Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου
Συγγραφέας:
ΚΘ'. Νέμεση


Η μεγάλη αυτή μάχη του καλοκαιριού του 1017, που κατέστρεψε το στρατό του Βλαδισλάβ, τελείωσε και το μακρύ βουλγάρικο πόλεμο, που είχε αρχίσει στα 986 και βάσταξε τριανταδυό χρόνια. Ύστερα από την τρανή του νίκη, ο Βασίλειος πήγε στα Βοδενά, και ως το τέλος του χρόνου κατέγινε να διοικήσει και να διοργανώσει στρατιωτικά τις νέες κατακτήσεις. Ύστερα γύρισε στην Κωνσταντινούπολη, όπου λαός και αρχές τον δέχθηκαν με μεγάλες τελετές, τον Ιανουάριο του 1018. Εκεί έμαθε, σε λίγο, πως ο αδάμαστος Βλαδισλάβ όχι μόνο δεν είχε χάσει το θάρρος του, αλλά και κατόρθωσε να μαζέψει πάλι στρατό και να πολιορκήσει το Δυρράχιο. Λίγο όμως βάσταξε η στάση αυτή. Η τύχη είχε παρατήσει πια το γενναίο μα και δόλιο βολιά. Μόλις άρχισε η πολιορκία του Δυρραχίου, κάποιος στρατιώτης Βούλγαρος, ίσως ένας από τους αφοσιωμένους στο κόμμα του Ρωμανού, μαχαίρωσε τον Βλαδισλάβ, εκδικώντας έτσι τη δολοφονία του γιου του Σαμουήλ.

Σαν το έμαθε, ο Βασίλειος μάζεψε το στρατό του και ξεκίνησε για τη Μακεδονία, κρίνοντας σωστά πως ο θάνατος αυτός θ' απέλπιζε και τους τελευταίους επαναστάτες, και πως η ώρα ήταν κατάλληλη να ειρηνεύσει πια τον τόπο. Και αλήθεια, σε όλο το δρόμο, ούτε μια φορά δε χρειάστηκε να χτυπηθεί ο στρατός του με τους Βουλγάρους. Από παντού έφθαναν άρχοντες και φρούραρχοι, και προσκυνούσαν και παρέδιδαν χώρες και φρούρια. Τέλος ήλθε και ο ανδρείος και αλύγιστος Κρακράς με τα κλειδιά των τριάντα τελευταίων κάστρων, και προσκύνησε και αυτός. Ο Βασίλειος, που ήταν όχι μόνο μεγάλος στρατηγός αλλά και λαμπρός πολιτικός, όλους αυτούς τους δέχθηκε με τιμές, και τους έδωσε αξιώματα και μεγαλεία ανάλογα με τη θέση και την αξία του καθενός. Έτσι έφθασε στην Αχρίδα, όπου ήλθε και παραδόθηκε η χήρα του Ιωάννη Βλαδισλάβ με πλήθος πριγκιπόπουλα, ορφανά των δύο τελευταίων Τσάρων. Δυο μόνο βολιάδες έλειπαν ακόμα. Ο Νικουλιτσάς και ο Ιβάτζης. Είχαν πάρει και οι δυο τα βουνά, αποφασισμένοι να μην υποταχθούν.

Ο Ιβάτζης όμως, που ήταν από μεγάλη αρχοντική οικογένεια, έβαλε με το νου του να μαζέψει γύρω του στρατό, και όχι μόνο να ξαναξυπνήσει την επανάσταση, αλλά και να γίνει αυτός Τσάρος της Βουλγαρίας. Στην πλαγιά του Βροχωτού, βουνού απόκρημνου, βρίσκουνταν τότε ένα κτήμα των Τσάρων, η Πρόνιστα. Ήταν σε μέρος ωραιότατο και κατάφυτο, και συνάμα οχυρότατο, φυσικά προστατευμένο από μια στενή κλεισούρα όπου περνούσε ο μόνος δρόμος που ανέβαινε στο κτήμα, και όπου λίγοι άντρες αρκούσαν για να σταματήσουν στρατόν ολόκληρο. Εκεί είχε αποτραβηχτεί ο Ιβάτζης με μερικούς τολμηρούς συντρόφους. Και λίγο - λίγο είχε κατορθώσει να μαζέψει γύρω του αρκετό στρατό, ώστε να μη φοβάται την επίθεση του Αυτοκράτορα.

