν κορμό. Μάταια γύρευαν τα παλικάρια του και ο βουβός δούλος να φθάσουν κοντά του. Κόσκινα τα κορμιά τους έπεσαν γύρω. Απελπισμένα ρίχθηκαν πάλι οι Έλληνες στους Βουλγάρους, να σπάσουν τη γραμμή, ν' αρπάξουν, να σώσουν τον Γίνο τους. Μα άλλοι και άλλοι κατάφθαναν, τους πλημμύριζαν, τους πλάκωναν, τους έσπρωχναν ολοένα παραπίσω, κατά την ολέθρια ρεματιά. Δεμένος στο δέντρο, κουρελιασμένος, σκεπασμένος αίματα, ο Κωνσταντίνος αλύγιστος και αδάμαστος εξακολουθούσε να βρίζει και να προκαλεί τον Ιβάτζη.

- Φονιά! Άπιστε, του φώναζε. Πολέμησε με, άνανδρε! Λύσε μου τα χέρια κι έλα σαν άντρας να μετρηθείς μαζί μου, αν τολμάς!

- Το δήμιο! απαντούσε αφρίζοντας ο Ιβάτζης. Το δήμιο, γρήγορα.

Και σαν τον είδε να έρχεται με τα σύνεργα του:

- Βάλε τα σίδερα στη φωτιά! φώναξε. Τα μάτια πρώτα θα του βγάλεις! Κατάσκοπος είσαι, ε; Τρέχα τώρα να πεις του βασιλιά σου τι βλέπεις...

Φωνές απ' τον αντικρινό λόφο τον διέκοψαν ξαφνικά:

- Φύγετε! Φύγετε! Ο Αυτοκράτορας !...

Και συνάμα από πίσω από το λόφο, ένα μικρό σώμα Βυζαντινών πρόβαλε, και αμέσως πίσω του άλλοι και άλλοι ακολουθούσαν. Μεμιάς άλλαξε η όψη της μάχης. Η αταξία που ακολούθησε τότε δεν περιγράφεται. Από παντού η ίδια φωνή υψώθηκε, σπέρνοντας τον πανικό σε όλες τις γραμμές των Βουλγάρων:

- Φύγετε! Φύγετε!

Παρατώντας τον Διογένη και τους άντρες του, από κει που νόμιζαν βέβαιη τη νίκη, το έβαλαν στα πόδια, μαζί και ο δήμιος και οι βοηθοί του, φεύγοντας απ' όλες τις μεριές. Μάταια γύρευε ο Βλαδισλάβ να συμμαζέψει και να σπρώξει πίσω στη μάχη τους ξετρελαμένους του άντρες.

- Τζαίζαρ! Τζαίζαρ! ξεφώνιζαν.

Και τυφλοί, κουφοί από τον τρόμο, σκορπίζουνταν σαν τα πουλιά. Από το δέντρο όπου τον είχαν δέσει, ο Κωνσταντίνος είδε το πρώτο βυζαντινό σώμα που έφθανε, αναγνώρισε εμπρός - εμπρός τον Μιχαήλ. Στο αγριεμένο αιματωμένο του πρόσωπο, ενθουσιασμός ακράτητος άναψε.

- Μιχαήλ! Μιχαήλ! ξεφώνισε. Πιάσετε την έξοδο της ρεματιάς, κλείσετε τους την υποχώρηση! Εδώ είναι η δύναμη τους όλη! Σπάσετε τους! Σπάσετε τους!

Ο Ιβάτζης, που με πείσμα γύρευε και αυτός να συγκρατήσει τους φυγάδες, άκουσε τη φωνή, γύρισε και είδε τον Μιχαήλ που με τους άντρες του έτρεχε σα δαιμονισμένος να σώσει το φίλο του.

- Στη ρεματιά! Τρέξετε στη ρεματιά! του φώναξε πάλι ο Κωνσταντίνος.

Μα γερμένος εμπρός, ο Μιχαήλ εξακολουθούσε να σπηρουνίζει τα πλευρά του αλόγου του για να φθάσει γρηγορότερα στο φίλο του. Ο Ιβάτζης είχε πηδήσει κιόλα στο άλογο. Μα σαν κατάλαβε πως του ξέφυγε πάλι ο εχθρός του, το μίσος του υπερνίκησε. Τρίζοντας τα δόντια γύρισε πίσω και όρμησε στον αιχμάλωτο.

- Έλα να τον πάρεις! φώναξε του Μιχαήλ με σατανικό γέλιο. Και σκύβοντας, έμπηξε το μαχαίρι του ολόκληρο στο στήθος του Κωνσταντίνου.

Ύστερα, γυρνώντας κατά το δάσος, χάθηκε μες στα δέντρα. Άγριο ξέσπασε ούρλιασμα από το στήθος του Μιχαήλ. Και τρελός από θυμό και πόνο, ρίχθηκε πίσω του. Στο δρόμο βρήκε άλλους Βυζαντινούς που κυνηγούσαν τους φυγάδες, σφάζοντας αλύπητα όσους πρόφθαιναν.

