Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου
Συγγραφέας:
ΙΒ'. Νυχτιάτικη συνάντηση


Ο ήλιος είχε βασιλέψει κι ένα - ένα φωτίζουνταν τα παράθυρα του μοναστηριού. Έξω, οι νυχτερινές σκιές άρχισαν ν' απλώνονται στην εξοχή, τα πουλιά είχαν πει το βραδινό τους τραγούδι και το δάσος ήσυχα αποκοιμήθηκε. Η δεξιά όμως ακροποταμιά έμοιαζε, απεναντίας, εκείνη την ώρα να είχε ξυπνήσει από τη συνηθισμένη της ηρεμία. Οι Βούλγαροι έφευγαν. Των στρατιωτών οι φωνές ανακατώνονταν με το σάλαγο των αμαξιών που, φορτωμένα και τραντανιστά, κατρακυλούσαν στον άσπρο δρόμο, πλάγι στους καβαλάρηδες και τους πεζούς, σηκώνοντας σύννεφο τη σκόνη. Και αν ξεκολλούσε κι έμενε πίσω κανένα κομμάτι της ζωντανής αυτής γραμμής, ή αν κανενός αμαξιού ρόδα σκάλωνε σε καμιά τροχιά, έτρεχε ως εκεί ένας από τους αξιωματικούς και, με βρισιές και σπρωξιές, ή και με το ξύλο ακόμα, γρήγορα έβαζε στη γραμμή άντρες και ζώα, και η πορεία, μια στιγμή διακομμένη, ξανάρχιζε πιο βιαστική παρά πριν.

Κρυμμένος μες στα δέντρα, σ' ένα δασωμένο λόφο, στο μέρος που ο δρόμος χωρίζουνταν από το ποτάμι κι έστρεφε ανεβαίνοντας κατά τον Πρίλαπο, στέκουνταν ο Μιχαήλ. Τα σκονισμένα του ρούχα και ποδήματα μαρτυρούσαν το μακρύ δρόμο που είχε κάνει. Μα το ηλιοκαμένο του πρόσωπο έλαμπε από χαρά μυστική, σα να μην ένιωθε την κούραση του κορμιού του... Ο Κωνσταντίνος ήταν τώρα ένα πλάγι...

Παρακάτω, στα χόρτα, πλάγι στο δρόμο κάθουνταν η Βουβή, με το σαγόνι ακουμπισμένο στο χέρι της και αδιάφορα κοίταζε τους στρατιώτες που περνούσαν. Πού και πού την αναγνώριζε ένας και της φώναζε κανένα χωρατό ή της έριχνε κανέναν οβολό. Μα η Βουβή εξακολουθούσε να τους κοιτάζει αγέλαστη και ακατάδεχτη, και οι οβολοί έμεναν ασύναχτοι στο χώμα όπου είχαν πέσει.

Πέρασαν και οι τελευταίοι, και ακόμα τους κοίταζε η Βουβή, που απομακρύνουνταν και μίκραιναν, και χάνουνταν, ώσπου έσβησαν ολότελα, αφήνοντας πίσω τους ένα λαφρύ σύννεφο σαν καπνό, που άσπριζε στο σκοτάδι και λίγο - λίγο διαλύνουνταν. Χάθηκε κι αυτό και δεν έμεινε πια τίποτα. Τότε η Βουβή σταύρωσε τα χέρια της στα διπλωμένα της γόνατα, ακούμπησε το κεφάλι στα μπράτσα της, κι έμεινε ασάλευτη σαν αποσταμένη. Από πάνω από το λόφο, ο Μιχαήλ την είχε δει και, ακίνητος και αυτός, περίμενε με κάποια περιέργεια να δει τι θα κάνει η Βουβή και πού θα πάγει. Μα πέρασε η ώρα, νύχτωσε ολότελα, το φεγγάρι άρχισε να προβαίνει από το αντικρινό βουνό, οι πρώτες του αχτίδες φώτισαν τον πράσινο λόφο, έφθασαν ως το έρημο κορίτσι περιτυλίγοντας το κι αυτό στο άσπρο του φως, και η Βουβή δεν κούνησε.

