Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου
Συγγραφέας:
ΙΘ'. Αποκαλύψεις


Αντίκρυ, στο σπίτι της χήρας, ο Γρηγόρης γύρευε να συνεφέρει το αναίσθητο κορίτσι. Τη λέξη, που κομμένη και μισερή την είχε πετάξει στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου, την άκουσε κι εκείνος, την κατάλαβε, και κάποιο φως χύνουνταν τώρα στο μυαλό του. Η Αλεξία γνώριζε τον Κωνσταντίνο, αφού του μίλησε ελληνικά. Μα τη ζωή του δεν τη γνώριζε, αφού τον νόμιζε προδότη. Τα μυστικά της πήγαινε κι έλα, που τόσο τον είχαν ανησυχήσει, τα μισοξηγούσε τώρα, αν και πολλά πράματα έμεναν ακόμα σκοτεινά και μπερδεμένα. Μόλις συνήλθε, η Αλεξία κοίταξε τρομαγμένη γύρω, σα να γύρευε κάποιον.

- Είμαι μόνος, παιδί μου, της είπε ο Γρηγόρης. Ακούμπησε πάλι κάτω το κεφάλι της, και με κούραση του είπε:

- Να φύγομε, Γρηγόρη.

- Να φύγομε, παιδί μου, αυτό ζητώ κι εγώ, της είπε με καλοσύνη. Φθάνει να είσαι καλά... Αύριο λες να μπορέσεις;

Τον κοίταξε επίμονα και, αντί ν' αποκριθεί, τον ρώτησε έξαφνα:

- Πού τον ξέρεις τον Ασάν; Ο καλόγερος κοντοστάθηκε.

- Πώς σου ήλθε τώρα; ρώτησε για να κερδίσει καιρό.

- Γιατί είσαι Έλληνας, ως την ψυχή Έλληνας! φώναξε η Αλεξία.

Ανασηκώθηκε ταραγμένη και άγρια:

- Εσύ, ο γιος του Παγράτη, ο ορθόδοξος Έλληνας καλόγερος, πώς τον ξέρεις τον Ασάν;

- Εγώ σε ρωτώ τώρα εσένα, Αλεξία, είπε ο Γρηγόρης, μήπως και δεν τον ξέρεις τον Ασάν;

- Εγώ... εγώ...

Η φωνή της πνίγηκε. Με τα δυο της χέρια γύρευε ν' ανοίξει το λαιμό του ρούχου της για ν' ανασάνει:

- Εγώ; Δεν ξέρω τον Ασάν... τον κακό δαίμονα της ζωής μου...

- Μη μιλάς έτσι, είπε ο Γρηγόρης και η φωνή του έτρεμε. Πέρασε το χέρι του στο μέτωπο της κι έσπρωξε πίσω τα μαύρα της σγουρά.

- Πες μου, ρώτησε, πότε τον γνώρισες;

- Δεν τον γνώρισα ποτέ, είπε η Αλεξία, και η ανάσα της, κοντή, λαχανιασμένη, κομμάτιαζε τις λέξεις και τις φράσεις. Και όμως από μωρό παιδί τον ξέρω...

- Πού τον είδες;

- Τον είδα σ' ένα δάσος, πρώτη φορά... Ήμουν με τον πατέρα σου... Δυο αγόρια διάβαζαν προσευχές... ήταν Ελληνόπουλα από την Αδριανούπολη. Το ένα άπλωσε το χέρι του απάνω στο σταυρό του εξώφυλλου, και ορκίστηκε να εκδικήσει τους γονείς του... Και είπε ψέματα! Δεν τους εκδίκησε!

- Ναι; έκανε ο Γρηγόρης, γυρεύοντας με τον ήσυχο τόνο της φωνής του να κατευνάσει την επαναστατημένη της ψυχή. Λοιπόν;

- Παρακάτω κοιμούνταν ένας Βούλγαρος... και ο πατέρας σου ρώτησε πώς τον λέγουν... Ήταν ο Ασάν!

Ο Γρηγόρης έσφιξε το χέρι της.

- Πώς; Πριν απ' αυτό, ο πατέρας μου δεν τον είχε δει; ρώτησε συγκινημένα.

