Καβομαλιᾶς
Συγγραφέας:
Λόγια τῆς πλώρης (1924)


ΤΙ Βοριᾶς καὶ Θρακιᾶς μοῦ λέτε μένα!… τί Βοριᾶς καὶ Θρακιᾶς!… εἶπε ὁ Χούρχουλας κινῶντας σοβαρά τὸ κεφάλι. Ἄκου ποῦ σᾶς λέω. Τὶς φουρτοῦνες τοῦ Καβομαλιᾶ δὲν τὶς κάνουν ἀνέμοι.

— Ἀμ ποιοὶ τὶς κάνουν;

— Ποιοὶ τὶς κάνουν; Ἐγὼ νὰ σᾶς πῶ. Ὄχι, σοῦ λέει, εἶνε χοντρὸς κάβος καὶ χύνει τὸ βουνὸ ἀέρα κ’ ἔρχεται ὁ Θρακιᾶς ἀπὸ πάνω καὶ βγάζουν ἀψάδα οἱ Βελανιδιώτισσες; Κολοκύθια! Μωρὲ τὶς φουρτοῦνες τοῦ Καβομαλιᾶ δὲν τὶς κάνουν ἀνέμοι!…

— Μὰ ποιοὶ τὶς κάνουν, διάολε; πές μας τὸ λοιπόν! φώναξε ἀνυπόμονα ὁ Ἀλέξης ὁ Σκιαθίτης, πάντα ἀράθυμος.

— Τὶς φουρτοῦνες τοῦ Καβομαλιᾶ; Ἐγὼ νὰ σᾶς πῶ· ἐγὼ τὸ ξέρω… Τὶς φουρτοῦνες τοῦ Καβομαλιᾶ δὲν τὶς κάνουν ἀνέμοι· ἐγὼ νὰ σᾶς πῶ…

— Ὄχι· νὰ μὴ μᾶς πῇς! τὸν ἔκοψε ξαφνικὰ ὁ Κώστας ὁ θερμαστής. Διάολε! κοντεύεις νὰ μᾶς βγάλῃς τὴν ψυχὴ μὲ τὸν Καβομαλιᾶ σου; Γιὰ κάβο τάχα θὰ τὸν περάσῃς κι’ αὐτόν, ποῦ τὸν κατάντησαν πουτάνα οἱ ψαρόβαρκες… Δὲ θέλουμε νὰ μᾶς πῇς τίποτα!

Καὶ γύρισε ἀλλοῦ τὸ πρόσωπο, δυσαρεστημένος τάχα κι’ ἄρχισε νὰ ψιθυρίζῃ κάτι στ’ ἀφτὶ τοῦ συντρόφου του μὲ ἀγανάχτηση, σὰ νὰ τοῦ ἔλεγε: «δὲν ὑποφέρεται, βρὲ ἀδερφέ! δὲν ὑποφέρεται!…» Ὁ Χούρχουλας πῆρε τὸ πρᾶμα στὰ σοβαρά, κοίταξε τοὺς ἄλλους, ἠθέλησε νὰ χαμογελάσῃ καὶ μὴ βρίσκοντας θαρρετὴ ἀπάντηση ἀναψοκοκκίνησε σὰν παπαροῦνα.

— Γιατί, ρὲ παιδί; τόλμησε μόλις νὰ ρωτήσῃ τὸ θερμαστή.

