Το ταξίδι μου
Συγγραφέας:
Ο Ποιητής


Ἔφυγα καὶ γὼ τότες ἀπὸ κειπέρα. Γύρεβα μοναξιὰ νἀνασάνῃ ἡ καρδιά μου. Κι ὡςτόσο πάντα κάτι μὲ τραβοῦσε, κάτι μ’ ἕσπρωχνε νὰ γυρίσω πίσω, νὰ ξαναδιῶ τὴν Καμάρα καὶ τὸν τάφο. Πάντα στεκότανε τὸ πλῆθος µαζωμένο. Πήγαινα µέσα στὸν ὄχλο ποὺ μὲ σκουντοῦσε, ποὺ μὲ ζουλοῦσε, ποὺ μὲ πατοῦσε γιὰ νὰ περάσῃ. Δὲν μποροῦσα νὰ φὐγω. Μιὰ δύναµη μὲ βαστοῦσε, μ’ εἶχε καρφωμένο σὲ κεῖνο τὸ μέρος – σὰ νὰ πρόσμενα κάτι νὰ διῶ, κάτι νὰ καταλάβω ποὺ δὲν ἤξερα ἀκόμη. Ὅλη τὴν ἡμέρα ζαλισμένος, μὲ γεμάτο φροντίδες τὸ κεφάλι, σερνόμουνε, κυλιόμουνε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, κουρασμένος, μισοσακατεμένος.

Τέλος πλάκωσε κ’ ἡ νύχτα. Δὲν τὸ κουνοῦσα. Λάμπανε ἀναμμένα ὅλα τὰ φῶτα. Τριγῦρο στὸν τάφο, καίγανε τέσσερεις λαμπάδες μαβροτυλιμένες. Ἔλεγε τὸ Παρίσι νὰ ξενυχτίσῃ, νὰ μεῖνῃ μπροστὰ στὸ μνῆμα τοῦ ποιητῆ, ὥςπου νὰ σηκώσουνε τὸ λείψανο τὸ πρωί. Χώθηκα παράµερα σ’ ἕνα δρόμο σκοτεινό, μὲ τρόπο νἀποφύγω τὸν τόσο κόσμο κι ὅμως πάντα νὰ βλέπω τὴν Καμάρα μὲ τὸ μνῆμα.

Δὲν ξέρω τί μοῦ κατέβηκε τότες· ἀπὸ τὴν κούραση εἴτανε, ἀπὸ τὴ λύπη τὴν πολλή, δὲν μποροῦσα νὰ σταθῶ στὰ ποδάρια μου. Σὰ µουδιασμένη μέσα μου ἡ ψυχή μου. Ἀναγκάστηκα νὰ κάτσω σὲ μιὰ πέτρα, νὰ πάρω τὴν ἀναπνοή μου. Ἅμα βρέθηκα μόνος, μοῦ φάνηκε σὰ νὰ μὴν ἔβλεπα πιὰ τίποτις ἀπ’ ὅσα εἶχα διεῖ ὅλη τὴν ἡμέρα. Ξέχασα τὸν ποιητή, ξέχασα τὸ λείψανο, ξέχασα τὸ Παρίσι. Ὁρμητικὰ πῆγε ὁ νοῦς μου στὴν πατρίδα – καὶ ποτὲς στὴ ζωή μου, ποτὲς μέσα μου δὲν ἔγινε τόση ταραχή, δὲν ξέσπασε τόση φουρτούνα. Κάποτες στεκόμουνε ὧρες βυθισμένος, ἀφανισμένος, σὲ μιὰ ταπείνωση ποὺ μήτε γινότανε πιὸ μεγάλη, καὶ φαρμάκωνε ἡ πίκρα τὴν καρδιά μου. Κάποτες πάλε, ξανάπαιρνα θάῤῥος, στεκόμουνε ὄρθιος καὶ κοίταζα ἁψηλὰ ἁψηλὰ κατὰ τὸν οὐρανό. Τόση πλήξη, τόση σταναχώρια, τόση θλίψη δὲν ἔτυχε νἄχω ποτὲς – καὶ ποτὲς δὲν ἔβαλα στὸ νοῦ μου τόσες ἐλπίδες, ποτὲς δὲν ἔννοιωσα τόσες χαρές. Σὰν τἀνήσυχο πουλὶ ποὺ τρέμει καὶ πηδᾷ μέσα στὰ κλαδιά, λαχταροῦσε ἡ καρδιά µου καὶ πετοῦσε ἀπὸ χαρὰ σὲ λύπη κι ἀπὸ λύπη σὲ χαρά.

