Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου
Συγγραφέας:
ΙΑ'. Ξαναθυμίσματα


Ένα φθινοπωριάτικο απόγευμα, στην άκρη του δάσους, κάθουνταν ο πάτερ Γρηγόρης στα χόρτα, πλάγι του Κωνσταντίνου. Μέρες κι εβδομάδες είχαν περάσει αφότου σηκωτό τον είχαν φέρει στο μοναστήρι, και ήταν πρώτη φορά που στηριγμένος στον ώμο του καλόγερου έκανε μερικά βήματα στ' ανοιχτά. Ήταν ακόμα αδύνατος από τη βαριά του αρρώστια. Μα η θέρμη τον είχε αφήσει και λίγο - λίγο έπαιρνε πάλι τ' απάνω του.

- Σε δυο μέρες θα είμαι πάλι δυνατός όπως πρωτύτερα, είπε ο Κωνσταντίνος, και τότε τι θα κάνομε, πάτερ Γρηγόρη;

- Μακάρι να το ήξερα παιδί μου, είπε ο καλόγερος αναστενάζοντας. Μια λέγω να μείνω, μήπως γυρίσει πάλι εδώ ο Νικήτας, κι ύστερα πάλι λέγω πως χασομερώ περιμένοντας. Γιατί επιτέλους ούτε ξέρω αν τον είδε ο Μιχαήλ. Από κείνο το πρωί, που έφυγε τόσο βιαστικά να κυνηγήσει τον Ιβάτζη, τίποτα πια δεν μπόρεσα να μάθω γι' αυτόν.

- Μα αν γυρίσεις στο μοναστήρι σου στην Πρέσπα, δε νομίζεις πως είναι πιο βέβαιο να σε ζητήσει εκεί ο Νικήτας παρά εδώ;

- Ξέρω κι εγώ, παιδί μου, τι να πω! Φοβούμαι πάλι μην τον χάσω, και ύστερα πια τρέχα γύρευε! Άλλα δέκα χρόνια μπορούν να περάσουν, πριν τον ξαναπαντήσω! Και τώρα βιάζομαι να τον δω! Είναι ανάγκη!

- Τι ανάγκη; ρώτησε ο Κωνσταντίνος.

- Άφησ' τα, παιδί μου! Είναι μακρινή ιστορία και λυπηρή πολύ. Πες μου εσύ κάλλιο, αν έφευγα για το μοναστήρι μου, θα ήρχουσουν μαζί μου;

Τα μάτια του Κωνσταντίνου έλαμψαν.

- Όχι, πάτερ Γρηγόρη, αποκρίθηκε, εγώ θα μείνω εδώ.

- Στην Ελεούσα;

- Όπου τύχει, όπου με πάγει η δουλειά μου.

Ο καλόγερος τον κοίταξε με συμπάθεια.

- Μ' αρέσει, είπε, ο τρόπος που μιλάς για τη δουλειά σου. Πες μου, ο Μιχαήλ την αγαπά όσο και συ, την αποστολή σας;

- Όχι, αποκρίθηκε πιο σιγά ο Κωνσταντίνος, αν μπορούσε, είναι χρόνια που θα την είχε παρατήσει για να πάγει στο Βασιλέα.

- Και ποιος τον εμποδίζει;

Το πρόσωπο του Κωνσταντίνου ήταν αγέλαστο και σοβαρό.

- Η αγάπη του για μένα, είπε.

- Τόσο σ' αγαπά;

- Ναι, τόσο αγαπιούμαστε!... Και συγκινημένοι σώπασαν και οι δυο.

- Αν θες και καλά να μείνεις εδώ, είπε σε λίγο ο παπάς, έπρεπε κάτι να σου πω. Ξέρεις πως ήταν εδώ ο Δραξάν;

- Ναι, μου το είπες. Μα ύστερα έφυγε.

