Ἡ δικαιοσύνη τῆς θάλασσας
Συγγραφέας:
Λόγια τῆς πλώρης (1924)


ΤΟΝ Μπάρμπα-Καληώρα τὸν ὑποναύκληρο, συχνὰ θέλουν νὰ τὸν πειράζουν οἱ σύντροφοί του. Καὶ γιὰ νὰ τὸν πειράξουν δὲ χρειάζονται παρὰ νὰ τοῦ εἰποῦν τὸ συνηθισμένο λόγο τους:

— Ἔλα, πές μας Μπάρμπα-Καληώρα, πόσες φορὲς ναυάγησες;

Στὸ ἄκακο τὸ ρώτημα ὁ γερoναυτικὸς ἀνάβει σὰν δαδί. Τὸ σκευρωμένο ἀπὸ τὰ χρόνια καὶ τὸ ψήλωμα κορμί του ὀρθώνεται ἀλύγιστο· τὸ γελαστὸ καὶ ἄδολο πρόσωπό του συγνεφιάζει σὰν μαρτιάτικος οὐρανός· τὰ μάτια του σπιθοβολοῦν ἀπὸ θυμοὺς καὶ φοβερίσματα καὶ μὲ τὴν ἀρβανίτικη προφορά του, κομματιαστὴ καὶ βαρειὰ καὶ συρμένη, γυρίζει καὶ τοὺς λέει:

— Μωρὲ ἄϊντε πόρρρ!… Ἐσεῖς νὰ πᾶτε νὰ βυζάχτε γάλα κ’ ὕστερα νὰ ’ρθῆτε νὰ μιλῆστε μεταμένα. Ἀμή!… τὸν καιρὸ ποῦ γὼ ἀρμένιζα τὰ πέλαγα, ἐσεῖς δὲν ἤσαστε μουδὲ σπόρος στ’ ἀχαμνὰ τοῦ πατέρα σας!…

Τὸ τσοῦρμα τότε γελᾷ, σκαστὰ καὶ τρανταχτὰ γέλια καὶ γελᾷ μαζί του ὁ Μπάρμπα-Καληώρας ὁ υποναύκληρος. Ἔτσι κ’ ἕνα μεσημέρι, ποῦ ἡ πρώτη βάρδια ἔραφτε κάποιο πανὶ στὴν πλώρη καὶ ἡ δεύτερη γιωμάτιζε μὲ σκύλινη ὄρεξη, θέλησαν πάλι νὰ τὸν πειράξουν. Τόρα ὅμως δὲ θύμωσε. Ἔμεινε ἥσυχος ἐκεῖ ποῦ καθόταν καὶ μόνον τὴ σακοράφα παραίτησε μισοπερασμένη στὸ πανὶ καὶ στύλωσε τὰ μάτια στὴ θάλασσα, μὲ κάποιο γαμόγελο στὰ χείλη. Ἔβλεπε τάχα τὸ κῦμα, ἢ τὸν ἴσκιο τοῦ πλοίου ποῦ μὲ τὴ σκάφη ψηλή, τ’ ἀγέρωχα κατάρτια, τὴν κοντραγέφυρα καὶ τὸν ψηλὸ καπνοδόχο γλυστροῦσε ἀπάνω στὰ νερά; Ποιὸς ξέρει! Μὰ ἀφοῦ γιὰ κάμποση ὥρα ἔμειν’ ἔτσι, γύρισε ἀργὰ τὰ μάτια περίγυρα καὶ βλέποντας κοντὰ τὸν ναύκληρο ποῦ ἔστριφε τὰ ἔμπολα μιᾶς γούμενας, εἶπε μὲ τόνο προφητικό:

— Νὰ ξέρῃς καλά, Μπαρμπαγιώργη, ποῦ ἡ θάλασσα ἔχει τὴν κρίση τῆς ὅπως κ’ ἡ στεριά. Καὶ τὴν ἔχει καλήτερη ἀπὸ τὴ στεριά. ’Εδῶ δέν ἔχει λόγια· ἔκαμες-ἔλαβες· σοῦ τὸ τίναξε ἀπάνω σὰν ἀστροπόβολο!… Μὰ τὸ κακὸ ποῦ εἶδα σὲ κεῖνο τὸ καταραμένο καράβι! Δὲν πολυκαίρισε οὔτε μῆνα. Τί λέω οὔτε μῆνα; Οὔτε δεκαπέντε μέρες· μωρ’ οὔτε δέκα! Μονοβδόμαδα ἔκαμ’-ἔλαβε. Καὶ νὰ σοῦ εἰπῶ, ἔτσι εἶνε σωστό. Γιατὶ ὅ,τι γίνει στὴ θάλασσα γρήγορα λησμονιέται. Ἔγινε-πέρασε· πάει μὲ τ’ ἀγέρι, μὲ τὸ κῦμα, μὲ τὸν ἀφρό, μὲ τοῦ καιροῦ τὰ διάβατα. Γιὰ τοῦτο πρέπει ἐκεῖνο ποῦ θὰ ἔρθῃ, νὰ ἔρθῃ σύγκαιρα.

Ἤμουνα, θυμοῦμαι, ἄνεργος στὴν Πόλη. Δὲν ξέρω πῶς μοῦ ἦρθε κι’ ἀποφάσια νὰ κατεβῶ στὴν Ὕδρα, νὰ στεφανωθῶ. Μὰ μέρα μὲ τὴ μέρα νὰ βρῶ καράβι γνώριμο, ἔφαγα τὰ λεφτὰ ποῦ εἶχα γιὰ τὸ γάμο. Ἀπὸ τὸ Σιφνέϊκο καφενὲ στὴ Σαντορινιὰ ταβέρνα· ἀπὸ τὴ Σαντορινιὰ ταβέρνα στὸ Κεμὲρ-ἀλτί. Χαρτιά, κρασί, γυναῖκες νυχτόημερα! Σὲ δεκαπέντε μέρες ἔβαλα καὶ χρέος τρία τάλληρα στὸν καφενὲ καὶ δεκατρία φράγκα στὴν ταβέρνα. Ὅσο γιὰ τὸ Κεμὲρ-ἀλτὶ μὴ ρωτᾷς· λίγο ἔλειψε νὰ μοῦ φορέσουν τὸ φεσάκι καὶ νὰ μὲ βάλουν νὰ παίζω τὴ λατέρνα στὴν πόρτα.

Μὰ τὸ δουλευτὴ ὅσο εἶνε γερὸς μὴ τὸν φοβερίζῃς. Ἐκεῖνες τὶς μέρες βγῆκε λόγος στὴν Κρασόσκαλα πῶς ἕνας Σπετσώτης τσουρμάρει γιὰ τὴ Μαύρη Θάλασσα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πῶς τὸ ἄκουσα τελευταῖος. Ὁ ταβερνάρης ποῦ μὲ πίστωνε ἦρθ’ ἕνα βράδυ καὶ μοῦ λέει στ’ αὐτί:

— Πάρε τὸ καρτάκι καὶ τράβα στὸ Μπουγιούκδερε. Γύρεψε τὸ μπαρκομπέστια τοῦ καπετὰν Μπισμάνη κι’ ἔμπα μέσα. Αὐγὴ χαράματα σαλπάρετε γιὰ τὴ Μαύρη Θάλασσα.

Ἤπιαμε τὸ καρτάκι στὸ πόδι μὲ τὸν καλοθελητή μου, πῆρα τὰ ροῦχα στὸν ὦμο καὶ γραμμὴ γιὰ τὸ Μπουγιούκδερε. Αὐγὴ χαράματα πήραμε τὴν ἄγκυρα. Μὰ ὁ καπετάνιος ξεκολλημὸ δὲν εἶχε ἀπὸ τὶς κουμπάρες. Ξέρεις τί πιπερᾶτες σοῦ εἶνε! Τέλος βγήκαμε ἀπὸ τὰ Μπουγάζια. Ἥβραμε νοτιὰ τὸν καιρό· σὲ τέσσερες μέρες περάσαμε στὸ Κέρτζι.

Ἀρχὲς Νοέβρη ἕτοιμοι πάλι γιὰ ταξεῖδι. Πλάκωσε ὅμως ἡ Πεντέχτη. «Στὴ χάση-πιάση ἀρμένιζε, Πεντέχτη στὸ λιμιῶνα» ἔλεγαν οἱ παλαιοί. Ὁ καπετὰν Μπισμάνης ἦταν φρόνιμος· ἄν δὲν ἔβλεπε καλοσυνάδα τὰ σημάδια τοῦ καιρού δὲν ἔλυνε πρυμόσχοινο. Μὰ τί νὰ φέρῃ ὁ διάβολος γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας; Ὁ καπετάνιος εἶχε μία κάσα γλυκὰ σπιτίσια νὰ φιλέψῃ τὸν ἔμπορο. Γιὰ νὰ μὴν πληρώσῃ τελώνειο, τὰ δίνει μιὰ νύχτα σὲ φίλους νὰ τὰ βγάλουν λαθραῖα. Τὴν αὐγὴ μαθαίνει ἀπὸ τὸν ἔμπορο πῶς τὴν κάσα τὴν πιάσανε οἱ τελωνοφυλάκοι. Ἀκούοντας ἔτσι τρέχει στὸ καράβι. Οἱ Ροῦσοι δὲ χορατεύουν. Δὲν τοὺς κόστιζε τίποτα νὰ πάρουν τὸ πρᾶμα, νὰ κατασχέσουν τὸ καράβι καὶ ὅλους νὰ μᾶς στείλουν ἀλυσοδεμένους στὴ Σιβηρία. Οὔτε καιρὸ κοίταξε οὔτε τίποτα, μόνον πάρσιμο τὴν ἄγκυρα κι’ ἐμπρός. Καὶ νὰ ἰδῇς ποῦ συνεπῆρε κι’ ἄλλους τὸ κίνημά του. Πολλὰ καράβια ἦταν ἕτοιμα νὰ φύγουν μὰ ἔμεναν, βλέποντας συλλογισμένο τὸν καιρό· τόρα ὅμως βγῆκαν καὶ κεῖνα στὰ πανιά.

Μὰ ἡ Πεντέχτη ἔδειχνε πῶς δὲ θὰ παίξῃ. Γύρω τὰ οὐρανοθέμελα ἦταν κατάσκουρα· ὁ ἥλιος ἄσπρος καὶ λερωμένος σὰν ἄπλυτο καραβόπανο, στριφογύριζε γοργά, λὲς καὶ βιαζότανε νὰ κρυφτῇ στὰ κύματα. Τὰ δελφίνια ἔτρεχαν κοπαδιαστὰ ἀπάνω στὸν καιρὸ καὶ πηδοῦσαν ἔξω ἀπὸ τὰ νερά, σὰν νὰ τὰ κυνηγοῦσε καμμιὰ φάλαινα. Οἱ γλάροι μὲ τὸ λαιμὸ χωμένο, χαμωπετῶντας καὶ σκούζοντας ἔφευγαν κατὰ τὶς στεριές. Ὁ καπετάνιος βλαστημῶντας τοὺς Ρούσους καὶ τὸν ἔμπορο καὶ τὰ γλυκά, ἑτοιμάστηκε νὰ παλαίψῃ παλληκαρίσια.