- Ναι, μια φορά... από μακριά... Ήταν πάλι με τα δυο αγόρια, και τα φύλαγε να μη λερώσουν τα ρούχα τους... Μια μέρα, ύστερα από καιρό, πέρασαν από το χωριό μας. Τ' αγόρια ήταν παι δόπουλα του Τσάρου. Τα είδα στο δάσος ένα πρωί...

- Και τους μίλησες;

- Όχι... μαζί τους ήταν ο Ασάν... Και το ίδιο βράδυ έφυγαν... Και ο παππούς δε μου έκανε μάθημα, μόνο πέσαμε στα γόνατα και παρακαλέσαμε την Παναγία να φυλάγει τις ελληνικές τους ψυχές...

Σταμάτησε να πάρει ανάσα και με κόπο εξακολούθησε πιο σιγά:

- Πέρασαν χρόνια και τους ξαναείδα... Δεν ήταν πια παιδόπουλα, ήταν δούλοι... δούλοι των Βουλγάρων... Στα πόδια δεν είχαν σίδερα και όμως δεν έφευγαν. Το στρατόπεδο ήταν κοντά στην Πρέσπα. Εγώ ήμουν ελεύθερη, πήγαινα κάθε μέρα και τους παραμόνευα, μα όλη μέρα δούλευαν... δούλευαν τους Βουλγάρους...

- Λοιπόν;

- Ένα βράδυ κατέβηκαν στη λίμνη και ήταν μονάχοι. Έτρεξα πίσω τους, μα σαν έφθασα στην ακρολιμνιά, είδα πως ήταν τρεις. Το ένα αγόρι βαστούσε το χέρι του τρίτου, και τον κοίταζε ενόσω μιλούσε σα να ήταν θεός του... Και ήταν πάλι ο Ασάν... Πήγα πίσω στον πατέρα σου, κι εκείνο το βράδυ ο παππούς έκλαψε, όπως ποτέ ακόμα δεν τον είχα δει να κλαίγει...

Η φωνή της κόπηκε. Ακούμπησε το κεφάλι της στα διπλωμένα της γόνατα κι έμεινε ακίνητη, χαμένη στις ενθυμήσεις της.

- Ύστερα; έκανε βουρκωμένος ο Γρηγόρης.

Χωρίς ν' αλλάξει στάση, η Αλεξία εξακολούθησε σιγά, σα να μιλούσε από όνειρο:

- Τους ξαναείδα, εδώ κι εκεί... Ήταν πάντα δούλοι, και οι Βούλγαροι τους κορόιδευαν που δεν είχαν πια τη δύναμη να φύγουν...

- Ή τη θέληση; διέκοψε ο Γρηγόρης.

- Το ίδιο κάνει... είπε αποθαρρυμένη η Αλεξία. Και όμως δύναμη είχαν, και θέληση... Μια μέρα πήγα στο στρατόπεδο. Ένα από τα Ελληνόπουλα, ξεγυμνωμένο, ήταν δεμένο σ' ένα δέντρο κι ένας Βούλγαρος το έδερνε με βούνευρο. Κοντά του ο Ιβάτζης κοίταζε ατάραχα. Του είχε κλέψει, λέγει, ένα ποτήρι... Εκείνη την ώρα έφθανε ο... ο άλλος... Ρίχθηκε στο Βούλγαρο... άρπαξε το βούνευρο και του έσχισε το πρόσωπο...

Η Αλεξία σήκωσε το χλωμό και δακρυσμένο πρόσωπο της.

- Δύναμη είχε, Γρηγόρη, και παλικαριά περίσσια! Δε φοβήθηκε τόσες χιλιάδες Βουλγάρους!... Και ήταν όμορφος μπροστά τους...

- Αλεξία... είδες που το λες εσύ τώρα! μουρμούρισε ο καλόγερος.

Η κόρη ξέσπασε στα κλάματα.

- Τι τα θέλεις, Γρηγόρη! Δεν έφευγαν, και όμως ούτε τους φύλαγαν πια!

