Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου
Συγγραφέας:
ΙΕ'. Κατασκοπεία


Στο μεταξύ ο Κωνσταντίνος, αφού ξεφορτώθηκε τον ξενοδόχο στην άκρη του δρόμου, κυνήγησε τον Δραξάν και το σύντροφο του, που τρεχάτα κατέβαιναν κατά το Βουτέλιο. Στο μισό δρόμο όμως σταμάτησαν. Ο Δραξάν άπλωσε το χέρι κι έδειξε του συντρόφου του τα μεγάλα κτίρια, τα παλάτια του Ρωμανού με τις φλόγες που ολοένα απλώνουνταν και φώτιζαν και άρπαζαν τα γειτονικά σπίτια, σκορπίζοντας βαρύ μαύρο σύννεφο στο σκοτεινό ουρανό. Ύστερα, με σκυφτό κεφάλι, ο Δραξάν και ο σύντροφος του γύρισαν πίσω και πέρασαν κοντά στον Κωνσταντίνο χωρίς να τον δουν στο σκοτάδι.

- Όσο δεν ξέρω πού βρίσκεται ο Τσάρος, έλεγε ο Δραξάν, δεν καταπιάνομαι τίποτα. Πηγαίνοντας στη Σέταινα, θα σταματήσω...

Τα υπόλοιπα χάθηκαν.

Ο Κωνσταντίνος τους ακολούθησε όσο μπορούσε πιο κοντά. Μα οι δυο άντρες μιλούσαν σιγά και δεν άκουε τι έλεγαν. Μόνο τ' όνομα ενός χωριού, που έλεγαν και ξανάλεγαν, έφθασε στ' αυτιά του: «το Δραχάνι». Πολλήν ώρα πήγαιναν στο μεγάλο δρόμο. Ύστερα ανέβηκαν από ένα δεντροσκέπαστο μονοπάτι, και σε λίγο έφθασαν σ' ένα ερημοκλήσι χτισμένο απάνω στο ριζοβούνι. Ο Δραξάν χτύπησε την πόρτα του κελιού που στέκουνταν κολλητό στην εκκλησία, κι ένας γέρος παπάς, με αναμμένο λυχνάρι στο χέρι, τους άνοιξε.

- Οι Άγιοι Πατέρες βοήθεια σας, χριστιανοί, είπε. Τι ζητάτε;

- Να μας αφήσεις μονάχα να ζεσταθούμε και να ησυχάσομε στο κελί σου, ώσπου να ξημερώσει, αποκρίθηκε ο Δραξάν.

Ο παπάς άνοιξε διάπλατα την πόρτα και τους έβαλε μέσα. Και η πόρτα έκλεισε πάλι. Ο Κωνσταντίνος περίμενε ώσπου είδε το φως να σβήσει στο κελί, και τότε έτρεξε πίσω στον ξενώνα, χτύπησε το παράθυρο, άφησε στο πεζούλι τη θήκη, με την περγαμηνή που είχε ετοιμάσει για τον Νικήτα, κι έφυγε πάλι για το ερημοκλήσι του βουνού. Η μέρα χάραζε σαν έφτασε.

Της εκκλησίας η πόρτα ήταν ανοιχτή κι ένα κεράκι έκαιε στο σκοτάδι εμπρός στην εικόνα της Παναγίας. Του φάνηκε η εκκλησία άδεια. Μπήκε μέσα αγάλια - αγάλια, πατώντας λαφριά, άναψε κι εκείνος άλλο κεράκι, το έμπηξε στο μανουάλι, προσκύνησε, κι αποτραβήχθηκε σε μια γωνιά να προσευχηθεί. Έξαφνα ανατρίχιασε. Ένας αναστεναγμός σαν αναφιλητό ακούστηκε στο βάθος της εκκλησίας. Κοίταξε, μα δεν είδε τίποτα. Λίγο - λίγο όμως το μάτι του συνήθισε στο σκοτάδι, και ξεχώρισε, στο Ιερό μπροστά, ένα αντρίκειο κορμί με το κεφάλι σκυμμένο και κρυμμένο στα χέρια. Δυο - τρεις κομμένες λέξεις έφθασαν στ' αυτιά του.

