Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου
Συγγραφέας:
ΙΔ'. Στον ξενώνα του χωριού


Ὴταν νύχτα σχεδόν. Έξω το κρύο έπιανε στα κόκαλα. Όλα τα σπίτια ήταν κλειστά, και γύρω στις αναμμένες τους γωνιές οι χωρικοί μαζώνουνταν να ζεσταθούν και να ετοιμάσουν το φτωχικό τους δείπνο.

Σ' ένα μικρό σκοτεινό και βρώμικο ξενώνα ενός βουλγάρικου χωριού, κοντά στο Βουτέλιο, δυο χωρικοί κουβέντιαζαν πλάγι σ' ένα μακρύ τραπέζι, αν μπορεί κανείς να ονομάσει τραπέζι τη λαδοπεριχυμένη και μουντζουρωμένη σανίδα, που στηρίζουνταν σε δυο στρίποδα. Ο ένας ήταν ψηλός, με ξανθά γένια κι όμορφο ευγενικό πρόσωπο, τόσο ευγενικό που τα χωριάτικα ρούχα του φαίνουνταν σαν ξένα απάνω του. Ο άλλος ήταν το εναντίον, άσχημος, κοντός, μαύρος, με πονηρά μικρά ματάκια, που στιγμή δεν έμεναν ήσυχα και που ποτέ δεν κοίταζαν κατάματα εκείνον που μιλούσε. Ήταν κουλός, και το απομεινάρι του κομμένου χεριού ήταν κρυμμένο κάτω από την κάπα του, μια πρόστυχη προβιά. Οι δυο άντρες κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα, σκυμμένοι πάνω από τη σανίδα και, πού και πού, γύριζαν να δουν αν κανένας τους ακούει.

Στο ίδιο τραπέζι, λίγο παρακάτω κάθουνταν ένας κουρελιασμένος και λασπωμένος Βούλγαρος στρατιώτης, με το πρόσωπο πεσμένο στα διπλωμένα του μπράτσα, και κοιμούνταν βαθιά. Πλάγι του, ένα αδειανό κανάτι κρασί και το χυμένο ποτήρι μαρτυρούσαν το είδος του ύπνου του. Κοντά στην αναμμένη γωνιά όπου ο ξενοδόχος μαγείρευε ξερά κουκιά για το δείπνο, κάθουνταν ένας καλόγερος. Τα μακριά καστανά του γένια και τα ρούχα του ήταν κατασκονισμένα, και η στάση του και τα μισόκλειστα του ματόκλαδα έλεγαν μεγάλη κούραση. Με βαρεμό έμοιαζε ν' ακούει τη μωρολογιά του ξενοδόχου, και μόνο μ' ένα ναι κι ένα όχι αποκρίνουνταν στ' ατέλειωτα ρωτήματα του, και αφηρημένα κοίταζε το δούλο του ξενώνα, ένα λιγνό παλικάρι που σιωπηλά έσχιζε ξύλα και τα έκαμνε δεμάτια.

Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα, και όλοι γύρισαν ξαφνισμένοι. Μόνος ο μεθυσμένος στρατιώτης δεν κούνησε.

- Ποιος είναι; ρώτησε ο ξενοδόχος, χωρίς να σηκωθεί.

- Ο Δαβίδ, απήντησε απέξω μια αντρίκεια φωνή.

Ο ξενοδόχος έκανε νόημα του δούλου ν' ανοίξει κι ένας άντρας μπήκε μέσα και σφάλισε την πόρτα. Ήταν μεγαλόσωμος, αδύνατος, ξερός και βρώμικος, και κούτσαινε απ' τ' αριστερό του πόδι. Φορούσε στρατιωτικά, μα η φορεσιά του ήταν παλιά και λερωμένη, με μεγάλους μουντούς λεκέδες σαν από αίματα παλιά. Φορούσε μια σχισμένη κάπα χωρικού με κουκούλα, που του σκέπαζε σχεδόν όλο το κεφάλι, και το ένα του μάτι ήταν δεμένο.

- Τι είναι, Δαβίδ; ρώτησε ο ξενοδόχος.

- Δε βρήκα άλογα, αποκρίθηκε ο κουτσός.