- Όχι για πάντα. Κάπου - κάπου ξαναγύριζε. Τη νύχτα λοιπόν που έφθασε, τη φοβερή εκείνη νυχτιά που στα παραμιλητά σου μάντευες τα βήματα του Ιβάτζη από πίσω από την πόρτα, ο Μιχαήλ άκουσε τον Ιβάτζη που έλεγε του Δραξάν να μάθει ποιος ήταν ο πληγωμένος στρατιώτης. Και την άλλη μέρα, τωόντι, ζήτησε να σε δει. Μα ο Ηγούμενος του είπε πως ήσουν πολύ βαριά, και ο Δραξάν δεν επέμεινε. Από τότε όμως, ίσως επειδή ο ίδιος ήταν πολύ απασχολημένος, ούτε ζήτησε να σε δει ούτε έμοιαζε να σε γυρεύει, και ήμουν ήσυχος πια πως ξέχασε την παραγγελιά του Ιβάτζη. Έξαφνα σήμερα μαθαίνω από τον Ηγούμενο, που παραξενεύουνταν κάπως γι' αυτό, πως ο Δραξάν έστειλε το πρωί ένα στρατιώτη μόνο και μόνο να ρωτήσει αν σηκώθηκες, αν βγαίνεις και δεν ξέρω τι άλλο. Ήθελα να το ξέρεις αυτό και να κάνεις το λογαριασμό σου, αν δεν είναι καλύτερο να φύγεις και συ από δω.

Ο Κωνσταντίνος έμεινε συλλογισμένος ένα - δυο λεπτά.

- Έχεις δίκαιο, και σ' ευχαριστώ που μου το είπες, αποκρίθηκε. Έτσι ξέρω κι εγώ τι να κάνω. Για να έλθω στο μοναστήρι σου, δε θα έλθω. Μπορώ όμως να πάγω στα βουνά.

- Μόνος;

Ο Κωνσταντίνος χαμογέλασε.

- Έλα μαζί μου, πάτερ Γρηγόρη!

- Αν μπορούσα, δε θα έλεγα όχι, είπε ο καλόγερος, δε μου κάνει πια καρδιά να σ' αφήσω. Μα η δουλειά που μ' έφερε ως εδώ δεν μπορεί ν' απομείνει πια. Τον Νικήτα πρέπει να τον βρω.

- Δε θες να μου την πεις εμένα τη δουλειά αυτή, πάτερ Γρηγόρη; ρώτησε ο Κωνσταντίνος. Ίσως μπορώ να σε βοηθήσω. Ή μην είναι μυστική και δε θέλεις να μου την πεις;

- Όχι, όχι! Δεν είναι αυτό! Μόνο δεν ήθελα να σε σκοτίσω. Κι επιτέλους, ίσως αλήθεια μπορείς να με βοηθήσεις! Πες μου, έτυχε ποτέ να σου πει ο Νικήτας τίποτα για τον πατέρα μου;

- Τον πατέρα σου; Δε θυμούμαι. Γιατί; Τι τρέχει;

- Γιατί είναι δέκα χρόνια που τον έχασα τον πατέρα μου. Είχαμε μείνει μαζί σε μια μονή κοντά στα Βοδενά, κι από κει χωριστήκαμε. Πήγαινε κείνος στην Πόλη κι εγώ στο μοναστήρι μου. Τον άλλο χρόνο πήγα στη Σκάμπα όπου κάθουνταν οι γέροι, μα βρήκα τη μάνα μου μονάχη και στα τελευταία της. Ο πατέρας μου δεν είχε γυρίσει από την Πόλη. Σαν έθαψα τη μάνα μου, τράβηξα για τη Βασιλεύουσα, ρώτησα, χάλασα τον κόσμο. Τίποτα δεν έμαθα. Απελπίστηκα. Αποφάσισα πως πρέπει να πέθανε ο πατέρας μου ο δύστυχος, και τότε θέλησα να βρω το παιδί.