Ο Γρηγόρης χάιδεψε το σκυφτό της κεφάλι. Και η δική του φωνή έτρεμε σα ρώτησε:

- Και τι τον έκαναν τότε;

- Θα τον σκότωναν εκεί που έστεκε, είπε η Αλεξία. Μα την ίδια ώρα έφθασε ο γιος του Τσάρου, ο Γαβριήλ Ρωμανός, με το κλεμμένο ποτήρι στο χέρι. Το είχε βρει ο Ασάν... τους έσωζε ο Ασάν... Και όταν με τη διαταγή του Ρωμανού οι δυο Έλληνες πήγαν στη σκηνή του, μια στιγμή που βρέθηκαν μόνοι, οι δυο μαζί άρπαξαν και φίλησαν τα χέρια του Ασάν, και αυτός τους αγκάλιασε! Αυτός! Ο Βούλγαρος Ασάν! Και ξέχασαν την Αδριανούπολη! Ξέχασαν το αίμα του πατέρα τους και της μητέρας τους! Ξέχασαν όρκους, Πατρίδα, όλα, για την αγάπη του Ασάν!...

Καθισμένος πλάγι της την κοίταζε συλλογισμένος ο καλόγερος, και την άφηνε να κλάψει ώσπου να ξεσπάσει ο πόνος της. Σαν την είδε πιο ήσυχη, τη ρώτησε πάλι:

- Από τότε τους ξαναείδες;

- Ναι! είπε η Αλεξία. Ο Βασιλέας πολιορκούσε τότε τη Στρουμπίτζη, όπου ο παππούς βρέθηκε κλεισμένος με τον αφέντη του. Εγώ ήμουν ελεύθερη, έμεινα στα βουνά. Μια μέρα, είδα έναν από τους δυο Έλληνες. Ήταν πια άντρας... Από βράχο σε βράχο, πηδηχτά, κατέβαινε στη ρεματιά όπου περνούσε ελληνικός στρατός. Από κάτω τον σημάδεψαν. Τους φώναξε πως ήταν φίλος, και τον άκουσα, και τον πίστεψα!... Από τη ρεματιά δεν τον άκουσαν όμως και τον σαίτεψαν. Έπεσε ως κάτω κι έμεινε σαν πεθαμένος. Ο στρατηγός έτρεξε κοντά του. Τι του είπε; Δεν ξέρω... δεν άκουσα... μα πίστεψα! Με την ψυχή μου όλη πίστεψα τότε πως δούλευε για την Πατρίδα...

Πέρασε μια - δυο φορές το χέρι της στο μέτωπο, κι εξακολούθησε με μεγάλη ταραχή:

- Οι Έλληνες έφυγαν τρεχάτοι και τον άφησαν μόνο. Παρακάτω... παρακάτω τους έσφαξαν όλους οι Βούλγαροι... Εγώ κατέβηκα στη ρεματιά. Από μακριά άκουσα τις θριαμβευτικές φωνές των Βουλγάρων, τις απελπισμένες φωνές των δικών μας. Μα δεν τον υποψιάστηκα!... Ο νους μου ήταν στον πληγωμένο Έλληνα, μπροστά μου. Η καρδιά του χτυπούσε ακόμα. Τον φώναξα με τ' όνομα του, μα δε με άκουσε... Εκείνη την ώρα θα πέθαινα γι' αυτόν...

Σταμάτησε απότομα.

- Αλεξία... μουρμούρισε ο παπάς.

Λοιπόν το μυστικό της ήταν αυτό! Και στην ταραχή της απάνω της είχε ξεφύγει... Τα χείλια της έτρεμαν. Χαμογέλασε πικρά.

- Δε με μέλει να σου το πω τώρα. Ναι, τον αγαπούσα, γιατί τον νόμιζα πιστό...

- Και δεν ήταν, Αλεξία; Λοιπόν γιατί πήγε ανάμεσα στους Έλληνες;

- Δεν ξέρω!... Δεν ξέρω! ξέσπασε η κόρη με αγωνία. Παρακάτω όμως τους έσφαξαν όλους, όλους!

- Αλεξία! φώναξε ο καλόγερος.

Άρπαξε τα χέρια της και ξεσκέπασε το πρόσωπο της.