Ο καλόγερος καθώς άκουσε τη φωνή, ανατρίχιασε, μα βαστάχθηκε και ξανακάθησε στη θέση του με τα μάτια καρφωμένα στον κουτσό. Οι δυο χωρικοί είχαν σηκωθεί κι αυτοί.

- Τι; είπε ο ξανθός. Σε όλο το χωριό δεν έχει δυο άλογα;

- Έχει, και πολλά! αποκρίθηκε ο κουτσός. Μα τα πήραν όλα οι χωρικοί και τρέξανε να δουν τη φωτιά.

- Ποια φωτιά;

- Το Βουτέλιο καίεται.

Ο χωρικός άρπαξε τα ξανθά του μαλλιά.

- Το Βουτέλιο! Το Βουτέλιο! φώναξε έξω φρενών. Και το Βουτέλιο τώρα!...

Ο κουτσός τον κοίταξε. Κάποια ειρωνική σπίθα γυάλισε στο μάτι του.

- Μην έχεις εκεί φυλαγμένα τα σιτάρια σου, πατριώτη, και κάνεις έτσι; ρώτησε.

- Όχι, αποκρίθηκε ο χωρικός γυρεύοντας να νικήσει την ταραχή του, μα έχω εκεί... συγγενείς... Φέρε μου ένα άλογο! φώναξε τινάζοντας τον ξενοδόχο από τον ώμο, και σου πληρώνω ό,τι θες! Ο ξενοδόχος κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

- Αν ο Δαβίδ λέγει πως δεν έχει, θα πει πως δεν έχει! αποκρίθηκε. Αυτουνού θα το δίνανε, εκεί που εμένα θα λέγανε όχι.

- Γιατί; ρώτησε ο κουλός χωρικός.

Ο ξενοδόχος έδειξε το δεμένο μάτι του κουτσού.

- Γιατί, είπε, όλοι τον ξέρουν πως γλίτωσε, ο δύστυχος, σα να πούμε από τον Άδη, κι εκεί που ο Έλληνας δαίμονας τύφλωσε τόσες χιλιάδες, της τύχης του αυτουνού ήταν το ένα του μάτι μονάχα να του βγάλουν, και μπορεί τουλάχιστον να κερδίζει το ψωμί του με κάτι μικροδουλίτσες και θελήματα που του δίνουν όλοι για τη χώρα...

- Ήσουν στο Κλειδίον; ρώτησε ο πρώτος χωρικός με συγκίνηση.

- Και βέβαια! αποκρίθηκε ο ξενοδόχος αντί του κουτσού. Και σα γύρισε, δεν τον γνώρισα πια, τον κακομοίρη, κι ας είναι κι εξάδελφος μου! Αναγκάστηκε να μου δείξει το δαχτυλίδι του για να τον πιστέψω.

Ο χωρικός έβγαλε ένα χρυσό νόμισμα και θέλησε να το δώσει του Δαβίδ. Αλλ' αυτός τυλίχθηκε στην κάπα του, που σκέπαζε τα δυο του χέρια.

- Χρυσάφι; είπε. Κάτι μπόλικα τα έχεις, πατριώτη. Μα δε σου έκανα τίποτα, εξακολούθησε, και δε ζητώ ψυχικά.

- Ούτε σου κάνω ψυχικά, αποκρίθηκε ο άλλος, μα θέλω να μου βρεις άλογο.

Ο Δαβίδ χαμογέλασε.

- Να με φλουρώνεις, είπε, το χατήρι σου δεν μπορώ να σου το κάνω. Μα πάρε, σα θες, οδηγό, να σε πάγει πεζή στη χώρα.

- Οδηγό; Ποιος έρχεται; ρώτησε ο χωρικός κοιτάζοντας γύρω.

- Αυτός ξέρει το δρόμο, είπε ο Δαβίδ δείχνοντας το δούλο.

- Έλα λοιπόν, είπε ο χωρικός, μα έξαφνα σταμάτησε και κοίταξε προσεκτικά το δούλο: Είσαι από δω; ρώτησε.

- Οχι!