Μόλις το έμαθε, ο Βασίλειος έφυγε από την Αχρίδα, όπου άφησε στρατηγό τον Ευστάθιο Δαφνομήλη, και πήγε στη Διαβολή, για να βρίσκεται πιο κοντά στην απόρθητη φωλιά της επανάστασης. Με όλη του την έχθρα και το θυμό, έγραψε του Ιβάτζη ένα γράμμα όπου του απέδειχνε πόσο τρελή ήταν πια η αντίσταση. Και με την ελπίδα ν' αποφύγει καινούριες αιματοχυσίες, του πρότεινε να υποταχθεί, δίνοντας του την υπόσχεση πως θα τον δεχθεί και αυτόν με τιμές και δόξες, όπως τους άλλους γενναίους βολιάδες. Ο πονηρός Βούλγαρος, για να κερδίσει καιρό, αποκρίθηκε με κολακείες κι ευγένειες και μισές υποσχέσεις, χωρίς όμως και να δεθεί με τελειωτική απάντηση. Και στο μεταξύ, κρυφά εξακολουθούσε να ετοιμάζεται για την επανάσταση. Ο Βασίλειος το ήξερε και φουρκίζουνταν και αδημονούσε. Μα ο θυμός του πήγαινε χαμένος, γιατί σ' εκείνα τα κορφοβούνια στρατός δεν μπορούσε ν' ανέβει.

Ήταν παραμονές του Δεκαπενταύγουστου. Στο παλάτι του μέσα της Αχρίδας, ο Ευστάθιος Δαφνομήλης πήγαινε κι έρχουνταν απάνω - κάτω νευρικά στο δωμάτιο του. Κάθε λίγο σταματούσε στο τραπέζι του, έπαιρνε ένα ανοιγμένο γράμμα, το ξαναδιάβαζε, και πάλι το έριχνε στο τραπέζι και ξανάρχιζε τον ανήσυχο περίπατο του. Κάπου - κάπου πήγαινε στην πόρτα, έριχνε μια ματιά στο διάδρομο, και πάλι με σουφρωμένα φρύδια γύριζε στο τραπέζι του, ξαναχώνουνταν στη μελέτη της περγαμηνής, και πάλι την άφηνε και ξανάρχιζε να πηγαινοέρχεται. Και όσο περνούσε η ώρα, τόσο πιο νευρικός γίνουνταν. Τέλος η πόρτα άνοιξε απέξω κι ένας άντρας μπήκε. Ο Δαφνομήλης έβγαλε μια φωνή ανακουφισμένη και άπλωσε τα δυο του χέρια.

- Επιτέλους! φώναξε. Έλεγα πως έπαθες τίποτα, Νικήτα, και άργησες τόσο!

Ο Νικήτας πήρε το χέρι του στρατηγού κι έσκυψε και το φίλησε.

- Άργησα, Ευστάθιε Δαφνομήλη, γιατί ήθελα να σου φέρω τις πληροφορίες που μου ζήτησες, είπε.

- Έμαθες τίποτα; Λέγε γρήγορα! αναφώνησε ο στρατηγός παίρνοντας από το τραπέζι την απλωμένη περγαμηνή. Οι δικές μου ειδήσεις είναι πως ο καταραμένος αυτός Ιβάτζης μας παίζει με τα λόγια του, και με ψευτοϋποσχέσεις γυρεύει να πουλήσει τον Αυτοκράτορα. Ξέρεις όμως ποια είναι η αλήθεια;

- Ξέρω, αποκρίθηκε ο Νικήτας. Η φάρα του ολόκληρη βρίσκεται μαζεμένη στην Πρόνιστα, επίσης και πλήθος βουνίσιοι που του έμειναν πιστοί. Τους εκάλεσε όλους, τάχα πως θα εορτάσει την Κοίμηση της Παναγίας, μα πραγματικά στο παλάτι του ετοιμάζεται καινούρια επανάσταση.

- Και ο Αυτοκράτορας το ξέρει;

- Το ξέρει, και τρώγεται και οργίζεται. Μα τι να κάνει; Στρατός δεν μπορεί ν' ανέβει εκεί απάνω, στο αετοβούνι του Βουλγάρου.

- Στρατός, όχι βέβαια, είπε ο Δαφνομήλης. Ένας όμως μπορεί. Και θα πάγω εγώ.

Τα μάτια του Νικήτα έλαμψαν.

- Το ήξερα, είπε. Και γι' αυτό ήλθα. Μα δε θα πας μόνος σου, Ευστάθιε Δαφνομήλη. Θα πάρεις και δυο συντρόφους, και ή θα νικήσομε μαζί σου ή θα πέσομε και οι τρεις.

Ο Δαφνομήλης χαμογέλασε.

- Εσύ, καλά, πιστέ μου Νικήτα, είπε. Έλα, θα σ' έχω ανάγκη. Μα ποιος είναι ο άλλος που θα θελήσει να μπει σ' αυτή τη σφηκοφωλιά;

- Ο Ιγερινός.

- Ο Μιχαήλ;

Με απορία κοίταξε ο στρατηγός τον αφοσιωμένο του κατάσκοπο.

- Ναι, στρατηγέ, ήλθε μαζί μου. Είχα μισομαντέψει το σκοπό σου από το γράμμα σου, και του το είπα.

- Και θα δεχθεί να έλθει;

- Θα σε παρακαλέσει.

- Και η αρραβωνιαστική του; Ο Νικήτας στέναξε.

- Η κακομοίρα! Μουρμούρισε.