— Ἄλα, παιδιά· φώναξε κυτάζοντας περίγυρα σὰν ἀγριόγατος· μάϊνα πανιά! οὔτε φούσκα νὰ μείνῃ στὶς σταύρωσες, οὔτε σχοινὶ στὰ ξάρτια, οὔτε χαραμάδα στὴν κουβέρτα!…

Σὲ μισὴ ὥρα τὸ εἶπε κι’ ἔγινε: οὔτε φούσκα ἔμεινε στὶς σταύρωσες, οὔτε σχοινὶ στὰ ξάρτια, οὔτε χαραμάδα στὴν κουβέρτα. Τ’ ἀμπάρια. ἡ πλώρη ἡ κάμαρη τοῦ καπετάνιου, τὸ μαγεριὸ καρφώθηκαν ποῦ δὲν πέρναγε τρίχα. Πλάκωσε τέλος ἡ νύχτα καὶ μαζὶ πλάκωσε τὸ ψυχοβάσανο.

— Ἔ καὶ νὰ μᾶς τὸν ἔφερνε τρεμουντάνα!

— Ἂς τὸν πάρῃ πρῶτα στὴν ὄστρια, ὀστριασορόκο καὶ βλέπουμε.

— Σιγά, παιδιὰ καὶ πλακώνει τὸ πουνεντεμαΐστρο· στὴ βόλτα βρίσκονται σιγόντοι καιροί. Σωπᾶτε καὶ ἄβρεχοι θὰ πᾶμε στὰ Μπουγάζια.

Καὶ ὁ σκύλος ἀκόμη ὁ Καψάλης, στὴν ἄκρη τοῦ μπαστουνιοῦ καθισμένος, τέντωνε τὸ λαιμό, γύριζε ὁλοῦθε καὶ μυριζόταν τὸν ἄνεμο. Μόνον ὁ καπετάνιος ὀρθὸς ἐμπρὸς στὴν κάμαρή του, τραβοῦσε τὴν πίπα ἀκίνητος, λὲς κ’ ἦταν ἀπὸ μάρμαρο.

Ἀπάνω στὰ μεσάνυχτα ἦρθε τὸ πρῶτο φύλλο. Δεύτερο φύλλο καὶ ξέσπασε ὁ γρεγολεβάντες. Ὁ χειρότερος καιρὸς τῆς Μαύρης Θάλασσας μᾶς ἅρπαξε στὰ φτερά του. Ἀλλοίμονο στὸ σιταρόσπυρο ποῦ πέσῃ στοῦ μύλου τὰ δόντια!

Ἑφτὰ ἤμαστε στὸ μπαρκομπέστια κι’ ὁ καπετάνιος ὀχτώ. Κ’ οἱ ὀχτὼ μάτι δὲν κλείσαμε, τσιγάρο δὲ στρίψαμε ὅλη νύχτα. Ζωντανὴ θάλασσα ἔμπαινε ἀπ’ ὅλες τὶς μεριὲς καὶ πελάγωνε. Τὰ μπούνια ὀρθάνοιχτα καὶ δὲ μποροῦσαν νὰ τὴν κεφαλώσουν. Ἕνα κῦμα ἔφευγε δυὸ ἐρχόνταν. Τυχερὸ ποῦ τὸ καράβι ἦταν καλοθάλασσο κι’ ὁ καπετάνιος σωστὸ θαλασσοποῦλι. Μὲ τὸ ρέκασμα ποῦ ἔκανε τὸ κῦμα μακρυά, γύριζε τὴν πλώρη καὶ τὸ δεχότανε στὰ πλάγια· ἀλλιῶς θὰ παθαίναμε μεγάλη ζημιά. Κ’ ἔτσι ὅμως ἡ ζημιὰ δὲν ἔλειψε. Ἕνα κῦμα ἦρθε καὶ μᾶς ἅρπαξε τὴ μικρὴ βάρκα ἀπὸ τοὺς μούρσους καὶ τὴ χόρευε στὴν κουβέρτα σὰν καρυδόφλουδο. Ρίχτηκαν δυὸ-τρία παιδιὰ νὰ τὴν ἁρπάξουν· μὰ ποῦ νὰ κρατήσουν ἀρκούδα λυσσασμένη; χέρια εἶνε, δὲν εἶνε ἀτσαλοσίδερο! Τὴν ὥρα ποῦ ἅπλωναν κατὰ τὴν πλώρη, ἐκείνη στὴν πρύμη βρισκότανε. Καὶ τὴν ὥρα ποῦ ἅπλωναν κατὰ τὴν πρύμη, στὴν πλώρη ἔφτανε. Ἂν τὴν βλέπατε μωρὲς παιδιά, πῶς πηδοῦσε, ἂν τὴν ἀκούατε πῶς μούγκριζε κι’ ἀγκομαχούσε, πῶς ἔκοβε τὰ σχοινιὰ κ’ ἔσπαζε τὰ σίδερα, θὰ πιστεύατε πῶς ἦταν ὁ διάβολος σωστός.

— Τὸ Κόνισμα, παιδιά· τὸ Κόνισμα! φωνάζει ὁ ναύκληρος υποψιασμένος.

Καθὼς ἄκουσε «τὸ Κόνισμα», λύσσαξε ὁ τρισκατάρατος! Ἔκανε ὁλάκερο ξύλο νὰ τρέμῃ σὰν τὸ φυλλοκάλαμο. Καὶ στὴν ὥρα ποῦ ἔφερναν τὸ Κόνισμα, πήδησε στὰ κύματα μὲ τὸ Γιώργη τὸ Σπετσωτάκι, ποῦ ἀντιμαχόταν μαζί της. Γιὰ μιὰ στιγμή, τὸν εἶδα κάτου σὲ βαθειὰ καὶ θεοσκότεινη λαγκαδιὰ ν᾿ ἀντρομάχεται ἀπελπισμένα. Καὶ ἄξαφνα εἶδα κῦμα θεόρατο, μὲ χίλια νύχια καὶ μύριους ἀποκλαμούς, νὰ τὸν παίζῃ στ’ ἀφρισμένο στόμα του καὶ νὰ μᾶς τὸν πετᾷ μὲ βρισιὰ καὶ φοβέρα. Ρίχνομαι νὰ τὸν ἀρπάξω· ἀλλὰ σύγκαιρα πισωπάτησα. Ὁ δύστυχος κρεμόταν στὴν κουπαστὴ μὲ τὸ κεφάλι ἀνοιγμένο καὶ σκόρπια τὰ μυαλά. Δὲν πρόφτασα νὰ συνέρθω ἀπὸ τὴ φρίκη, καὶ τὸ κῦμα, τὸ ἴδιο κῦμα ποῦ μᾶς τὸν ἔριρξε πρίν, ἦρθε πάλι καὶ τὸν ἅρπαξε γιὰ πάντα. Κακόμοιρο παιδί! ἦταν ὁ καλήτερος τὴς συντροφιᾶς μας!

Ἦρθε τέλος ἡ αὐγή. Καλήτερα ὅμως νὰ μὴν ἐρχότανε! Εἶδες τὸ καλοκαῖρι ποῦ βάνουν φωτιὰ στὶς καλαμιὲς πῶς σηκώνονται κολῶνες οἱ καπνοί; Ἔτσι κολῶνες ἀνέβαιναν κλωθογύριστοι ἀπὸ τὴ θάλασσα στὸν οὐρανό. Καὶ τὶ οὐρανό; πυκνὸ καὶ βρώμικο σὰν ἀπὸ ξαντὸ κουρελιῶν, χαμηλώτερο ἀπὸ τὴν ἀμπασογάμπια τοῦ καταρτιοῦ μας. Ἡ γαλέτα, ὁ κοντραπαπαφίγκος κι’ ὁ παπαφίγκος χώνευαν μέσα του. Μοῦ φάνηκε πῶς βρέθηκα στὸ χτίσιμο τοῦ κόσμου, ὅταν ὁ οὐρανὸς ἦταν τόσο χαμηλὰ ποῦ τὸν ἔγλυφαν τὰ βώδια· πῶς οἱ καπνοὶ δὲν ἦταν παρὰ τῆς μεγάλης φωτιᾶς ποῦ ἄναψε τὸ φίδι γιὰ νὰ τὸν κάψῃ. Καὶ ἀπ’ ὥρα σ’ ὥρα περίμενα τὴν καλόγνωμη γουστερίτσα νὰ φέρῃ τὸ νερὸ γιὰ νὰ σβύσῃ τὴ φωτιά· ὁ οὐρανὸς νὰ ψηλώσῃ γαλανός, ὁ ἥλιος νὰ διώξῃ τοὺς καπνούς, νὰ φανῇ ἡ γῆ πλουτοδότρα, νὰ λάμψ’ ἡ θάλασσα καὶ τὰ πετούμενα στ’ ἀνθισμένα κλαδιὰ νὰ δοξολογοῦν τὸ Δημιουργό.

Ὄνειρο ἦταν ἡ ἐλπίδα μου! Οἱ καπνοὶ ὅλο καὶ πυκνότεροι μᾶς ἔζωναν περίγυρα καὶ δὲν ξεχώριζα παρὰ καμμιὰ φορὰ ἄσπρο τὸν ἀφρὸ θεόρατου κυμάτου, πράσινου σὰν ἀλογόπετρα. Κατὰ τὸ μεσημέρι κἄπως ἄριεψαν καὶ εἶδα μακρυὰ τὸν ἴσκιο ἑνὸς μπάρκου ποῦ κατέβαινε μὲ τὰ πανιὰ τοῦ τρίγγου καὶ τῆς ἀμπασογάμπιας. Πιάσαμε καὶ μεῖς τραβέρσο ἀπάνου στὸν καιρὸ μὲ τὰ κάτω πανιά. Μὰ ὥστε νὰ τὸ καλοϊδῶ τὸ ἔχασα τὸ μπάρκο. Οἱ κολῶνες ἄρχισαν πάλι ν’ ἀνεβαίνουν, κλωθογυρίζοντας τὶς ἄπιαστες τουλοῦπες τους, ἄλλες χαμηλές, ἄλλες ψηλότερες, ἄλλες συμμαζεμένες, ἄλλες φυτεμένες στὴ γραμμή, ἄλλες κλαδεμένες στὶς κορφές, ἐδῶ ἀδερφωμένες ἐκεῖ ἀριοφύτευτες. Καὶ μεῖς ἐκεῖ μέσα θαμένοι, καταμόναχοι, μισοπαγωμένοι καὶ θεονήστικοι, ἔλεγα πῶς εἴμαστε σὲ κανένα δάσος ἀπὸ κεῖνα τὰ μαγεμένα, ποῦ ἔχουν δέντρα καὶ πατουλιές, κρεβατωσὲς καὶ καμάρες ἀεροΰφαντες· ποῦ ἄνθρωπος δὲ διαβαίνει, καὶ πουλὶ δὲ λαλεῖ, καὶ θεριὰ δὲ μονιάζουν, παρὰ βασιλεύει ἐρημιά, καὶ σκοτάδι κυβερνᾷ, κ’ ἡ παγωνιὰ καταλεῖ ἀργὰ κι’ ἄσφαλτα τοὺς δύστυχους ποῦ πλάνεψε ἡ τύχη στὰ μονοπάτια του!