- Από πού είσαι;

- Από μακριά, αποκρίθηκε ο δούλος με φανερή κακή θέληση. Ο χωρικός χαμογέλασε, μα το χαμόγελο του ήταν λύπη γεμάτο.

- Δε γυρεύω το κακό σου, έννοια σου, είπε σιγά. Μα μου θύμισες μια γυναίκα...

Γύρισε να βγει έξω. Ύστερα φώναξε πάλι τον ξενοδόχο.

- Δε θέλω οδηγό, είπε, δείξε μου μόνο το δρόμο και θα πάγω μόνος, με το σύντροφο μου.

- Εύκολα θα τον βρεις, είπε ο Δαβίδ. Οι φλόγες φαίνονται μόλις γυρίσεις το λόφο.

- Ποιο λόφο; Δε με πας ως εκεί;

- Άφησε τον, το φτωχό! είπε ο ξενοδόχος. Σε πάγω εγώ. Και γυρνώντας στο δούλο: Κοίταξε να ξυπνήσεις αυτόν το μεθύστακα, και πήγαινε τον στο στάβλο αν θέλει να κοιμηθεί. Ύστερα στρώσε του άγιου πατέρα...

Και βγήκε με τους δυο χωρικούς κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. Ο μεθυσμένος στρατιώτης σηκώθηκε μ' έναν πήδο κι έτρεξε στο δούλο.

- Μιχαήλ, γρήγορα, ποιος είναι ο ξανθός; ρώτησε.

- Ο Δραξάν, αποκρίθηκε ο Μιχαήλ. Άκουσες τίποτα από κείνα που έλεγαν;

- Ναι, και θα τους ακολουθήσω...

Ο καλόγερος είχε σηκωθεί και, χλωμός σαν το κερί, έδειξε στους νέους τον Δαβίδ, που με το αυτί κολλημένο στην πόρτα άκουε τα βήματα που απομακρύνουνταν. Έξαφνα γύρισε κι αυτός, πέταξε την κουκούλα του, σήκωσε το μαντίλι από το μάτι του κι άρπαξε τον καλόγερο στην αγκαλιά του.

- Γρηγόρη! φώναξε.

- Νικήτα! Επιτέλους!... μουρμούρισε ο παπάς. Ήταν λοιπόν αλήθεια η δική σου φωνή που με τάραξε σα μπήκες! Μα τα λόγια σου με γέλασαν.

- Δεν έπρεπε να με αναγνωρίσεις, είπε ο Νικήτας, είδα πως ταράχθηκες.

Και με το χέρι ακόμα στον ώμο του Γρηγόρη, στράφηκε ξαφνικά στους νέους.

- Τι άκουσες, Κωνσταντίνε; ρώτησε.

- Κάποια προδοσία μαγειρεύεται, μα δεν έχω καιρό να σταθώ τώρα. Θα σου στείλω μήνυμα κρυφό. Πες μου μόνο, ξέρεις ποιος είναι ο μονοχέρης;

- Ο Ρωμαίος ο Χειρότμητος, μυστικοσύμβουλος του Ρωμανού, αποκρίθηκε ο Νικήτας.

- Έχετε γεια και η Παναγία μαζί σας, είπε ο Κωνσταντίνος. Και ανοίγοντας την πόρτα χάθηκε στο σκοτάδι.

Ο Μιχαήλ θέλησε να τον ακολουθήσει, μα ο Νικήτας τον σταμάτησε:

- Μην πας, είπε. Σε παρακοίταξε ο Δραξάν και παρατήρησε την ομοιότητα σου με τη γυναίκα του. Τον Κωνσταντίνο άραγε τον είδε καθόλου στο μοναστήρι;

- Όχι, είπε ο Γρηγόρης. Γιατί ρωτάς;

- Γιατί ο Ιβάτζης έβαλε υποψίες πως ο πληγωμένος στρατιώτης της μονής ήταν ο Κωνσταντίνος ή ο Μιχαήλ, κι έστειλε έναν πιστό του να βεβαιωθεί. Κι αυτός, φαίνεται, σας είδε, εξακολούθησε γυρνώντας στον Μιχαήλ. Σας αναγνώρισε;

- Ναι! είπε ο Μιχαήλ.