- Τι τρέχει; Τα χάλασαν;

- Τι, τον αρραβώνα; Όχι, δεν τον χάλασαν, ούτε θα τον χαλάσουν.

- Λοιπόν;

- Τι τα θέλεις, στρατηγέ, είπε πάλι ο Νικήτας. Τέτοιος αρραβώνας χειρότερος είναι και από θάνατο.

- Δεν ξέχασε η κόρη τον άλλο; ρώτησε ο Δαφνομήλης χαμηλώνοντας τη φωνή του.

- Ούτε θα τον ξεχάσει ποτέ.

- Μα λοιπόν γιατί αρραβωνιάστηκαν;

- Γιατί τους το άφησε παραγγελιά πριν πεθάνει... ο άλλος.

- Ο Κρηνίτης;

- Ναι! Πριν φύγει εκείνη τη μέρα, έβαλε τον Ιγερινό να ορκιστεί μαζί του, πως όποιος από τους δυο γυρίσει ζωντανός θα έπαιρνε την Αλεξία Αργυρή, και συνάμα έγραψε της Αλεξίας πως της άφηνε παραγγελιά να πάρει το φίλο του. Και από κει που ήθελε η κόρη να κλειστεί σε μοναστήρι, άλλαξε γνώμη. Δε θέλει, λέγει, να παρακούσει του πεθαμένου. Στο λείψανο του ορκίστηκε να κάνει το θέλημα του. Με βαριά καρδιά τους αρραβώνιασε λοιπόν ο Αυτοκράτορας. Μα ήταν αληθινή κηδεία εκείνος ο αρραβώνας! Και από τότε χωρίστηκαν, και δεν την ξαναείδε ο Ιγερινός.

- Πώς αυτό;

- Εκείνη πήγε στη Θεσσαλονίκη όπου μένει με την αδελφή του. Κι εκείνος κυνηγά τον Ιβάτζη.

- Και είναι τώρα εδώ;

- Ναι, στρατηγέ.

- Πες του να έλθει.

Καθώς μπήκε ο Μιχαήλ στην κάμαρα, ο Δαφνομήλης σηκώθηκε να τον καλωσορίσει. Μα κοντοστάθηκε ξαφνισμένος. Ο Μιχαήλ ήταν σχεδόν γέρος. Το αναίματο ισχνό του πρόσωπο ασάλευτο και αγέλαστο, ήταν σα μαρμαρωμένο, σαν άψυχο. Μόνο στα βουλιαγμένα τους κοιλώματα, σκοτεινά και ισκιωμένα, τα μάτια του φύλαγαν ακόμα ζωή. Το αργό του περπάτημα, οι κυρτοί του ώμοι, τα ψαρά του μαλλιά, κάτασπρα στα μηνίγγια, τον έκαμναν αγνώριστο. Ο Δαφνομήλης, κάπως συγκινημένος, θέλησε να κρύψει την εντύπωση του.

- Κάθησε νά ξεκουραστείς, του είπε με συμπάθεια, φαίνεσαι κουρασμένος. Αργότερα μιλούμε.

- Δεν είμαι κουρασμένος, αποκρίθηκε ήσυχα ο Μιχαήλ, και ίσως είναι καλύτερο να μη χάνομε καιρό, Ευστάθιε Δαφνομήλη.

- Τι εννοείς;

- Πως αν έχεις καμιάν ελπίδα να εκτελέσεις το σχέδιο σου, τώρα είναι περίσταση, στην εορτή μέσα.

- Ξέρεις λοιπόν το σχέδιο μου; ρώτησε ο Δαφνομήλης.

- Ξέρω πως είσαι άξιος να πας να μαχαιρώσεις τον Ιβάτζη στο παλάτι του μέσα.

- Ναι... Μα το σχέδιο μου είναι λίγο διαφορετικό. Ο Αύγουστος τον θέλει ζωντανό, είπε ο Δαφνομήλης.

Και γυρνώντας στον Νικήτα:

- Πρώτα απ' όλα όμως πρέπει να γνωρίζομε τα μέρη εκείνα, είπε. Πήγες ποτέ;

- Όχι, είπε ο Νικήτας, μα πήγε ο Ιγερινός. Ο Δαφνομήλης αναπήδησε.

- Εσύ; αναφώνησε.

- Έρχομαι από κει, αποκρίθηκε ο Μιχαήλ.

- Πήγες να κατασκοπεύσεις;

Μίσος έντονο ζωντάνεψε το άψυχο πρόσωπο του νέου.

- Όχι, είπε, πήγα να τον σκοτώσω.

- Τι;

Η φλόγα που άναψε μια στιγμή το πρόσωπο του έσβησε πάλι, και με την άτονη φωνή, που του ήταν πια σα φυσική, πρόσθεσε:

- Δεν τον πέτυχα. Ήταν πάντα περιτριγυρισμένος, και ξένους δε δέχεται.

Ο Δαφνομήλης έμεινε μια στιγμή συλλογισμένος. Ύστερα είπε με απόφαση:

- Εμένα θα με δεχθεί.

