Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου
Συγγραφέας:
Ε'. Στις όχθες του Αξιού


Το μακρινό ταξίδι εξακολουθούσε, πιο δύσκολο, πιο κοπιαστικό παρά ποτέ. Με το κρύο οι ταλαιπωρίες μεγάλωναν. Έβρεχε αδιάκοπα, και ο Σαμουήλ αναγκάζουνταν να περνά από τα ψηλά κι απότομα βουνά, γιατί όλοι οι δρόμοι και όλα τα στενά ήταν στα χέρια των Βυζαντινών. Σταθμούς δεν έκαμνε πια, παρά μόνο όταν δεν μπορούσε να τους αποφύγει, και με το καμτσίκι στο χέρι, οι άγριοι του στρατιώτες έσπρωχναν όλο και γρηγορότερα το αποσταμένο κοπάδι των αιχμαλώτων, κατεβάζοντας την τσουχτερή λουρίδα στους ώμους των παιδιών και των γυναικών που έμεναν πίσω, αδιαφορώντας αν ήταν αριστοκράτισσες, αμάθητες στις φοβερές αυτές πορείες, είτε παιδιά αρχόντων, αναθρεμμένα στην πιο λεπτή πολυτέλεια.

Κάθε λίγο έφθαναν ειδήσεις πως ο αυτοκράτορας είχε κυριεύσει κι άλλα κάστρα κι άλλες πόλεις στην πορεία του, και ο Σαμουήλ βιάζουνταν όλο και περισσότερο να προχωρήσει και ν' ανταμώσει τους Έλληνες, με την ελπίδα πως μια μάχη μπορούσε να σταματήσει τον κατακτητή, και ποιος ξέρει, ίσως και να τον καταστρέψει. Έτσι έφθασε ο στρατός όλος στον Αξιό, πέρασε στη δεξιά όχθη κι εκεί στρατοπέδευσε, περιμένοντας να γυρίσουν οι πρόσκοποι του Σαμουήλ και να πουν πού ακριβώς ήταν ο Βασίλειος.

Οι πρόσκοποι γύρισαν, και είπαν πως τα αυτοκρατορικά στρατεύματα βρίσκουνταν στο βουνό και τραβούσαν κατά τα στενά που βγαίνουν στα Σκόπια. Μόλις το έμαθε ο Σαμουήλ, διέλυσε ευθύς το στρατόπεδο, και αφού έστειλε τα λάφυρα και τους αιχμαλώτους με καλή συνοδεία στον Πρίλαπο, πήρε το στρατό του ολόκληρο και με γρήγορες πορείες, ανέβηκε τον ποταμό ως τα Σκόπια. Εκεί θέλησε να περάσει στην άλλη όχθη. Μ' από τις βροχές, που αδιάκοπα έπεφταν εκείνες τις μέρες, ο Αξιός είχε πλημμυρίσει, και ο Σαμουήλ, βλέποντας τη μεγάλη δυσκολία να περάσει τόσο στρατό με πολεμικές αποσκευές στην άλλη μεριά, αποφάσισε να στήσει τις σκηνές στη δεξιά όχθη όπου βρίσκουνταν, κι εκεί να περιμένει τον εχθρό του.

Η βροχή όμως εξακολουθούσε να πέφτει και τα νερά του ποταμού να φουσκώνουν, και το ρεύμα δυνάμωνε όλο και περισσότερο. Όταν έφθασαν λοιπόν οι Έλληνες εμπρός στα Σκόπια, ο Αξιός ήταν απέραστος, και ο Βασίλειος, θέλοντας και μη, αναγκάστηκε να στρατοπεδεύσει στην αριστερή όχθη, αντίκρυ του Σαμουήλ. Με τη βεβαιότητα πως οι Έλληνες δεν μπορούσαν να περάσουν και να τους χτυπήσουν, οι Βούλγαροι πήραν θάρρος, και όλη μέρα τους πολιορκούσαν με βρισιές και λόγια ειρωνικά, που τους πετούσαν από τη μιαν ακροποταμιά στην άλλη.