Καὶ ὅμως οὔτε τ’ ἀγριεμένα κύματα, οὔτε οἱ καπνοί, οὔτε ἡ παγωνιὰ ποῦ ἔπηζε τὸ αἷμα στὶς φλέβες μᾶς βασάνιζε τόσο, ὅσο ἡ λάμια ποῦ εἴχαμε μέσα μας. Θεόστραβη, μωρέ, ἡ πεῖνα μᾶς θέριζε τὰ σωθηκά! Ἦρθε ὥρα ποῦ ἀφίσαμε κάθε δουλειὰ καὶ ρίξαμε ὅλοι τέτοια φωνή, ποῦ τὰ θεριὰ τῆς θάλασσας τρόμαξαν ἀκούοντάς τη. Εἴπαμε νὰ ξυλώσουμε τ’ ἀμπάρια, νὰ σπάσουμε τὴν πλώρη κι’ ἂς ἦταν ὁ θάνατός μας. Ὁ καπετάνιος εἶδε τὴ στιγμὴ κ’ ἔβγαλε ἀπὸ τὴν κάμαρή του ἕνα κουτὶ γαλέτες κ’ ἕνα μποτιλάκι ροῦμι. Γαλέτα μὲ βούτυρο καὶ ροῦμι ζαμάϊκα! Θεριέψαμε. Πλάκωσε ἡ νύχτα θεοσκότεινη κι’ ἄγρια. Ἄγριοι καὶ μεῖς τοιμαστήκαμε νὰ μετρηθοῦμε μὲ τὸ Χάρο.

Ἄξαφν’ ἀκούω στὴν πλώρη στριγγιὰ τὴ φωνὴ τοῦ σκοποῦ καὶ τὴν καμπάνα ποῦ χτύπαε διαβολεμένα. Τὴν ἴδια ὥρα ἄλλη παρόμοια φωνὴ κι’ ἄλλη καμπάνα ἀκούστηκε νὰ βγαίνῃ ἀπὸ τὸ τρισκότιδο. Ὅποιος δὲν ἄκουσε στὴ ζωή του τέτοια φωνὴ καὶ τέτοια καμπάνα, χίλιες φορὲς καλότυχος! Ὁ κίνδυνος τῆς θάλασσας δὲν ἔχει γλῶσσα φοβερώτερη ἀπ’ αὐτή. Τὴν ἀκοῦς μιὰ στιγμὴ καὶ τὴ θυμᾶσαι ὥς που νὰ πεθάνῃς. Γιατί πίσω ἀκολουθάει πάντα ἕνας χτύπος ποῦ θυμίζει τὸ χῶμα καὶ τὸ νεκροκρέβατο.

Καὶ νάτος! ἀκούστηκε ὁ ἀναθεματισμένος χτύπος κι’ ἔνιωσα τὸ καράβι νὰ σπαράζῃ, σὰν νὰ τὸ πιάσανε σπασμοί. Πηδάω στὴν πλώρη· ἕνα θεόρατο μπάρκο μὲ τὰ πανιὰ τοῦ τρίγγου καὶ τῆς ἀμπασογάμπιας ἦταν μάσκα μὲ μάσκα στὸ δικό μας. Ἐκεῖ ν’ ἀκοῦς φωνὲς καὶ κακό! Ὁ καπετάνιος τοῦ μπάρκου ἔβριζε τὸ δικό μας καὶ τὸν ἔλεγε τσοπάνο· ὁ δικός μας τοῦ ἀπαντοῦσε: «παπλωματᾶ!» Οἱ βάρδιες πιάστηκαν μαλλιὰ μὲ μαλλιά. Οἱ ναῦτες ἔτρεχαν ἀπὸ πρύμη σὲ πλώρη μὴ ξέροντας τί γυρεύουν, βλαστημῶντας χωρὶς νὰ ξέρουν γιατί. Ἄλλοι γύρευαν τὶς βάρκες νὰ ρίξουν στὴ θάλασσα καὶ γιὰ βάρκες ἔπιαναν τὶς κουπαστές. Ὁ Κράπας γύριζε σὰν τὸ ἄλογο στ’ ἁλῶνι, σέροντας πίσω του μιὰ γούμενα θαρρόντας πῶς ἦταν τὸ σεντοῦκι του. Ὁ Κουτρούφης ὁ Σιφνιὸς τραβοῦσε τὰ μακριά του τὰ γένεια, πιστεύοντας πῶς τραβοῦσε τὴ σκότα τοῦ παπαφίγκου. Ὁ Μπαρμπατρίγγας ὁ Μυκωνιάτης λούφαξε πίσω ἀπὸ τὸν ἀργάτη λυσοδένοντας τὰ βρακιά του. Οὔτε οἱ σκύλοι δὲν ἔμεναν ἥσυχοι. Ὁ Καψάλης καὶ ὁ ἄλλος τοῦ μπάρκου, σκαρφαλωμένοι στὰ παραπέτα ἄφριζαν δαγκόνοντας ξύλα καὶ σχοινιὰ κι’ ἀλιχτοῦσαν, λὲς κι’ ἔβριζεν ὁ ἕνας «τσοπάνο!» κι’ ὁ ἄλλος «παπλωματᾶ!» Ἔβριζαν οἱ καπετᾶνοι, φώναζαν οἱ ναῦτες, ἀλιχτοῦσαν τὰ σκυλιά, ἡ θάλασσα ρέκαζε, τὰ καράβια ἀνεβοκατέβαιναν καὶ τριζοκοποῦσαν, σὰν δυὸ θεριὰ ποῦ πάσχουν νὰ γονατίσῃ τὸ ἕνα τἄλλο! Καὶ ψηλὰ τὰ φανάρια τῆς γραμμῆς ἔχυναν τὸ χρωματιστὸ φῶς τους σιωπηλά.

Δὲν ξέρω πῶς βρέθηκα στὴν πλώρη. Σκύφτω, τί νὰ ἰδῶ; Ὅλη ἡ δεξιὰ μάσκα φαγωμένη καὶ τὸ κῦμα χυνότανε στ’ ἀμπάρι κι’ ἔνιωσα τὴν κουβέρτα νὰ φεύγῃ ἀπὸ τὰ πόδια μου. Δὲ χάνω καιρό, πηδάω στὸ μπάρκο.

— Παιδιά, ἐδῶ! φωνάζω.

Γιατὶ πήδησα στὸ μπάρκο; γιατὶ φώναξα «παιδιὰ ἐδῶ;» Καὶ γὼ δὲν ξέρω. Μοῦ τὸ εἶπε ὁ ἄγγελός μου. Στὴ φωνή μου πήδησαν κι’ οἱ ἄλλοι στὸ μπάρκο κι’ ὁ καπετάνιος στερνός. Ἀπάνω στὴν ὥρα· πέντε λεφτὰ ἀργότερα ὅλοι θὰ πηγαίναμε στὸ φοῦντο. Γιατὶ ἀπὸ τὸ τίναγμα ἦρθε στιγμὴ καὶ χωρίστηκαν τὰ καράβια. Τὸ μπαρκομπέστια στέναξε βαθειά, βούτησε μὲ τὴν πλώρη, ἔγειρε στὸ δεξὶ πλευρό, ἀνατινάχτηκε μιά, ὥς ποῦ ἄνοιξε ἡ θάλασσα καὶ τὸ ἔκλεισε ἀφροκοπῶντας στὴν ἀγκαλιά της. Μὰ ἰδὲς τί Θεοῦ συνέργεια! Τὸ μπαρκομπέστια κατεβαίνοντας συνεπῆρε μαζὶ τὸ μπαστοῦνι τοῦ μπάρκου μὲ ὅλα τὰ σχοινιὰ καὶ τοὺς φλόκους καὶ τὰ σίδερα. Τὴν ἴδια στιγμὴ ἔρχεται ἕνα φύλλο δυνατὸ καὶ ρίχνει κάτω καὶ τὸ πλωριὸ κατάρτι μὲ ὅλες του τὶς σταύρωσες. Ἀλάφρωσε τὸ ξύλο· ἀντρειεύτη καὶ τινάχτηκε μὲ τὴν πλώρη ὁλόρθη. Στὸ ξαφνικὸ ὀρθοπλώρισμα κυλίσαμε ὅλοι στὴν πρύμη σὰν ἀσκιά.

— Ἄλα παιδιά, στὶς τρόμπες! φωνάζει ὁ καπετάνιος· οἱ τρόμπες εἶνε ἡ σωτηρία μας!

Ξημέρωσε τέλος ὁ Θεὸς τὴν ἡμέρα. Μὰ τί μέρα; Οὐρανὸς καὶ θάλασσα εἶχαν μιὰ θολωμάρα ποῦ ἔσφιγγε τὴν καρδιά. Πιὸ συχαμένῃ αὐγὴ δὲ θυμοῦμαι ν’ ἀπάντησα στὴ ζωή μου!

Ἄξαφνα ἐκεῖ ποῦ τρομπάριζα ἀκούω τὸ ναύκληρο κἄτι νὰ σφυρίζῃ στ’ αὐτὶ τοῦ καπετάνιου. Αὐτιάζομαι· οἱ ναῦτες τοῦ καραβιοῦ ἔλειπαν ὅλοι! Ἀκόμη ἔμαθα πῶς τὸ μπάρκο ἦταν Ἰταλικό. Οἱ ναῦτες πήδησαν βέβαια στὸ καράβι μας, ὅπως ἐμεῖς στὸ δικό τους καὶ μαζὶ τοὺς ρούφηξε ἡ θάλασσα. Ἔλειπε ὅμως ἡ μεγάλη βάρκα καὶ μπορεῖ σὲ κείνη νὰ ζήτησαν τὴ σωτηρία τους. Κοιτάζω γύρω· τίποτα. Τοὺς συχώρεσα καὶ τοὺς ξέχασα. Ἦβρε ὡς τόσο τὸν κόχυλα καὶ φύσηξε ὁ ναύκληρος δυὸ-τρεῖς φορές. Ἀλλὰ μονάχα ἡ φωνάρα του ἀκούστηκε βαρειὰ καὶ στριμμένη, σὰν ἀνάμπαιγμα ποῦ ἔστελνε τὸ ἄσπλαχνο τὸ πέλαγο.