- Ποιο παιδί;

- Αλήθεια, δε σου είπα όλη την ιστορία. Η αιτία που τον έκανε ν' αφήσει τη γριά του και να τρέχει στην Πόλη, ήταν να παραδώσει, στη Βασίλισσα Ελένη, την κόρη μιας κουμπάρας της, που είχε πεθάνει στα χέρια του, ύστερα από πολύ τραγικά περιστατικά. Αργότερα έμαθα πως, τον καιρό που ήταν να φθάσει ο πατέρας μου στην Πόλη, η Βασίλισσα είχε πεθάνει. Άρα δεν παρέδωσε το κορίτσι. Από το παλάτι, όπου το ζήτησα, μ' έστειλαν στη Μικράν Ασία, και χρόνια εξακολούθησα να τον γυρεύω, πρώτα εκείνον, ύστερα πια το κοριτσάκι. Μα ούτε τ' όνομα του δεν ήξερα. Θυμούμουν μόνο πως τον πατέρα του τον έλεγαν Αργυρό. Μια μέρα, κοντεύει χρόνος, απήντησα ένα φίλο μου, καλόγερο από τη μονή του Οσίου Ναούμ, στη λίμνη της Αχρίδας, και μου είπε πως με γύρευε από καιρό για να μου πει νέα του πατέρα μου. Ζούσε, λέγει, ο πατέρας μου, και είχε μαζί του και το κορίτσι. Μα ήταν δούλος σ' ένα χωριό βουλγάρικο, και παρακαλούσε να πάει ένας από μας, είτε ο Νικήτας είτε εγώ, να πάρομε τουλάχιστον τη μικρή. Από τον ίδιο αυτό τον καλόγερο έμαθα πως ο πατέρας μου ο δύστυχος έτυχε να βρεθεί, Κύριος οίδε πώς, στην Αδριανούπολη, τη νύχτα της σφαγής του Δεκαπενταύγουστου, και πως εκεί ένας άρχοντας Βούλγαρος τον είχε ρίξει στη φυλακή, γιατί έκρυβε, λέγει, έναν Έλληνα κατάσκοπο...

Ο Κωνσταντίνος άρπαξε το χέρι του Γρηγόρη.

- Ήταν αλήθεια! είπε με πνιγμένη φωνή. Ο Έλληνας κατάσκοπος ήταν ο Νικήτας.

- Το ξέρεις και συ; Τι ξέρεις άλλο; Αχ, πες μου! αναφώνησε ο Γρηγόρης.

- Ο Νικήτας μας είχε πει πως ο γερο - Παγράτης ήταν πατέρας ενός φίλου του, μα δεν ήξερα πως ήταν δικός σου πατέρας, είπε ο Κωνσταντίνος. Για να μας σώσει, ο Νικήτας κόντεψε κείνη τη μέρα να πιαστεί. Το θυμούμαι σαν και τώρα. Ήμαστε στη σκηνή του Σαμουήλ, και ο Νικήτας, για να μας πάρει από τα χέρια του Τσάρου, είπε πως ήμαστε παιδιά εργάτη και πως μας είχε βρει αυτός. Μα άλλοι μαρτύρησαν πως ήμαστε παιδιά του Κατεπάνω, πως ο Νικήτας γύρευε να τους γελάσει και πως ήταν κατάσκοπος, και τον κατήγγειλαν για κάτι λόγια που είχε πει στο γερο - Παγράτη. Έφεραν το γέρο, έγινε ταραχή μεγάλη, κι εκεί απάνω ξέφυγε ο Νικήτας. Και ρώτησαν τότε το παιδί ελληνικά, για να το κάνουν να μαρτυρήσει. Μα αυτό μας κοίταζε αγριεμένο και δε μιλούσε. Από την τρομάρα που πήρε έχασε τη μιλιά του, το δύστυχο. Ο πατέρας σου απέδειξε εύκολα πως ήταν δεσμοφύλακας στη Σκάμπα, μα το ζήτημα του Νικήτα έμενε σκοτεινό, και τον έριξαν τον πατέρα σου στη φυλακή, με το παιδί... Και ξέρεις... ξέρεις ποιος τον έριξε στη φυλακή; εξακολούθησε ο Κωνσταντίνος, και το πρόσωπο του άλλαξε, αγρίεψε με την ενθύμηση, σα να ήταν η ώρα εκείνη.