Τότε, σιγά - σιγά, κατέβηκε ο Μιχαήλ, πέρασε μπροστά της και γύρισε κατά το ποτάμι να φύγει. Μα ένας αναστεναγμός τον σταμάτησε. Η Βουβή έκλαιγε. Έκλαιγε σιγαλά - σιγαλά, κι ένα αναφιλητό φούσκωνε πού και πού στο στήθος της, σαν που αναστενάζουν τα παιδάκια, αφού κλάψουν πολύ και κουραστούν και αποκάμουν. Ο Μιχαήλ λυπήθηκε τη μοναξιά της, την ερημιά της. Πλησίασε και, σιγά για να μην την τρομάξει, ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της. Η Βουβή σήκωσε το κεφάλι, και τον κοίταξε από μέσα από τα δάκρυα που θόλωναν τα μάτια της, μα ούτε τρόμαξε ούτε σηκώθηκε.

- Τι έχεις; ρώτησε βουλγάρικα ο Μιχαήλ. Με το κεφάλι η κόρη έκανε νόημα αρνητικό.

- Δε θέλεις να μου πεις; είπε πάλι ο Μιχαήλ. Και το κορίτσι πάλι έκανε νόημα «όχι». Έξαφνα άπλωσε το χέρι της κατά τη δύση.

- Οι στρατιώτες; ρώτησε ο Μιχαήλ. Ξέρεις πού πάνε;... Στον Πρίλαπο;

- Ναι, έκανε εκείνη.

- Τους είδες; Ναι; Ήταν όλοι;... Ο Ιβάτζης; Ο Δραξάν; Και άλλοι; Ο Νικουλιτσάς; Ο Βλαδισλάβ;

Σ' όλα τα ονόματα η Βουβή αποκρίνουνταν «ναι». Ο Μιχαήλ κάθησε στο χόρτο κοντά της και η κόρη δεν έκανε να φύγει.

- Γιατί δεν τους ακολούθησες; ρώτησε ο Μιχαήλ.

Η Βουβή σταύρωσε τα χέρια της στο γόνατο της και τον κοίταξε διστακτικά. Και πάλι με το κεφάλι έκανε νόημα αρνητικό.

- Δεν είσαι μαζί τους; Όχι; Μα γιατί λοιπόν σου έδωσαν χρήματα;

Με την άκρη του ποδιού της του έδειξε πως έμεναν οι οβολοί εκεί που είχαν πέσει. Ύστερα γύρισε, ακούμπησε το κεφάλι της στο χέρι και τον άγκωνα στο γόνατο της, και βυθίστηκε πάλι στους στοχασμούς της σα να είχε ξεχάσει τον Μιχαήλ που την κοίταζε καθισμένος πλάγι της. Το φως του φεγγαριού έπεφτε τώρα στο πρόσωπο της και το έδειχνε πιο άσπρο ακόμα, σα μαρμαρένιο ανάμεσα στα κατάμαυρα μαλλιά που έπεφταν ελεύθερα στους ώμους της. Έξαφνα μια ενθύμηση πέρασε σαν αστραπή στο μυαλό του Μιχαήλ, τόσο ξαφνική, τόσο ζωντανή, που σκέπασε τα μάτια του με τα χέρια του.

- Παναγία μου! μουρμούρισε ελληνικά.

Όλες οι σκηνές της σφαγής της Αδριανούπολης πέρασαν σε μια στιγμή από το νου του. Θυμήθηκε το σπίτι του Κατεπάνω κι ένα παιδικό πρόσωπο σ' ένα από τα παράθυρα. Είδε τη λιτανεία όπου περπατούσε κι αυτός πηγαίνοντας στην εκκλησία, τις στολισμένες αρχόντισσες, τον Κατεπάνω με όλα του τα διαμαντικά. Και ύστερα το αίμα, το αίμα που έτρεχε ποτάμι, τη μητέρα του Κωνσταντίνου σφαγμένη απέξω από την εκκλησία, και όλα τα φρικτά επακόλουθα.

- Παναγία μου... μουρμούρισε πάλι.

Μα την ίδια στιγμή θυμήθηκε τη Βουβή και τρόμαξε για το λόγο που του είχε ξεφύγει ελληνικά. Σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε. Η Βουβή δεν είχε αλλάξει τη στάση της, μόνο το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στο πρόσωπο του, μαύρο, βαθύ, χωρίς τέλος.

- Μη με κοιτάζεις έτσι! είπε απότομα ο Μιχαήλ μιλώντας της βουλγάρικα. Δεν ξέρω γιατί, μα μου θυμίζεις πράματα φρικτά που θέλω να ξεχάσω!

Σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά της.

- Πού θα πας; ρώτησε. Πού είναι το σπίτι σου; Θα σε πάγω ως εκεί... δεν κάνει να μένεις μόνη εδώ τέτοια ώρα.