Κατὰ τὸ μεσημέρι ὁ ἥλιος ἔσχισε τὰ σύγνεφα κι’ ἔριξε μιὰν ἀχτῖνα του μακριά. Τὰ βουνὰ τῆς Θεοδόσιας, χιονισμένα, ἔβγαιναν σὰν κρυσταλλένια παλάτια μέσ’ ἀπὸ τὰ θολὰ νερά. Εἴμαστε κάτου ἀπὸ τὴν Κριμαία. Ἂν ἦταν τρόπος νὰ πλησιάζαμε κεῖ, θὰ εἴχαμε ἐλπίδα. Ἀλλὰ τὸ μπάρκο στὴν κατάσταση ποῦ βρισκότανε ἦταν ἀκυβέρνητο. Καὶ μὴν εἶχε σκοπὸ νὰ λιγοστέψῃ ἡ χιονιά; Ὅσο πήγαινε Τοῦρκος γινότανε. Φύλλο στὸ φύλλο ἐρχόνταν οἱ ἀνέμοι, ἅρπαζαν τὴν παγωμένη ἄχνη στὰ φτερά τους, τὴ στριφογύριζαν σὰν κουρνιαχτὸ στὰ τρίστρατα. Ἦταν Σαραντάημερο βλέπεις, κι’ ὅλα τὰ συντάγματα των διαβόλων ἦταν πεσμένα στὸ γιαλό. Κι’ ὁ βασιλιᾶς τους, ἀκοῦς, ποῦ ἔχει θρόνο του τὴ Σαντορίνη, μέσα ἦταν καὶ κεῖνος καὶ ὁδηγοῦσε τὰ φοβερὰ φουσάτα του στὸ χαλασμὸ τοῦ κόσμου. Ἡ θάλασσα ἀφροκοποῦσε ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη καὶ κυνηγοῦσαν ἕνα τὸ ἄλλο τὰ κύματα καὶ ψήλωναν καὶ δέρνονταν καὶ βαρυβογγοῦσαν, γκαστρωμένα τὸ χαμό. Δὲν πίστευες πῶς ἦταν νερὸ παρὰ θεριὰ ἀνήμερα· λύκοι καὶ λέοντες καὶ τίγρεις καὶ ὕαινες· ἀρκοῦδες ἀσπρόμαλλες, ποῦ κοπάδια πεινασμένα ἔβγαιναν ἀπὸ τὰ οὐρανοθέμελα καὶ χύνονταν στὸ ἄμοιρο καράβι μας. Ἕνα κῦμα ἐδῶ πλάκωνε μὲ τὸ στῆθος πλατύ, τρίζοντας τὰ δόντια του καὶ φοβερίζοντας, σὰν νὰ ζητοῦσε νὰ δώσῃ τὸ τελειωτικὸ χτύπημα. Ἄλλο ἐκεῖ γλυστροῦσε ταπεινό, σὰν τὴν τίγρη ποῦ σέρνεται τῆς κοιλιᾶς νὰ πλακώσῃ κοιμάμενο τὸν ὀχτρό της· καθὼς ἔφτανε κοντά, ψήλωνε γιαμιᾶς, καβαλλίκευε τὸ κατάστρωμα σάρωνε ὅ,τι ἕβρισκε, ξύλα καὶ σχοινιὰ καὶ σίδερα, καὶ περνοῦσε ἀντίπερα γρούζοντας ἀκόμη κι’ ἀλιχτῶντας πεισμωμένα, γιατὶ δὲ μπόρεσε νὰ κάμῃ περισσότερο κακό. Ἄλλο ἐρχόταν ἀπὸ μακριὰ ψηλὸ καὶ φουσκωμένο, ἀνεμοκυκλοπόδης πολεμιστὴς μὲ φαρμακερὲς σαγίτες, ἀνυπόμονος νὰ κάμῃ καὶ νὰ δείξῃ. Ἔσκαε ὅμως πρὶν νὰ φτάσῃ στὸ σκοπό του καὶ μανισμένο ἔστελνε τοὺς ἀφροὺς καταπάνω μας. Καὶ ἄλλα μύρια σπρόχνονταν ὁλόγυρα βιαστικὰ ποιὸ νὰ χτυπήσῃ πρῶτο, ποιὸ νὰ δώσῃ τὴ δυνατώτερη πληγή, διαλέγοντας τὸ μέρος ποῦ θὰ σκαλώσουν ἀπάνω, σὰν ἀσκέρι ἄγριο πολιορκητῶν γύρω σὲ ἄπαρτο κάστρο. Ἕνα ἐδῶ λάγκευε κ’ ἅρπαζε μὲ ἀφρισμένα δόντια τὴν κουπαστή· ἄλλο ἐκεῖ μὲ τὸ παίξιμο τῆς οὐρᾶς του ἔκανε τρίμματα τὴ σκάλα· ἄλλο μὲ μύτη φοβερὴ σούβλιζε τὰ παραπέτα κι’ ἄλλο ἔπιανε ἀπὸ τὴν πρύμη καὶ τάραζε σύγξυλο τὸ πλεούμενο, σὰν κουρέλι. Καὶ ἄλλα, κοπάδι ὀλάκερο, γλυστροῦσαν κάτω ἀπὸ τὴν καρίνα καὶ γιαμιᾶς πηδοῦσαν ὀρθά, πάσχοντας νὰ τὸ ἀναποδογυρίσουν. Καὶ κεῖνο τὸ δόλιο ἔγερνε ἀποδῶ, διπλάρωνε ἀποκεῖ, βουτοῦσε μὲ τὴν πρύμη, σηκωνόταν μὲ τὴν πλώρη, δερνόταν καὶ βογγοῦσε ἀργὰ καὶ πονετικά, σὰν αἰσθαντικὸ πρᾶμα. Ἦρθε στιγμὴ ποῦ τὸ συμπόνεσα. Ξέχασα τὸ δικό μου κίνδυνο καὶ γύρισα σὲ κεῖνο τὴν ἔνοια μου, μὴ μπορῶντας νὰ φαντασθῶ τί τάχα τοὺς ἔφταιξε καὶ ἦταν τόσο ἐνάντια του τὰ κύματα;

Τὸ μπάρκο εἶχε δυὸ τρόμπες· μιὰ στὴν πρύμη καὶ μιὰ στὴν πλώρη. Γιὰ νὰ κινηθοῦν ἤθελαν ἀπὸ τρεῖς ἀνθρώπους καθεμιά. Στὴν ἀρχὴ δὲν ἄφιναν τὸν καπετάνιο νὰ καταπιαστῇ μὲ τὶς τρόμπες. Μὰ ἔπειτα ἔγινε· πήγαινε πότε στὴ μία, πότε στὴν ἄλλη κ’ ἔτσι ἔβγαινε ὁ ναύτης κ’ ἔπαιρνε λίγη ἀνάσα. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποῦ τρακάραμε ὥς τὴν αὐγὴ δουλέψαμε καλά. Ἂν δὲ λιγόστεψε τὸ νερό, δὲ μπόρεσε ὅμως νὰ μᾶς κεφαλώσῃ.

Δὲν ξέρω γιατὶ ἡ νύχτα ἀγριεύει τόσο τὸν ἄνθρωπο. Θηρίο γίνεται· χωρὶς νὰ θέλῃ ἀφρίζει· χωρὶς νὰ σκεφτῇ δίνει σῶμα στὸν κίνδυνο. Τὸν φαντάζεται ἄνθρωπο, δράκο καὶ γυρεύει νὰ μετρηθῇ μαζί του. Νομίζει πῶς τὸν ἔχει ἐμπρός του· πῶς τὸν ἀρπάζει ἀπὸ τὴ μέση καὶ τὸν βροντᾷ χάμου. Τὸν βρίζει· καὶ βλέπει τὴ βρισιὰ νὰ τοῦ κάθεται μυλόπετρα στὴν ψυχή. Τὸν φτεῖ· καὶ βλέπει τὸ ρόχαλό του κακὴ παρασαρκίδα στὸ πρόσωπο. Δίνει γροθιὰ στὴ γροθιά, κλωτσιὰ στὴν κλωτσιά, δάγκωμα στὸ δάγκωμα. Παλαίβει μὲ τὰ χέρια, μὲ τὰ πόδια, μὲ τὰ γόνατα, μὲ τὸ κεφάλι, μὲ τὰ δόντια, μὲ τὰ νύχια. Γύρω στὸ σῶμά του νιώθει νὰ φυτρώνουν τόσες δύναμες ποῦ ἀπορεῖ πῶς δὲν τὶς ἤξερε πρίν. Τὸν σπρώχνει ἀποδῶ, ἀποκεῖ τὸν ξεσχίζει, ἀλλοῦ τὸν στραγγαλίζει. Αἰσθάνεται νὰ τὸν περιχύνῃ τὸ αἷμά του, τὰ κοψίδια νὰ κρέμωνται στὰ δάχτυλά του σπαρταριστὰ καὶ κεῖνος ὅλο φυσᾷ κι’ ὅλο θυμώνει καὶ ἀντρειεύεται.

Σὲ τέτοια θέση τόρα ἤμουν καὶ γώ. Ὅλη νύχτα πάλαιβα μὲ τὶς τρόμπες καὶ οὔτε κόπο κατάλαβα, οὔτε κρύο, οὔτε νύστα, οὔτε τίποτα. Πεῖσμα μόνον φοβερό. Πατοῦσα τὴν τρόμπα καὶ νόμιζα πῶς ἔβγαινε ἄμπουλας τὸ νερό. Μόλις ὅμως πλάκωσε ἡ μέρα κόπηκαν τὰ ἥπατά μου. Ὁ καπετάν Πήλιουρης ποῦ λένε οἱ Κρανιδιῶτες πῶς βγῆκε ἀπὸ τὸν τάφο καὶ γυρίζει στὸν κόσμο, δὲν ἔχει ποτὲ τὴ δική μας κατάντια. Φουσκώσαμε καὶ μαυρίσαμε ποῦ δὲ γνώριζε ἕνας τὸν ἄλλο! Τὰ μαλλιά μας, τὰ μουστάκια, τὰ γένεια σκλήρυναν σὰν ἀγκάθια. Τὰ μάτια χωμένα στὰ πυκνὰ ματόφρυδα, ἔχασκαν ἄσπρα σὰν σαλιγκάρια. Ὅσο γιὰ τὸ μπάρκο, τὸ μισὸ ἀπόμενε. Οὔτε παραπέτα, οὔτε κουπαστές, οὔτε ξάρτια, οὔτε πανιὰ ἀκέρια. Καὶ τὸ ἄνοιγμα κάτω ἀπὸ τὸ ὄκιο ἔχασκε πάντα νὰ καταπιῇ τὰ πέλαγα. Πρῶτος ὁ Δημήτρης ὁ Σκοπελίτης, ἀξιώτερος καὶ πιὸ χεροδύναμος τῆς συντροφιᾶς, δίνει ἕνα φάσκελο τῆς τρόμπας καὶ ξαπλώνεται τ’ ἀνάσκελα στὴν κουβέρτα.

— Μωρέ σκυλί! τοῦ φωνάζει ὁ καπετὰν Μπισμάνης, τί κάνεις;

— Δὲν μπορῶ πιά.

— Μωρέ, θὰ χαθοῦμε! ἐδῶ ἔχουμε τσ’ ἐλπίδες μας.