- Σήμερα είδε καθόλου ο Δραξάν το πρόσωπο του Κωνσταντίνου;

- Όχι, είπε ο Γρηγόρης, αυτό μπορώ να σου το βεβαιώσω. Ο Κωνσταντίνος ζήτησε κρασί και καμώθηκε το μεθυσμένο πριν φθάσουν οι δυο χωρικοί.

- Καλά, είπε ο Νικήτας. Γρηγόρη, σου φέρνω νέα.

- Του πατέρα μου; αναφώνησε ο καλόγερος.

- Ναι! Είναι κάπου εδώ κοντά, σ' ένα χωριό κοντά στη Σέταινα.

- Τον είδες;

- Όχι! Τον έφερε κει ο καινούριος του αφέντης και τον είχε, φαίνεται, να δουλεύει στα χωράφια. Μα θέλησε ο πατέρας σου να ξεφύγει, και τότε τον έβαλαν στα σίδερα. Δεν μπόρεσα να βρω σε ποιο χωριό τον έχουν, μα αύριο φύγε ξημερώματα, κι όπου περνάς ρώτα. Είσαι παπάς, και ίσως σ' αφήσουν να τον δεις, εκεί που εμένα ούτε να μ' αποκριθούν δεν ήθελαν. Μην πεις μονάχα πως είσαι γιος του!

- Και το παιδί;

- Το παιδί εξαφανίστηκε, αποκρίθηκε ο Νικήτας. Ο καινούριος αφέντης του Παγράτη αγόρασε, λέγει, μονάχα το γέρο. Μα κόρη δεν είχε ο γέρος.

- Πώς είναι δυνατόν; είπε ο Γρηγόρης. Μήπως δεν πληροφορήθηκες καλά...

- Ό,τι πληροφορία ήταν δυνατόν να πάρω, την πήρα. Ο κακόμοιρος ο πατέρας σου κατάφερε με άλλον παπά να στείλει μήνυμα του Αυτοκράτορα. Καθώς λοιπόν έμαθε ο Αύγουστος πως τ' ορφανό του Αργυρού βρίσκεται στα χέρια των Βουλγάρων, μ' έστειλε επίτηδες στην Αχρίδα να ρωτήσω. Μα το γέρο τον είχαν πάρει, και οι γείτονες λένε πως δεν είχε κόρη. Πήγα στη Σέταινα, ρώτησα, έφαγα τον κόσμο· κατάφερα να βρω τα ίχνη του πατέρα σου, όχι όμως της κόρης.

- Και τώρα; έκανε ο καλόγερος καταθλιμμένος.

- Τώρα εξακολουθώ να τη γυρεύω. Μα ο καλύτερος τρόπος να τη βρούμε, αν ζει ακόμα, είναι να δούμε το γέρο. Ο Αυτοκράτορας το πήρε κατάκαρδα, θέλει και καλά να βρει το κορίτσι. Του φαίνεται πως έχει υποχρέωση ν' αναθρέψει το παιδί του αξιωματικού που έδωσε τη ζωή του γι' αυτόν, και όπου περνά ρωτά ο ίδιος.

- Πού είναι τώρα;

- Ο Αυτοκράτορας; Στο Βουτέλιο. Από κει έρχομαι. Μόλις του πήγα, στη Μοσυνούπολη, την είδηση πως πέθανε ο Σαμουήλ, στη στιγμή διέταξε την αναχώρηση. Στη Θεσαλονίκη, μόλις σταμάτησε να πάρει μαζί τον Κωνσταντίνο Διογένη, τον οποίο διόρισε Κατεπάνω του θέματος της Θεσσαλονίκης αφότου σκοτώθηκε ο Βοτανειάτης, και δρόμο πάλι. Τον εθαύμασα, το γερο-Βασιλιά μας! Καβάλα από το πρωί ως το βράδυ, ποτέ δεν παραπονέθηκε από κούραση. Σε μια προβιά κοιμάται, και τρώγει το ίδιο φαγί με τον τελευταίο στρατιώτη!... Αυτή τη φορά δεν κατέστρεψε τίποτα στο δρόμο. Θεωρεί πια την αντίσταση σχεδόν τελειωμένη και δε θέλει να πειράξει τους κατοίκους.