- Επίορκος!... μουρμούριζε ο άντρας. Συγχώρησε, ω Θεομήτορ... η δύστυχη πατρίδα μου... τη ζωή μου γι' αυτήν... και τον όρκο μου...

Ο Κωνσταντίνος αναγνώρισε τη φωνή του Δραξάν, και αναστατώθηκε η ψυχή του όλη. Του φάνηκε ιεροσυλία πως άκουε αυτός, ο εχθρός του Δραξάν, την ξεμολόγηση της θλιμμένης του ψυχής προς την Παναγία. Βούλωσε τ' αυτιά του με τα χέρια του για να μην ακούσει περισσότερα κι ακροπατώντας βγήκε από την εκκλησία.

Πυκνό και σκοτεινό ήταν το δάσος γύρω. Ο Κωνσταντίνος απομακρύνθηκε μέσα στα δέντρα, συγκινημένος και ταραγμένος ως την ψυχή. Πρώτη φορά στη ζωή του σκέφθηκε πως ο εχθρός του ήταν άνθρωπος, και μπορούσε να υποφέρει όσο κι αυτός ο ίδιος. Σκέφθηκε πως, όπως εκείνος υπηρετούσε την πατρίδα του, έτσι και ο Δραξάν για την πατρίδα του πολεμούσε, πως είχε παραβεί όρκο δοσμένο στον αντίπαλο του, πως είχε αφήσει τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τα πλούτη και τις τιμές του Βυζαντίου, για να γυρίσει στα βουνά του και να τα διαφεντέψει.

Και ο Κωνσταντίνος θυμήθηκε τότε τα λόγια του, την περίλυπη φωνή του, όταν την παραμονή το βράδυ είχε πει του Μιχαήλ πως του θύμιζε μια γυναίκα, τη δική του βέβαια, την Ελληνίδα που έμοιαζε του αδελφού της.

Και σε λίγο, σα θα έφευγε ο Δραξάν νομίζοντας πως η νύχτα τον είχε φυλάξει από κάθε εχθρικό μάτι, δε θα έβλεπε τον Έλληνα, κρυμμένο ανάμεσα στα δέντρα, που τον παραμόνευε, που τον κυνηγούσε, που μια και μόνη σκέψη είχε, πως να τον παραδώσει στον αφέντη του, πριν προφθάσει αυτός να εκτελέσει τους σκοπούς του. Τους είχε ακούσει την παραμονή τους σκοπούς του. Ήξερε πως κάποια προδοσία ετοιμάζουνταν, πως, από ένα φρούριο αυτοκρατορικό, μερικοί αξιωματικοί της φρουράς συνεννοούνταν με τον Δραξάν να σηκώσουν επανάσταση στη χώρα και να παραδώσουν στους Βουλγάρους το κάστρο που τους το είχε εμπιστευθεί ο Αυτοκράτορας. Μα τ' όνομα της χώρας δεν το είχαν πει, και πρώτα - πρώτα αυτό έπρεπε να μάθει, και να πιάσει τον Δραξάν πριν ξεσπάσει το κίνημα. Κι ενόσω αυτός τον παραφύλαγε απέξω, μέσα στην εκκλησία παρακαλούσε ο Δραξάν να του συγχωρεθεί η επιορκία του προς τον εχθρό του. Και παρακαλούσε για την πατρίδα του, που την αγαπούσε και από τη γυναίκα του και από τα παιδιά του περισσότερο!...

Ο Κωνσταντίνος έκρυψε τα μάτια του στη χούφτα του. Πρώτη φορά αισθάνουνταν την ασχήμια του πολέμου, όταν ο αντίπαλος είναι αγνός κι ευγενικός, και άλλο κακό δεν έκανε παρά να γεννηθεί σε ξένη κι εχθρική φυλή... Έπεσε στα γόνατα κι έκανε το σταυρό του, και μουρμούρισε την προσευχή που είχε αρχίσει στην εκκλησία μέσα, προσευχή που, μικρός - μικρός σαν ήταν, του την είχε μάθει η μητέρα του: «...ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών...». Και τη θυμήθηκε τη μητέρα του, όμορφη, καλή και νέα, σαν του μάθαινε, οδηγώντας το χέρι του, να κάνει το σταυρό του, και του ήλθε πάλι η παλιά νοσταλγία, η τρίσβαθη λαχτάρα για τη φωνή της, για κείνην... «Μητέρα! Μητέρα...», μουρμούρισε.