- Τον Ιβάτζη! ξεφώνισε ξεφρενιασμένος ο Μιχαήλ. Τον Ιβάτζη! Ό,τι έχω το δίνω σ' εκείνον που θα βρει τον Ιβάτζη!

Μα ο Ιβάτζης είχε χαθεί... Κάθε γωνιά του δάσους, κάθε κορυφή βουνού ο βολιάς τα γνώριζε από μικρό παιδί. Εύκολα κρύφθηκε και ξέφυγε. Κανένας δεν τον έπιασε, κανένας δεν τον είδε. Στο τρελό κυνήγημα, ξεφωνίζοντας αδιάκοπα τ' όνομα του Ιβάτζη, ο Μιχαήλ αντίκρισε έξαφνα τον Αυτοκράτορα. Το σπαθί του Βασιλείου άχνιζε ακόμα από το αίμα των εχθρών, και γύριζε πίσω στο κέντρο του στρατού του, αφήνοντας τον Διογένη και τους άλλους στρατηγούς να καταδιώξουν τ' απομεινάρια των Βουλγάρων.

- Ιγερινέ! ανεφώνησε. Πού τρέχεις; Τι φωνάζεις σα μεθυσμένος;

Με τη φωνή του Αυτοκράτορα ο Μιχαήλ συνήλθε, ξαναθυμήθηκε τον Κωνσταντίνο δεμένο στον κορμό με το μαχαίρι στην καρδιά. Άρπαξε το μέτωπο του στα χέρια του.

- Αύγουστε, μούγκρισε, τον σκότωσε ο Ιβάτζης!

- Ποιον; φώναξε ο Αυτοκράτορας.

Την ίδια ώρα, τρεχάτος έφθανε ένας νέος αξιωματικός, το πρόσωπο του αλλαγμένο από τη συγκίνηση.

- Αύγουστε, είπε με φωνή πνιγμένη, σκότωσαν τον Γίνο Βούγα!

Και με το χέρι έδειξε το ριζό του βουνού. Ο Αυτοκράτορας έστρεψε το άλογο του κι έτρεξε με τον Μιχαήλ στο μέρος όπου πολλοί στρατιώτες μαζεμένοι φώναζαν και χειρονομούσαν. Ο Βασίλειος πήδησε από το άλογο, κι ευθύς όλοι παραμέρισαν. Γονατισμένος χάμω ήταν ο Δαφνομήλης, με το κεφάλι του Κωνσταντίνου ακουμπισμένο στο στήθος του, ενώ γερμένος απάνω του, ο Νικήτας γύρευε ν' ακούσει αν χτυπούσε η καρδιά. Ο Αυτοκράτορας έσκυψε να δει. Ένας κόμπος μαζεύτηκε στο λαιμό του.

- Ζει; ρώτησε.

Ο Δαφνομήλης σήκωσε το κεφάλι. Η απάντηση ήταν γραμμένη στην όψη του.

- Δε γίνεται! είπε ο Μιχαήλ με τραχιά φωνή. Δεν πέθανε! Σωριάστηκε χάμω και άπλωσε το χέρι στην καρδιά.

- Κωνσταντίνε! φώναξε.

Ο Νικήτας σηκώθηκε και πήγε παρακάτω, νευρικά σπρώχνοντας πίσω τα μαλλιά του από το ιδρωμένο του μέτωπο. Σιγά, αργά ο Δαφνομήλης πλάγιασε το χλωμό κεφάλι στα χόρτα και σηκώθηκε και αυτός.

- Κωνσταντίνε! φώναξε πιο δυνατά ο Μιχαήλ.

- Ένα φορείο! διέταξε χαμηλόφωνα ο Βασίλειος.

Ο Μιχαήλ σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον Νικήτα, ύστερα τον Δαφνομήλη, ύστερα τον Αυτοκράτορα.

- Πέθανε; ρώτησε. Κανένας δεν του αποκρίθηκε.

Έγειρε το πρόσωπο στα χέρια του κι έμεινε ακίνητος, χωρίς ένα δάκρυ. Όταν ήλθε το φορείο και σήκωσαν το σώμα, σηκώθηκε κι εκείνος. Ένας αξιωματικός πλησίασε το Βασιλέα, και χαιρετώντας στρατιωτικά έδειξε το λείψανο.

- Πού θα τον πάμε, Δέσποτα; ρώτησε.

- Στη σκηνή μου, αποκρίθηκε ο Βασίλειος.

Και γυρνώντας στους ανώτερους αξιωματικούς του:

- Ακολουθήσετε το παλικάρι, παιδιά, πρόσταξε με βραχνή φωνή.

Όλοι έβγαλαν τα σπαθιά και χαιρέτησαν το νεκρό που περνούσε.