- Πώς! Δεν έκαψε λοιπόν το Βουτέλιο; ρώτησε ο Μιχαήλ.

- Όχι. Μόνο τα παλάτια του Γαβριήλ Ρωμανού καίει.

- Τι τρέλα να πάγει εκεί ο Δραξάν! είπε ο Γρηγόρης.

- Ναι, ήταν μεγάλη τρέλα! αποκρίθηκε ο Νικήτας. Αν ξαναπέσει στα χέρια των δικών μας, όλοι οι στρατηγοί έχουν αυστηρή διαταγή να τον σουβλίσουν, όπου κι αν τον πιάσουν...

Βήματα ακούστηκαν απέξω, συνάμα και η φωνή του ξενοδόχου μουρμουρίζοντας και βρίζοντας. Ο Νικήτας κατέβασε το μαντίλι στο μάτι του, σήκωσε την κουκούλα του, έκρυψε πάλι το χαλασμένο του χέρι κάτω από την κάπα, και κάθησε πλάγι στο τζάκι τάχα πως μισοκοιμούνταν. Ο Γρηγόρης έπεσε βιαστικά στο στρώμα που του είχε στρώσει ο Μιχαήλ. Μ' αφού έφθασε στην πόρτα, ο ξενοδόχος εξακολούθησε το δρόμο του αντί να μπει μέσα.

- Πάγει στο στάβλο, ψιθύρισε ο Μιχαήλ. Ο Γρηγόρης ανασηκώθηκε.

- Πώς βρεθήκατε όλοι εδώ μαζί; ρώτησε χαμηλόφωνα. Σαν έλαβα στο μοναστήρι το μήνυμα του Κωνσταντίνου, νόμιζα πως θα τον βρω μονάχο εδώ.

- Το είχαμε έτσι διορθωμένο, αποκρίθηκε επίσης σιγά ο Μιχαήλ. Στον Πρίλαπο σα φθάσαμε, αφού μας άφησες, δε βρήκαμε τον Ρωμανό. Είχε φύγει. Τότε υποψιαστήκαμε πως ο Αυτοκράτορας έρχεται. Πήγαμε λοιπόν στο Βουτέλιο, και ο Κωνσταντίνος μου είπε να μπω εδώ δούλος, για να βλέπω τους περαστικούς που πάνε κι έρχονται από το Βουτέλιο ενόσω εκείνος κατασκόπευε σ' όλη την περιφέρεια. Στο δρόμο απήντησε το Νικήτα κι έμαθε τη γρήγορη πορεία του Αυγούστου. Τότε σου μήνυσε να έλθεις.

- Και είσαι από καιρό εδώ;

- Είναι περισσότερο από μήνας.

- Και συ, Νικήτα;

- Δέκα μέρες. Προσπαθώ όμως να μην πολυβγαίνω με της μέρας το φως, είπε ο Νικήτας, μη με καταλάβουν καμιάν ώρα πως δεν είμαι ο τυφλωμένος εξάδελφος του ξενοδόχου.

- Και αν παρουσιαστεί έξαφνα ο εξάδελφος; ρώτησε ο Γρηγόρης.

- Δε θα παρουσιαστεί. Τον απήντησα εδώ κοντά, τυφλό κι ελεεινό, και τον έβαλα σ' ένα μοναστήρι που βρέθηκε στο δρόμο μου. Πλήρωσα καλή τιμή για να τον κρατήσουν και να τον περιποιηθούν όσο ζει, και ήλθα εγώ στη θέση του με τ' όνομα του, τα ρούχα του και ό,τι άλλο είχε. Και μου έδωσε ο δύστυχος ένα σωρό ευχές για το καλό που του έκανα!

- Κι ο Κωνσταντίνος;

Η φωνή και τα βήματα του ξενοδόχου ακούστηκαν πάλι που πλησίαζαν, και οι βρισιές του επίσης. Ο Μιχαήλ έτρεξε κι άνοιξε την πόρτα. Οι άλλοι δυο καμώθηκαν τους κοιμισμένους.

- Τι τρέχει, αφέντη; ρώτησε τάχα φοβισμένος ο Μιχαήλ.