Έβγαλε από τον κόρφο του το ιερό βιβλίο, και το άνοιξε στη σημαδεμένη σελίδα όπου βρίσκουνταν το «Πάτερ ημών». Ήταν ακόμα σκοτεινά κάτω από το πυκνό φύλλωμα, και σχεδόν δεν έβλεπε να διαβάσει. Αλλά στη σελίδα αυτή ξεχώριζε ένας φαρδύς μουντός λεκές από αίμα, το αίμα της μητέρας του που την είχαν σφάξει οι Βούλγαροι... Και μεμιάς ξύπνησε στο νου του η φριχτή ενθύμηση! Είδε πάλι τον πατέρα του καρφωμένο στο δέντρο με τη λόγχη του Ιβάτζη... «Α, όχι! Όχι! Συγχώρεση δεν έχει! Όχι ακόμα! Ο Ιβάτζης ζει!». Και το μίσος, απεριόριστο, ανημέρευτο, αμείλικτο, ξύπνησε μέσα του για τη φυλή όλη που έβγαλε θηρία σαν τον Ιβάτζη, σαν τον Σαμουήλ, σαν τον Βλαδισλάβ, σαν όλα εκείνα τα διψασμένα κτήνη που εκείνο το βράδυ είχαν πνίξει στο αίμα την ανυπεράσπιστη Αδριανούπολη. Και ο Δραξάν ήταν της ίδιας φυλής! Κι αυτός θα έκαμνε τα ίδια αν δεν βρίσκουνταν τότε αιχμάλωτος στη Θεσσαλονίκη. «Όχι! Συγχώρεση δεν έχει! Είναι οι φυλές μας εχθρικές! Ή η μία ή η άλλη πρέπει να χαθεί!».

Όλη η αγριάδα της ψυχής του είχε ξυπνήσει μέσα του. Ο Δραξάν δεν ήταν πια ο ταπεινωμένος άνθρωπος που παρακαλούσε την Παναγία, αλλά ο σύντροφος του Ιβάτζη και ο ομόφυλος του... Ο Δραξάν βγήκε από την εκκλησία και μπήκε στο κελί, και ύστερα από λίγο ξαναβγήκε με τον Ρωμαίο, αποχαιρέτησαν τον παπά και κατέβηκαν στο μεγάλο δρόμο. Ο Κωνσταντίνος δεν τους ακολούθησε. Ήξερε πως θα πήγαιναν στη Σέταινα, άκουσε τη λέξη «Δραχάνι» κι αποφάσισε να πάγει εκεί. Έκοψε δρόμο από γνωστά του μονοπάτια, αγόρασε από έναν ξυλοκόπο τη φορεσιά του, το τσεκούρι του και τα ξύλα που κουβαλούσε στη ράχη, τα φόρτωσε στη δική του και, τάχα πως ήταν ξυλοκόπος και πήγαινε να πουλήσει τα ξύλα του, τράβηξε κι αυτός για το Δραχάνι, όπου έφθασε την ώρα που βασίλευε πια ο ήλιος.

Το Δραχάνι ήταν μεγάλο χωριό, χτισμένο στην όχθη μικρού ποταμού, με ωραία περιβόλια και πέτρινες καλύβες καλοχτισμένες, και οι χωρικοί, χωρίς να είναι πλούσιοι, ζούσαν όμως με άνεση.

Έβρεχε δυνατά. Ο Κωνσταντίνος πήγε ίσια στον ξενώνα. Σαν όλους τους ξενώνες, που δε βρίσκουνταν απάνω σε μεγάλο δρόμο, ήταν κι αυτός μικρός και στενόχωρος. Το μαγειριό που ήταν συνάμα και τραπεζαρία, κι ένα - δυο άλλα δωμάτια μικρά, αρκούσαν με το παραπάνω για τους λίγους ταξιδιώτες που, αργά και που, περνούσαν από κει. Ο Κωνσταντίνος, αφού παζάρεψε και πούλησε τα ξύλα του, κάθησε κοντά στο τζάκι να στεγνώσει τα ρούχα του, και ζήτησε ψωμί κι ελιές, το φτωχικό φαγί του χωρικού. Ο ξενοδόχος του τα έφερε μ' ένα κανάτι κρασί και κάθησε αντίκρυ του.