Μαζί με τους άλλους αιχμαλώτους, ο Παγράτης και η Αλεξία είχαν σταλεί στο δουλοπάζαρο του Πρίλαπου να πουληθούν. Με μαύρη καρδιά έφυγε ο Παγράτης, γιατί άφηνε δυο ορφανά χωρίς κανένα προστάτη στα χέρια των Βουλγάρων. Ο Κωνσταντίνος και ο Μιχαήλ είχαν ακολουθήσει τον Τσάρο ως παιδόπουλα. Το γέρο δεν τον ξαναείδαν πια' ύστερα από τη συνάντηση του δάσους, και αφότου οι Έλληνες σκήνωσαν αντίκρυ, μια συλλογή είχαν τ' αγόρια, πώς να ξεφύγουν μυστικά από τη βασιλική σκηνή, να κατέβουν ως τον ποταμό, ν' ακούσουν ελληνικές φωνές, να δουν ελληνικές στολές, και με τη βοήθεια της Παναγίας, ίσως να βρουν καμιά βάρκα και να τραβήξουν για την αντικρινή όχθη. Στο παιδικό τους μυαλό η φυγή φαίνουνταν εύκολη και, μέρα - νύχτα, άλλο δε σκέπτουνταν παρά πώς να την εκτελέσουν.

Μα γύρω οι Βούλγαροι φύλαγαν. Έξω από τη βασιλική σκηνή έμενε μια μικρή πλατεία άδεια, όπου περνούσαν μόνο όσοι ήθελαν να μιλήσουν με τον Σαμουήλ. Σ' αυτό το χώρο τ' αγόρια ήταν ελεύθερα να πηγαινοέρχονται, μα δεν τους επιτρέπουνταν ν' απομακρυνθούν, ακόμα και όταν έλειπε ο Τσάρος και δεν είχαν υπηρεσία. Μόλις λοιπόν πλησίαζαν την απαγορευμένη γραμμή, οι φρουροί, που μέρα - νύχτα φύλαγαν, κατέβαζαν απειλητικά τη λόγχη και τα έδιωχναν. Τρεις - τέσσερεις μέρες είχαν περάσει αφότου οι δυο στρατοί βρίσκουνταν σκηνωμένοι στις δυο ακροποταμιές. Ήταν βράδυ. Καθισμένα μόνα στην πόρτα της βασιλικής σκηνής, τ' αγόρια κοίταζαν τη βροχή που εξακολουθούσε κι έπεφτε ραγδαία. Λίγα βήματα παρακάτω, ο Ασάν έτρωγε ένα μήλο και κουβέντιαζε μ' έναν από τους φρουρούς ώσπου να επιστρέψει ο Σαμουήλ, που με τους στρατηγούς του επιθεωρούσε το στρατόπεδο. Τα ρούχα του Ασάν ήταν μούσκεμα και λασπωμένα, τόσο που ο φρουρός τον περιγέλασε.

- Καλά να είσαι μουσκεμένος, του είπε. Μα τόση βροχή δεν κατόρθωσε να σου ξεπλύνει τις λάσπες; Ως τη μέση είσαι πασαλειμμένος, χριστιανέ μου! Λες και βγαίνεις από το βούρκο του ποταμού!

- Έρχομαι από μακριά, αποκρίθηκε ο Ασάν, κι έχω μέρες να βγάλω τα ρούχα μου.

- Από πού έρχεσαι;

- Από τη Στρουμπίτζη, πήγα του φρούραρχου διαταγές.

- Διάβολε! Και πότε έφθασες;

- Τώρα.

- Πώς; Κάποιος μου έλεγε, χθες, πως σε είδε τη νύχτα μες στα νερά ως τη μέση, και ανέβαινες, λέγει τον ποταμό, κοιτάζοντας χάμω σα να γύρευες μαργαριτάρια!