- Τι φαντάζεσαι; ρώτησε με αγανάκτηση. Τι απαίσιο φαντάζεσαι;

- Το τι φαντάζομαι τώρα... αδιάφορο! Απαίσιο, ναι, είναι... μα τότε δεν το φαντάστηκα! Πίστεψα μονάχα στην ομορφιά και στην ευγένεια της ψυχής του... Στο μαντίλι του έγραψα του φίλου του να έλθει... Δεν είχα μελάνι... έγραψα με το αίμα του που έτρεχε ποτάμι, και που το νόμιζα τίμιο... και πήγα το μήνυμα στην καλύβα. Παρακάτω, γυρίζοντας, είδα το φίλο του... μα δεν ήταν μόνος... Μαζί του ήταν ο Ασάν... ο Ασάν... ο Βούλγαρος Ασάν... Και πήγαν και τον πήραν!

Το νευρικό της τρεμούλιασμα την έπιασε πάλι. Έσκυψε το κεφάλι νικημένη από την τρικυμία που φυσομανούσε μέσα της.

- Όχι... ακούστηκε η φωνή του Γρηγόρη. Μαζί του ήταν ο Νικήτας.

Η Αλεξία πετάχθηκε στα πόδια της.

- Γρηγόρη! φώναξε.

- Ναι, Αλεξία, ήταν ο Νικήτας με τον Μιχαήλ, σαν πήγαν και σήκωσαν τον αναίσθητο Κωνσταντίνο. Πώς δεν το φαντάσθηκες ποτέ; Σα μαρμαρωμένη τον κοίταζε, ανίκανη να καταλάβει, ζαλισμένη, σαστισμένη.

- Ασάν τον λέγουν στο βουλγάρικο στρατόπεδο, εξακολούθησε ο Γρηγόρης, μα στο ελληνικό τον λένε Νικήτα. Είναι ο πιστότερος κατάσκοπος του Αυτοκράτορα, ο εμπιστεμένος του Δαφνομήλη, ο καλύτερος, ο πιο αγαπημένος μου φίλος. Και αυτός στάθηκε πατέρας για τον Κωνσταντίνο και τον Μιχαήλ.

Τον κοίταζε ασάλευτη, αποτυφλωμένη από το φως που ξαφνικά έλαμψε μπροστά της. Φωτεινά και ξάστερα ξετυλίγουνταν τώρα στο μυαλό της η ζωή ολόκληρη των δυο αγοριών, όλα εξηγούνταν, κάθε πράξη του Κωνσταντίνου άλλαζε μορφή, έμπαινε στη θέση της... Και στην καρδιά της χύθηκε ήσυχη, γλυκιά ηρεμία, μυστική χαρά που τη μαλάκωσε, τη νάρκωσε, τη ζάλισε... Μα έξαφνα μια σκέψη της τα μαύρισε πάλι όλα.

- Γρηγόρη, είπε με απελπισία, ο παππούς ήξερε τον Νικήτα! Και τον Ασάν δεν τον γνώριζε!

- Ναι, παιδί μου, τον ήξερε, μα χωρίς τα μαύρα γένια του, και χωρίς τη μεγάλη πληγή που του άλλαξε τόσο το πρόσωπο, ώστε κι εγώ, σαν τον είδα, τρόμαξα να τον γνωρίσω. Και ο δύστυχος ο πατέρας μου ρώτησε τον Κωνσταντίνο πώς τον έλεγαν το Βούλγαρο που κοιμούνταν τάχα παρακάτω, και ο μικρός, μην το ξεχνάς, δεν του είπε το αληθινό του όνομα.

- Γιατί δεν του το είπε;

- Γιατί τον είχε ορκίσει ο Νικήτας να μη μιλήσει.

Ναι, έτσι ήταν! Τα έβλεπε τώρα ξάστερα! Τόπο δεν είχε για αμφιβολία. Και ο «παππούς» είχε δίκαιο, το παλικάρι της που, περιτριγυρισμένο από εχθρούς, άφοβα έσχισε το πρόσωπο του Βουλγάρου, δεν μπορούσε προδότης να γίνει! Και στην ταβέρνα σα φώναξε τον Δραξάν... Έξαφνα έβγαλε μια φωνή.

- Οι στρατιώτες!...