Ὁ Γιανιὸς ὁ Χούρχουλας εἶχε τὴ μανία νὰ διηγῆται. Μόλις παρουσιαζόταν ἡ παραμικρὴ εὐκαιρία νὰ καθήση τὸ πλήρωμα, ἕτοιμος ν’ ἀρχίσῃ τὴ διήγηση. Ποιὰ διήγηση; Ὁποιαδήποτε. Δὲν τὸν ἔμελλε οὔτε γιὰ τὴν ὑπόθεση οὔτε γιὰ τὸ μάκρος της. Οὔτε ἂν ἦταν ἀστεῖα οὔτε ἂν ἦταν τραγική. Οὔτε ἂν ἔβγαινε ἀπὸ τὰ ξάστερα νερὰ τῆς ἀλήθειας ἢ ἀπὸ τὴν ἐλεφαντένια πύλη τῶν ὀνείρων καὶ τὸ χρυσόθρονο αἴσθημα. Οὔτε κι’ ἂν ἦταν τῆς ὥρας φρόντιζε. Εἶχε πεποίθηση στὸν ἑαυτό του κ’ εἶχε τὴ δύναμη νὰ βαμπακοστρώνῃ τὸ δρόμο καὶ νὰ σέρνῃ σιγὰ κι’ ἀνάλαφρα τὰ πιὸ περασμένα στὰ τορινά, ἢ καὶ νὰ μεταφέρνῃ τοὺς ἀκροατές του στὶς μουχλιασμένες θῆκες τῶν περασμένων. Κι’ εἶχε τὴν τέχνη ἀπάνω στὴν ἀλήθεια ν’ ἀπλώνῃ τὴ μεταξωτὴ σκέπη τοῦ ὄνειρου καὶ κάτω ἀπὸ τ’ ὄνειρο νὰ θεμελιώνῃ τὴν ὕλη τὴν ἀληθινή, τεχνίτης θαυμαστός, ὅπως ὁ μέγας ἥλιος, ποῦ σύγκαιρα ἰδανικεύει τὸ πέτρινο βουνὸ καὶ τὸ ἀνεμόπλεχτο σύννεφο. Κι’ ἔβρισκε πάντα τὸν τρόπο, κατὰ τὴν περίσταση, νὰ μακραίνῃ ἢ νὰ πλαταίνῃ τὴν ὑπόθεσή του, χωρὶς ποτὲ νὰ τὴν ἀφίνῃ τέρας τῶν ἄλλων καὶ σύχαμα. Ὅλα τὰ ἤθελε ἰσόμετρα, ξάστερα καὶ ἁρμονικά. Κι’ ἤθελε μόνον νὰ τὸν ἀκούῃ τὸ πλήρωμα.

Οἱ ναῦτες τὸν ἤξεραν καὶ διασκέδαζαν μὲ τὶς ἀδυναμίες του. Πότε τὸν ἔδιωχναν τάχα ἀπὸ κοντά τους, πότε στὴν ὥρα ποῦ διηγόταν, ἄρχιζαν ὅλοι ὁμόφωνοι τὸ βῆχα· πότε ἔπιαναν φιλονικία καὶ τὸν ἐσύγχιζαν καὶ κάποτε ἔφευγεν ἕνας-ἕνας καὶ τὸν ἄφιναν ὁλομόναχο νὰ λέῃ καὶ ν’ ἀκούῃ. Ὁ Γιαννιὸς φουρκιζόταν κι’ ἔβανε ὅρκο στὴς μάννας του τὰ κόκκαλα, στὴ θάλασσα ποῦ ἀρμενίζει, νὰ μή διηγηθῇ πλιὰ τίποτα. Ὄχι μόνον νὰ μὴ τοὺς διηγηθῇ, ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ τοὺς μιλήσῃ· οὔτε νὰ τοὺς κάμῃ συντροφιὰ ποτέ! Κι’ ἦταν βέβαιος πῶς ἅμα χάσουν τὴ συντροφιά του, τὰ διηγήματά του μάλιστα ἅμα στερηθοῦν, πάει, θὰ σκάσουν ἀπὸ τὸ κακό τους. Δὲν ἦταν καταλαχάρης ἄνθρωπος ὁ Γιαννιὸς οὔτε ἔλεγε λόγια τοῦ ἀνέμου!…

Μπορεῖ αὐτή του ἡ πεποίθηση νὰ μὴν ἦταν καὶ καθόλου ἄδικη. Γιατί τὸ πλήρωμα, μόλις τὸν ἔφερνε σὲ κείνη τὴ θέση, ἔπεφτε πάλι καὶ τὸν προσκαλοῦσε κοντά του καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ ξαναρχίσῃ, δίνοντάς του ὑπόσχεση πῶς θά τὸν ἀκούσῃ μὲ προσοχή. Κι’ ὁ Γιαννιὸς ἀσυνέριστος, ξέχανε τοὺς ὅρκους καὶ ἄρχιζε τὴ διήγηση δίχως χρονοτριβή. Συνήθιζε ὅμως πρῶτα μὲ λόγια μισοκομμένα νὰ συσταίνῃ στοὺς ἀκροατές του ἐκεῖνο ποῦ θὰ διηγηθῇ. Τόρα μὲ τὶς πρῶτες φωνὲς τοῦ θερμαστὴ καὶ τὸν κρύο τρόπο τῶν ἄλλων, ὁ Γιαννιὸς ἔχασε τὸ θάρρος του. Οἱ συμφωνίες ἄργησαν νὰ ἔρθουν κι’ αὐτὸ τὸν ἀπέλπιζε. Μὰ ξαφνικὰ πλησίασε ὁ Μπαρμπαγιώργης ὁ ναύκληρος, εἶδε τὴν ψεύτικη κατσούφια ποῦ ἔδειχναν οἱ ναῦτες, τὴ στενοχώρια τοῦ Γιαννιοῦ καὶ μάντεψε ὅλα:

— Σώπα ρὲ σύ· εἶπε στὸν Κώστα μὲ αὐστηρὴ φωνή. Ἄσε τὸ Γιαννιὸ νὰ μᾶς πῇ τίποτα.

— Ναί, ἔλα Γιαννιέ, πές μας! εἶπαν παρακαλεστικὰ κι’ οἱ ἄλλοι ναῦτες.

— Ἐγὼ νὰ σᾶς πῶ, ναί· ἄρχισε ἀμέσως ἐκεῖνος ξαναβρίσκοντας τὴν εὐθυμία του· κι’ ἂν δὲ σᾶς λέω ἀλήθεια νὰ τὸν ἔχω ἀντίδικο. Τὶς φουρτοῦνες τοῦ Καβομαλιᾶ δὲν τὶς κάνουν ἀνέμοι· τὶς κάνουν τὰ στοιχειά.

— Τὰ στοιχειά! μωρὲ λόγο ποῦ μᾶς εἶπες! φώναξε ἀναμπαιχτικὰ ὁ θερμαστής. Κι’ οἱ ἀνέμοι τάχα δὲν εἶνε στοιχειά; Ὁ Βοριᾶς δὲν εἶνε στοιχειὸ ποῦ καταλεῖ πέντε στὸ φαγὶ καὶ δέκα στὴν καθησιά του, καὶ ἂν δὲ γεράσῃ δὲν ταξειδεύεται! Ἡ Νοτιὰ δὲν εἶνε σὰν πουτάνα, ποῦ ὅσο γεράζει τόσο καὶ ξετσιπώνεται! Ὁ Σορόκος, ὁ Γαρμπῆς, ὁ Γρέγος, ὁ Πουνέντες τί ἄλλο εἶνε παρὰ στοιχειά, ποῦ ἀναταράζουν τὴ θάλασσα καὶ καταντοῦν σανίδια τὰ καμαρωτὰ πλεούμενα; Μωρὲ λόγο ποῦ μᾶς τὸν εἶπε κι’ ὁ Γιαννιός!

Ἐκεῖνος γύρισε καὶ τὸν εἶδε μὲ βλέμμα παθιασμένο κι’ ἀδύνατο.