- Άλλος θα ήταν, είπε ήσυχα ο Ασάν. Εγώ έφθασα τώρα από τη Στρουμπίτζη. Λείπω δέκα μέρες. Το ποτάμι ήταν πλημμυρισμένο, κι αναγκάστηκα να κάνω μεγάλον αλλόγυρο.

- Και τι έχεις να πεις του Τσάρου;

- Του έφερα ειδήσεις του φρούραρχου. Μα βλέπω πως αργεί. Καλύτερα να πάγω να τον βρω.

Έριξε το μισοφαγωμένο του μήλο και σηκώθηκε να φύγει. Το μήλο κατρακύλησε ως εμπρός στη σκηνή του Σαμουήλ, στα πόδια των αγοριών. Ο Κωνσταντίνος έσκυψε και το έπιασε, σκούπισε τις λάσπες κι ετοιμάζουνταν να το αποφάγει, όταν πέρασαν μπροστά του οι δυο άντρες. Ο Ασάν γέλασε με τη λαιμαργία του παιδιού.

- Καλή όρεξη! του φώναξε. Αν θες κι άλλες λάσπες, έχει μπόλικες παρακάτω.

Ο φρουρός από την αηδία στραβομουτσούριασε.

- Πεινασμένα τ' αφήνουν, φαίνεται, τα μικρά! Ούτε χοίρος δεν τρώει τέτοια βρώμα, είπε.

Και με τον Ασάν πέρασε πίσω από τη σκηνή. Ο Μιχαήλ τους ακολούθησε ένα - δυο βήματα και, σα χάθηκαν από τα μάτια του, έτρεξε πίσω στον Κωνσταντίνο.

- Γρήγορα... είπε σιγά, έρχεται ο άλλος φρουρός...

Ο Κωνσταντίνος έβγαλε το μήλο από το στόμα του, και βιαστικά το κομμάτιασε στα δάχτυλα του. Από μέσα έβγαλε ένα τυλιγμένο φυλλαράκι δέντρου, πέταξε το μήλο και μπήκε με τον Μιχαήλ στη σκηνή όπου έκαιε ένα μαγκάλι. Γονατισμένος πλάγι στο μαγκάλι, ξεδίπλωσε το φύλλο και το βάσταξε εμπρός στα πυρωμένα κάρβουνα. Πλήθος τρυπαλάκια φάνηκαν τότε, και τα τρυπαλάκια σχημάτιζαν γράμματα, και τ' αγόρια με καρδιοχτύπι διάβασαν την ελληνική λέξη: «ΑΓΡΥΠΝΕΙΤΕ». Ο Μιχαήλ γονατισμένος κοντά στο σύντροφο του, τον κοίταξε ερωτηματικά.

- Κατάλαβες; ψιθύρισε ο Κωνσταντίνος.

- Ναι! Δεν πρέπει να κοιμηθούμε. Μα γιατί;

- Θα το δούμε τη νύχτα.

Έριξαν το φύλλο στα κάρβουνα κι έμειναν εκεί ώσπου έγινε στάχτη. Εκείνο το βράδυ, ο Σαμουήλ έκανε τραπέζι για τους στρατηγούς του, και τ' αγόρια είχαν υπηρεσία. Όρθια πίσω από το κάθισμα του Τσάρου έστεκαν, έτοιμα να εκτελέσουν κάθε του διαταγή. Τους φάνηκε πως ποτέ ακόμα οι Βούλγαροι δεν είχαν φάγει και πιει τόσο πολύ, και πως οι ώρες διαρκούσαν χρόνια! Όταν στο τέλος τραβήχθηκαν οι στρατηγοί και πλάγιασε ο Σαμουήλ, αφού έσβησαν τα φώτα και ησύχασε το στρατόπεδο, τα δυο αγόρια, γονατισμένα στη σκοτεινή τους γωνιά, σφιχταγκαλιασμένα, έκαναν το σταυρό τους. Σαν κάθε βράδυ, προσκύνησαν το χρυσοδεμένο προσευχητάριο, που κρυφά το φύλαγε ο Κωνσταντίνος στον κόρφο του, και από μέσα από την καρδιά τους προσευχήθηκαν: «Μητέρα, εσύ που είσαι στον ουρανό και μας βλέπεις μέσα από τ' άστρα, μεσίτευσε στην Παναγία την Ελεούσα να μας προστατεύσει...».