Θέ μου, Θέ μου παντοδύναμε, τί νυχτιὰ εἴτανε κείνη! Τί εἴτανε, Θέ μου, τὸ τόσο σκοτάδι! Τρόμαξα καὶ φώναξα μοναχός µου· — «Μήπως σήμερα τὴν πατρίδα μου θάφτουνε; Τώρα µόλις γεννήθηκε, καὶ τώρα πρέπει νὰ πεθάνῃ; Θέ μου παντοδύναμε, μὴν τὸ θελήσῃς! Ἀχ! πόσα χρόνια πρέπει νὰ ζήσῃ ἕνας λαός, γιὰ νὰ γίνῃ ἔθνος; Ἀφτὰ τὰ φῶτα τὰ µισοσκεπασµένα, ποὺ µόλις φαίνουνται κεῖ κάτω, τί σημαίνουνε καὶ γιατί καίνε; Ἴσως γιὰ νὰ μᾶς δείξουνε τὴ μικρή μας τὴ δόξα, µπροστὰ σὲ τέτοια μεγαλεῖα! Θὰ τὸ κατορθώσουμε ποτὲς νἄχουυε καὶ μεῖς τέτοιους ἄντρες; Ἀφτὸ ἐδῶ τὸ μνῆμα παρασταίνει ἔργα περίφηµα, παλιὰ ἱστορία, αἰῶνες κόπο, δουλειά, πόνους, λεφτεριὰ καὶ δόξα. Πόσα πρέπει νὰ τραβήξῃ ἕνας λαὸς γιὰ νὰ φτάσῃ στὸ σηµάδι ὅπου ἔφτασε τοῦτος ὁ λαός! Δὲν ἔχει πιὰ σήμερις ἀνάγκη τοὺς προγόνους του – τοὺς Λατίνους καὶ τὴ Ῥώμη. Ζῇ δική του ζωή. Πρόγονο μπορεῖ μιὰ μέρα καὶ τὸν ἴδιο ἄλλοι νὰ τὸν καφκηθοῦνε.

Ποῦ νὰ τὸ διοῦµε καὶ μεῖς τέτοιο πρᾶμα; Σὰν τὸ παιδὶ ποὺ τὴ μάννα του δὲν μπορεῖ νἄφήσῃ, γιατὶ νοιώθει πὼς εἶναι ἀδύνατο ἀκόμη, ἔτσι καὶ μεῖς μόλις ἔχουμε πόδι νὰ πατήσουµε τὴ γίς· ἄντρες δὲ γενήκαμε ἀκόµη. Ἔχουμε ἀνάγκη, οἱ προγόνοι νὰ μᾶς βαστοῦνε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ νὰ μᾶς πηγαίνουνε. Ὅλο προγόνους φωνάζουμε. Ἔπαινό μας θαῤῥοῦμε ἴσια ἴσια κεῖνο ποὺ δείχνει τὴ λίγη μας δύναμη. Ἔθνος ἀφτεξούσιο δὲ γενήκαμε, κ’ ἴσως δὲ θὰ γίνουµε ποτές. Ἡ δόξα μας ἡ παλιὰ θὰ καταντήσῃ ὁ χαμός μας. Δὲ μᾶς ἀφίνει νὰ μεγαλώσουμε, νὰ περπατοῦμε μὲ τὰ δικά µας τὰ ποδάρια, νὰ συλλογιούµαστε μὲ τὸ κεφάλι τὸ δικό μας, μὲ τὰ μάτια τὰ δικά µας νὰ βλέπουµε, νὰ μιλοῦμε γλώσσα δική µας. Ὅλο προσπαθοῦμε νὰ κάµουµε σὰν καὶ κείνους. Σ’ ἕνα μόνο δὲν τοὺς μιμηθήκαμε· προγόνους ἐκεῖνοι δὲν εἴχανε! Ἐμεῖς, δὲ θὰ τἀξιωθοῦμε ποτές, καὶ μᾶς μιὰ μέρα προγόνους ἄλλοι νὰ μᾶς ποῦνε.