— Μὰ τί πειραχτήριο εἶσαι σύ, δὲ μοῦ λές; τοῦ εἶπε μὲ παράπονο. Ποιὸς διάολος σ’ ἔφερε ἐδῶ μέσα γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου; Ἄσε ν’ ἀκούσῃς πρῶτα, μωρὲ παλιόγυφτα! Τὰ στοιχειὰ τοῦ Καβομαλιᾶ εἶνε ξωτικά. Ὅποιον ρωτήσῃς στὸ Βάτικα τὴν ἴδια ἱστορία θὰ σοῦ εἰπῇ. Εἶνε χρόνια τόρα· πάππου πρὸς πάππου! Εἶδες, ὅταν φτάνουμε ἀνάμεσα Τσιρίγου κι’ Ἀλαφονησιοῦ, ποῦ φαίνονται κρεμασμένα στὸ βουνὸ τέσσερα-πέντε χωριά; Εἶνε τὰ χωριὰ τῶν Βατίκων. Κι’ ἀπὸ αὐτὰ τὸ Φαρακλὸ εἶνε μεγαλείτερο. Ἐκεῖνα τὰ χρόνια ὁ πλουσιώτερος καὶ δυνατώτερος Μπέης τῶν Βατίκων ἦταν ὁ μπέης τοῦ Φαρακλοῦ. Ὁ κάμπος κάτω ὥς τὴν Πεζούλα—τὴ Νεάπολη νὰ εἰποῦμε—ἦταν δικός του. Τὸ Καστράκι στὸ ρίζωμα ἐκεῖνος τ’ ὥριζε. Ἀκόμη καὶ τὰ εἰκοσιτέσσερα μοναστήρια τοῦ Καβομαλιᾶ πλήρωναν φόρο σὲ κεῖνον. Οἱ πύργοι του ἀκόμη σώζονται σπαρμένοι ἐδῶ καὶ κεῖ σ’ ὅλα τὰ κορφοβούνια ἀπὸ τὸν Ἀρχάγγελο ὣς τὴ Μονοβάσια. Μὰ καμμιὰ φορά, τὰ πλούτη καὶ ἡ δύναμη δὲ φέρνουν τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀνάπαψη. Ὁ Μπέης κ’ ἡ Μπέησσα εἶχαν ὀχιὰ τὴ λύπη ποῦ δὲν ἀποχτοῦσαν ἕνα παιδί. Ὅσο μετροῦσε τὸ βιός του κεῖνος καὶ τὸ ἔβλεπε ἀμέτρητο, τόσο θλιβότανε ποῦ δὲν ἤξερε τὸν κληρονόμο του. Ὅσο ἔβλεπε κείνη τὰ ροῦχα της, σαμούρια καὶ λαχούρια, τὰ ὁλόχρυσα στολίδια της, τόσο στέναζε ποῦ δὲν εἶχε μιὰ κόρη νὰ τὰ χαρῇ καὶ νὰ τὰ ξανανιώσῃ. Κι’ ὅταν βράδυ ἔσμιγαν οἱ δυό τους στὴν κρεβάτα, πόσοι πόθοι καὶ τί καημοὶ σεμνοφτέρωτοι, γοργοπετοῦσαν γύρω στὸ πικραμένο τὸ ἀντρόγυνο!

Τέλος θὲς ἀπὸ τὸ Θεό, θὲς ἀπὸ τὰ μαγικά τῆς Μπέησσας ἀπόχτησαν ἕνα παιδί·—μιὰ μπεοπούλα παρόμοια τῆς Ἡλιογέννητης. Οἱ γονεῖς της δὲν εἶχαν πλιὰ ποῦ νὰ κρύψουν τὴ χαρά τους, πῶς νὰ προφυλάξουν ἀπὸ κάθες κακὸ τὴν ἀκριβή τους. Δὲν πρόφτασε νὰ γίνῃ δέκα χρονῶν κι’ ἄρχισαν τὰ προξενιά. Ἀπὸ τὸ Μωριᾶ, ἀπὸ τὴ Ρούμελη, τὴν Ἔγριπο καὶ τὴν Ἀθήνα οἱ πλουσιώτεροι κι’ ἀντρειότεροι Μπέηδες κι’ Ἀγάδες, ἔστειλαν πλούσια κανίσκια ν’ ἀρρεβωνιάσουν τὴ Γκιουλχανούμ. Ἀλλὰ ὁ Μπέης, ὅταν ἀποφάσισε νὰ τὴν παντρέψῃ, δὲν ἦβρε καλύτερο ἀπὸ τὸ Μωσᾶ Μπαρδούνια, τὸν ξακουσμένο Μπέη τῶν Μπαρδουνοχωριῶν. Μὲ κεῖνον τὴν ἀρρεβώνιασε.

Ἄχ! κακὸ μάτι παράστεκε στὴ χαρὰ τῆς ἄμοιρης. Δὲν πέρασαν τρεῖς μέρες κ’ ἔπεσε στὸ κρεβάτι χτυπημένη ἀπὸ κρυφὴ καὶ ἄσχημη ἀρρώστια. Τρέχουν ἀμέσως οἱ διαλαλητάδες ὁλοῦθε, σὲ Μωριᾶ καὶ Ρούμελη, στὰ Δωδεκάνησα καὶ τὰ Φραγγονῆσα, στὴν Πόλη καὶ τὴ Βενετιά, διαλαλοῦν καὶ λένε:—Ὅποιος βρεθῇ καὶ γιατρέψῃ τὴ μπεοπούλα τοῦ Φαρακλοῦ θὰ τὸν ντύσῃ στὸ μάλαμα ὁ Μπέης, ὁ ἀφέντης της, καὶ στ’ ἀσημάρματα ὁ Μωσᾶ Μπαρδούνιας, ὁ ἄντρας της!…