Μα η Βουβή αργοκούνησε το κεφάλι και δε σάλεψε από τη θέση της.

- Δεν μπορείς να μείνεις εδώ, είπε στενοχωρημένος ο Μιχαήλ.

Κι επειδή το κορίτσι έκαμνε νόημα πως μπορούσε:

- Θα σε φάνε οι λύκοι! πρόσθεσε.

Η Βουβή έβγαλε από τον κόρφο της ένα δίκοπο μαχαίρι και του το έδειξε. Με το κίνημα που έκανε, άνοιξε το πουκαμισάκι της, και ο Μιχαήλ είδε κάτι που έλαμψε κρεμασμένο στο λαιμό της. Ήταν πολύτιμος μαργαριταρένιος σταυρός.

- Τι έχεις στο λαιμό σου; ρώτησε. Δείξε μου το!

Μα ξαφνισμένη έκλεισε η Βουβή το ρούχο της και πετάχθηκε στα πόδια της, έτοιμη να ξεκόψει. Ο Μιχαήλ τη βάσταξε από το χέρι.

- Μη φεύγεις έτσι, παρακάλεσε, μη με φοβάσαι. Κακό δε θα σου κάνω, ούτε θα σου πω να μου δείξεις τίποτα που δε θέλεις. Πες μου μόνο πού πηγαίνεις. Θέλω να σε συνοδεύσω ως εκεί, και τότε θα σ' αφήσω.

Η Βουβή τον κοίταξε μια στιγμή και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Έκανε νόημα πως δέχουνταν και γύρισε κατά το ποτάμι μαζί του.

- Τι; είπε σαστισμένος ο Μιχαήλ. Από κει πας και συ; Κάθεσαι κει;... Έχει κανένα χωριό; Όχι;... Μα λοιπόν πού κάθεσαι;

Η κόρη έκανε με το χέρι μια πλατιά κίνηση που έδειξε όλο το δάσος που σκέπαζε το βουνό. Τον οδήγησε στο ποτάμι, έβγαλε τα ποδήματά της, του έκανε νόημα να κάνει και κείνος το ίδιο, και μπήκε στο νερό. Ο Μιχαήλ την ακολούθησε. Ήταν μια ρηχοτοπιά σ' αυτό το μέρος και πέρασαν εύκολα αντίκρυ.

- Είσαι από τούτα τα μέρη; ρώτησε ο Μιχαήλ. Όχι;... Και όμως τα ξέρεις καλά. Οι δικοί σου κάθονται δω;

Η Βουβή έκανε νόημα «όχι».

- Μένεις μόνη λοιπόν;... Όχι πάντα; Σα μένεις εδώ, είσαι μόνη; Οι δικοί σου είναι αλλού; Αυτό θέλεις να πεις; ρώτησε ο Μιχαήλ ακολουθώντας τα νοήματα της.

Παραξενεύθηκε να δει πως τον πήγαινε από τα γνωστά του μονοπάτια. Έξαφνα η Βουβή σταμάτησε και του έδειξε ανάμεσα στην πυκνοδεντριά ένα καλυβάκι καμωμένο από κλαδιά. Και ο Μιχαήλ αναγνώρισε το δικό του καλυβάκι όπου είχε συναντήσει τον Νικήτα τη μέρα που κυνηγούσαν τον Ιβάτζη.

- Εδώ κάθεσαι; τη ρώτησε σαστισμένος.

- Ναι, έκανε νόημα η κόρη.

Και πρώτη φορά χαμογέλασε. Του φάνηκε το χαμόγελο της σαν κάτι γνωστό, και θέλησε να θυμηθεί πού το είχε ξαναδεί.

- Πες μου, της είπε, απαντηθήκαμε άλλη φορά;

Η Βουβή κοντοστάθηκε και τον κοίταξε ταραγμένη. Χωρίς ν' αποκριθεί, του έκανε με το χέρι ένα σημείο σαν αποχαιρετισμό, και του έγνεψε πως τώρα ήταν καλά εδώ που ήλθε. Του χαμογέλασε πάλι, μπήκε στην καλύβα κι έκλεισε την είσοδο με κλαδιά. Ο Μιχαήλ δίστασε μια στιγμή. Να φύγει ή να μείνει; Το μοναστήρι είχε κλείσει από ώρα τις πόρτες του, και όλοι κοιμούνταν. Βέβαια δεν είχε παρά να χτυπήσει, θα του άνοιγαν ευθύς, το ήξερε... και θα έβρισκε τον Κωνσταντίνο. Μα σκέφθηκε το κορίτσι ολομόναχο στο δάσος, σε καλυβίτσα που μια κλωτσιά αρκούσε για να την γκρεμίσει. Αν την έβρισκε κανείς και την κακομεταχειρίζουνταν; Αν τη νύχτα κατέβαινε κανένας λύκος ως εδώ, ενόσω κοιμούνταν η κόρη; Όχι! Να την αφήσει δεν μπορούσε! Του φάνηκε πως θα ήταν πράξη κακή, άκαρδη, άσχημη... Δε δίστασε πια. Ξαπλώθηκε στα ξερά φύλλα εμπρός στην καλύβα κι αποκοιμήθηκε.