Ὅσο ἔλεγα μέσα µου τέτοια μοναχός μου, τραβιόμουνε, τραβιομουνε ὅλο πίσω, γιατὶ ντρεπόµουνε τὸν ποιητὴ κ’ ἔβλεπα πόσο μικροί, πόσο ἀσήμαντοι μπροστὰ σὲ τέτοιους ἀθρώπους εἴμαστε ἀκόμη. Ὅσοι στὴν Εβρώπη εἶναι μόλις µαθητάδες, ἐμεῖς μπορεῖ νὰ τοὺς πάρουμε γιὰ δασκάλους, καὶ τώρα πέρασε ὁ καιρὸς ὅπου λέγανε τὴν Ἀθήνα δασκάλισσα τοῦ κόσμου! Τἄλλα τὰ ἔθνη, ὅσο περίφημοι κι ἂν εἴτανε οἱ πατέρες τους, ἀφήσανε πίσω τὴν παλιά τοὺς ἱστορία· ξανακάμανε καινούρια, δική τους. Ἡ Ἰταλία κ’ ἡ Γαλλία ξεχάσανε τὴ Ῥώμη καὶ τῆς εἴπανε· — «Ὅσο μεγάλη εἴσουνε σύ, τόσο καὶ μεῖς θὰ γίνουμε μεγάλες. Μᾶς φτάνει τὸ δικό μας τὸ μυαλὸ καὶ τὸ αἷμα ποὺ πήραμε ἀπὸ σένα.»

Βγήκανε τότες ἀπὸ παντοῦ, ἄπειρα σὰν τὰ λουλούδια ποὺ τὴν ἄνοιξη ὁρμοῦνε ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς γῆς, βγῆκαν ἔργα κάθε λογῆς, τῆς τέχνης, τῶ γραμμάτω, τῆς ἐπιστήμης. Βγῆκε καὶ μιὰ γλώσσα καινούρια. Ἄλλες λέξες, ἄλλη γραμματικὴ χρειαστήκανε τὸτες παντοῦ γιὰ τὶς ἰδέες, γιὰ τὸ νοῦ καὶ γιὰ τὴν καρδιὰ τοῦ καθενός. Ἄναψε ἡ μιὰ σπίθα τὴν ἄλλη, διαδοθήκανε ἰδέες, τέχνες, ἐπιστήμες, ὁ καθεὶς ἔφερνε τὸ μερτικό του καὶ τὸ δάνιζε τοῦ ἀλλουνοῦ. Ἔτσι μορφώθηκε μιὰ Ἐβρώπη κι ἀνάμεσα στοὺς λαοὺς ἔπιασε συγκοινωνία διανοητική. Ἐμεῖς πίσω, ὅλο πίσω! Ποῦ ἡ δύστυχη πατρίδα, μὲ τῶν παιδιῶ της τὴν ἀμάθεια, τὴν περηφάνεια καὶ τὴν τρέλλα, νὰ μπορέσῃ καὶ κείνη νὰ ζήσῃ τὸ µεγάλο, τὸ χαρούμενο βίο τῆς ξαναγεννημένης Ἐβρώπης!