Τὸ ἀκοῦν καὶ τρέχουν οἱ γιατροὶ μὲ τὰ γιατροσόφια, οἱ γιάτρισσες μὲ τὰ βότανα, οἱ δερβισάδες μὲ τὰ ξόρκια, οἱ παπάδες μὲ τὰ τετραβάγγελα καὶ τὰ θαματουργὰ εἰκονίσματα. Μὰ ὅλοι τίποτα δὲ μποροῦν νὰ κάμουν στὴν πικρὴ ἀρρώστια τῆς πεντάμορφης! Λυώνει καὶ σβύνει σὰν τὸν ἀνθὸ στὸ ἀνθογυάλι του. Πᾶνε τὰ κάλλη, πᾶνε καὶ τ’ ἀρώματα. Μέσα στὸ ἀπόμερο δωμάτιο τοῦ πύργου, τὸ στρωμένο μὲ χνουδωτοὺς τάπητες, στὸ ἁπαλὸ κρεβατοστρῶσι ἀπάνω, δράκοι παλαίβουν δυνατὰ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα της. Ἀπάνω της σκυμένοι, ἀχνοὶ κι’ ἄλαλοι παραστέκουν οἱ γονεῖς, ἀνίκανοι νὰ βοηθήσουν τὴν κόρη στὸ χαροπάλαιμα. Καὶ δὲν ἀκούεται ἄλλο μέσα στὸ θλιμμένο δωμάτιο, παρὰ τὸ ἀνάλαφρο ἀγγομαχητὸ τὴς μπεοπούλας, σὰν φτεροκόπημα ψυχῆς.

— Ἐκείνη τὴν ὥρα μπαίνει ἕνας καὶ κράζει τὸ Μπέη παράμερα:

— Ἕνας γέροντας, λέει, φάνηκε στὴν Πεζούλα ἐρχάμενος ἀπὸ τὴ θάλασσα. Ἔρχεται νὰ γιατρέψῃ τὴ μπεοπούλα.

Καθὼς τ’ ἀκούει ἐκεῖνος ἀναγάλλιασε.

— Τρέξτε γλήγορα! λέει στοὺς ἀνθρώπους του· γλήγορα νὰ μοῦ φέρτε τὸ γέροντα!

Τρέχουν, βρίσκουν ἕνα κοντὸ καὶ κακοτράχαλο γεροντάκι, καβάλλα σὲ μιὰ κασσέλα. Ἦταν κασσέλα κ’ ἔμοιαζε σὰ χελῶνα· ἦταν χελῶνα κ’ ἔμοιαζε σὰν κασσέλα. Τρέχει ὁ Μπέης, κατεβαίνει τὴ σκάλα καὶ τοῦ πέφτει στὰ πόδια.

— Ἀμάν, γέροντά μου· σῶσέ μου τὸ χανουμάκι κι’ ὅ,τι θὲς ἀπὸ μένα.

— Μὴ φοβᾶσαι, μπρέ! τοῦ φωνάζει ἐκεῖνος ἄγρια· ὅσο εἶμαι δῶ, μὴ φοβᾶσαι! Μόνο ἕνα πρᾶμα θὰ κάμῃς· νὰ πάρῃς τὴ Μπέησσα καὶ νὰ φύγετε ἀπὸ τὸν πύργο. Καὶ νὰ διαλαλήσῃς στὸ χωριό, μὲ τὸ ἡλιόγυρμα οἱ χωριανοὶ νὰ κλειῶνται στὰ σπίτια τους συφάμελοι γιὰ τρεῖς μέρες.

Ὁ Μπέης κι’ ἡ Μπέησσα στὴν ἀρχὴ δὲν ἤθελαν νὰ φύγουν καὶ ν’ ἀφήσουν μοναχὴ τὴ θυγατέρα τους. Μὰ ὁ γέροντας ἐπίμενε στὸ λόγο του.

— Ἂν δὲ θέλτε, εἶπε· ἀφῆστέ την νὰ πεθάνῃ.