- Ίσως, είπε ο Μιχαήλ, αν πεις τ' όνομα σου.

- Και θα έλθεις μαζί μου;

- Θα έλθω, Ευστάθιε Δαφνομήλη. Και την καρδιά του θα του την πάρω εγώ.

- Θα κάνεις ό,τι σου πω, Μιχαήλ.

- Δεν ξέρω.

- Θα κάνεις ό,τι σου πω!

Ο Μιχαήλ δεν αποκρίθηκε. Με σφιγμένα χείλια κοίταζε τη λίμνη που απλώνουνταν γυαλιστερή και ολόφωτη κάτω από το παράθυρο.

- Μιχαήλ, μια μέρα μου ζήτησες μια χάρη, είπε ο στρατηγός προφέροντας μια - μια τις λέξεις, και σου την έκανα... Και μου είπες τότε πως αν ποτέ έχω ανάγκη από τυφλή αφοσίωση, να έλθω σε σένα. Ήθελες να πας σε κάποιο μοναστήρι όπου βρίσκουνταν πληγωμένος...

Το στόμα του Μιχαήλ συσπάστηκε. Σήκωσε το χέρι και σταμάτησε το στρατηγό.

- Καλά, είπε, θα έλθω.

- Και θα κάνεις ό,τι σου πω;

- Θα κάνω ό,τι θέλεις.

Ο Δαφνομήλης ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του νέου και με συγκίνηση είπε:

- Όποιος έλθει μαζί μου πρέπει ν' αποφασίσει πως δε θα γυρίσει ζωντανός.

- Το ξέρω.

- Σκέφθηκες την Αλεξία;

Απότομα πήρε ο Μιχαήλ το χέρι του Δαφνομήλη και το έβγαλε από τον ώμο του.

- Ναι, είπε, τη σκέφθηκα. Και γύρισε να φύγει.

- Και αν σκοτωθείς; έκανε ο Δαφνομήλης. Ο Μιχαήλ είχε φθάσει στην πόρτα. Σήκωσε την κουρτίνα και χωρίς να γυρίσει ρώτησε:

- Πότε φεύγομε;

- Αμέσως, είπε ο Δαφνομήλης.

- Σε περιμένω έξω, είπε ο Μιχαήλ. Και βγήκε.

Σαν όλους τους ορθόδοξους εκείνης της εποχής, είτε Έλληνες ήταν είτε Βούλγαροι ο Ιβάτζης, με όλη του τη σκληρότητα, ήταν όμως πολύ θεοφοβούμενος. Αποφάσισε την εορτή του Δεκαπενταύγουστου να την εορτάσει, εκείνο το χρόνο του 1018, στο παλάτι του της Πρόνιστας, μ' εξαιρετική πολυτέλεια. Όλους του τους συγγενείς, ως και τους πιο απομακρυσμένους, τους κάλεσε και τους μάζεψε γύρω του για να δείξει το μεγαλείο και τη δύναμη της φάρας του. Βασιλικά τους υποδέχθηκε και τους φιλοξένησε στο παλάτι του. Και τόσος κόσμος μαζεύθηκε, που το εξοχικό αυτό κτήμα κατήντησε σα μικρή πόλη.

Ξημέρωσε ο Δεκαπενταύγουστος. Ενόσω απάνω στην Πρόνιστα ο Ιβάτζης δέχουνταν τα συγχαρητήρια των αξιωματικών και των προσκαλεσμένων του, κι ετοίμαζε πολυτελέστατη τελετή, κάτω, στη ρίζα του Βροχωτού, οι στρατιώτες που φύλαγαν τα στενά είδαν έξαφνα με μεγάλη απορία τρεις Έλληνες που πλησίαζαν άφοβα, χωρίς καμιά προσπάθεια να κρυφθούν. Ο ένας φορούσε λαμπρή στολή Βυζαντινού στρατηγού. Οι φρουροί σαστισμένοι τους σταμάτησαν και τους ρώτησαν τι θέλουν. - Πηγαίνετε στον Ιβάτζη, διέταξε ο στρατηγός, και πείτε του πως ο πατρίκιος Ευστάθιος Δαφνομήλης, στρατηγός της Αχρίδας, ήλθε να πανηγυρίσει μαζί του. Τρεχάτος ανέβηκε ένας στρατιώτης κι έφερε του αφέντη του την απίστευτη είδηση. Σαν το άκουσε ο Ιβάτζης έμεινε άφωνος.