Ἔτσι μοῦ μιλοῦσε τὸ μνῆμα, γιατὶ ἡ ὄψη του μονάχη μοῦ θύμιζε τὴν ἐλεεινή μας κατάσταση. Κι ὡςτόσο ποιὸς ἀπὸ τοὺς δικούς μας κατάλαβε ποτέ του τί μᾶς λείπει; Περηφανέβεται ὁ Ῥωμιὸς μὲ τοὺς προγόνους του, νομίζει πὼς τοὺς μοιαζει, καὶ πειδὴ σὰν τὸν ἀγράμματο χάλασε τὴ φυσική του γλώσσα, θαῤῥώντας πὼς τὴ διώρθωσε, προσμένει κάθε µέρα νὰ φανῇ Σοφοκλής.

Σοφοκλής, Ἀριστοφάνης, Αἰσκύλος κ’ Έβριπίδης στάθηκε ὁ ἄντρας ποὺ κοίτεται τώρα στὸ μνῆμα. Ἔγινε μεγάλος, γιατὶ κανενὸς δὲ θέλησε νὰ µοιάξῃ. Ἂς τοῦ µοιάξουνε κεινοῦ ἄλλοι κατόπι! Ἂς τοῦ µοιάξῃ κανένας ἀπὸ μᾶς, ἂν µπορέσῃ νὰ τὸ καταφέρῃ. Ἀφτὸς εἶναι ποιητὴς καὶ πατέρας! Ἑκατὸ χρόνια καὶ παραπάνω, πρὶ νὰ φανῇ, κοιμότανε ἡ ποίηση στὴ Γαλλία. Σὰ μούμια τὴν εἴχανε οἱ δασκάλοι τυλιμένη στὸ σεντόνι. Ἀπὸ µέσα της, μὲ τὸ σμιλάρι καὶ μὲ τὸ ψαλίδι, τῆς εἴχανε βγάλει ἄντερα καὶ καρδιά, γιὰ νὰ τὴ γεμίσουνε ἄχερα καὶ µυρωδικὰ κάθε εἶδος. Τῆς ἔμνησκε μόνο τὸ πετσί, καὶ γιὰ νὰ μὴ φαίνεται καὶ κεῖνο, τῆς βάζανε ἀπὸ πάνω ῥοῦχα µεταξωτά, στολίδια, μαργαριτάρια καὶ φτειασίδι στὸ μάγουλο. Κοιτότανε ἡ δύστυχη δίχως πνοή, μὲ τὸ στόμα στουμπωμένο, ἀδειασμένη καὶ συγυρισµένη.

Ἐκεῖνοι σὰν τοὺς Φαραώνηδες καθόντανε ἁψηλὰ στὸ θρονί τους. Μὲ περήφανο μάτι κοιτάζανε ἀπὸ πάνω τὸ λαό, τὸ χυδαῖο τὸν ὄχλο. Φτειάνανε σωρὸ νόµους δικούς τους, κάνανε κανόνες χιλιάδες τοῦ κεφαλιοῦ τοὺς – πάντα μ’ ἐβγένεια μεγάλη. Ζωὴ καμιά! Εἴχανε πλῆθος νοστιμάδες ἀνόητες, τσακίσματα καὶ κερατσιτσιές. Ποιὸς νὰ καμαρώσῃ τὸν ἄλλονε. Ποιὸς νὰ πῇ τὰ πράµατα μὲ τρόπο ποὺ νὰ μὴν τὸν καταλάβῃ κανένας. Ποιὸς νὰ µὴ μιλήσῃ σὰν ποὺ μιλεῖ ὅλος ὁ κόσμος. Τὸ μαντίλι δὲν ἔπρεπε κανεὶς μαντίλι νὰ τὸ πῇ, μήτε τὴ σκάλα σκάλα. Τοὺς χρειαζότανε ἀρχοντιὰ τοὺς ἀφεντάδες. Εἴχανε κάμει τὴ γλώσσα κ’ ἔμοιαζε σὰν παλάτι ψυχρὸ καὶ ῥημασμένο. Τοῦ λόγου τους, κλειδωμένοι στὸ παλάτι, ζούσανε καὶ βασιλέβανε.