- Ένας Βούλγαρος αρχηγός, μου είπαν, αποκρίθηκε ο Γρηγόρης·

- Ναι, ένας Βούλγαρος με καρδιά θηρίου, ο ίδιος εκείνος που εμπρός στα μάτια μας κάρφωσε τον πατέρα μου στο δέντρο! Αχ, να μπορούσα να τον σχίσω, να του πάρω την καρδιά!

- Ο Ιβάτζης; ρώτησε ο καλόγερος.

- Ναι! Ο Ιβάτζης! αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος. Και τέτοιο μίσος τράνταξε τη φωνή του, που ο καλόγερος ανατρίχιασε.

- «Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών...», αργομουρμούρισε ο Γρηγόρης, περνώντας με αγάπη το χέρι του στο σκυμμένο καστανό κεφάλι.

Ο Κωνσταντίνος ανατινάχτηκε.

- Όχι, μη μου μιλάς για συγχώρεση, παπά! είπε με πάθος. Τη μητέρα μου, την είδα, την είδα σφαγμένη! Τον πατέρα μου μπροστά μου τον κάρφωσαν στο δέντρο, και ούτε να τους φιλήσω δε μ' άφησαν! Όχι, παπά! Δεν εξοφλήσαμε ακόμα, ο Ιβάτζης κι εγώ! Σαν του πάρω την καρδιά από τα στήθια... τότε βλέπομε για συγχώρεση...

- Παιδί μου... μουρμούρισε ο καλόγερος, παιδί μου...

Με το πρόσωπο σκυμμένο στις χούφτες του, ο Κωνσταντίνος εξακολούθησε βυθισμένος στις ενθυμήσεις του:

- Από βραδίς, ο Νικήτας είχε φέρει το παιδί με το γέρο στο σπίτι μας και παίξαμε μαζί. Ήταν κοριτσάκι μικρό, και μεις αγόρια μεγάλα. Μα γελούσε τόσο όμορφα! Θυμούμαι τις κουτρουβάλες που κάμναμε στα χαλιά, ο Μιχαήλ, κι εγώ, και το κυνηγητό στα τέσσερα, γύρω στο μικράκι, για να το δούμε να γελά... Και γελούσε, γελούσε και φαίνουνταν τα δοντάκια του, θάλεγες μαργαριτάρια μπηγμένα σ' ένα κεράσι, και δεν το χόρταινα το δροσερό, το παιδικό γέλιο... Και η μητέρα μου πήρε το κοριτσάκι στα γόνατα, και είπε τ' όνομα του... Πώς το λέγανε... να δεις... Σήκωσε το κεφάλι κι έτριψε το μέτωπο του, γυρεύοντας να ξαναξυπνήσει τις παλιές ενθυμήσεις με όλες τις λεπτομέρειες.

- Πώς το λέγανε;... Και είπε η μητέρα μου: «Είναι περίεργο όνομα...».

- Τους ξαναείδες ύστερα πια, τον πατέρα μου και το παιδί;

- Ναι! Και να δεις τι παράξενο. Ο Νικήτας είχε ξαναγυρίσει. Μια καινούρια πληγή, που του είχε ανοίξει το μισό του πρόσωπο, και τα γένια που είχε αφήσει να μεγαλώσουν και που τα έβαψε μαύρα, τον άλλαξαν τόσο πολύ, που κανένας δεν τον αναγνώρισε. Έφερνε τάχα ειδήσεις από τη Βιδύνη, και ο Σαμουήλ, σαν τις άκουσε, σηκώθηκε κι έφυγε από την Αδριανούπολη και μας πήρε όλους μαζί. Ο Νικήτας κατάφερε με μεγάλο κόπο να ξαναβρεί και ν' αγοράσει ένα όμορφο μικρό προσευχητάριο της μητέρας μου και το δαχτυλίδι του γάμου της. Άλλο τίποτα όμως δικό μας δεν μπόρεσε να βρει, όσο και να γύρεψε.