Η βροχή είχε παύσει. Βαριά μαύρα σύννεφα κατρακυλούσαν στον ουρανό, και πότε ξεσκέπαζαν το φεγγάρι, πότε το περιτύλιγαν στο σκοτεινό τους σάβανο, κι έριχναν στην πεδιάδα φανταστικούς ίσκιους. Ένας άντρας, κρυμμένος μες στα καλάμια της ακροποταμιάς, παραμόνευε το Βούλγαρο στρατιώτη που, μισοκοιμισμένος, φρουρούσε στην άκρη του στρατοπέδου και, μόλις κρύφθηκε η σελήνη, πήδησε πάνω του και του έμπηξε ως τη λαβή ένα μαχαίρι στο στήθος. Μα το σύννεφο, περνώντας γοργά, λοξοδρόμησε, και πάλι ο φωτεινός δίσκος πρόβαλε χύνοντας τις άσπρες του αχτίδες στην αιματερή σκηνή, φωτίζοντας το πρόσωπο των δυο αντρών.

- Ασάν... μουρμούρισε ο μαχαιρωμένος, - η φωνή του πνίγηκε στο αίμα που χύθηκε ποτάμι από το στόμα του κι έπεσε νεκρός.

Ο Ασάν τον ξάπλωσε στα χόρτα, έκανε με το χέρι το σημείο του σταυρού στο τρυπημένο στήθος και κατέβηκε στην όχθη. Χωρίς δισταγμό μπήκε στον ποταμό και προχώρησε με βήμα σταθερό ίσια εμπρός, αψηφώντας το δυνατό ρεύμα και το νερό που σε κάθε βήμα ανέβαινε, ανέβαινε στις κνήμες, στα γόνατα, στους μηρούς του. Ως τη μέση ανέβηκε, και με το ίδιο σταθερό βήμα προχωρούσε ο Ασάν ώσπου έφθασε στην αντικρινή όχθη, και σκαρφαλώνοντας στις πέτρες μπήκε στο ελληνικό στρατόπεδο. Μια φωνή ακούστηκε, η φωνή του φρουρού που φύλαγε:

- Τις ει;

- «Νικά ο Αετός», αποκρίθηκε ελληνικά ο Ασάν. Από μέσα από τα δέντρα μια σκιά πρόβαλε.

- Η Παναγία η Οδηγήτρια σε προστάτευσε! Πώς πέρασες το πλημμυρισμένο ποτάμι; ρώτησε ο φρουρός.

- Οδήγησε με στον Αυτοκράτορα, αποκρίθηκε ο Ασάν, δεν έχω στιγμή να χάσω.

Και μαζί πέρασαν μέσα από το στρατόπεδο. Ο Βασίλειος δεν ήταν μόνος. Καθισμένος πλάγι στο πρόχειρο τραπέζι που του είχαν στήσει στη σκηνή του εργάζουνταν με δυο στρατηγούς και τους εξηγούσε το σχέδιο του για την επίθεση εναντίον των Σκοπίων.

- Τι θέλεις; ρώτησε απότομα.

- «Νικά ο Αετός», επανέλαβε ο Ασάν και προσκύνησε. Ο Αυτοκράτορας τον κοίταξε ένα λεπτό με απορία. Μα, έξαφνα, αναγνωρίζοντας τον:

- Τα γένια σε αλλάζουν πολύ, Νικήτα, είπε, και μένα με γέλασες. Πότε έφθασες;

- Τώρα, Αύγουστε.