Δεν του χωρούσε στο κεφάλι πως μπορούσε να έλθει έτσι, ασυλλόγιστα, ο Έλληνας στρατηγός, χωρίς συνοδεία, να παραδοθεί στα χέρια του. Γιατί όσο και αν είχαν διακοπεί οι εχθροπραξίες, αφότου άρχισε η αλληλογραφία του με τον Αυτοκράτορα, πώς ήταν δυνατό να υποθέσει ο Δαφνομήλης πως θα τον άφηνε ποτέ ο Ιβάτζης να φύγει ζωντανός από τα χέρια του; Τόσο ανόητο να φαντασθεί τον Δαφνομήλη δεν μπορούσε. Άρα άλλη αιτία πρέπει να έφερνε τον Έλληνα στρατηγό στα νύχια του. Και τι μπορούσε η αιτία αυτή να είναι άλλο από προδοσία; Ευθύς έδωσε διαταγή ο Ιβάτζης να οδηγήσουν τον Δαφνομήλη στο παλάτι του. Απάνω και κάτω στο δωμάτιο του περπατούσε ο βολιάς, γυρνώντας και ξαναγυρνώντας στο νου του ρωτήματα και απαντήσεις. Και όλο στο ίδιο συμπέρασμα έφθανε. Πως για να τολμήσει ο Δαφνομήλης με τόση αστοχασιά να παραδοθεί στον εχθρό, που αμείλικτα τον είχε πολεμήσει τόσα χρόνια, θα πει πως παρατούσε, πως πρόδινε το Βασιλέα του... ποιος ξέρει ακόμα τι άλλες προτάσεις του έφερνε! Η καρδιά του φούσκωνε από υπερηφάνεια και χαρά. Χίλιες - μύριες χρυσές ελπίδες έλαμψαν μπροστά του. Με το λαμπρό Δαφνομήλη σύμμαχο, τι δε θα καταπιάνουνταν, τι δε θα κατόρθωνε!

Η πόρτα άνοιξε και ο στρατηγός μπήκε. Ήταν μόνος. Αρματωμένος ήταν, βέβαια, τα λαμπρά του όπλα έλαμπαν από τα πολύτιμα πετράδια στη ζώνη και στο πλευρό του. Μα ήταν μόνος, μόνος στα χέρια του θανάσιμου εχθρού του. Από τη χαρά που χύθηκε μέσα του, ο Ιβάτζης δεν μπόρεσε να βαστάξει. Έτρεξε στον Δαφνομήλη, τον αγκάλιασε, τον φίλησε, τον καλωσόρισε με λόγια κολακευτικά, και αμέσως τον πήρε και του σύστησε τους σημαντικότερους άρχοντες της συντροφιάς του, και μαζί πήγαν στην εκκλησία όπου πανηγυρικά άρχισε η λειτουργία. Με περιέργεια κοίταζαν οι Βούλγαροι τη μόνη αυτή ελληνική στολή ανάμεσα τους, και γύρευαν να μαντέψουν τα σχέδια του αρχηγού τους. Πως ο Δαφνομήλης δε θα έβγαινε ζωντανός από την Πρόνιστα, το ήξεραν όλοι όσοι γνώριζαν τον Ιβάτζη. Μα γι' αυτό ίσα - ίσα τους φαίνουνταν ανεξήγητοι οι ευγενικοί τρόποι του βολιά και τα ζαχαρένια λόγια που δεν έπαυε να μουρμουρίζει του Έλληνα στρατηγού. Αφού τελείωσε η εκκλησία, όλοι οι προσκαλεσμένοι σκορπίστηκαν και αποτραβήχθηκαν, ο καθένας στην προσδιορισμένη του κατοικία. Τότε ο Δαφνομήλης σίμωσε το βολιά.

- Ιβάτζη, είπε χαμηλόφωνα, ήλθα για να πανηγυρίσομε μαζί την Κοίμηση της Θεοτόκου, μα ήλθα και για να σου μιλήσω. Η αιτία που με φέρνει είναι σπουδαία και μυστική. Και όσα έχω να σου πω, άλλος δεν πρέπει να τ' ακούσει.

Τότε πια πείστηκε ο Ιβάτζης πως οι υποψίες του αλήθευαν, πως ο Δαφνομήλης, προδότης του βασιλέα του, ήλθε να συνεννοηθεί μαζί του, ίσως να του παραδώσει την Αχρίδα. Πρόσταξε τους σωματοφυλακές του ν' απομακρυνθούν και, καταχαρούμενος, παίρνοντας από το χέρι τον Δαφνομήλη, τον κατέβασε στα περιβόλια και τον οδήγησε σ' ένα μικρό δάσος, όπου τα δέντρα ήταν τόσο πυκνά, που ούτε να τους δει μπορούσε κανένας ούτε ν' ακούσει τις ομιλίες τους. Πήγαιναν κουβεντιάζοντας, και με καρδιόχτυπο περίμενε ο Iβάτζης ν' αρχίσει ο Δαφνομήλης την ξεμολόγησή του. Του φάνηκε έξαφνα σα να κούνησε κάτι μες στα κλαδιά. Μεμιάς του μπήκαν υποψίες. Έριξε γύρω μιαν ανήσυχη ματιά, και βλέποντας την τέλεια μοναξιά και τη σιωπή του απόκεντρου εκείνου μέρους, τον έπιασε φόβος, και αυτόματα άρπαξε του σπαθιού του τη λαβή. Δεν πρόφθασε όμως να το σύρει. Σαν αστραπή ορμά ο Δαφνομήλης απάνω του, τον ρίχνει χάμω, τον πλακώνει κάτω από το γόνατο του, και με τα σιδερένια χέρια του κρατώντας τον καρφωμένο στο χώμα, βουλώνει το στόμα του και του πνίγει τις φωνές. Την ίδια στιγμή, από μέσα από τα δέντρα δυο άντρες πετιούνται, τυλιγμένοι σε σκοτεινές κάπες. Ο ένας, με σηκωμένο το σπαθί, ακράτητος ρίχνεται στον Ιβάτζη να τον σχίσει.