- Στην υγειά σου, πατριώτη, είπε γεμίζοντας το ποτήρι του Κωνσταντίνου και το δικό του, και πες μιαν ευχή να εξακολουθήσει η βροχή και να μου στείλει ο Άγιος Κύριλλος κανένα - δυο άλλους μουσαφίρηδες ακόμα.

- Δεν πάνε καλά οι δουλειές; ρώτησε ο Κωνσταντίνος.

- Στους ήσυχους καιρούς δεν πάνε καλά, αποκρίθηκε ο ξενοδόχος. Μα τώρα τελευταία περνά κάμποσος κόσμος από δω, στρατιώτες κι αξιωματικοί, και στρατηγοί ακόμα. Ο μεγάλος δρόμος είναι, λέγει, στα χέρια των Ελλήνων;

- Έτσι φαίνεται, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος. Περνούν, λες, και στρατηγοί; Πού πάνε;

- Φεύγουν από το Βουτέλιο.

Ο Κωνσταντίνος καμώθηκε τον ανήξερο.

- Γιατί; ρώτησε.

- Δεν ξέρω. Μα γίνηκαν τις προάλλες μάχες στην Εγνατία οδό και ο Βασιλέας των Ελλήνων πήγαινε στο Βουτέλιο, και όλοι έτρεχαν να το διαφεντέψουν. Τώρα όμως γυρνούν πίσω. Θα πει πως έπεσε το Βουτέλιο. Τρεις μεγάλοι στρατηγοί πέρασαν από δω και πήγαιναν στα Μογλενά βιαστικά και γρήγορα.

- Ποιοι στρατηγοί;

- Πρώτα ο Ηλίτζης, ύστερα ο Κασκάνος με τον Ιβάτζη.

- Και πήγαιναν όλοι στα Μογλενά;

- Δεν ξέρω...

Λαφρύς χτύπος στην πόρτα τον διέκοψε. Σηκώθηκε και μισοάνοιξε.

- Τι θες, κορίτσι μου; ρώτησε, κι εξακολούθησε: Θέλεις να μου πουλήσεις κανένα πανέρι; Όχι;... Δε σε μέλει; Θες να μπεις μέσα;

Καμιά απάντηση δεν ακούουνταν, και ο ξενοδόχος εξακολουθούσε:

- Βρέχει έξω; Και κρυώνεις, ε;

Ο Κωνσταντίνος πετάχθηκε από τη θέση του.

- Ποια είναι; Ποια είναι; Φέρ' την μέσα, φώναξε κι έτρεξε στην πόρτα και την άνοιξε ολόκληρη.

Μπροστά του στέκουνταν η Βουβή, με τα μαλλιά της ξέπλεκα και μουσκεμένα από τη βροχή. Ήταν φορτωμένη πανέρια καλαμένια, μεγάλα και μικρά, σαν που πλέκουν οι χωρικοί, και τα μεγάλα μαύρα μάτια της, με τη λαφιασμένη τους έκφραση, έλαμπαν ολοφώτεινα στο πρόσωπο της. Ο Κωνσταντίνος την τράβηξε μέσα και την έφερε μπρος στη φωτιά.

- Σε ξαναβρίσκω επιτέλους! είπε χαρούμενα. Και δεν μπορείς πια να μου ξεφύγεις σαν την άλλη φορά...

Μα η Βουβή τράβηξε το χέρι της από τα δικά του, και γυρνώντας στον ξενοδόχο με το δάχτυλο σχεδίασε στο στήθος της ένα σταυρό. Ο ξενοδόχος την κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει.

- Τι θες, κορίτσι μου; ρώτησε με κάποια ανυπομονησία.

Πάλι με το δάχτυλο η Βουβή σχεδίασε ένα σταυρό στο στήθος της και με το δεξί χέρι, ενώνοντας τον αντίχειρα με το τέταρτο δάχτυλο, έκανε πως ευλογούσε.