- Στο διάβολο ο πόλεμος και οι στρατιώτες! φώναξε ο ξενοδόχος ξεσπάνοντας. Να! Ωραία πράματα γίνονται! Από το λόφο φαίνονται οι φλόγες που τρώνε το Βουτέλιο! Ωραίες δουλειές θα κάνομε μεις οι φτωχοί σα χαθεί η χώρα! Ποιος θα μας δώσει ψωμί; Όχι βέβαια ο Τσάρος, που Κύριος οίδε που γυρνά, όπως λέγανε οι χωρικοί αναμεταξύ τους!... Και τις βλέπουν, που λες, οι κυρ-χωρικοί τις φλόγες, και τους πιάνουν τα νεύρα τους. Και να σου τους έξαφνα κι αρπάζουν τα μαλλιά τους, φωνάζουν και κλαιν πως είναι τέλεια καταστροφή, και το βάζουν στα πόδια χωρίς να με πληρώσουν, οι παλιάνθρωποι! Έκανα να τους κυνηγήσω, όταν βλέπω άλλον μπερμπάντη να έρχεται. Ήταν ο στρατιώτης. Αυτός πάλι, αφού μπούχτισε κρασί τόσο που έγινε τάπα, σηκώθηκε κι έφυγε χωρίς να πληρώσει. Μα δε φταίγει αυτός! Φταις εσύ, παλιόπαιδο, που δεν τον έβαλες στο στάβλο!

- Τι φταίγω εγώ, αφέντη, αν ξέκοψε; αποκρίθηκε ο Μιχαήλ ξεφεύγοντας την κλωτσιά του ξενοδόχου.

- Τι φταις εσύ; Αμ' ποιος φταίγει; Αν τον πήγαινες στο στάβλο, όπως σου είπα, παλιόπαιδο, θάπεφτε να κοιμηθεί, στουπί καθώς ήταν! Μα τίποτα! Ούτε άχυρα δεν έστρωσες στο στάβλο!

Ο Μιχαήλ έσκυψε το κεφάλι χωρίς ν' αποκριθεί, και ο ξενοδόχος πήγε και κάθησε στη γωνιά του, κοντά στον Νικήτα, που με καλά λόγια γύρευε να τον παρηγορήσει.

- Και δε φθάνει που δε με πλήρωσαν, ξέσπασε πάλι ο ξενοδόχος, μα ο παλιάνθρωπος αυτός ο μεθυσμένος, που δεν έβλεπε μπροστά του από τόσο κρασί που κατέβασε τζάμπα, έπεσε απάνω μου εκεί που γύρευα να τον πιάσω, και μουρμουρίζοντας μεθυσμένα λόγια, τάχα πως ήμουν παιδάκι και θα με πλάγιαζε, μ' έριξε χάμω, σκέπασε το κεφάλι μου με το ρούχο μου, το έδεσε κι εγώ δεν ξέρω τι λογής, και μ' άφησε στο δρόμο πλάγι, για να κοιμηθώ, λέγει! Είδα κι έπαθα να λύσω το ρούχο! Και σα σηκώθηκα, ναι, τρέχα γύρευε! Αν τους πιάσεις! Όλοι είχαν εξαφανιστεί!

Ο Νικήτας δεν μπόρεσε να βαστάξει τα γέλια στο τέλος της διηγήσεως.

- Τι, γελάς και συ, Δαβίδ; έκανε κακιωμένος ο ξενοδόχος. Νόστιμο τάχα το βρίσκεις;

- Όχι βέβαια! είπε ο Νικήτας. Μα γιατί δεν τον έπιανες και συ στο ξύλο, έτσι μεθυσμένος που ήταν;

- Να τον πιάσω! αναφώνησε ο ξενοδόχος. Δεν πας να τον πιάσεις εσύ καμιάν ώρα; Θηρίο είναι, παιδί μου, αυτός! Μου έπιασε τα χέρια και είπα πως θα μου τάσπανε! Μια και δυο, ώσπου να πω φουντούκι, μ' έστρωσε κιόλα στο χώμα! Επειδή φορούν το σπαθί, οι μασκαράδες, θαρρούν πως ο κόσμος είναι δικός τους!