- Όχι, Μιχαήλ, όχι! φώναξε ο Δαφνομήλης γυρεύοντας ν' απομακρύνει το όπλο. Μην τον σκοτώσεις, θυμήσου το λόγο σου! Τα μάτια του μόνο!

Μεθυσμένος όμως από το μίσος, ο Μιχαήλ ούτε άκουε ούτε έβλεπε.

- Νικήτα! φώναξε ο Δαφνομήλης.

Μεμιάς ο κατάσκοπος τον ξαρμάτωσε. Μα τότε ο Μιχαήλ έγινε έξω φρενών, και ξεφεύγοντας από τα χέρια του Νικήτα, έσυρε το μαχαίρι του, ξαναρίχθηκε του Ιβάτζη, που αγωνίζουνταν να ξετινάξει τον Δαφνομήλη από το στήθος του, και σήκωσε το όπλο του. Μια φορά... δυο φορές κατέβηκε το μαχαίρι... και το άγριο πράμα έγινε. Ο Ιβάτζης, με τα μάτια τρυπημένα, το στόμα στουμπωμένο για να μην ακούονται οι στριγλιές του, αναίσθητος σχεδόν και σκεπασμένος αίματα, βρέθηκε δεμένος χειροπόδαρα, τυλιγμένος στο μανδύα του, ακίνητος στα χέρια των εχθρών του.

- Γρήγορα, ψιθύρισε ο Δαφνομήλης. Στον πύργο.

Τότε τον αρπάζουν οι τρεις Έλληνες, τρέχουν πίσω στο παλάτι, και με τόλμη απίστευτη περνούν από μέσα από την αυλή, εμπρός σε όλους τους σωματοφύλακες, που σαστισμένοι, αποβλακωμένοι, τους αφήνουν να περάσουν, μπαίνουν στο σπίτι, ανεβαίνουν τη σκάλα τρεχάτα πάντα, φθάνουν με τον τυφλωμένο τους αιχμάλωτο στο απάνω πάτωμα, κι εκεί ξεσπαθώνουν, αποφασισμένοι να μην παραδοθούν ζωντανοί. Ανάμεσα στους προσκαλεσμένους, από σπίτι σε σπίτι, σαν αστραπή μεταδίνεται η φρικτή είδηση:

- Τύφλωσαν τον Ιβάτζη!

Σε μια στιγμή, το χαριτωμένο κτήμα των Τσάρων γέμισε φωνές και αταξία, πήρε όψη επαναστατημένης χώρας. Από παντού βγαίνουν Βούλγαροι, τρέχουν, φθάνουν οπλισμένοι, ποιος με σπαθί, ποιος με λόγχη ή τόξο, άλλοι με πέτρες, με ξύλα, με αναμμένους δαυλούς, και περικυκλώνουν τους Έλληνες ξεφωνίζοντας:

- Σκοτώσετε τους! Κάψετε, κομματιάσετε τους! Θάνατος στους προδότες! Σπαράξετε τους κακούργους!

Μερικοί τρεχάτα έφεραν πίσσα και ξύλα και άχυρα, για να τους κάψουν στην κάμαρα μέσα όπου είχαν κλειστεί. Από πάνω από το παράθυρο ο Δαφνομήλης κοίταζε ατάραχα το εξαγριωμένο πλήθος. Το ξέσπασμα αυτό, το θυμό, την αγανάκτηση, τα περίμενε. Μα όχι τόσο γρήγορα. Είχε λογαριάσει πως θα πρόφθαινε κάπου να οχυρωθεί, ίσως και να συνθηκολογήσει. Εμπρός όμως στο πάθος των λυσασμένων Βουλγάρων, ούτε στιγμή δεν έχασε την ψυχραιμία του.

- Εδώ θα πεθάνομε, παιδιά, είπε στους συντρόφους του, μα έλεος δε θα ζητήσομε.

Και σκύβοντας στο παράθυρο, αψηφώντας τις πέτρες και τις σαΐτες που σφύριζαν γύρω του, έκανε νόημα πως θέλει να μιλήσει.