Βγῆκες τότες ἐσύ· μὲ μιὰς ἄλλαξες τὸν κόσµο. Ὥρμησες κ’ ἔπεσες μέσα στὸ παλάτι. Πέταξες ὄξω τοὺς δασκάλους κ’ ἄρχισες νὰ φωνάζῃς· — «Ἀλήθεια ζητοῦμε, διψοῦμε ζωή· μούμιες δὲ μᾶς κάνουνε.» Τί θόρυβος καὶ τί κακὸ ἔγινε τότες! Μιὰ σκουντιὰ κι ἄνοιξες παράθυρα, ἄπλωσες χέρι κ’ ἔσπασες πόρτες· μπῆκε μέσα ὁ ζωντανὸς ἀέρας τοὐρανοῦ, πλημμύρισε τὸ φῶς κ’ εἶπες στὸ λαὸ ποὺ στεκότανε ὄξω· — «Ὅρσε, ἀφεντικό μου· δικό σου τὸ παλάτι· δάσκαλός μου εἶσαι σὺ καὶ σὺ βασιλιάς μου· δοῦλος σου εἶμαι γὼ κι ἀπὸ σένα τὴ γλώσσα μου θὰ μάθω.»

……Θὰ τὸ παρατήρησε ὁ καθένας· ἂν ποτὲς διοῦμε, ἢ καταλάβουμε, ἢ μόνο μᾶς ἔρθῃ φόβος πὼς μπορεῖ κανεὶς νὰ μᾶς κατηγορήσῃ, ἢ νὰ πάρῃ κακὴ ἰδέα γιὰ μᾶς – μάλιστα ὅταν τύχῃ κανεὶς νὰ φανῇ μεγάλος μπροστά μας, νὰ παινεθῇ ὁ ἴδιος ἢ ἄλλοι νὰ τὸν παινέσουνε – κάτι μέσα μᾶς σπρώχνει νὰ δείξουµε καὶ μεῖς τί ἀξίζουμε, κάποτες ἴσως νὰ δείξουμε παραπάνω ἀπὸ κεῖνο ποὺ εἶναι. Φοβήθηκα καὶ γὼ τὸν ποιητή. Ἀφότου μᾶς πλακώσανε οἱ σκολαστικοί, τόσες φορὲς βρίσανε ὅλο τὸ ἔθνος, τόσες φορὲς εἴπανε τὴ γλὠσσα μας βάρβαρη καὶ πρόστυχη, ποὺ κόντεψε ὁ κόσμος νὰ τοὺς πιστέψῃ. Ἔτρεμα, τὰ λόγια τους νὰ μὴν τἀκούσῃ κι ὁ πεθαμμένος. Βγῆκα τότες ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸ δρόµο ἐκείνονε ὅπου καθόμουνε ἀπάνω σὲ μιὰ πέτρα, τράβηξα ἵσία μὲ τὴν Καμάρα, καὶ μὲ θάῤῥος μεγάλο, μὲ μάτι γεμάτο φλόγες, φώναξα δυνατά, χωρὶς νὰ προσέξω ποὺ στεκότανε κόσμος τριγῦρο κ’ ἴσως µποροῦσε νὰ μ’ ἀκούσῃ·