— Ἂς χαθοῦμε! ἔτσι κ’ ἔτσι θὰ μᾶς φάῃ ποῦ θὰ μᾶς φάῃ τὸ κῦμα· κάλλιο μιὰ ὥρ’ ἀρχήτερα. Λύθηκα…

Ἀλήθεια· ὅλοι εἴμαστε λυμένοι. Τὰ γόνατά μου ἔτρεμαν· τὰ δάχτυλά μου, ὅπως ἦταν κλεισμένα στὸ σίδερο ἔτσι ἔμεναν· οὔτε ν’ ἀνοίξουν, οὔτε νὰ κλείσουν περισσότερο μποροῦσαν Εἶχα ἕναν πόνο στὰ νεφρά· καθὼς ἔσκυφτα νὰ πατήσω τὴν τρόμπα ἤθελα ἄλλο νὰ μὲ τραβᾷ ἀπὸ πίσω γιὰ νὰ σηκωθῶ. Ἕτοιμος ἤμουν καὶ γὼ νὰ τὴν παρατήσω. Ἀλλὰ στὴν ὥρα ἀκούω τὸ ναύκληρο νὰ φωνάζῃ ἀπὸ τὴν πλώρη:

— Πανί, παιδιά! ἕνα πανί!…

— Ἕνα πανί! φωνάζω χωρὶς νὰ ἰδῶ τίποτα.

Εἴδαμε τέλος μακριὰ ἕνα μικρὸ χαμηλὸ πανάκι ποῦ ἀρμένιζε τὸ μαΐστρο. Μὲ μιᾶς ζωντάνεψα. Ὄχι ἐγώ· ὅλοι μας. Κι’ ὁ Σκοπελίτης ἀκόμα πήδησε καὶ ρίχτηκε στὴν τρόμπα, ποῦ ἔκαμε νὰ τρίξουν ὅλα της τὰ χάρβαλα. Δένουμε ἀμέσως τὴ σημαία κόμπο στὸ χαϊμαλὶ ψηλὰ κι’ ἀρχίζουμε νὰ φωνάζουμε, νὰ φυσᾶμε τὸν κόχυλα καὶ νὰ κινοῦμε τὶς σκούφιες μας. Μόλις σὰν χελιδονάκι ποῦ σιγοπετᾷ προμηνῶντας τὴν ἄνοιξη φαινόταν τὸ καράβι ἀσώματο μακριά. Καὶ ὅμως πίστεψα πῶς μᾶς εἶδε, πῶς ἄκουσε τὶς φωνές, γνώρισε τὸν κίνδυνο κ’ ερχόταν βόλι καταπάνω μας. Ἦρθε μάλιστα στιγμὴ ποῦ ἀφήσαμε τὶς τρόμπες κ’ ἔτρεξε καθένας στὴν πλώρη γιὰ νὰ ἕβρῃ τίποτα νὰ πάρῃ μαζί του.

— Μωρέ παιδιά, βουλιάζουμε! ἀκούω ἄξαφνα τὴ φωνὴ τοῦ καπετάνιου.

Πηδάω ἔξω. Γιὰ πέντε λεφτὰ τὸ νερὸ μᾶς κεφάλωσε. Ριχτήκαμε πάλι ν’ ἀρχίσουμε τὸν ἀγῶνα. Ἀλλὰ τόρα δὲ μᾶς φαινόταν βαρύς. Τὸ καράβι ὅλο καὶ πλάκωνε. Σὲ λιγάκι φάνηκε ὁλάκερο τὸ σκαφίδι. Ἀλλὰ δὲν ξέρω γιατὶ στοίχειωσε ἡ ἀπελπισία στὴν ψυχή μου, καὶ δούλευα ἀκόμη τὴν τρόμπα.

— Ρὲ Καληώρα, δὲν παρατᾷς πιὰ τὴν ἔρμη! γυρίζει καὶ μοῦ λέει ὁ καπετάνιος· νά το πλάκωσε· τί παιδεύεσαι ἄδικα;

— Δὲν πειράζει.

Δὲν ἤθελα νὰ ξεστομίσω τὴν ὑποψία μου, γιατὶ θὰ μ’ ἔπαιρναν γιὰ παλαβό. Τὸ μπάρκο πλησίαζε· διάβαζα μάλιστα καὶ τ’ ὄνομά του στὶς κουλοῦρες· τὸ ἔλεγαν «Σωτήρα».

— Ἄ! ἄ! ἄ!… ἔβαλαν ὅλοι χαρούμενες φωνές.

Ἀπὸ κείνους οὔτε κινήθηκε, οὔτε φώναξε κανείς. Εἶδα καλὰ τὸν τιμονιέρη στὸ τιμόνι, τὸν καπετάνιο ὀρθὸ στὴν πρύμη· τὸ ναύκληρο καὶ πεντέξη ναῦτες μὲ τὶς σκότες στὰ χέρια. Ὅλοι ἔστεκαν καὶ μᾶς κοίταζαν, μὰ οὔτε σχοινιὰ τοίμαζαν οὔτε τίποτα. Μόνον ὁ σκύλος τους, ἕνας σκύλος μαλλιαρός, κατάμαυρος μὲ κεφάλι ὁλοστρόγγυλο σὰν μπόμπα κανονιοῦ, μᾶς ἔστελνε τὸ ἄγριό του ἀλύχτιμα.

— Τοὺς ἄτιμους! ψιθύρισα.

— Γιὰ ποιοὺς λές; μὲ ρώτησε ὁ καπετάνιος.

— Γιὰ τοὺς σκύλους.

Καὶ ρίχτηκα πάλι μὲ τὰ δυνατά μου στὴν τρόμπα.

— Ὄρεξη ποῦ τὴν ἔχει ὁ Καληώρας· εἶπε ὁ καπετάνιος γελῶντας· θαρρεῖς καὶ θέλει νὰ τὴν ξαρραθυμίσῃ.

Ὡς τόσο τὸ μπάρκο ἦρθε μία βόλτα κ’ ἔπεσε δίπλα μας, δεκαπέντε ὀργιὲς μακριά. Μὰ βλέπω ἄξαφνα τὸν καπετάνιο νὰ γυρίζῃ στὸν τιμονιέρη. Μιὰ τιμονιὰ καὶ τὸ παίρνει σταβέντο. Βάνουμε τὶς φωνές.

— Μωρ’ ἀδέρφια πνιγόμαστε! ποῦ μᾶς ἀφίνετε; σωτηρία!… Ἀδέρφια, πνιγόμαστε!… σωτηρία!…

Ἀκούστηκε κάποια φωνὴ καὶ πάψαμε βουλώνοντας ἕνας τοῦ ἄλλου τὸ στόμα. Καὶ μέσα στὸ ρέκασμα τοῦ κυμάτου καὶ τὸ ἀνεμοφύσημα, ἀκούστηκε χαρόσταλτο ἀνάμπαιγμα ἡ φωνή:

— Στὴν ἄλλη ζωή!… στὴν ἄλλη ζωή!…

Δὲν τὸ πίστευαν τ’ αὐτιά μου! Εἶπα πῶς ὁ καπετάνιος ἤθελε νὰ παίξῃ μὲ τὴ θέση μας καὶ ἄρχισα νὰ πεισμώνω περισσότερο γιὰ τὰ ἄνοστα χωρατὰ παρὰ γιὰ τὴ σκληρή του πράξη. Ὁ «Σωτήρας» ὅμως πάντα μάκραινε. Βάνουμε πάλι τὶς ἄγριες φωνές:

— Μωρ’ ἀδέρφια πνιγόμαστε! ποῦ μᾶς ἀφίνετε! σωτηρία! πνιγόμαστε, σωτηρία!…

Βουλώσαμε πάλι τὸ στόμα· κρατήσαμε τὴν ἀνάσα μας. Καὶ ἡ φωνὴ ἀπὸ τὸ μπάρκο, συντροφιασμένη μὲ τὸ ρέκασμα τοῦ κυμάτου καὶ τὸ ἀνεμοβόγγιμα, πιὸ δυνατὴ καὶ ἀναμπαίχτρα ξαναδευτέρωσε:

— Στὴν ἄλλη ζωή!… στὴν ἄλλη ζωή!…

Ἔμεινε ὅπου βρέθηκε καθένας γιὰ πολλὴ ὥρα. Ἄξαφνα, σκορπίσαμε τρελλοί, σκαλώσαμε στὰ κατάρτια καὶ μονόγνωμοι ἀρχίσαμε νὰ φασκελώνουμε καὶ νὰ φωνάζουμε:

— Τῆς μάννας σου τὸ κέρατο!… Χάννε μοῦνε!… χάννε μοῦνε!…

Ὅταν ἄφησα τὸ κατάρτι, τὸ μπάρκο ἔμοιαζε μὲ νυχτερίδα. Κάπου ἄρχιζαν νὰ ξανοίγουν τὰ θεμέλια τ’ οὐρανοῦ, ἀργὰ ὅμως σὰν νὰ πάλαιβαν συνατοί τους οἱ καιροί. Ἔγερνε νὰ βασιλέψῃ ὁ ἥλιος καὶ τὸ κῦμα καθὼς ἔσκαζε ψηλά, σπιθοβολοῦσε πολύχρωμο καὶ βροντερό, σὰν νὰ κυλοῦσε συντρίμια ἀπὸ λόγχες καὶ γυμνὰ σπαθιά, δίκοπους μπαλαντάδες καὶ μαχαίρια καὶ κράνη χάλκινα, σπρώχνοντας νὰ τὰ ρίξῃ πέρα στὴν ἀκρογιαλιά, μαζὶ μὲ τὰ γυμνὰ κορμιά. Καὶ μέσα στὴν ὑγρὴ ἄχνη ποῦ ἀνεμόφτερη ἔτρεχε κατὰ τὴ νοτιά, τὸ Τόξο ἔλαμπε ὑφασμένο ἀπὸ νεράϊδας χέρι ἀπάνω σὲ ἀεροκάμωτο διασίδι. Μὰ τί κατάρα ποῦ τὴν πήραμε καὶ μεῖς! Τὸ θεόσταλτο σημάδι ποῦ προλέγει πάντα τὴν καλοσύνη τοῦ καιροῦ, στοὺς ναυτικοὺς γράφηκε νὰ προλέγῃ θαλασσοταραχὲς καὶ ἀγριοκαίρια:

Εἶδες Τόξο τὴν αὐγή;
καλοσύνη τὸ βραδύ.
Εἶδες Τόξο τὸ βραδύ;
κακοσύνη τὴν αὐγή!

Ἄρχισα νὰ πιστεύω πῶς ξεγραφτήκαμε ἀπὸ τοῦ κόσμου τὸ βιβλίο· πῶς οἱ ἄνθρωποι τράβηξαν χέρι μὴ συνεπάρῃ καὶ κείνους τοῦ Θεοῦ ἡ κατάρα. Καὶ ἄλλοι ἂν μᾶς ἀπαντήσουν, ἔλεγα, ἔτσι θὰ μᾶς φερθοῦν. Ὅπως ἀπὸ τὶς πολλὲς φωνὲς τοῦ καπετάνιου, ποῦ δὲν ἔχανε τὸ θάρρος του, πιάσαμε πάλι τὶς τρόμπες. Τρομπάραμε καμμιὰ ώρα· ἔπειτα ἕνας-ἕνας τὶς ἀφήσαμε. Πλάκωσε ὡς τόσο ἡ νύχτα. Καὶ τί νύχτα; Κόλαση σωστή. Οὔτε ἄστρο στὸν οὐρανό, οὔτε φανὸς στὴ θάλασσα! Εἶπε μιὰ στιγμὴ νὰ φυσήξῃ πονεντογάρμπι· ἀλλὰ πάλι τὸ γύρισε γρεγοτρεμουντάνα. Χιόνι ἄρχισε νὰ μᾶς σκεπάζῃ· θυμήθηκε, βλέπεις, ὁ οὐρανὸς πῶς χρειαζόμαστε σάβανο! Νέκρα ἔπεσε στὸ καράβι καὶ νόμιζες πῶς ἦταν παντέρημο στὰ κύματα. Μόνον στὴν πλώρη ἀγουριόταν τὸ σκυλὶ καὶ ἡ τρόμπα στὴν πρύμη ἔβγαζε ἀργὰ καὶ ρυθμικὰ τὸ θρῃνητικό της σκούξιμο, κάτω ἀπὸ τοῦ καπετάνιου τὰ χέρια.