Η θύμηση της συνωμοσίας, που την άκουσε στην ταβέρνα, έπεσε απάνω της σαν αστροπελέκι. Με το νου της φαντάσθηκε ευθύς όλα, το φθάσιμο του Κωνσταντίνου στο σταυροδρόμι, τους στρατιώτες του Ιβάτζη που παραμόνευαν, τη δολοφονία στο σκοτάδι, στην ερημιά... Της ήλθε τρέλα.

- Τρέξε, Γρηγόρη! φώναξε αρπάζοντας τον από το ράσο. Τρέξε πριν πάνε! Σώσε τον! Θα τον σκοτώσουν! Και φταίω εγώ!

Κατατρομαγμένος ζήτησε ο Γρηγόρης να την ησυχάσει. Μην τρελαίνουνταν η Αλεξία;

- Παιδί μου... Αλεξία, έλα στα συλλογικά σου! Τι έπαθες;

Μα κουφή στα λόγια του, έξω φρενών από φόβο, η Αλεξία γύρευε να τον σύρει έξω.

- Τρέχα, Γρηγόρη... δεν προφθαίνομε πια! Αχ, Παναγία μου! Παναγία μου!...

Ξέφυγε από τα χέρια του κι έτρεξε στο στάβλο. Εκεί την πρόφθασε ο Γρηγόρης, που με βία σαμάρωνε το άλογο. Έπιασε τα χέρια της και αυστηρά της είπε:

- Θα μιλήσεις; Αν δεν τα έχεις χαμένα ολότελα, πες μου, τι ξέρεις;

- Στο δρόμο... στο δρόμο σου τα λέγω! Σαμάρωσε το ζώο σου, για το Θεό, θα φθάσομε αργά!

- Αργά; Πού;

- Εκεί που τον παραμονεύουν δολοφόνοι του Ιβάτζη...

- Χριστέ μου! μούγκρισε ο Γρηγόρης.

Σε μια στιγμή στερέωσε το σαμάρι, πήδησε στο άλογο, πήρε την Αλεξία στα κάπουλα, κι έφυγαν τρεχάτα.

- Πού πάμε; τη ρώτησε.

- Στο σταυροδρόμι... στο δρόμο της Αχρίδας. Κι ενώ έτρεχε το άλογο, του διηγήθηκε τι άκουσε στην ταβέρνα.

- Παιδί μου! αναφώνησε ο Γρηγόρης. Άκουσες πως χριστιανό θα έσφαζαν, και βάσταξε η καρδιά σου και δεν είπες τίποτα!

- Τον νόμιζα προδότη! αποκρίθηκε η κόρη.

- Προδότη... μουρμούρισε ο καλόγερος. Και γυρνώντας την κοίταξε:

- Άνθρωπος ήταν, Αλεξία! Και αμαρτωλός αν είναι, άνθρωπος μένει...

- Α, όχι! ξέσπασε η κόρη. Γρηγόρη, μη μιλάς έτσι, στην ψυχή του πατέρα σου! Αν ήταν προδότης... έπρεπε να πεθάνει!

- Ο Χριστός συγχώρησε τους φονιάδες Του από πάνω από το σταυρό... είπε σοβαρά ο Γρηγόρης.

- Και ο πατέρας σου, από μέσα από το κατώγι του, κάθε βράδυ τους συγχωρούσε, τους δικούς του!... Τους φονιάδες όμως της Πατρίδας του, ποτέ! Την αγαπούσε με τόση πίστη την Πατρίδα του! Αυτός δε θα συγχωρούσε, Γρηγόρη!

Δυο κόμποι κατρακύλησαν από τα μάτια του καλόγερου.

- Κακόμοιρε πατέρα μου!... μουρμούρισε. Με τι καημό να πέθανες...

Η Αλεξία έκλαιγε.

- Με διπλό καημό, γιατί δεν πρόφθασε την τελευταία του ευχή να σου την δώσει... κι έφυγε με την πίκρα στην καρδιά πως ο Κωνσταντίνος ήταν προδότης. Ο καλόγερος καμτσίκωσε το άλογο του.

- Πες μια προσευχή, Αλεξία... είπε με βραχνή φωνή. Το σταυροδρόμι φαίνεται... μα άνθρωπος κανένας...