— Ὄχι! μὴν τὸ πιστέψῃς πὼς γενήκαμε βάρβαροι· μὴν τὸ πιστέψῃς πὼς ἔχουμε πρόστυχη γλώσσα! Ἡ γλώσσα µας γιὰ πέταμα δὲν εἶναι. Πρόστυχη γλώσσα μπορεῖ νἄχῃ μόνο μιὰ πρόστυχη ψυχὴ κ’ οἱ ψυχές μας εἶναι γενναῖες, καὶ τὰ χέρια μας σηκώσανε τουφέκι καὶ διώξαµε τοὺς Τούρκους καὶ μᾶς ἔψαλες στὰ νιάτα σοὺ καὶ σύ. Μὴν τοὺς συνορίζεσαι τοὺς δασκάλους ποὺ μᾶς κατατρέχουνε· εἶναι οἱ χερότεροί μας ὀχτροί, καὶ γυρέβουνε τώρα νὰ μᾶς βγάλουνε τιποτένιους σ’ ὅλο τὸν κόσμο μπροστά, γιὰ νὰ φανοῦνε τοῦ λόγου τους κατιτίς. Ἐσὺ ποὺ τὰ ξέρεις ἀφτά, μὴν τἀψηφήσῃς τὸ προσκύνημά μου. Σέβουμαι τὴ γλώσσα ποὺ μιλῶ, γιατὶ σέβουµαι τὸν ἑαφτό µου. Ἴσως εἶμαι κάτι καὶ γὼ ποὺ σέρνουµαι τώρα στὸ σκοτάδι, καὶ ποὺ μὲ θάῤῥος προβάλλω ἴσα μὲ τὸ μνῆμα ποὺ σὲ σκεπάζει. Δὲν ντρέπουµαι, καὶ μὴ σὲ μέλῃ. Σοῦ μιλῶ μιὰ γλώσσα, ποὺ δὲν τὴν ἔχει ὁ καθένας καὶ ποὺ μπορεῖς καὶ σὺ νὰ μᾶς τὴ ζουλέψῃς, μιὰ γλώσσα ποὺ εἶναι παιδὶ καὶ µοναχοκόρη τῆς παλιᾶς τῆς ἑλληνικῆς, τὴν καινούρια µας τὴ γλώσσα, ποὺ πρῶτος ἐγὼ σήμερα τὴ γράφω!

Μὲ τρομάξανε τὰ λόγια µου καὶ μένα. Ἔφεβγα γλήγορα καὶ κρυφτόμουνε πάλε στὶς στενάδες μέσα, μακριά. Ὡςτόσο μ’ ὅλη µου τὴ θλίψη, μοῦ ἐρχότανε κάποτες καὶ νὰ γελάσω. Ἅμα ἤθελα νὰ σφουγγίσω τὰ δάκρια ποὺ μοῦ καίγανε τὰ μάτια, δὲν ἤξερα τί βαστοῦσα στὸ χέρι ῥινόμακτρονμαντίλι. Πῶς ἔπρεπε νὰ τὸ πῶ, τὴν ὥρα τῆς λύπης; Ἄχ! δασκάλοι, δασκάλοι, τί κακὸ εἶναι ἀφτὸ ποὺ μᾶς κάματε! Πρέπει τὸ λοιπὸ νὰ μᾶς κατατρέχῃ ἡ γραμματική σας, καὶ στὴ στιγμὴ ὅπου ἡ καρδιά μας πονεῖ! Πόσο τὸν ἔχουμε ἀνάγκη ἕνα Βίχτωρα, ἕνα νικητὴ νὰ μᾶς γλυτώσῃ ἀπὸ τέτοιο βάσανο – (τὸ βάσανο μάλιστα καταντᾷ κάπου καὶ μπελάς) – καὶ νὰ πῇ τὸ μαντίλι μαντίλι. Ἄς ἀφήσουμε τὸ ῥινόμακτρον γιὰ τὰ ξερὰ τὰ μάτια καὶ τὶς μακριὲς τὶς μύτες!

Ὅσο δερνόμουνε καὶ σερνόµουνε καὶ συλλογιόµουνε τέτοια μὲ τὸ νοῦ µου, ἡ νύχτα προχωροῦσε, καὶ στοὺς ἀπέραντους κάμπους τοῦ κόσμου γλιστροῦσε ἡ γίς µας σιγὰ σιγά, νὰ κάμῃ τὴν καθεμερνή της βόλτα γῦρο στὸν ἥλιο. Καίγανε πάντοτες τὰ φώσια· μὲ τὸ θολό τοὺς φέξιμο, κάνανε καὶ φαινότανε ἀκόμη καλήτερα τὸ σκοτάδι. Κάπου κάπου ἄκουγες μιὰ βοὴ κι ἀνατρίχιαζες· εἴτανε τὰ κανόνια ποὺ βροντούσανε. Ἔλεγες πὼς ἀστροπελέκια σειούσανε τὴ γὶς καὶ θέλανε νὰ σπάσουνε πέτρα. Εἴτανε γιὰ νὰ προσκυνήσουνε τὸ λείψανο. Σάλεβε, κουνιότανε τὸ πλῆθος, μουρμούριζε σὰ θάλασσα ποὺ βράζει. Μ’ ἀρέσει νὰ περπατῶ µέσα στὸ λαό, δίχως νὰ μὲ ξέρῃ κανεὶς καὶ γὼ νὰ συλλογιοῦμαι τὰ δικά µου. Ἡ φαντασία µου παίρνει φωτιά· στράφτει ὁ νοῦς µου, χιλιάδες ἰδέες, σὰ χαλάζι καὶ σὰ βροντή, μοῦ δέρνουνε τὸ μυαλό. Στὸ κεφάλι µου μέσα σηκώνουνται φουρτοῦνες.