Τέλος ἔφυγαν οἱ γονέοι κι’ ὁ γέροντας ἔμεινε ὁλομόναχος μὲ τὴν ὀμορφονιά. Ὁ γέροντας ἦταν μάγος, ἀπὸ κείνους τοὺς μάγους, ποῦ μὲ τὸ λόγο μποροῦν νὰ μαρμαρώσουν τὴ θάλασσα καὶ νὰ θαλασσώσουν τὶς στεριές. Ἡ δύναμη του ὅλη καὶ τὰ μάγια του ἦταν σὲ κείνη τὴν κασσέλα· τὴν ἔκανε ὅπως ἤθελε: γοργοπόδαρο ἄλογο στὴ στεριά, τρεχαντῆρι ἄφταστο στὴ θάλασσα καὶ πουλί πετούμενο στὸν ἀγέρα. Εἶχε κλεισμένα μέσα της ἑφτὰ φουσᾶτα ξωτικῶν· τὸ ἕνα φουσᾶτο φοβερώτερο ἀπὸ τὸ ἄλλο. Καὶ μὲ κεῖνα ἔλεγε νὰ γιατρέψῃ τὴν Γκιουλχανούμ. Πιάνει γοργὰ κι’ ἀνοίγει τὴν κασσέλα· χύνει ἔξω ὅλα τὰ ξωτικά. Καθὼς τὰ ἔχυσε, κάποιο βαθὺ βογγιτὸ ἀκούστηκε καὶ τὰ ὄρη γύρω ἄρχισαν νὰ χτυπιῶνται σὰ δαιμονισμένα.

Πέρασαν τέλος τὰ τρία μερονύχτια, ἔγινε καλὰ ἡ μπεοπούλα. Ὄχι μόνον ἔγινε καλά, μὰ καὶ πιὸ ὄμορφη καὶ γλυκειὰ καὶ δροσερὴ ἀπὸ πρωτήτερα. Οἱ δύστυχοι γονεῖς κατάντησαν τρελλοὶ ἀπὸ τὴ χαρά τους· δὲν ἤξεραν μὲ τί τρόπο ν’ ἀντιπληρώσουν τὸ γέροντα. Μὰ ἐκεῖνος δὲ φρόντιζε γιὰ τέτοια. Ἔτσι ἦρθε· ἤθελ’ ἔτσι καὶ νὰ φύγῃ. Ἄρχισε νὰ μαυλίζῃ τὰ φουσᾶτα γιὰ νὰ τὰ κλείσῃ πάλι στὴν κασσέλα. Μὰ κεῖνα δὲ θέλουν νὰ τὸν ἀκούσουν. Μαυλίζει, ξαναμαυλίζει· τίποτα! Κάπως θύμωσαν μὲ τὰ λόγια του καὶ ρίχθηκαν λυσσασμένα, κάνοντας ἄνω-κάτω τὸν τόπο περίγυρα. Ἄκουες φωνές, κλάματα, βρισές, βλαστήμιες, δοντοτριξίματα, μουγκρίσματα, τραγούδια, τούμπανα, βιολιὰ καὶ λαγοῦτα, συγκρατητὰ σφυρίγματα. Ὁ ἀέρας γέμισε ἀπὸ γλῶσσες ἀόρατες, ποῦ καθεμιὰ εἶχε καὶ τὸ σκοπό της. Ἔκανες ἐδῶ, ἄκουες τ’ ὄνομά σου· ἔκανες ἐκεῖ, ἔχανες τὴ σκούφια σου. Ἔσκυφτες χάμω κι’ ἔνιωθες ἄξαφνα φοβερὴ σφήνα νὰ σοῦ χωρίζῃ τὰ μηριά. Βρέθηκαν ἄνθρωποι ποῦ γύρισαν μέρα - μεσημέρι θεόγυμνοι στὰ σπίτια τους. Τὰ χωριὰ ρήμαξαν· οἱ κάτοικοι σφιχτομανταλώθηκαν· τὰ ζωντανὰ δὲν ἔτρωγαν τὸ χόρτο τους· τ’ ἀγρίμια κλείσθηκαν στὶς μονιές τους· ἄδειασαν τὰ βουκολιὰ καὶ τὰ βαλμαδιά· καὶ τὰ γιδοπρόβατα τοῦ Σαρίγκαλου τοῦ πλούσιου ἀρχιτσέλιγκα τοῦ Καβομαλιᾶ, συνεπῆραν τὰ μαντριὰ καὶ γκρεμοτσακίστηκαν στὴ θάλασσα.

