Ἀτθίδες Αὖραι
Συγγραφέας:
ΥΠΟΘΗΚΑΙ.


Ὅπου θαρριέται γιὰ καλό,
καὶ δίχως διάκι᾿ ἀνοίγεται,
τὸν ᾿βρίσκ᾿ ἡ μπόρα στὸν γιαλὸ,
καὶ ναυαγεῖ καὶ πνίγεται.

Ὅπου σκαρόνει μιὰ φωλιὰ
σ᾿ ἕν᾿ ἄστατο κοτρῶνι,
πρὶν ἢ καθήσῃ μιὰ σταλιά,
γυρνᾷ καὶ τὸν πλακόνει.

Ὅπου γλυστρήσῃ, ἂν πιασθῇ
στῶν ἀλλωνῶν τὴν ἀνθρωπιά,
θὰ τὸν σκουντήσουν νὰ χαθῇ,
νὰ μὴν ὀρθοπατήσῃ πιά.

Χαρὰ στόν, ποὺ δὲν ἀρμενᾷ,
κ᾿ ἔχει στεριὸ τὸ σπίτι του,
κι᾿ οὐδὲ τὸν ξένο προσκυνᾷ,
οὐδὲ τὸν συντοπίτη του!