- Δεν καταλαβαίνω! Δεν καταλαβαίνω! φώναξε ο ξενοδόχος.

- Εγώ κατάλαβα! αναφώνησε ο Κωνσταντίνος. Γυρεύεις παπά;

- Ναι, έκανε με το κεφάλι η Βουβή.

- Γυρεύεις παπά; Τι να τον κάνεις; ρώτησε γελώντας ο ξενοδόχος. Μήπως έχεις σκοπό να παντρευθείς; Και δεν πας στην εκκλησία να τον βρεις τον παπά;

Η Βουβή έκανε νόημα «όχι».

- Δεν τον θέλεις αυτόν; Θέλεις τι;... Να έλθει εδώ; Τι λες, κορίτσι μου;

Ο Κωνσταντίνος παραμέρισε τον ξενοδόχο και ρώτησε τη Βουβή:

- Δε θέλεις τον παπά του χωριού... Είναι, λες, ένας εδώ; Στον ξενώνα; και γυρνώντας στον ξενοδόχο: Είναι δω κανένας παπάς;

- Ήταν, είπε ο ξενοδόχος. Έφθασε κοντά το μεσημέρι κι έφαγε δω, μα δε στάθηκε καθόλου να ξεκουραστεί, αν κι έρχουνταν από μακριά. Και το ζώο του ήταν κατακουρασμένο.

- Και πού πήγε; ρώτησε ο Κωνσταντίνος.

- Γύρευε κάποιον, θαρρώ, και γύρισε κάμποσα σπίτια της γειτονιάς, και βλέποντας τα γνεψίματα της Βουβής: Έτσι είναι; ρώτησε. Αυτόν γυρεύεις; Ε, λοιπόν ύστερα έφυγε από το χωριό.

- Και πού πήγε; Ξέρεις; ρώτησε ο Κωνσταντίνος.

- Όχι, δεν ξέρω, αποκρίθηκε ο ξενοδόχος.

Η αγωνία που γέμιζε τα μάτια της Βουβής συγκίνησε τον Κωνσταντίνο.

- Αυτόν τον παπά γυρεύεις; τη ρώτησε.

Η Βουβή έγνεψε πάλι καταφατικά. Και τόσο παρακαλούσε το βλέμμα της, που δεν του έκαμνε καρδιά να την αφήσει χωρίς παρηγοριά στη μοναξιά της.

- Έννοια σου, της είπε, θα τον βρούμε και γυρνώντας στον ξενοδόχο: Δεν μπορείς άραγε να μάθεις από τους γειτόνους πού πήγε;

Μα την ίδια ώρα κάποιος χτύπησε δυνατά την πόρτα κι ο ξενοδόχος έτρεξε κι άνοιξε. Ένας κουρελιασμένος, κουτσός, τυλιγμένος στην κάπα του, και με την κουκούλα βαθιά κατεβασμένη στο πρόσωπο, μπήκε μέσα κι έκλεισε την πόρτα... Ο Κωνσταντίνος από τα ρούχα αναγνώρισε τον Νικήτα.

- Τι θέλεις; είπε δυσαρεστημένα ο ξενοδόχος. Τράβα παρακάτω, χριστιανέ, ζητιάνους δε θέλω εδώ πέρα.

- Τι; είπε ο κουτσός. Έτσι δέχεσαι τους δυστυχισμένους αδελφούς σου, που στον πόλεμο έχασαν και το φως και την υγεία τους;

Και παραμερίζοντας τον, σίμωσε τον Κωνσταντίνο που στέκουνταν πλάγι στο τζάκι:

- Κάνε μου θέση, παλικάρι, είπε. Βρέχει έξω κατακλυσμός και μούσκεψα... - και κρυφά μουρμούρισε: Έλα έξω, έχω να σου πω!

Η Βουβή καθώς άκουσε τη φωνή του ανατρίχιασε. Έριξε μια ματιά του Κωνσταντίνου και πάλι του κουτσού, και τρομαγμένη αποτραβήχθηκε στην πόρτα. Μα ο ξενοδόχος έτρεξε κι άρπαξε τον κουτσό από την κάπα του.

