Ἀτθίδες Αὖραι
Συγγραφέας:
ΗΛΙΑι ΤΑΝΤΑΛΙΔΗι.


(Τῷ ἀειμνήστῳ Διδασκάλῳ.)

Εἰς τῆς Χάλκης τ’ ἀκρογιάλι,
ποῦ μὲ πόθ’ ὀργᾷ τὸ κῦμα
καὶ τὸν ἔρωτά του ψάλλει,
σκάψετ’ ἕνα νέο μνῆμα.

Δάφνης καὶ μυρτιᾶς κλωνάρια
στρώσετε στὸ μαῦρο χῶμα,
καὶ μ’ ἁρμονικὰ τροπάρια
θάψετε τ’ ἀχνό του σῶμα.

Βάλτε τὸν Σταυρὸ μαζί του,
τὸ ’Βαγγέλιο καὶ τὴν λύρα·
καὶ ἀνοῖξτε στὸ κελί του
μιὰ κισσοπλεγμένη θύρα.

Κ’ ἐδ’ αὐτοῦ στὸ μονοπάτι
ἂς φυτέψ’ ἕνα χεράκι
τριανταφυλλιὰ μοσχάτη,
φουντωτὸ κυπαρισσάκι.

Βράδι νἄρχωνται κοπέλαις,
ῥόδα, μύρτα νὰ τοῦ ῥαίνουν·
μὲ ψαλσίματα, μὲ τρέλαις
τ’ ὄνειρό του νὰ γλυκαίνουν.

Νύχτα νἄρχεται τ’ ἀηδόνι
σύντροφος στὴν μοναξιά του,
τὴν σιγὴ νὰ ξεσηκόνῃ,
νὰ λαλῇ τὰ βάσσανά του.

Κ’ ἐκεῖ δὰ ποῦ θὰ προβάλλῃ
τῆς Αὐγῆς ἡ πρώτ’ ἀχτίδα,
νὰ ’ξυπνᾷ καὶ νὰ μᾶς ψάλλῃ
τὴν Ἀγάπη, τὴν Ἐλπίδα.