Σαν ξύπνησε, ο ήλιος μόλις είχε σηκωθεί. Ευθύς θυμήθηκε τη χθεσινοβραδινή του συνάντηση κι έριξε μια ματιά στην καλύβα. Η είσοδος ήταν κλειστή με τα κλαδιά, όπως τα είχε στήσει η Βουβή. Πετάχθηκε στα πόδια του κι έσιαξε το ρούχο του. Καθώς σηκώθηκε, κάτι λευκό έπεσε χάμω. Το μάζεψε και το κοίταξε. Ήταν ένα μικρό κομματάκι πανί, σχισμένο από κάποιο ρούχο και, στο ένα μέρος, μια λέξη ελληνική ήταν γραμμένη με κάρβουνο «Ευχαριστώ».

Ο Μιχαήλ έτρεξε στην καλύβα, κι έριξε κάτω τα κλαδιά που έκλειαν την είσοδο. Η καλύβα ήταν αδειανή. Χάμω, σε μια γωνιά, πλήθος ξερά φύλλα ήταν μαζεμένα και σχημάτιζαν στρώμα, και στο πλάγι μια στάμνα φύλαγε ακόμα στο κοίλωμα της λίγο δροσερό νερό. Τίποτε άλλο. Βγήκε έξω ο Μιχαήλ και πολλήν ώρα γύρισε δω κι εκεί στο δάσος, γυρεύοντας την κόρη. Μα η Βουβή είχε εξαφανιστεί.

Στο μέρος όπου είχε πέσει εκείνος να κοιμηθεί, γύρω στα ξερά φύλλα, στο χώμα, βρήκε ένα - δυο σημάδια γυναικείου ποδαριού, και με καρδιόχτυπο τ' ακολούθησε μερικά βήματα. Μα ύστερα πια χάνουνταν μες στα χόρτα και τα πυκνά χαμόκλαδα, και παρακάτω δεν τα ξαναβρήκε πια. Πήγε ως το ποτάμι, γύρισε πίσω, πήρε τα μονοπάτια όπου είχαν περάσει μαζί την παραμονή, ξανανέβηκε στην καλύβα, γύρισε σ' όλα τα δρομαλάκια, κοίταξε παντού όπου πόδι μπορούσε ν' αφήσει το σημάδι του. Τίποτα δεν είδε που να μαρτυρούσε το πέρασμα της Βουβής. Και του φάνηκε έξαφνα του Μιχαήλ σα να έχασε κάτι πολύτιμο...

Πήρε το δρόμο του μοναστηριού, και ήταν πια ψηλά ο ήλιος όταν έφθασε και χτύπησε την πόρτα. Ο πάτερ Μεθόδιος του άνοιξε.

- Καλώς μας ήλθες! φώναξε με χαρά ο καλόγερος. Τι γίνηκες τόσον καιρό; Ανέβα να δεις τον αδελφό σου να χαρεί η καρδιά σου! Καλύτερα κι από μένα είναι τώρα!

Με δυο πήδους ανέβηκε ο Μιχαήλ τη σκάλα, έτρεξε στο κελί του Κωνσταντίνου κι άνοιξε την πόρτα. Δυο φωνές ακούστηκαν μαζί:

- Μιχαήλ!

- Κωνσταντίνε!

Και οι δυο φίλοι έπεσαν στην αγκαλιά ο ένας του άλλου, χωρίς να μπορέσουν δεύτερη λέξη να βγάλουν.

- Και ο Νικήτας; ακούστηκε μια φωνή.

Ο Μιχαήλ γύρισε και είδε τον Γρηγόρη που στέκουνταν κοντά στο παράθυρο συγκινημένος και καταχαρούμενος.

Έτρεξε και του φίλησε το χέρι.