- Ακούσετε δω! Σας μιλώ φρόνιμα λόγια! Τον άρχοντα σας δεν τον τύφλωσα από μίσος προσωπικό. Αυτός είναι Βούλγαρος, το ξέρετε, κι εγώ Έλληνας, μα Έλληνας όχι της Μακεδονίας ή της Θράκης, παρά της απομακρυσμένης Ανατολής. Τι λοιπόν θέλετε να έχομε, ο Ιβάτζης κι εγώ, να μοιράσομε μεταξύ μας;

Και βλέποντας πως μερικοί Βούλγαροι σώπαιναν λίγο - λίγο ν' ακούσουν, εξακολούθησε:

- Ποιος από σας είναι τόσο μωρός, που να φανταστεί πως ήλθα από αμυαλιά ή από έχθρα δική μου να ριχθώ σε τέτοιον κίνδυνο; Για εκδίκηση δεν ήλθα! Μ' έστειλε ο Βασιλέας μου! βροντοφώνησε.

Στα λόγια αυτά οι Βούλγαροι σα να μούδιασαν κάπως. Φοβισμένα μουρμουρίσματα πέρασαν από στόμα σε στόμα, οι βρισιές λιγόστεψαν, άλλοι έριξαν ανήσυχες ματιές στο παράθυρο, μερικοί δαυλοί έσβησαν.

- Μ' έστειλε ο Βασιλέας μου! επανέλαβε πιο δυνατά ο Δαφνομήλης. Και ό,τι έκανα, το έκανα για τον Άρχοντα μου. Αν θέλετε να μας σκοτώσετε, σας είναι εύκολο. Εδώ είμαστε! Να μην ελπίζετε όμως πως θα παραδοθούμε στο έλεος σας! Τη ζωή μας θα την πάρετε, μα αφού την ακριβοπληρώσετε.

Μερικές θυμωμένες φωνές ακούστηκαν πάλι, μερικά χέρια σηκώθηκαν απειλητικά. Πολλοί όμως Βούλγαροι δείλιασαν, μερικοί έφυγαν, άλλοι αποτραβήχθηκαν παράμερα, και τρομαγμένοι στάθηκαν ν' ακούσουν τα λόγια που σαν κεραυνούς τα έριχνε πάνω από το παράθυρο του ο ατρόμητος στρατηγός του Αυτοκράτορα.

- Αν πεθάνομε, όπως το περιμένομε, φώναξε, θα πεθάνομε χαρούμενοι πως κάναμε το καθήκον μας! Θα πεθάνομε ευχαριστημένοι, γιατί ξέρομε πως ο Αφέντης μας και Βασιλέας μας φρικτά θα μας εκδικήσει! Για κάθε κεφάλι δικό μας, χιλιάδες δικά σας θα πέσουν, και ποτάμι το αίμα σας θα ξεπλύνει το δικό μας...

Πανικός έπιασε τους Βουλγάρους στα λόγια αυτά. Τη σκληρή εκδίκηση του Αυτοκράτορα τη γνώριζαν! Ακόμα δεν είχαν ξεχάσει τις δέκα χιλιάδες τυφλωμένους που στα 1014 τους έστειλε του Σαμουήλ. Φρικιασμένοι, τρέμοντας, ένας - ένας άρχιζαν κι έφευγαν, τρύπωναν στα σπίτια, κρύβουνταν. Οι γεροντότεροι, που θεωρούνταν και πιο φρόνιμοι, αυτοί που είχαν δει τις περισσότερες καταστροφές και που στην καρδιά τους δε φύλαγαν πια ούτε τόλμη ούτε ελπίδα, πήγαν τότε από τον ένα στον άλλο, και με λόγια πειστικά απέδειξαν στους νεότερους πόσο περιττή ήταν η αντίσταση, αφού είχε τυφλωθεί και ο Ιβάτζης. Σαν έπεισαν και ησύχασαν ακόμα και τους πιο τολμηρούς, φώναξαν τον Δαφνομήλη και του είπαν πως υποτάσσονται στον Αυτοκράτορα και παραιτούνται από κάθε αντίσταση. Φθάνει ο Αύγουστος να τους δώσει αμνηστία γενική. Και τότε έγινε κάτι πρωτάκουστο στην ιστορία, κάτι απίστευτο.

Οι τρεις τολμηροί Έλληνες κατέβηκαν από το δωμάτιο όπου είχαν κλειστεί. Κουβαλώντας πάντα τον τυφλωμένο Ιβάτζη, πέρασαν από μέσα από τους προσκαλεσμένους και τους δαμασμένους σωματοφύλακες του βολιά, βγήκαν από το παλάτι και από τα περιβόλια, χωρίς να τολμήσει ένας από το πλήθος αυτό των Βουλγάρων να εκδικήσει τον αρχηγό τους, ούτε καν ν' αγγίξει τους Έλληνες. Έτσι κατέβηκε ο Δαφνομήλης με τους δυο του συντρόφους και τον αιχμάλωτο του, πέρασε την κλεισούρα, και τράβηξε για τη Διαβολή ανενόχλητος. Απίστευτο του φάνηκε του Αυτοκράτορα όταν, την αυριανή, είδε τον Δαφνομήλη να παρουσιάζεται μπροστά του με τον αιματωμένο τυφλό, τον ακίνδυνο πια Ιβάτζη, και άκουσε το τολμηρό ανδραγάθημα που τον ξεφόρτωνε επιτέλους από τον αδάμαστο εχθρό του.