- Όχι, όχι! Δεν κάνει να μείνεις εδώ! είπε θυμωμένα. Σαν θες, πήγαινε στο στάβλο να καθήσεις! Γέμισες τον κόσμο νερά! Φύγε από δω! Ο ξενώνας μου δεν είναι για τα κουρέλια σου.

Και με τις σπρωξιές τον έβγαλε έξω.

- Έτσι μεταχειρίζεσαι τους αδελφούς σου που έχασαν το φως και την υγεία τους στον πόλεμο... φώναξε ο Νικήτας κάμνοντας πως θέλει ν' αντισταθεί, μα μια τελευταία σπρωξιά του ξενοδόχου τον έριξε στα σκαλοπάτια και η πόρτα έκλεισε.

- Τι κακό είναι αυτό! είπε με μεγάλες χειρονομίες ο ξενοδόχος. Γέμισε ζητιάνους ο τόπος, και νομίζουν πια πως άλλη δουλειά δεν έχομε παρ' αυτούς να φροντίζομε! και βλέποντας τη Βουβή, που ακουμπισμένη στον τοίχο κοίταζε μ' επιμονή τον Κωνσταντίνο: Πήγαινε και συ στο καλό, κορίτσι μου! της είπε με παραξενιά. Βλέπεις πως δεν μπορώ τίποτα να σου πω για τον παπά σου.

Η Βουβή δε στάθηκε πια να ζητήσει βοήθεια του Κωνσταντίνου. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Δε σού 'κανε τίποτα το κορίτσι, είπε αγανακτισμένος ο Κωνσταντίνος. Γιατί το έδιωξες;

- Μα τι να του κάνω; αποκρίθηκε ο ξενοδόχος.

- Να το βοηθήσεις! είπε ο Κωνσταντίνος και σηκώθηκε κι άνοιξε το παράθυρο: Το έβγαλες στο δρόμο με τέτοια βροχή, το άμοιρο! Δεν το λυπήθηκες; Θα πάγω εγώ να βρω τον παπά. Πες μου μόνο πού κάθεται το κορίτσι;

- Η Βουβή; έκανε ο ξενοδόχος και τον πήραν τα γέλια. Να, κάθεται δω, στο στάβλο, στο δάσος, σε κανένα χαντάκι, όπου θέλεις.

- Πώς, δεν έχει σπίτι;

- Όχι βέβαια! Από μικρό παιδί γυρνά έτσι όλη τη Μακεδονία. Πότε στο ένα μέρος βρίσκεται, πότε στο άλλο. Δεν είναι Βούλγαρος, θαρρώ, που να μην ξέρει τη Βουβή. Και όλοι τη βοηθούν, γιατί είναι καλό κορίτσι και υποχρεωτικό.

- Μα από πού είναι; ρώτησε ο Κωνσταντίνος.

- Κανένας δεν ξέρει. Πολύ συχνά έρχεται δω, ύστερα πάλι λείπει για μήνες. Σε κανένα δε δίνει λογαριασμό πού πηγαίνει. Κάποτε πλέκει πανέρια και τα πουλά, άλλη φορά μαζεύει κουκουνάρες ή ξερά ξύλα στο δάσος, και της τα παίρνομε για μερικές φόλεις. Με αυτά ζει.

Συλλογισμένος βγήκε έξω ο Κωνσταντίνος. Στη γωνιά του σπιτιού βρήκε τον Νικήτα και τον ρώτησε αν είδε το κορίτσι που βγήκε από τον ξενώνα.

- Μίλα βουλγάρικα, είπε ο Νικήτας, είναι επικίνδυνα εδώ τα ελληνικά. Ναι, τη Βουβή την είδα, και με είδε και αυτή και με κοίταξε καλά - καλά.

- Και πού πήγε;

- Δεν ξέρω. Μα φύγε τώρα, πήγαινε κει, είπε ο Νικήτας γνέφοντας με τα φρύδια κατά ένα δασωμένο λόφο έξω από το χωριό, και τώρα έρχομαι κι εγώ. Κάλλιο να μη μας δουν μαζί αυτοί που έρχονται.