Ὁ γέροντας πῆγε νὰ σκάσῃ ἀπὸ τὸ θυμό του. Ὅλα τὰ ξόρκια εἶπε, μὰ κανένα δὲν πετύχαινε. Τὰ ξωτικά, ποῦ ἄλλοτε ἔτρεχαν συμμαζωχτὰ σὰ σκυλιὰ στὰ πόδια του, τόρα γύριζαν καὶ τὸν περιγελοῦσαν, τοῦ τραβοῦσαν τὰ γένεια κ’ ἔπλεκαν πλεξίδες ἄλυτες τὰ μακριά του τὰ μαλλιά. Καὶ κεῖνος δὲ μποροῦσε νὰ καταλάβῃ τί ἔτρεχε· τάχα γιατί τὰ μάγια του ἔχαναν τόσο τὴ δυναμή τους; Ἔπεσε στὴ σκέψη κι’ ἄρχισε ν’ ἀνασκαλίζῃ μὲ τὸν νοῦ τὰ περασμένα.

— Μπρέ! εἶπε ἄξαφνα κτυπῶντας τὸ μέτωπό του. Τόρα φωτίσθηκε. Ναί, τόρα θυμήθηκε πῶς μιὰ στιγμή, ὅταν ἡ μπεοπούλα ἔμενε ἀκίνητη ἐμπρός του, βλέποντας τὸ χυτὸ κορμὶ ἔκραξε ἀστόχαστα:

— Μωρὲ μῆλο γιὰ δάγκωμα!

Κ’ ἔσυρε τὸ τρεμάμενο χέρι του γλυκὰ κι’ ἀνάλαφρα ἀπάνω της. Μὲ τοῦτο ὅμως ὁ γέροντας μολεύθηκε, καὶ μολεμένου ἀνθρώπου δὲν πιάνουν τὰ μάγια ποτέ! Ἄρχισε τόρα νὰ κλαίῃ καὶ νὰ μύρεται. Τέλος δεήθηκε στὸ Θεό, ἀκόμη μιὰ φορὰ νὰ πιάσουν τὰ μάγια του, γιὰ νὰ σώσῃ τὸν τόπο ἀπὸ τὰ ξωτικά. Ὁ Θεὸς τὸν ἄκουσε· καὶ μ’ ἕνα λόγο συνάζει ὁ μάγος τὰ φουσᾶτα καὶ σὰν νὰ ἔρριχνε θανάσιμους ὀχθρούς, τὰ διασκορπίζει περίγυρα. Τρία ρίχνει στὶς Νεραϊδοσπηλιές, κάτι σταχτιὲς πέτρες ποῦ κρέμονται ἀπάνω ἀπὸ τὴ χούνη τοῦ Λαχιοῦ· ἄλλα τρία ρίχνει στὸ Κοῦνο, ψηλὰ στὸ Παραδεῖσι· καὶ τὸ φοβερώτερο, μὲ βρισιὲς κι’ ἀναθέματα, γυρίζει καὶ τὸ ρίχνει στὸν πάτο τῆς θάλασσας, ἀντίκρυ στὸ Τσιρῖγο.

Γιὰ τοῦτο σᾶς λέω, τὶς φορτοῦνες τοῦ Καβομαλιᾶ δὲν τὶς κάνουν ἀνέμοι! Ἀκοῦτε μένα· τὶς κάνουν τὰ στοιχειά!…»

Ὁ Γιαννιὸς ὁ Χούρχουλας, ὅταν τελείωσε, γύρισε περήφανο βλέμμα νὰ ἰδῇ τοὺς συντρόφους του. Πρίν, ἀφαιρεμένος στὴ διήγησή του, δὲν εἶδε τὰ χαμόγελα οὔτε τὰ κρυφονοήματά τους. Μὰ τόρα τοὺς βλέπει ὅλους γύρω νὰ κοιμῶνται καὶ νὰ ροχαλίζουν. Δρόλαπας τὸν πλάκωσε ὁ θυμός. Μὲ τοὺς ἴσκιους λοιπὸν μιλοῦσε τόσην ὥρα! Ἀναψοκοκκίνησε, τινάχθηκε ὀρθὸς κι’ ἁρπάζοντας τὴ σκάλα ἠθέλησε ν’ ἀνεβῇ, βρίζοντας θεοὺς καὶ ἀνθρώπους. Ἀλλὰ οἱ ναῦτες ξύπνησαν μὲ μιᾶς, ἔσκασαν δυνατὰ γέλια κι’ ὁ θερμαστής, τὸ πειραχτήριο τοῦ Γιαννιοῦ, τὸν ἀκολούθησε φωνάζοντας του:

— Ἄλλο ἕνα Γιαννιέ!… ἄλλο ἕνα καὶ σώνει σου!…