— Μωρὲ ναῦτες ποῦ τοὺς διάλεξα! μουρμούριζε· ἕνας κ’ ἕνας! Νὰ χαθοῦν δὲ βρίσκοντε σ’ ὅλῃ τὴ γῆ!… Ἂμ δὲν πᾶτε, καϋμένοι μου, νὰ φορέσετε φουστάνια!

— Μὰ τί θὲς νὰ κάνουμε; τοῦ λέει ὁ Κράπας.

— Τί νά κάνετε; νὰ παλαίψετε μωρέ· νὰ παλαίψετε! Σ’ ἅρπαξε ἀπὸ τὰ πόδια ὁ Χάρος; πιάσ’ τὸν ἀπὸ τὸ λαιμό… Θὰ σὲ πάρῃ – νὰ σὲ πάρῃ παλληκαρίσια. Ὄχι νὰ σταυρώσῃς τὰ χέρια καὶ νὰ παραδοθῇς!

— Μὰ δὲ βλέπεις ποῦ χάσκει τὸ κῦμα νὰ μᾶς καταπιῇ!

— Ὥς ποῦ νὰ μὲ καταπιῇ κεῖνο, τὸ ρουφάω γώ!…

Ὁ καπετὰν Μπισμάνης γύρευε νὰ μᾶς κεντήσῃ τὸ φιλότιμο. Ἀλλὰ ποιὸς μποροῦσε νὰ κινηθῇ. Τὰ χιόνι πλάκωνε μία πήχη στὸ κατάστρωμα. Στὰ σχοινιά, στὰ κατάρτια, στὰ σίδερα, στὰ κουρέλια τῶν πανιῶν ἁπλονόταν κι’ ἀσπρογάλιαζε σὰν κουλουριασμένα φίδια. Ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ ἐρχόταν τὸ κῦμα καὶ μου ἔδερνε τὸ πρόσωπο. Μὰ δὲν εἶχα δύναμη νὰ σηκωθῶ. Ἄρχισε νὰ μὲ πιάνῃ ἀποκαρωμάρα καὶ κεῖ ποῦ ἤμουν ἀκόμη ζωντανὸς νόμιζα πῶς ἤμουν κουφάρι, πῶς μὲ κυλοῦσαν τὰ κύματα. Ἔλεγα πῶς ἤμουν πρισμένος ταβοῦλι· πῶς τὸ κεφάλι μου ἦταν ὅμοιο μ’ ἕνα ρουμοβάρελο· πῶς τὰ πόδια μου ζύγιζαν καθένα ἀπὸ πεντακόσια καντάρια! Ἄξαφνα, λέει, τὰ θεριὰ τῆς θάλασσας, τὰ σκυλόψαρα καὶ οἱ φάλαινες, οἱ ξιφιοὶ καὶ τὰ δελφίνια τριγύριζαν λαίμαργα τὸ κουφάρι μου καὶ πιάσανε διαβολικὸν καυγᾶ μὲ τὰ ὄρνια τ’ οὐρανοῦ γιὰ τὰ κοψίδια μου. Ἐγὼ τὰ κοίταζα καὶ γελοῦσα σκαστὰ καὶ τρανταχτὰ γέλια, βλέποντας νὰ λαχταροῦν τ’ ἀρρωστημένα κρέατά μου. Κ’ ἔπειτα, λέει, τὸ κεφάλι μου ἀργοκυλῶντας, πάντα μαῦρο καὶ παρόμοιο μ’ ἕνα ρουμοβάρελο, βρέθηκε στὸ λιμάνι τῆς Ὕδρας. Ἦταν ἀνήμερα Λαμπρὴ κ’ ἡ χώρα ἔλαμπε κάτασπρη, σὰν μαρμαρόχτιστη καὶ μοσχοβολοῦσε σὰν ἐκκλησιά. Τρομπόνια βροντοῦσαν καὶ βαροῦσαν παιγνίδια κ’ ἔπαιζε ρουμπίνι στὸ ποτῆρι τὸ κρασὶ κ’ ἔλαμπαν στὰ χέρια κατακόκκινα τ’ ἀβγὰ κ’ ἔτρεμε τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» σὲ κοραλλένια χείλη. Τὸ κεφάλι μου ἀργοκυλῶντας μέσ’ ἀπὸ τὰ σημαιοστόλιστα πλεούμενα, ἦρθε κι’ ἄραξε στὴν ἀκρογιαλιὰ καὶ βγῆκαν οἱ νιὲς περδικοστῆθες, μὲ τὰ κίτρινα φακιόλια καὶ τὰ λαμπρὰ γκόλφια τους, ἦρθαν τὰ λεβεντόπαιδα μὲ τὰ τσόχινα βρακιὰ καὶ τὰ πλατειὰ ζωνάρια τους, μὲ κοίταζαν κ’ ἔλεγαν μὲ ἀπορία: Τίνος εἶνε τοῦτο τὸ κεφάλι; Ἦρθαν μαζὶ οἱ φίλοι καὶ συγγενεῖς, μ’ ἔβλεπαν καὶ κεῖνοι, ρωτοῦσαν κ’ ἔλεγαν: Τάχα τίνος εἶνε τοῦτο τὸ κεφάλι; Ἐγὼ τοὺς ἄκουα καὶ στενοχωριόμουν ποῦ δὲ μὲ γνώριζαν, κ’ ἤθελα νὰ τοὺς φωνάξω: — Δικό μου εἶνε, τοῦ Καληώρα, τοῦ βλάμη σας· καὶ πῶς δὲν τὸ γνωρίζετε; ’Εμένα μὲ γνωρίζουν οἱ στράτες καὶ τὰ διάβατα, μὲ τρέμουν τὰ βαγένια καὶ τὰ καπηλειά. Ὁ Μπαταριᾶς σὰν ἀρχίσω τοὺς σκοπούς μου, σπάει τὶς κόρδες τοῦ λαβούτου του κι’ ὁ Σουλεϊμάνης ἀπαραιτεῖ τὸ νάϊ του στὴ φωνή μου. Ἐγὼ ἂν σηκώσω μάτι στὰ ψηλὰ τὰ παραθύρια ἀρνιέται κάθε γυναίκα τὸν ἄντρα της· κι’ ἂν σύρω τὸ χέρι στὴ μέση μου, τὸ αἷμα κατουρεῖ κάθε μάνας γέννα. Ἐγὼ ψάρεψα πρῶτος τὸ μελάτι στοὺς βυθοὺς της Μπαρπαριᾶς καὶ ξερίζωσα τὸ στοιχειωμένο γιούσουρι μ’ ἕνα μου τίναγμα. Οἱ Καλυμνιῶτες εἶδαν τὸ βούτημά μου καὶ θάμασαν. Μ’ εἶδε τὸ σκυλόψαρο – μοβόρικο ψάρι! – κ’ ἦρθε μπρὸς στὸ γιαλὶ τῆς περικεφαλαίας μου, θέλοντας νὰ γνωρίσῃ τὸ νέο θεριὸ ποῦ συνεμπῆκε στὰ νερά του. Μὲ εἶδαν οἱ ἀραπάδες τῆς Βεγγάζης καὶ μὲ τίμησαν ὣς βασιλέα· μοῦ ἄφησαν ἐλεύθερο τὸ πηγάδι ποῦ θὰ πίνω νερὸ καὶ τὸ κοπάδι ποῦ θὰ τρώγω τὸ κρέας. Ἐμένα μ’ ἔμαθαν ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ὅλ’ οἱ ἀνέμοι, ἀπὸ λεβάντε σὲ πονέντε καὶ ἀπὸ βοριᾶ σὲ ὄστρια· καὶ συντρόφεψαν τὸ νυχτοπερπάτημά μου ὅλα τ’ ἀστέρια τ’ οὐρανοῦ. Ἐγὼ εἶμαι ὁ Καληώρας ὁ βλάμης σας, ποῦ μὲ γνωρίζουν τὰ πόρτα τῆς Μαύρης θάλασσας καὶ τῆς Ἄσπρης τὰ λιμάνια πέρα καὶ πέρα, καὶ πῶς ἐσεῖς δὲ μὲ γνωρίζετε;

Αὐτὰ καὶ ἄλλα ἤθελα νὰ τοὺς εἰπῶ· μὰ δὲ μποροῦσα νὰ βγάλω λέξη ἀπὸ τὸ στόμα μου. Ὥς που μ’ ἅρπαξαν τὰ παλληκάρια καὶ οἱ λυγερὲς καὶ βγῆκαν πέρα στὸ Βληχὸ νὰ παίξουν κλωτσοσκοῦφι. Ἐδῶ μ’ ἔριχναν ἐκεῖ μὲ πετοῦσαν ὁλημερίς. Γελοῦσαν οἱ λυγερὲς δυνατὰ καὶ στὸ γέλιο τους μάντευα τῆς καρδιᾶς τὴ λαχτάρα. Τραγουδοῦσαν τὰ παλληκάρια κ’ ἔλεγαν μὲ τὸ τραγοῦδι καὶ μὲ τὸ παίξιμο τῶν ματιῶν τὸν πόθο καὶ τὸν καϋμό τους. Καὶ γὼ ποῦ ἔβλεπα ἐκεῖνο τὸ γοργοπαίξιμο, ποῦ ἄκουα ἐκεῖνα τ’ ἀσημένια γέλια, σὲ Κόλαση ἤμουν ἀπὸ τὴ ζήλεια, γιατὶ δὲν ἤμουν σὲ κείνη τὴν Παράδεισο!

Τὸ βάσανό μου βάσταξε, λέει, ὣς τὸ ἡλιοβασίλεμα. Καὶ τότε ὅλοι μαζὶ ἔφεραν τὸ κεφάλι μου καὶ τὸ ἔθαψαν πίσω ἀπὸ τῆς Παπαντῆς τὸ Ἅγιο Βῆμα· καὶ θάφτοντας τραγουδοῦσαν καὶ μοῦ ἔλεγαν:

— Στὴν ἄλλη ζωή!… στὴν ἄλλη ζωή!…

Μέσα στὸ καταφώνιασμα ἀκούω μιὰ φωνὴ νὰ μοῦ φέρνῃ τὸ ἀέρι:

— Ἔ, ἀπὸ τὸ μπάρκο!… ἔ!…

Τόσο ἤμουν ἀπελπισμένος, ποῦ δὲν ἤθελα νὰ πιστέψω τὰ ἴδια μου τ’ ἀφτιά. Καὶ ὅταν πάλι δυνατώτερη καὶ πιὸ κοντὰ ξαναδευτέρωσε, εἶπα πῶς ἦταν κάποιος ἀπὸ τοὺς συντρόφους μου ποῦ ἀγγελοκρουόταν. Μά, δόξα νάχῃ ὁ Θεός, δὲν ἦταν ἀπὸ τοὺς συντρόφους μου· ἦταν ἀπὸ τὴ γολέτα ποῦ μὰς ἔσωσε.