- Τα έχεις; ρώτησε ο Γρηγόρης.

- Ναι, είπε ο Κωνσταντίνος κι έβγαλε από τον κόρφο του ένα δεματάκι, το άνοιξε και του έδειξε ένα χρυσοδεμένο προσευχητάριο κι ένα δαχτυλίδι χρυσό. Στη σφενδόνη του δαχτυλιδιού ήταν ζωγραφισμένα με σμάλτο δυο πρόσωπα που τα στεφάνωνε ένας άγγελος και γύρω στη σφενδόνη ήταν χαραγμένη η επιγραφή: «Κύριε, βοήθει τούς δούλους σου, Ανδρόνικον και Ειρήνην». Και από κάτω, η λέξη: «Ομόνοια».

- Βλέπεις, είπε ο Κωνσταντίνος, και του πατέρα μου και της μητέρας μου το όνομα είναι χαραγμένα στο δαχτυλίδι και η ενθύμηση είναι διπλή. Όσο για το βιβλίο, το βαστούσε η μητέρα μου όταν τη σκότωσαν και μερικά φύλλα είναι ματωμένα. Εκείνη λοιπόν την ημέρα που μου τα χάρισε ο Νικήτας τα ιερά αυτά θυμήματα, μας πήγε παράμερα, τον Μιχαήλ και μένα, σ' ένα δάσος. Κι ενώ φύλαγε κείνος παρακάτω, μη μας δει κανένας Βούλγαρος, ο Μιχαήλ κι εγώ διαβάζαμε το προσευχητάριο. Έξαφνα είδαμε μπροστά μας το γερο-Παγράτη και τη μικρή. Ο Νικήτας τους είχε δει, μα φοβήθηκε να παρουσιαστεί εμπρός στο παιδί, κι έμεινε κρυμμένος. Ένα κλαδί όμως έτριξε και ο Παγράτης τον ανακάλυψε ξαπλωμένο στα χόρτα, τάχα πως κοιμούνταν, και μας ρώτησε ποιος ήταν αυτός ο Βούλγαρος. Δεν τον είχε αναγνωρίσει, κι εγώ δεν τον ονόμασα, γιατί μας είχε εξορκίσει ο Νικήτας ποτέ σε κανένα να μην πούμε ποιος ήταν. Και αποκρίθηκα του πατέρα σου πως ήταν ένας Ασάν, γιατί έτσι τον ήξεραν οι Βούλγαροι. Και από τότε ποτέ πια δεν είδα τον Παγράτη, ούτε το παιδί.

- Ξέρεις αν τους ξαναείδε ο Νικήτας;

- Δεν ξέρω, αλλά δεν πιστεύω. Την ίδια εκείνη μέρα ο Νικήτας έφυγε για μια αποστολή, και δε μας ξαναβρήκε πια παρά εμπρός στα Σκόπια, δηλαδή αφού οι δούλοι όλοι είχαν σταλεί στο δουλοπάζαρο και είχαν σκορπιστεί στα βουλγάρικα χωριά. Μα δε ρώτησες το φίλο σου τον καλόγερο σε ποιο χωριό ήταν ο πατέρας σου;

- Βέβαια τον ρώτησα. Ήταν, λέγει, σ' ένα χωριουδάκι, κοντά στον Όσιο Ναούμ, κι έτσι μάλιστα έτυχε να τον δει. Μα σαν έφθασα στο χωριό, ο αφέντης του πατέρα μου είχε πεθάνει και τα παιδιά του είχαν πουλήσει τους σκλάβους. Παιδί όμως, λέγει, είτε νέο κορίτσι, κανένα δεν είχε ο Βούλγαρος αυτός, ώστε τίποτα δεν κατάφερα. Το μόνο καλό ήταν που έμαθα πως κάποιος Ασάν γύρευε κι αυτός το γερο - Παγράτη κι ένα κορίτσι, και στη μονή μου έμαθα πως ο Ασάν ήταν ο Νικήτας. Από τότε τον γυρεύω...