- Από πού έρχεσαι;

- Από την αντικρινή όχθη.

- Πέρασες με βάρκα;

- Όχι, Δέσποτα! Πέρασα πεζός.

Ο Αυτοκράτορας αναπήδησε.

- Τι; φώναξε.

- Δυο μέρες τη γύρευα. Σήμερα τη βρήκα, και ήλθα να σου το πω, Δέσποτα. Έξω από το στρατόπεδο, πλάγι στην Κοφτή Πέτρα είναι μια ρηχοτοπιά.

- Και αντίκρυ, το εχθρικό στρατόπεδο...;

- Κοιμάται, Δέσποτα.

Ο Βασίλειος γύρισε στους στρατηγούς του.

- Η επανάληψη του Σπερχειού, είπε και ρώτησε: Οι άντρες σου είναι έτοιμοι, Βοτανειάτη;

- Όχι, Αύγουστε! Αναπαύονται.

- Να ετοιμαστούν ευθύς. Η συνάθροιση να γίνει γρήγορα και σιωπηλά και να μην ανάψουν φώτα... Οι δικοί σου, Διογένη;

- Φυλάγουν, Αύγουστε! Είναι οπλισμένοι.

- Σύναξε τους στη ρηχοτοπιά. Θα περάσεις πρώτος, και ο Βοτανειάτης θ' ακολουθήσει. Μην αρχίσεις τίποτα αν δεν περάσουν τα δυο σώματα. Δεν πρέπει διόλου να ριψοκινδυνεύσομε.

Οι δυο στρατηγοί βγήκαν βιαστικά και ο Αυτοκράτορας πρόσταξε έναν υπασπιστή του να φωνάξει τον Ευστάθιο Δαφνομήλη. Ωστόσο εξέταζε τον Νικήτα.

- Ήλθες μαζί τους από την Αδριανούπολη;

- Ναι, Δέσποτα! Αλλά μόλις φθάσαμε στον Αξιό, μ' έστειλε ο Σαμουήλ με αποστολή στη Στρουμπίτζη και γύρισα προχθές.

- Τι ήταν η αποστολή;

- Διαταγή να δυναμώσουν τα οχυρώματα.

- Δεν την έδωσες βέβαια;

- Ήταν περιττή· τα οχυρώματα ήταν έτοιμα.

- Λίγος κόπος περισσότερος λοιπόν για μας, είπε ο Βασίλειος. Σαν τελειώσομε από δω, θα χτυπήσομε κει με τη βοήθεια του Κυρίου.

Ο Νικήτας δεν αποκρίθηκε. Τα φρύδια του Αυτοκράτορα σουφρώθηκαν.

- Τι τρέχει, Νικήτα; ρώτησε σύντομα.

- Θα χάσεις καιρό και κόσμο, Δέσποτα, αποκρίθηκε ο κατάσκοπος. Η Στρουμπίτζη δεν πέφτει ακόμα. Τα οχυρώματα της είναι απόρθητα, και η φρουρά της είναι ως το θάνατο αφοσιωμένη στον Σαμουήλ.

Ο Βασίλειος χάιδευε σκεπτικά τα μακριά ψαρά του γένια.

- Αργότερα θα είναι χειρότερα, είπε.

Ο Νικήτας χαμογέλασε.

- Άφησε τη διχόνοια να επιτύχει ό,τι τα όπλα σου δε θα κατόρθωναν.

- Τι εννοείς;

- Είδα τον ανεψιό του Τσάρου, το νέον Ιωάννη Βλαδισλάβ...

- Μ' αυτός είναι λεοντάρι! διέκοψε ο Βασίλειος.

- Ναι, μα μισεί τον Τσάρο, το φονιά του πατέρα του, αποκρίθηκε ο Νικήτας.

- Χρεωστεί όμως τη ζωή του στο γιο του Τσάρου!