Δὲν ξέρω γιατί μήτε πῶς, μὰ δὲν ἔννοιωθα πιὰ κούραση καμιά. Ξέχασα βάσανα καὶ πόνους. Μοῦ φάνηκε πὼς ξανάνιωνα ξαφνικά. Ἀθάνατες ἐλπίδες μοῦ περεχούσανε τὴν ψυχή. Ἄξαφνα γύρισα νὰ διῶ, καὶ κεῖ ποὺ κοίταζα, κάτω κάτω, σὰν ἀσημένια γραμμή, στὰ µέρη τῆς ἀνατολῆς, ἔβλεπα τὸν ὁρίζοντα νἀσπρίζῃ· φάνηκε σὰ μιὰ χαραμάδα στὸν οὐρανό. Εἴτανε ἡ ἀβγή.

Φῶς! Τὸ φῶς! Νά καὶ τὸ φῶς ποὺ ζητοῦσα. Ὄχι, ὄνειρο δὲν εἴτανε! Εἴτανε ἀλήθεια ποὺ ΤΟΝ εἶδα καὶ τὸ θυμοῦμαι καλὰ τώρα ποὺ σᾶς τὸ δηγοῦµαι. Κάποιος ἐρχότανε, κάποιος φαινότανε κεῖ κάτω. Ὅσο ξάπλωνε ἡ ἀβγὴ τὴν κάτασπρή της φορεσιά, τόσο καὶ κεῖνος προχωροῦσε. Ἔλαμπε στὰ χαράματα μέσα· μαζὶ μὲ τὸν ἥλιο ἀνέβαινε, καὶ τὸ πρόσωπό του ἔπλεχε μέσα στὶς ὁλόχρυσες ἀχτῖδες σὰ σὲ μιὰ θάλασσα φῶς. Τὸ ποδάρι του βαριὰ χτυπᾷ τὴ γίς· τὰ μάτια του καίνε σὰν τἀστέρια. Νά ΤΟΣ ἐκεῖνος ποὺ προσμένω. Ἄπειρος λαὸς τὸν ἀκολουθᾷ καὶ κατόπι του τρέχει, φοβερὸς σὰν τὸ κῦμα ποὺ πὰ νὰ σηκωθῇ. Ἀφτὸς εἶναι ὁ ποιητής, ὁ λυτρωτής µας. Παλάτια θὰ γκρεμίσῃ καὶ θὰ στήσῃ γλώσσα. Ἔλα, ἔλα καὶ μὴν ἀργῇς. Σ’ ἀφτὸ τὸν αἰώνα ὅπου ζοῦμε, βασιλέβουνε οἱ λαοὶ καὶ ῥίχνουνε κάτω τοὺς τυράννους. Μισὴ λεφτεριὰ δὲν τὴ θέλει ὁ λαός μας. Δὲν τοῦ στρέγει νὰ βρίζουνε ἀτιμώρητα τὴν πατρική του γλώσσα. Πρέπει νὰ λεφτερωθῇ κι ἀπὸ τοὺς δασκάλους. Νίκησε τὸ σπαθί του· εἶναι ἀνάγκη κ’ ἡ γλώσσα του τώρα νὰ νικήσῃ.