- Ο Νικήτας είναι μακριά, πάτερ Γρηγόρη, μα θα γυρίσει από δω. Τρέχει στη Μοσυνούπολη με τη μεγαλύτερη βία, να βρει τον Αυτοκράτορα.

- Τι λες! αναφώνησε ο Κωνσταντίνος. Έπεσε λοιπόν η Στρουμπίτζη;

- Όχι, η Στρουμπίτζη έμεινε στα χέρια των Βουλγάρων, μα, χάρη στη χρυσή γλώσσα του Σέργιου, το Μελένικο παραδόθηκε και ο Αύγουστος τράβηξε από κει στη Μοσυνούπολη για να περάσει το χειμώνα. Δεν πιστεύω όμως να μείνει σα μάθει την είδηση.

- Ποιαν είδηση;

- Πέθανε ο Σαμουήλ.

- Πέθανε ο Σαμουήλ! αναφώνησαν μαζί ο Γρηγόρης και ο Κωνσταντίνος. Πότε;

- Είναι λίγες μέρες, αποκρίθηκε ο Μιχαήλ.

- Πώς το έμαθες; Πού πέθανε;

- Στον Πρίλαπο. Έρχομαι από κει. Μόλις παραδόθηκε το Μελένικο, όλο το θάρρος των Βουλγάρων έσπασε. Μερικοί στρατηγοί που βαστούσαν τα στενά γύρευαν να παραδοθούν, άλλοι ήθελαν να τραβηχθούν στον Πρίλαπο, γύρω στον Τσάρο. Άλλοι πάλι έλεγαν πως ο Σαμουήλ, σαν το μάθει, θα παραδοθεί κι αυτός. Καθένας έλεγε τα δικά του, μα να συμφωνήσουν μεταξύ τους δεν μπορούσαν. Πήγαμε λοιπόν στον Πρίλαπο να μάθομε τι γίνουνταν εκεί, και φθάσαμε δυο μέρες πριν πεθάνει ο Τσάρος.

- Ήταν άρρωστος;

- Όχι, είπε ο Μιχαήλ. Μα πέθανε από το κακό του σαν είδε τις χιλιάδες τυφλωμένους στρατιώτες που του έστειλε ο Αυτοκράτορας.

Για μερικές στιγμές κανένας δε μίλησε. Ύστερα εξακολούθησε ο Μιχαήλ, χαμηλώνοντας την φωνή του:

- Τους είδα κι εγώ... και κατάλαβα πως το θέαμα αυτό σκότωσε τον Τσάρο. Ήταν φριχτό!... Μπήκαν στη χώρα μπουλούκια-μπουλούκια. Ο κόσμος στο δρόμο τους κοίταζε, βουβός από τη φρίκη. Κι όλο έφθαναν άλλοι, κι άλλοι, ατέλειωτη αλυσίδα από αιματωμένα ζωντανά πτώματα που σέρνονταν, χέρι με χέρι, σκοντάφτοντας σε κάθε βήμα... Κι έξαφνα κάποιος αναγνώρισε ένα συγγενή του κι έβγαλε τις φωνές. Και οι γυναίκες τον εμιμήθηκαν και στρίγγλισαν τραβώντας τα μαλλιά τους και σχίζοντας τα μάγουλα τους. Κι όλες μαζί άρχισαν το μοιρολόγι, σα να ήταν πεθαμένοι που περνούσαν... Κι αλήθεια, χειρότεροι ήταν παρά πεθαμένοι! Κι όλο έφθαναν άλλοι, και πάλι άλλοι... και τα μοιρολόγια γέμιζαν τον αέρα. Και σαν άκουσε ο Τσάρος την ταραχή και τα κλάματα, θέλησε να μάθει την αιτία, κι έτρεξε έξω. Μα καθώς είδε τους τυφλούς, έπεσε χάμω ξερός. Είχε σπάσει, λένε, η καρδιά του.

- Και πέθανε αμέσως; ρώτησε ο Γρηγόρης.

- Όχι. Τον έβαλαν στο στρώμα και τον συνέφεραν. Μα πάλι έπεσε σε αναισθησία, και σε δυο μέρες πέθανε... Αχ! Τι άσχημο, τι άγριο πράμα! είπε ανατριχιάζοντας ο Μιχαήλ. Γιατί το έκανε αυτό ο Αύγουστος!

- Γιατί! Γιατί! Αυτά έχει ο πόλεμος, Μιχαήλ, είπε σοβαρά ο Κωνσταντίνος. Και αν πέσομε στα χέρια των Βουλγάρων, τα ίδια και χειρότερα θα πάθομε και μεις, έννοια σου!