Ὅλοι σωθήκαμε· ἕνας ἀπόμεινε, ὁ σκύλος μας. Κανένα δὲν ἄφινε νὰ τὸν ζυγώσῃ. Τοῦ καπετάνιου ποῦ τόλμησε νὰ τὸν πιάσῃ, τοῦ ἔκαμε κουρέλια τὸ μουσαμᾶ. Καὶ τὰ χαράματα, ποῦ βολτατζάροντας νὰ βροῦμε τὸν καιρὸ παιράσαμε πάλι ἀποκεῖ, εἶδα τὸ μπάρκο νὰ κατεβαίνῃ στὰ νερὰ ἥσυχο, σὰν καλόγνωμη ψυχὴ ποῦ ἔκαμε στὸν κόσμο τὴν ἀποστολή της· καὶ ἄκουσα γιὰ ὕστερη φορὰ τὴ φωνὴ τοῦ σκύλου, νὰ γαργαρίζῃ καὶ νὰ σβύνῃ μέσα στὸ ρέκασμα τοῦ κυμάτου καὶ τοῦ ἀνέμου τὸ βόγγο, σὰν νὰ μᾶς ἔλεγε καὶ κεῖνος μὲ παράπονο:

— Στὴν ἄλλη ζωή!… στὴν ἄλλη ζωή!…

Δὲν ξέρω πόσον καιρὸ κοιμήθηκα μέσα στὴ γολέτα. Μόλις πατήσαμε κεῖ, μᾶς ἔγδυσαν οἱ ναῦτες ἀπὸ τὰ ροῦχα, ποῦ ἔβγαιναν μαζὶ μὲ τὸ πετσί, μᾶς πότισαν τσάϊ μὲ τὸ ροῦμι καὶ μᾶς ξάπλωσαν στὰ ζεστὰ κρεβατοστρώσια. Ὅταν ἄνοιξα τὰ μάτια εἴμαστε μπρὸς στὰ Μπουγάζια. Ὁ οὐρανὸς χἀρυσογάλανος καὶ ἡ θάλασσα στρωτὸ κρυστάλλι. Οἱ μύριες της γλῶσσες φιλοῦσαν ἁπαλὰ τὶς στεριές. Ἀνατολὴ καὶ Ρούμελη, κάτασπρες ἀπὸ τὸ χιόνι ἀστραποβολοῦσαν στὸ λιοπύρι καὶ καθρεφτίζονταν στὰ νερά. Ψαρόβαρκες μὲ τ’ ἄσπρα καὶ τὰ κόκκινα πανάκια τους, ἀρμένιζαν στὶς χαρούμενες ἀκρογιαλιές, σὰν θαλασοπούλια ποῦ σκύφτουν νὰ παιγνιδίσουν μὲ τὸ κῦμα. Καράβια κάθε λογὶς κατέβαιναν βαρυφορτωμένα· ἀνέβαιναν ἄλλα ἀδειανὰ ἀπὸ τὰ Μπουγάζια. Ἀπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μας πετοῦσαν σύγνεφα πουλιά.

Γύρω στὰ κάστρα ἀνέμιζαν οἱ κόκκινες σημαῖες, καὶ ἄστραφτε τῶν κανονιῶν τὸ ἀτσάλι, ἠχολογοῦσαν οἱ σάλπιγγες καὶ κοκκίνιζαν δασοφυτρωμένες παπαροῦνες τὰ φέσια. Ὅλα φαίνονταν πασίχαρα καὶ γελαστά. Ἔπεσα στὰ γόνατα καὶ μὲ πῆραν τὰ δάκρυα. Ἄχ ναὶ τ’ ἀδέρφι· δὲ φαίνεται τόσο ὄμορφος ὁ κόσμος στὸν ἄνθρωπο παρὰ ὅταν κινδυνέψῃ νὰ τὸν χάσῃ!

Ἡ γολέτα ἦταν Γαλαξειδιώτικη τοῦ καπετὰν Καρέλη. Ἐρχόταν ἀπὸ τὸν Σουλινᾶ φορτωμένη σιτάρι γιὰ τὴν Πάτρα. Ἦταν ὅμως χολέρα στὸν Ποταμὸ καὶ θὰ πήγαινε πρῶτα νὰ κάμῃ καραντίνα στὶς Δῆλες. Ὁ καπετὰν Καρέλης μᾶς ρώτησε, ἂν ἤθελε κανεὶς νὰ βγῇ στὴν Πόλη· μὰ ὅλοι μονόγνωμοι ζητήσαμε νὰ μᾶς πάρῃ στὴν Ἑλλάδα. Δὲν ξέρω γιατί, ὅταν κανεὶς κινδυνέψῃ, πιθυμάει τόσο τὴν πατρίδα καὶ τοὺς συγγενεῖς του. Πολλὲς φορὲς μοῦ ἔτυχε νὰ κινδυνέψω στὴ θάλασσα. Μία φορὰ πῆγα νὰ ψωφήσω ἀπὸ πλευρίτη στὸ Γερμανικὸ νοσοκομεῖο τῆς Πόλης. Ἄλλη μία φορὰ στὴν καραντίνα τῆς Σινώπης ἔκαμα δύο μῆνες ἀπὸ χολέρα. Στὸ Ταϊγάνι ἕνα χειμῶνα ἔπεσα ἀπὸ τὸ κατάρτι κατακέφαλα κ’ ἔκαμα ἐφτὰ μῆνες στὸ στρῶμα. Μὰ πάντα μόλις ἔπαιρνα τὴν καλήτερη, μονοφύσημα τραβοῦσα γιὰ τὴν πατρίδα. Καί, στὴ θάλασσα ποῦ ἀρμενίζω, γλυκώτερες ὧρες ἀπὸ κεῖνες δὲ γνώρισε ἀκόμα ἡ ψυχή μου. Μὲ τὰ δάκρυα στὰ μάτια ἔτρεχα κι’ ἀγκάλιαζα ὄχι μονάχα τοὺς συγγενεῖς μὰ καὶ κάθε συντοπίτη μου. Ὅλοι φαίνονταν ἄγγελοι στὰ μάτια μου. Καὶ οἱ πέτρες ἀκόμη πίστευα πῶς μὲ χαιρετοῦσαν καὶ μοῦ ἔλεγαν: Καλῶς ὥρισες! Καλῶς ὥρισες!

Οἱ ἄλλοι βέβαια εἶχαν περισσότερο δίκηο νὰ ζητήσουν τὴν πατρίδα. Καθένας εἶχε τοὺς γονέους, τοὺς συγγενεῖς, τοὺς φίλους του. Ἐγὼ τίποτε δὲν περίμενα. Ἀπὸ μικρὸς ὀρφάνεψα κι’ ἀπὸ μικρὸς ξενητεύθηκα μὲ τὰ καράβια. Πεντέξη μῆνες πρίν, μὲ κατάφεραν κι’ ἀρρεβωνιάστηκα μὲ μία φτωχούλα. Δὲν τὴ συλλογιζόμουν ὅμως παρὰ σὰν ἔβλεπα τὸν ἀρρεβῶνα στὸ δάχτυλό μου. Μὰ τόρα, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποῦ βρέθηκα στὴ γολέτα, ἐκείνη πρώτη ἔλαμψε μπρός μου, μὲ τὴ φτωχή της φορεσιά, δακρυσμένη νὰ δέρνεται ἀπάνω στὸ εὔκαιρο μνῆμά μου. Δὲν ξέρω γιατί ἀνάτειλε στὸ νοῦ μου ἄξαφνα, πῶς ἡ τύχη ἐκεινῆς ἦταν νὰ σωθῶ· πῶς ὁ Θεὸς θέλησε νὰ μὴ μαραθοῦν παράωρα τὰ νιάτα της, νὰ μὴ μαυρίσῃ ἡ καρδούλα της, πρὶν ἀνοίξῃ σὰν τριαντάφυλλο στοῦ γάμου τὴ δροσιά· νὰ μὴ γίνῃ χήρα πρὶν νύφη γίνῃ ἡ ἀρφανούλα! Καὶ ἡ ἀγάπη σὲ μιὰ ὥρα φύτρωσε μέσα μου καὶ ρίζιασε σὰν τὸν κισσό, ποῦ πιάνει κάθε κούφωμα καὶ κάθε χαραμάδα, καὶ πρασινίζει καὶ ἀνθοστολίζει τοὺς τοίχους τοῦ ἐρμόσπιτου! Τὴν εἶχα μπρός μου καὶ ὀμορφιὲς τῆς ἔβρισκα· γελοῦσε κ’ οἱ ἄγριοι κάμποι ἄνθιζαν καὶ πεντοβολοῦσαν. Δὲν ἔβλεπα τὴν ὥρα νὰ φτάσω στὴν Ἑλλάδα. Ἔστειλα γράμμα τὴς θειᾶς της ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ τῆς ἔλεγα νὰ τοιμασθοῦν γιὰ τὸ γάμο καὶ πλακώνω. Τὸ σπιτάκι μου, ποῦ σφάλισε ἀφότου πέθαναν τὰ γονικά μου καὶ σκούριασαν οἱ κλειδωνιές, χορτάρισαν οἱ πόρτες κ’ ἔπνιξε ἡ ἀγριαγκαθιὰ καὶ τὸ μαμοῦδι τὴν αὐλή του, θὰ τὸ στολίσῃ, ἔλεγα, ἐκείνη σὰ νεράϊδα· θὰ φυτέψη μηλιὰ στὴν πόρτα καὶ κλῆμα στὴν αὐλή· θὰ κρεμάσῃ μοσχομύριστ’ ἀφροκύδωνα πάνω ἀπὸ τὸ κρεβάτι καὶ ρόϊδα πολύκλωνα ψηλὰ στὸ πατερό!