- Ποιος έρχεται;

- Πήγαινε τώρα, και σου λέγω σαν έλθω στο λόφο.

Χωρίς να ζητήσει άλλη εξήγηση, πήρε ο Κωνσταντίνος το δρόμο του κι ανέβηκε στο βουνό. Ήταν βαριά η καρδιά του και δεν ήξερε γιατί.

- Φταίγει η βροχή, σκέφθηκε.

Και κοίταξε τα μαύρα σύννεφα που κατρακυλούσαν ψηλά από πάνω του. Θέλησε να σκεφθεί κάτι άλλο, μα η καρδιά του ήταν γεμάτη από παλιούς πόνους, ενθυμήσεις παλιές των παιδικών του χρόνων, και σ' όλες τις περασμένες αγαπημένες εικόνες, αδιάκοπα ανακατώνουνταν τώρα και τα μαύρα τρομαγμένα μάτια της Βουβής.

- Γιατί άραγε; μουρμούρισε. Πότε την ξαναείδα;

Και πάλι με τη μορφή της θυμήθηκε έξαφνα το γλυκό μουρμούρισμα του νερού, που σιγαλά τρέχει ανάμεσα στα χαλίκια. Μπήκε στο δάσος και κάθησε από κάτω από έναν πυκνό πλάτανο, που τον προφύλαγε κάπως από τη βροχή κι εκεί περίμενε. Από τη θέση του έβλεπε, χωρίς να φαίνεται, τον κυριότερο δρόμο του χωριού που περνούσε μπρος στον ξενώνα.

Σε λίγο είδε έναν καβαλάρη με πλούσια στολή Βουλγάρου στρατηγού που πήγαινε κατά τον ξενώνα, και την ίδια ώρα άλλος Βούλγαρος στρατιώτης, με περικεφαλαία και χλαμύδα, ξεπρόβαλε από τη γωνιά ενός σπιτιού και τον εσίμωσε. Ο καβαλάρης σταμάτησε το άλογο του και κάτι ρώτησε. Ο στρατιώτης με το χέρι έδειξε τον ξενώνα. Αντάλλαξαν μερικά λόγια, ύστερα ο καβαλάρης εξακολούθησε το δρόμο του, κι ο άλλος τράβηξε για το λόφο.

Ο Κωνσταντίνος είχε σηκωθεί όρθιος και, στηριγμένος στον πλάτανο, σκυμμένος εμπρός, κοίταζε τους δυο άντρες με άφραστη συγκίνηση. Από το αγέρωχο ύφος του καβαλάρη είχε αναγνωρίσει τον Ιβάτζη. Και ο στρατιώτης με την περικεφαλαία ήταν ο Νικήτας. Τόση ήταν η συγκίνηση του, τόσο δυνατά χτυπούσε η καρδιά του, που δεν άκουσε τα κλαδιά που έτριζαν, και δεν είδε τη Βουβή που τον έτρωγε με τα μάτια σφίγγοντας το στήθος της για να συγκρατήσει την καρδιά της που σπούσε. Ο Νικήτας ανέβαινε γοργά, με μεγάλα βήματα, πηδώντας σαν κατσίκι από πέτρα σε πέτρα, αποφεύγοντας το γλιστερό από τη βροχή μονοπάτι. Έφθασε απάνω, είδε τον Κωνσταντίνο κι έτρεξε κοντά του.

- Λέγε γρήγορα, του είπε βουλγάρικα, ρίχνοντας εδώ κι εκεί διαπεραστικές ματιές ανάμεσα στα δέντρα. Βιάζομαι να ξαναφύγω. Όπου κι αν είναι φθάνει ο Δραξάν με τον Ρωμαίο...

- Πού βρήκες τη στολή σου; ρώτησε ο Κωνσταντίνος.

- Τη φορούσα κάτω από τα κουρέλια μου, αποκρίθηκε ο Νικήτας. Είναι περιττό πια να κάμνω το ζητιάνο. Ο Ασάν δε φοβάται τίποτα εδώ. Έριξα τα κουρέλια μου στο νερό και τα πήρε το ποτάμι. Πέρασες από το Βουτέλιο;

- Όχι, είπε ο Κωνσταντίνος, ο Δραξάν δε θέλησε να πάγει ως εκεί. Σα βεβαιώθηκε πως ο Αυτοκράτορας έκαιε την πόλη, γύρισε πίσω.