- Πάτερ Γρηγόρη, διέκοψε έξαφνα ο Κωνσταντίνος ποια είναι αυτή;

Κάτω, στην όχθη του ποταμού, ένα κορίτσι είχε προβάλει από τα δέντρα. Βαστούσε στο χέρι ένα σακί και, κοιτάζοντας το νερό που έτρεχε διάφανο, πορεύουνταν κατά το μοναστήρι. Τα μαύρα μαλλιά της έπεφταν πυκνά γύρω στο πρόσωπο της κρύβοντας το σχεδόν όλο, και πήγαινε συλλογισμένη, με το κεφάλι σκυφτό.

- Αυτή; είπε ο καλόγερος. Είναι η Βουβή.

- Ποια Βουβή;

- Μια Βουλγάρα, λιγάκι παλαβή, λένε, αν και τίποτα παλαβό δεν άκουσα να έκανε. Μα βρέθηκε, φαίνεται, μπρος στο μοναστήρι τη μέρα που σ' έφεραν σηκωτό κι από τότε κάθε μέρα έρχεται και ρωτά πώς είσαι. Και τη μέρα που ήσουν πολύ βαριά και της το είπαν, έπεσε, λέγει, στο χώμα κι έκλαψε τόσο, που ράγισε, λέγει, η καρδιά του καλόγερου που την είδε.

- Γιατί έκλαιγε;

- Ποιος το ξέρει! Γελούν οι καλόγεροι γι' αυτό και τη λέγουν παλαβή. Εγώ δεν το βρίσκω και τόσο παράξενο. Σε νομίζει πατριώτη της, της είπαν πως θα πεθάνεις και λυπήθηκε το κορίτσι.

Η Βουβή ωστόσο είχε παρατήσει την ακροποταμιά και ανέβαινε στο μοναστήρι. Χτύπησε την πόρτα της αυλής και μπήκε μέσα να παραδώσει το σακί της.

- Μα πού την είδα εγώ; ρώτησε ξαφνικά ο Κωνσταντίνος.

- Εσύ;... Την είδες;

- Ναι, την είδα, την ξέρω... Να δεις, κάτι μου θυμίζει! Έκρυψε το πρόσωπο του στα χέρια του, γυρεύοντας να θυμηθεί.

- Βοήθησε με, πάτερ Γρηγόρη, είπε στενοχωρεμένα. Το μυαλό μου είναι ακόμα τόσο σκοτισμένο...

- Δεν είναι παράξενο, παιδί μου, ύστερα από τη μεγάλη σου αρρώστια...

- Όχι, όχι, θέλω να θυμηθώ... Να δεις πού την είδα... Ανακατώνεται η εικόνα της με κάποιο κρότο νερού που τρέχει... με κάποιο κλάμα...

- Γιατί το ποτάμι τρέχει, και την είδες τώρα που μιλήσαμε για τόσες δυστυχίες, είπε ο Γρηγόρης. Έλα, γιε μου, μην κουράζεις άδικα το μυαλό σου. Δεν την αντάμωσες παρά μπροστά στο μοναστήρι, όταν σε φέρανε αναίσθητο. Και δεν πιστεύω να την είδες τότε. Και ο Μιχαήλ πρώτη φορά εδώ την είδε, που ρωτούσε για σένα. Μα πάμε μέσα τώρα, ο ήλιος γέρνει να βασιλέψει. Μην ξεχνούμε πως πρώτη φορά βγήκες σήμερα από το κελί σου. Και πιάνοντας τον μπράτσο, με σιγανά βήματα πήραν το δρόμο του μοναστηριού.

Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα της αυλής και βγήκε η Βουβή. Καθώς είδε τους δυο άντρες, κοντοστάθηκε κι έκανε να ξεφύγει. Μα άλλο δρόμο δεν είχε από το μονοπάτι όπου ανέβαινε ο Κωνσταντίνος με τον Γρηγόρη. Μια στιγμή δίστασε, ύστερα εξακολούθησε το δρόμο της. Καθώς έφθασε κοντά της, ο Κωνσταντίνος σταμάτησε και θέλησε να της μιλήσει, να της πει ένα ευχαριστώ για τον κόπο της, που κάθε μέρα ρωτούσε για κείνον. Μα μ' ένα πήδημα η Βουβή πετάχθηκε στο πλάγι κι έτρεξε στο δάσος όπου χάθηκε.