Οἱ σύντροφοί μου ἄρχισαν νὰ διηγῶνται τὸν κίνδυνό μας μὲ περιφρόνηση καὶ νὰ παιζογελᾷ ἕνας τὸν ἄλλο γιὰ τὸ φόβο του. Ἔπλαθε καθένας ὅ τι τοῦ κατέβαινε καὶ παρουσίαζε τὸν ἑαυτὸ του γιὰ ἥρωα. Σὲ μένα μάλιστα ποῦ ἤμουν σὰν ἀφαιρεμένος, ρίχτηκαν ὅλοι καὶ μὲ πείραζαν στὰ γερά. Ὁ καπετὰν Μπισμάνης, δὲν ἦταν ὥρα νὰ φανῶ μπρός του καὶ νὰ μὴ μοῦ φωνάξῃ γελῶντας:

— Ἔ, Καληώρα· δὲν πᾶς λίγο νὰ δουλέψῃς τὴν τρόμπα;

Τέλος κατεβήκαμε στὶς Δῆλες. Ὁ Θεὸς νὰ τὸ κάμῃ λιμάνι! Ὅσο τὸν ἔχει στὸ σορόκο καλά· ἅμα ὅμως τὸν πάρῃ τρεμουντάνα καὶ κατεβάσῃ ὁ Τσικνιᾶς οὐδὲ βάρκα δὲ μένει μέσα. Γυρεύομε τόπο ν’ ἀράξουμε· ποῦ ν’ ἀράξουμε; Ἔβδομῆντα κομμάτια καράβια, μικρὰ-μεγάλα ἦταν ἐκεῖ· χωριστὰ πεντέξη βαπόρια. Ἀπὸ τὰ κατάρτια καὶ τὰ σχοινιὰ πίστεψα πῶς ἔμπαινα σὲ πυκνοντυμένο δάσος χειμῶνα καιρό. Ὡς τόσο ἦρθε ὁ πιλότος καὶ μᾶς ἄραξε κατὰ τὰ Κοκκινάδια. Δὲν ἀράξαμε ἀκόμη καὶ βλέπω τὸν καπετὰν Μπισμάνη κατακόκκινο, ξεσκούφωτο, ἀναμαλλιασμένο νὰ τρέχῃ στὴν πλώρη, νὰ καβαλλάῃ τὸ μπαστοῦνι, ν’ ἁρπάζῃ τὸν ἔξω φλόκο καὶ χτυπῶντας τὸ στῆθός του νὰ βρίζῃ καὶ νὰ καταριέται καὶ νὰ θεορίχνῃ. Κοιτάζω καλά· τὸ καταραμένο μπάρκο ἔστεκε δίπλα μας!

— Παλιοτσόπανε!… παπλωματᾶ! καραβανᾶ!… ἀλυχτοῦσε ὁ καπετάνιος μας. Δὲ φοβήθηκες, μωρέ, τὸ Θεό! τὴ θάλασσα δὲ φοβήθηκες! Μὰ ἔχω τὶς ἐλπίδες μου!… Θάλασσα, μωρέ, ἂν εἶνε θὰν τὸ δείξῃ, ἀργά-γλήγορα!…

Εἶδα κ’ ἔπαθα νὰ τὸν ἡσυχάσω. Τέλος πῆρε νὰ νυχτώνῃ καὶ κακὰ σημάδια ἔδειχνε ὁ καιρός. Ὁ ἥλιος βασίλεψε μαραμένος πίσω ἀπὸ τὴ Σίφνο. Τὰ οὐρανοθέμελα σκούραναν κ’ οἱ χαμηλὲς στεριὲς ἄσπρισαν γύρω σὰν κιμωλία. Τῆς Τήνου τὸ βουνὸ ἔβαλε τὴ σκούφια του καὶ ὁ Τσικνιᾶς σκοτείνιασε. Ἀσυνήθιστη κίνηση ἄρχισε στὶς Δήλες, σὰν σὲ μερμηγκοφωλιὰ τὰ πρωτοβρόχια. Στὸ πόδι, μαρινάροι! Ἄλλοι στὰ σχοινιά, ἄλλοι στὶς ἄγκυρες, ἄλλοι στὶς βάρκες, ἄλλοι στὰ κατάρτια! Χέρια, πόδια, νύχια, δόντια σὲ κίνηση. Ἕνα καράβι ἐδῶ μάζωνε τὴν ἄγκυρα· παρέκει ἄλλο ἔριχνε καὶ τὴ σπεράντσα· ἄλλο κατέβαζε τὶς σταύρωσες· ἐδῶ ἔπαιρναν πρυμόσχοινα, ἐκεῖ τὰ βαπόρια κάπνιζαν. Πλάκωνε νομίζεις, ἐπίβουλος ἐχθρὸς καὶ καθένας τοιμαζόταν νὰ τὸν ἀντικρύσῃ μὲ ὅλα του τὰ σύνεργα.

Καὶ ἀλήθεια σὲ λίγο πλάκωσε ὁ ἐχθρός. Μαῦρος, θεοσκότεινος, πέταξε ἀπὸ τὸν Τσικνιᾶ ὁ χιονιᾶς μὲ ἄγριες φωνὲς καὶ φτεροκοπήματα κ’ ἔκαμε τὸ λιμάνι μαλλιὰ-κουβάρια. Ἐκεῖ ν’ ἀκούσῃς τὴ σαλαλοὴ καὶ τὸ θρῆνο. Σίδερα βροντοῦσαν, ξύλα τρίζανε, φωνὲς ἀντηχοῦσαν κι’ ἀλυχτήματα. Ἔκανες ἐδῶ· τοῖχος γκρεμιζόταν. Ἄκουες ἐκεῖ· λεῦκες ἔγερναν ξεριζωμένες. Ἐδῶ τριζοβολοῦσαν ὀξυὲς θεόρατες, ἐκεῖ βροντοῦσαν χιλιόχρονες βελανιδιές· δεξιὰ χούγιαζαν πεῦκα φουντωτά, ἀριστερὰ στέναζαν λυγερὰ κυπαρίσσα! Σ’ ἕνα Μυκωνιάτικο καράβι φορτωμένο ξυλεία πετοῦσαν τὰ σανίδια σὰν πούπουλα καὶ σκέπασαν τὴ θάλασσα ὥς πέρα στὸ νησί! Ἕνα τσερνίκι Σμυρνέϊκο κάρβουνα φορτωμένο, τὸ ἄδειασε τέλεια. Μία σφουγγαράδικη μηχανὴ τὴν ἔγδυσε, σὰν νὰ τὴν πάτησαν κουρσάροι. Τὰ βαπόρια πῆραν τὶς ἄγκυρές τους καὶ ἀγριοσφυρίζοντας ρίχτηταν στραβὰ πάνω στὰ πλεούμενα. Ἐμεῖς εἴσμαστε στὴν ἄκρη κ’ εὔκολα, ἀμολῶντας τὴν ἄγκυρα βγήκαμε πέρα, κάτω ἀπὸ τὶς Μικρὲς Δῆλες.

Ὅλη τὴ νύχτα βάσταξε ὁ θρῆνος. Καὶ ὅταν ἔφεξε ἡ ἡμέρα, εἶδα τὸ κακὸ ποῦ ἔγινε. Ἄλλα καράβια ἦταν μισοσπασμένα, ἀλλὰ γδυμνὰ ἀπὸ ξάρτια· ἕνα ἐδῶ εἶχε τὴ μισὴ πρύμη φαγωμένη· ἄλλο ἦταν δίχως μπαστοῦνι καὶ φλόκους. Τὸ Βασιλικὸ ἔγερνε καὶ κρατοῦσε καρφωμένο στὴν ἄγκυρά του ἕνα Σαμιώτικο τρεχαντήρι. Δὲν ξέρω πῶς πῆγα στὴν πρύμη καὶ βλέπω τὸν καπετὰν Μπισμάνη γονατιστὸν πίσω στὸ τιμόνι, νά κλαίῃ καὶ νὰ μύρεται σὰ γυναίκα.

— Τ’ ἔχεις, καπετάνιε, τ’ ἔπαθες; τὸν ρωτάω.

— Ἄχ, μωρὲ παιδί! λέει στενάζοντας· μ’ ὀργίστηκε ὁ Θεός!… Ὁ κακομοίρης χάθηκε, φτωχὸς ἄνθρωπος!…

Γυρίζω κατὰ τὰ Κοκκινάδια· ὁ «Σωτήρας» μαδέρια βρισκότανε στὶς πέτρες καὶ κοντὰ οἱ ναῦτες του βρεμένοι ὥς τὸ κόκκαλο, τουρτούριζαν γύρω στὴ φωτιά. Κι’ ἀκόμη κοντὰ ὁ καπετάνιος του, ἀναμαλλιασμένος καὶ ἀγριομάτης, κοίταζε τὰ ναυάγια σὰν νὰ κοίταζε τῶν παιδιῶν του τὰ σκέλεθρα. Μωρὲ μονοβδόμαδα ἔκαμ-ἔλαβε! Τὸ τίναξε ἀπάνω του σὰν ἀστραπόβολο! Ἀλήθεια λυπήθηκα καὶ γὼ τὸ μπάρκο. Μὰ ἡ θάλασσα ἔκαμε τὴν κρίση της!…»

Ὁ Μπάρμπα-Καληώρας σώπησε τέλος. Ἀλλὰ τὸ τσοῦρμα ἔμεινε ἄφωνο γιὰ πολλὴ ὥρα. Δὲ συλλογιζόταν κανεὶς τὸν κίνδυνο τοῦ Σπετσιώτικου μπάρκου, οὔτε τὸ φριχτὸ δρᾶμα τῆς Μαύρης θάλασσας, οὔτε τὶς παλληκαριὲς κ’ αἰσθηματολογίες τοῦ γεροναυτικοῦ. Ποιὸς λίγο ποιὸς πολὺ τὰ ἔχουν ὅλοι περάσει, ὅλοι τὰ ἔχουν αἰσθανθῆ. Ἐκεῖνο ποῦ τοὺς ἔκαμε ἐντύπωση ἦταν τὸ πάθημα τοῦ «Σωτήρα». Καθένας φανταζότανε τὴ θεϊκὴ ὀργή, μαῦρο πουλὶ ν’ ἀκολουθῇ ἀπὸ ψηλὰ τὸ καράβι καὶ τέλος νὰ τοῦ ρίχνεται καὶ νὰ τὸ πετσοκόβῃ μὲ ἀσπλαχνιά. Τρόμος τοὺς εἶχε κυριέψει. Καὶ ὅταν ἀκούστηκε ἡ καμπάνα τῆς βάρδιας, σηκώθηκε καθένας καὶ πῆγε νὰ πιάσῃ τὴ δουλειά του, δίχως χωρατὰ καὶ πειράγματα. Μόνον ὁ Κώστας ὁ θερμαστής, πάντα ἴδιος, ἠθέλησε πάλι νὰ κεντήσῃ τὸ γέροντα:

— Ἔλα, πές μας Μπάρμπα-Καληώρα, πόσες φορὲς ἐναυάγησες;

Ὁ ὑποναύκληρος τόρα σηκώθηκε πάλι ἀλύγιστος, τὰ μάτια του σπιθοβόλησαν θυμοὺς καὶ φοβερίσματα καὶ μὲ τὴν ἀρβανίτικη προφορά του κομματιαστὴ καὶ βαρειὰ καὶ συρμένη γύρισε καὶ εἶπε:

— Μωρὲ ἄϊντε πόρρρ!… Ἐσεῖς νὰ πάτε νὰ βυζάχτε γάλα κ’ ὕστερα νὰ ’ρθῆτε νὰ μιλῆστε μεταμένα. Ἀμμήηη!… τὸν καιρὸ ποῦ γὼ ἀρμένιζα τὰ πέλαγα, ἐσεῖς δὲν ἤσαστε μουδὲ σπόρος στ’ ἀχαμνὰ τοῦ πατέρα σας!…