- Η Παναγία να σας φυλάγει παιδιά μου! μουρμούρισε ο πάτερ Γρηγόρης κι έκανε το σταυρό του.

- Και τώρα τι θα γίνει; ρώτησε ο Κωνσταντίνος.

- Να δούμε, είπε ο Μιχαήλ. Ο Νικήτας ελπίζει πως θα φαγωθούν οι στρατηγοί αναμεταξύ τους. Άλλοι θέλουν τον Ρωμανό βασιλιά, άλλοι τον Βλαδισλάβ, γιατί έχει, λένε, περισσότερο μυαλό. Και ο Βλαδισλάβ βέβαια δε θα σεβαστεί τα δικαιώματα του Ρωμανού, εξακολούθησε ο Μιχαήλ.

Και τους διηγήθηκε τη συζήτηση που είχε ακούσει την ώρα που έφευγε από το μοναστήρι, μεταξύ του Βλαδισλάβ και του Δραξάν.

- Όλοι τους έφυγαν χθες, είπε ο Γρηγόρης. Ξέρεις πού πάνε;

- Στον Πρίλαπο, αποκρίθηκε ο Μιχαήλ.

- Πώς το ξέρεις; ρώτησε ο Κωνσταντίνος. Τους ακολούθησες;

- Όχι. Το έμαθα από ένα βουβό κορίτσι που αντάμωσα.

Ο Κωνσταντίνος αναπήδησε.

- Είδες κι εσύ τη βουβή Βουλγάρα; ρώτησε.

- Ναι, είπε ο Μιχαήλ. Την ξέρεις;

- Την είδα κι εγώ χθες, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος γυρνώντας κατά το παράθυρο.

- Πού την είδες; ρώτησε πάλι ο Μιχαήλ.

- Έξω, αποκρίθηκε σύντομα ο Κωνσταντίνος χωρίς να γυρίσει.

Ο τρόπος του ξάφνισε κάπως τον Μιχαήλ.

- Ήρχουνταν κάθε μέρα να μάθει πώς ήταν ο άρρωστος στρατιώτης, εξήγησε ο πάτερ Γρηγόρης.

Ο Μιχαήλ κοίταξε το φίλο του. Του φάνηκε συλλογισμένος. Έξαφνα ο Κωνσταντίνος γύρισε.

- Μιχαήλ, είπε, πού την ξαναείδαμε;

- Την ξαναείδαμε;

- Ναι... άλλοτε... Θυμάσαι πού;... Ο Μιχαήλ αργοκούνησε το κεφάλι.

- Δε θυμούμαι να την είδαμε, είπε. Μα σα χαμογέλασε, μου φάνηκε κι εμένα πως την ήξερα. Και όμως, πρώτη φορά που την είδα ήταν, φαίνεται, τη βραδιά που με τον Νικήτα σε κουβαλήσαμε δω. Δεν την παρατήρησα τότε, ύστερα τη θυμήθηκα. Αν την είχαμε ξαναδεί, θα το θυμούμουν, πρόσθεσε ο Μιχαήλ. Είναι πολύ όμορφη.

- Ναι, είναι πολύ όμορφη... μουρμούρισε ο Κωνσταντίνος. Και πρόσθεσε, σα να μιλούσε για τον εαυτό του μονάχα:

- Και όμως την ξαναείδα... το πρόσωπο της το ξέρω από χρόνια...

Το έλεγε σιγά, συλλογισμένα, σα λυπημένα. Και χωρίς να ξέρει ο ίδιος γιατί, ο Μιχαήλ δε μίλησε για τη νυχτιάτικη συνάντηση, δεν είπε πως κοιμήθηκε στο δάσος, απέξω από την καλύβα, ούτε ανέφερε το καρβουνογραμμένο κουρελάκι. Μυστικά όμως το γύρεψε στον κόρφο του και βεβαιώθηκε πως βρίσκουνταν εκεί.

- Πες μας λοιπόν, πώς βρήκε τον Νικήτα; είπε ζωηρά ο πάτερ Γρηγόρης.

Και κάθησαν πλάγι - πλάγι και οι τρεις, και ο Μιχαήλ διηγήθηκε ό,τι του είχε συμβεί από τη μέρα που είχαν χωριστεί ως την παραμονή το βράδυ. Κι εκεί σταμάτησε. Ήταν πρώτη φορά αφότου γνωρίζουνταν οι δυο φίλοι, που ο Μιχαήλ φύλαγε κάτι μυστικό από τον Κωνσταντίνο.