- Καλά. Να πας εσύ τώρα αμέσως στη Σέταίνα και να βρεις τον Τσάρο που είναι κει. Πες του πως ο Αυτοκράτορας των Ελλήνων στέλνει δυο στρατηγούς, με σημαντική δύναμη να πάρουν τον Πρίλαπο και το Στύπειον, κι εξήγησε του πως είναι ανάγκη να τρέξει ευθύς να διαφεντέψει τα φρούρια...

- Σουτ! έκανε ο Κωνσταντίνος. Κάτι έτριξε.

Οι δυο άντρες ακροάστηκαν. Τίποτα δεν κούνησε.

- Πάμε στ' ανοιχτά, μουρμούρισε ο Νικήτας, τα δέντρα είναι πάντα επικίνδυνα...

Και βγήκαν από το δάσος και κάθησαν παρακάτω, στην ξέσκεπη πλαγιά του λόφου.

- Γιατί πρέπει να τα πω αυτά του Ρωμανού; ρώτησε σιγά ο Κωνσταντίνος.

- Θα τα μάθει που θα τα μάθει, αποκρίθηκε ο Νικήτας. Έφυγαν από χθες τα ελληνικά σώματα κι έρχεται αγγελιοφόρος να ειδοποιήσει τον Ρωμανό. Καλό είναι να τα μάθει από σένα πρώτα. Έπειτα είναι ανάγκη να τον απομακρύνομε από δω τώρα, αν μαγειρεύεται καμιά προδοσία. Τι έμαθες γι' αυτή τη δουλειά;

- Πολλά και τίποτα, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος. Ο Δραξάν συννενοείται μ' ένα - δυο αξιωματικούς της φρουράς, μα δεν είναι ακόμα βέβαιος πως τους έχει από το μέρος του, και γυρεύει να κερδίσει καιρό. Όλοι όμως οι κάτοικοι είναι, φαίνεται, έτοιμοι να σηκωθούν.

- Ποιοι κάτοικοι; Σε ποιο φρούριο γίνονται αυτά;

- Δε μπόρεσα να μάθω! Το ανέφεραν πάντα με τη λέξη φωλιά, και συστηματικά απέφυγαν να πουν τ' όνομα.

- Πρέπει να μάθεις, αν δεν καταφέρω εγώ να το μάθω.

- Γι' αυτό ήλθα εδώ, είπε ο Κωνσταντίνος. Και πήγα στον ξενώνα όπου θα έλθει ο Δραξάν με τον Ρωμαίο τον Χειρότμητο. Γιατί μ' έβγαλες από μέσα;

- Γιατί έρχουνταν ο Ιβάτζης και δεν πρέπει να σε δει. Σας γυρεύει σένα και τον Μιχαήλ, από καιρό. Έμαθε πως είσαι δω κάπου, κι έχει βάλει ανθρώπους να σε βρουν. Ώστε πρόσεχε! Αν πας στη Σέταινα δε θα σε δει, γιατί αυτός πάγει τώρα στην Αχρίδα, και μου παρήγγειλε να πάγω μπροστά. Θα τραβήξω ως το Βουτέλιο να δω τον Αύγουστο, και ύστερα, αν μπορέσω, θα έλθω στη Σέταινα όπου θα βρω τον Γρηγόρη. Αν όμως δεις την ανάγκη, να φύγεις εσύ από τη Σέταινα, μη με περιμένεις. Εδώ παίζεται μεγάλο παιχνίδι. Κάνε κατά την κρίση σου. Έχει γεια, Κωνσταντίνε...

Οι δυο άντρες αποχαιρετήθηκαν και χωρίστηκαν. Ο Νικήτας γύρισε κατά την Εγνατία οδό, και ο Κωνσταντίνος από άλλο δρόμο, αποφεύγοντας το χωριό, κατέβηκε το ποταμάκι, μπήκε στα νερά, πέρασε αντίκρυ, χώθηκε στο δάσος, και από κει πήρε από τα μονοπάτια του βουνού και τράβηξε για τη Σέταινα.