Για να δείξει του Δαφνομήλη την ευγνωμοσύνη του, τον διόρισε στρατηγό του θέματος του Δυρραχίου, που ήταν από τις σημαντικότερες θέσεις και τις τιμητικότερες, και του χάρισε όλα τα πλούτη του Ιβάτζη. Πέρασαν μερικές μέρες και ο Βασίλειος ετοιμάζουνταν πια να φύγει από τη Διαβολή, όταν ένα βράδυ κάποιος χτύπησε την εξώπορτα του παλατιού. Ήταν ο Νικουλιτσάς.

Οι σύντροφοι του όλοι και οι φίλοι του τον είχαν εγκαταλείψει ένας - ένας ή είχαν πεθάνει. Μέρες και νύχτες μόνος, καταδιωγμένος, πεινασμένος, απελπισμένος, είχε γυρίσει ο Νικουλιτσάς σαν κυνηγημένο αγρίμι από κορφοβούνι σε κορφοβούνι. Ώσπου η ψυχή του ανυπότακτου βολιά απέκαμε, η θέληση του έσπασε, και μόνος ήλθε και παραδόθηκε, ζητώντας έλεος από το Βασιλέα, τον οποίο τόσες φορές είχε γελάσει.

Ο Αυτοκράτορας όμως δε θέλησε πια ούτε να τον συγχωρήσει ούτε καν να τον δει. Κι εκείνον και τον Ιβάτζη, τους έστειλε αλυσοδεμένους στις φυλακές της Θεσσαλονίκης. Μόνος στο δωμάτιο του, ένα βράδυ αργά, ο Μιχαήλ ήταν σκυμμένος στο τραπέζι του. Το φως του λυχναριού, που κρέμουνταν από τη χαμηλή στέγη, χύνουνταν θαμπό και αδύνατο στου νέου το γερασμένο πρόσωπο. Ο Μιχαήλ τελείωνε ένα γράμμα, για να το δώσει του αγγελιοφόρου που, πρωί - πρωί, έφευγε για τη Θεσσαλονίκη. «...Ο Αύγουστος φεύγει αύριο», έγραφε, «διευθύνεται νότια. Πηγαίνει στην Ακρόπολη των Αθηνών, όπου θέλει στο ναό μέσα της Θεοτόκου να προσκυνήσει την Πολιούχο και να Την ευχαριστήσει για την Αγία Της προστασία. Εγώ όμως δε θα τον συνοδεύσω. Χθες έδωσα την παραίτηση μου.

Ο πόλεμος τελείωσε, μπορώ ν' αποσυρθώ. Και μπορώ να έλθω πια κοντά σου, αφού η εκδίκηση έγινε. Τυφλός κι ελεεινός, πτώμα άταφο, πάγει ο Ιβάτζης, αλυσοδεμένος, στις φυλακές της Θεσσαλονίκης, ν' αποζήσει στο παντοτινό σκοτάδι τις μαύρες του μέρες. Ώστε τίποτα πια δε με κρατεί εδώ. Και όμως καμιά χαρά δεν έχω που έρχομαι κοντά σου. Η καρδιά μου μαράθηκε, Αλεξία, και η εκδίκηση δε με πλησίασε σε σένα. Όσο ήταν ο αγέρωχος Ιβάτζης, δυνατός και μεγάλος, το μίσος φυσομανούσε μέσα μου, και άλλο δε συλλογίζουμουν παρά το κακούργημα του. Και όταν βρέθηκα μπροστά του, ρίχθηκα με λύσσα να τον σκοτώσω, να του πάρω την καρδιά. Αχ, γιατί δε μ' άφησαν να το κάνω; Θα ήταν δίκαιο! Και θα ήταν στρατιωτική εκδίκηση!

Μα σαν τον είδα χάμω, με τα μάτια τρυπημένα, ερείπιο ζωντανό, όταν συλλογίστηκα την πράξη μου... τότε τον συλλογίστηκα εκείνον, τον τίμιο, τον άσπιλο στρατιώτη, που πεσμένο άνθρωπο ποτέ του δε χτύπησε... Και είπα, Αλεξία, πως αν από κει πάνω βλέπει την πράξη μου, αν ξέρει με τι τρόπο τον εκδίκησα, το ευγενικό εκείνο παλικάρι, με πόνο θα κρύβει τα μάτια, θα στρέφει το κεφάλι από ντροπή...». Το καλάμι έπεσε από τα δάχτυλα του, κι έγειρε το πρόσωπο του στα διπλωμένα του χέρια. Μα δάκρυα δεν ήλθαν να δροσίσουν τα θερμιασμένα του ματόκλαδα. Είχαν στερέψει, καμένα στη λάβρα του καημού του.