- Θεέ μου, βοήθα! μουρμούρισε η κόρη. Τρέχα, Γρηγόρη, πιο γρήγορα! Ισως δεν έφθασαν ακόμα...

Στα τέσσερα έτρεχε το άλογο, με όλο του το διπλό φορτίο. Οι λάσπες πιτσιλούσαν γύρω και, σκυμμένοι εμπρός, ο καλόγερος και η Αλεξία κοίταζαν, κοίταζαν, και αγωνία γέμιζε την καρδιά τους. Έξαφνα ο καλόγερος σταμάτησε το ζώο του.

- Κατέβα, Αλεξία, είπε.

Παρακάτω δυο σώματα, πεσμένα το ένα απάνω στο άλλο, έκοβαν το δρόμο. Η κόρη τα είχε δει. Χωρίς να βγάλει ούτε φωνή, πήδησε χάμω, και με σταθερό βήμα σίμωσε κι εξέτασε τα σώματα. Εκείνη την ώρα ξεπρόβαλε το φεγγάρι από τα σύννεφα και φώτισε και τις περικεφαλαίες και τους θώρακες των πεθαμένων.

- Όχι, Γρηγόρη, είπε του παπά που έφθανε κοντά της. Είναι Βούλγαροι στρατιώτες...

Τρίτο σώμα κοίτουνταν στην άκρη του δρόμου. Η Αλεξία έσκυψε και το εξέτασε. Όταν σηκώθηκε πάλι, το πρόσωπο της ήταν αλλαγμένο.

- Γρηγόρη, τραύλισε δείχνοντας το σημαδεμένο πρόσωπο του νεκρού, αυτός είναι ο δολοφόνος...

Τα δόντια της χτυπούσαν. Με άγριο βλέμμα κοίταξε γύρω, γυρεύοντας κανένα σημείο, κανένα άλλο σώμα... Ο καλόγερος σήκωσε από χάμω ένα τσεκούρι.

- Το όπλο του Κωνσταντίνου, είπε, και είναι ματωμένο... και παρακάτω το άλογο του...

Στο ξέθωρο φως του φεγγαριού, ο Γρηγόρης εξέτασε το χώμα. Βήματα πολλά φαίνουνταν. Τ' ακολούθησε πρώτα στη μια διεύθυνση, ύστερα στην άλλη. Σα γύρισε κοντά στην Αλεξία, είχε πάρει την απόφαση του.

- Ένα άλογο έφυγε για την Αχρϊδα, είπε. Ποιος το καβαλίκευε άραγε; Άλλο όμως άλογο και πολλοί πεζοί γύρισαν κατά το Όστροβο. Αυτούς θ' ακολουθήσομε, Αλεξία, και ο Θεός να μας βοηθήσει...

Το κατάχλωμο πρόσωπο της κόρης τον τάραξε.

- Ο Θεός είναι μεγάλος, παιδί μου, της είπε. Τα χείλια της έτρεμαν.

- Τι φαντάζεσαι; ρώτησε.

- Δε φαντάζομαι τίποτα... δεν ξέρω τίποτα... Καλό από μια τέτοια συνάντηση δεν μπορούσε να βγει, είπε συλλογισμένος ο παπάς. Αν έφυγε ο Κωνσταντίνος μόνος για την Αχρίδα, δε μας έχει ανάγκη. Θα πει πως είναι ελεύθερος. Αν τον γύρισαν όμως πίσω, πάμε να τον ελευθερώσομε, Αλεξία.

- Φοβάσαι... φοβάσαι μην τον έπιασαν...

Ο καλόγερος την κοίταξε.

- Ναι! είπε με χαμηλή φωνή.

Το πρόσωπο της ήταν αλλαγμένο από τον τρόμο.

- Γρηγόρη... τι θα τον κάνουν;

- Ο Κύριος να τον βοηθήσει, μουρμούρισε ο καλόγερος κάμνοντας το σταυρό του.

Καβαλίκεψε πάλι, πήρε την Αλεξία στα κάπουλα, και βιαστικά γύρισαν ανατολικά, κατά το Όστροβο, στην Εγνατία οδό.