- Την έλεγαν Αλεξία! αναφώνησε ο Κωνσταντίνος.

- Ποια; ρώτησε ξαφνιασμένος ο καλόγερος.

- Το κοριτσάκι που έφερε ο πατέρας σου στο σπίτι μας, στην Αδριανούπολη.

- Πώς σου ήλθε τώρα;

- Δεν ξέρω! Έξαφνα, σα να άναψε φως στο μυαλό μου, θυμήθηκα τ' όνομα της. Και θυμούμαι που είπε η μητέρα μου: «Αλεξία! Είναι περίεργο όνομα». Και αποκρίθηκε ο Παγράτης πως ήταν τ' όνομα του πατέρα της.

- Ναι, ναι! Καλά λες! Τον πατέρα της τον έλεγαν Αλέξιο, αποκρίθηκε ο καλόγερος, Αλέξιο Αργυρό.

Μπήκαν στο μοναστήρι. Ο Κωνσταντίνος ανέβηκε στο κελί του και ο Γρηγόρης πήγε να βρει τον Ηγούμενο, να του πει πως έφευγαν σ' ένα - δυο μέρες και να φροντίσει για άλογα. Τον βρήκε στην είσοδο με δυο καλόγερους που κλείδωναν και αμπάρωναν τη μεγάλη πόρτα του μοναστηριού.

- Καλώς τον πάτερ Γρηγόρη! Έμαθες τίποτα; ρώτησε ο Ηγούμενος με κάποια νευρικάδα.

- Όχι! Γιατί; Τι τρέχει;

- Δεν ξέρω, μα κάτι σοβαρό συμβαίνει. Σου είπα πως το πρωί ένας στρατιώτης του Δραξάν ήλθε να ρωτήσει για το φίλο σου. Λοιπόν τον ρώτησα κι εγώ τι κάνει ο Δραξάν, και μου αποκρίθηκε πως ήταν να έλθει απόψε με τον Δραγομούτσο και δεν ξέρω ποιον άλλο. Έξαφνα, τώρα τ' απόγευμα, παρουσιάζονται μερικοί στρατιώτες, και τι μαθαίνω; Πως φεύγει, λέγει, ο στρατηγός και θέλει όλα του τα πράματα. Και όσους στρατιώτες είχε αφήσει ακόμα εδώ, τους θέλει, λέγει, να παν να τον βρουν. Τα φορτώσαμε όλα στα μουλάρια και τα πήραν οι στρατιώτες και φύγανε.

- Πού πάνε; ρώτησε ο Γρηγόρης γυρεύοντας να μη δείξει τη χαρά του.

- Στον Πρίλαπο, λένε, μα καλά - καλά δεν ήξεραν. Το μόνο που μου είπαν είναι πως όλοι οι στρατηγοί διατάχθηκαν να παρατήσουν τα στενά και να γυρίσουν κατά τον Πρίλαπο. Έλεγα πως θ' άκουσες τίποτα.

- Όχι, τίποτα δεν άκουσα, είπε ο Γρηγόρης.

Και χωρίς να παραγγείλει τ' άλογα ανέβηκε στο κελί του Κωνσταντίνου.

- Μπορείς να κοιμηθείς ήσυχος, είπε χαρούμενα, μπαίνοντας μέσα. Ο Δραξάν με το σώμα του και όλοι οι άλλοι στρατηγοί έφυγαν για τον Πρίλαπο και παράτησαν τα βουνά και τις κλεισούρες. Για μερικές μέρες ακόμα, μπορείς χωρίς φόβο να ξεκουραστείς στο μοναστήρι. Ύστερα φεύγομε μαζί.