- Μην κακολογάς το σπαθί, είπε ο Νικήτας. Είμαι βέβαιος πως θάρθει πάλι να σε πληρώσει. Ωστόσο άφησε μας να κοιμηθούμε.

- Ναι, θα πληρώσει!.... Τρελάθηκε! είπε ο ξενοδόχος κατσουφιασμένος και μουρμουρίζοντας και βρίζοντας μπήκε στο πλαγινό χώρισμα, ένα μικρό καμαράκι όπου είχε το στρώμα του.

Ο Νικήτας τότε σηκώθηκε, έβγαλε μερικούς οβολούς και τους έβαλε μέσα στο πεσμένο μετάλλινο ποτήρι του Κωνσταντίνου.

- Είναι δίκαιο, ψιθύρισε γελώντας. Αρκετό κρασί σκορπίστηκε χάμω για να το πληρώσομε του κακομοίρη.

Τυλίχθηκε στην κάπα του, σκέπασε το πρόσωπο του και ξαπλώθηκε πλάγι στο τζάκι να κοιμηθεί. Εμπρός στην πόρτα είχε σύρει ο Μιχαήλ την ψάθα που του χρησίμευε για κρεβάτι, και σε λίγο όλοι κοιμούνταν στον ξενώνα. Από τα χρόνια όμως που έκαμνε ο Νικήτας τον κατάσκοπο, ζώντας αδιάκοπα μέσα στους κινδύνους και στους εχθρούς, είχε μάθει να λαγοκοιμάται.

Πολλές ώρες είχαν περάσει, όταν ένα λαφρύ ξύσιμο στο ξύλινο παραθυρόφυλλο κίνησε την προσοχή του. Ανασηκώθηκε κι ακροάστηκε. Πάλι το ξύσιμο ακούστηκε, λαφρύ, προσεκτικό. Ο Νικήτας σηκώθηκε σιγανά και, παίρνοντας γωνιά-γωνιά, για να μην τον δει ο ξενοδόχος αν τύχαινε να είναι ξυπνητός στο πλαγινό χώρισμα, σίμωσε στο παράθυρο και με το νύχι χτύπησε το παραθυρόφυλλο τρεις φορές αραιά και ύστερα άλλες δυο απανωτά. Απέξω ακούστηκε το ίδιο σημείο.

Ακουμπισμένος στον τοίχο ο Νικήτας έστησε την προσοχή του στο κουφό βήμα που απομακρύνουνταν. Και σαν έσβησε ολότελα, άνοιξε το παράθυρο όσο που να περάσει το χέρι και, πασπατεύοντας στο πεζούλι, βρήκε μια στενή ξύλινη θήκη, την πήρε, έκλεισε το παράθυρο, και προσεκτικά γύρισε στη θέση του. Εκεί, στο αμυδρό φως των μισοχωνεμένων ξύλων του τζακιού, άνοιξε τη θήκη, έβγαλε από μέσα μια περγαμηνή και διάβασε: «Φύγε ξημερώματα ανατολικά. Πρόκανε με στο Δραχάνι. Αν δε με βρεις εκεί, τράβα για τη Σέταινα. Πρέπει να σε δω. Ν.Ο.Α.». Ο Νικήτας έριξε την περγαμηνή στη φωτιά, την κοίταξε ώσπου αποκάηκε, και πλάγιασε πάλι να κοιμηθεί. Μα έξαφνα κάποιος έσφιξε το χέρι του. Ήταν ο Μιχαήλ που είχε συρθεί κοντά του.

- Τι λέγει; ψιθύρισε.

- Πως πρέπει να φύγω, αποκρίθηκε επίσης σιγά ο Νικήτας. Και του ξαναείπε τα λόγια που διάβασε.

- Κάτι σοβαρό είναι. Θα φύγω ξημερώματα, σα φύγει και ο Γρηγόρης. Έχω δυο άλογα έτοιμα. Εσύ μείνε δω, και με το πρώτο μήνυμα που θα σου στείλομε, ξεπετάξου στο Βουτέλιο και ειδοποίησε τον Αυτοκράτορα.

Και πλάγιασαν πάλι κι αποκοιμήθηκαν ως το πρωί.