- Καμιάν ευγνωμοσύνη δεν του έχει... άρχισε να λέγει ο Νικήτας, μα η κουρτίνα της πόρτας σηκώθηκε, και ο Ευστάθιος Δαφνομήλης μπήκε στη σκηνή.

- Με ζήτησες, Δέσποτα; ρώτησε και με υποψία κοίταξε τη βουλγάρικη στολή του Νικήτα. Ο Βασίλειος γέλασε.

- Δεν αναγνωρίζεις λοιπόν τον πιστότερο, τον πιο αφοσιωμένο σου φίλο, Δαφνομήλη; ρώτησε.

Ο στρατηγός κοίταξε προσεκτικά τον άντρα.

- Νικήτα! φώναξε με χαρά.

Ο Νικήτας έσκυψε και με πάθος φίλησε το χέρι του.

- Ναι! Εγώ, μουρμούρισε, ο πιστός σου.

- Δαφνομήλη, είπε ο Αυτοκράτορας, σήκωσε τους στρατιώτες σου και περίμενε με στην Κοφτή Πέτρα, έξω από το στρατόπεδο. Δέκα βήματα παρακάτω είναι μια ρηχοτοπιά. Απόψε, με τη βοήθεια της Θεομήτορος, θα περάσομε αντίκρυ. Κοίταξε να γίνει η συνάθροιση ευθύς και σιωπηλά. Πηγαίνετε, και ο Παντοδύναμος βοηθός!

Οι δυο άντρες βγήκαν μαζί.

- Ήσουν με το Βούλγαρο; ρώτησε ο Δαφνομήλης με μια κίνηση του κεφαλιού προς το αντικρινό στρατόπεδο. Δε σ' ανεγνώρισε κανείς;

- Όχι! Τα γένια μ' αλλάζουν πολύ. Ύστερα, τα έβαψα μαύρα και παρουσιάστηκα με τ' όνομα ενός στρατιώτη που άλλοτε είχε βοηθήσει τον Σαμουήλ στο Σπερχειό.

- Και ήξερες το περιστατικό αυτό; Ή το φαντάστηκες;

- Το ήξερα, γιατί μια μέρα έτυχε ν' απαντήσω το στρατιώτη που είχε γίνει μοναχός, και μου διηγήθηκε την ιστορία. Ήταν μελαχρινός πολύ. Λοιπόν έγινα μελαχρινός κι εγώ.

Ο Δαφνομήλης του έσφιξε το χέρι.

- Άντρες σαν εσένα, Νικήτα, είναι πολύτιμοι! είπε με συγκίνηση. Τη ζωή σου την εκθέτεις κάθε μέρα με το παιχνίδι αυτό που παίζεις. Μα δεν το σκέφθηκες ποτέ.

- Η ζωή μου δεν έχει αξία παρά όσο την ξοδεύω με κάποια ωφέλεια, αποκρίθηκε απλά ο κατάσκοπος. Αν εσύ εγκρίνεις το παιχνίδι που παίζω, αυτό μου αρκεί, Ευστάθιε Δαφνομήλη. Κι αν το πληρώσω με τη ζωή μου, δεν είναι ακριβά πληρωμένο, - και γύρισε να φύγει.

Ο στρατηγός τον σταμάτησε.

- Πού πηγαίνεις; ρώτησε.

- Πηγαίνω πίσω. Με περιμένουν δυο παιδιά. Πρέπει να φθάσω πριν από σας, αν θέλω να τα σώσω.

- Τι παιδιά είναι αυτά;

- Ο γιος του Κατεπάνω της Αδριανούπολης κι ο εξάδελφος του. Δε σου είπα πως τα πήρε παιδόπουλα ο Τσάρος;

- Ναι, θυμούμαι... Και δεν έχουν γονείς λοιπόν; είπε ο Δαφνομήλης.

- Ο Κρηνίτης είναι πεντάρφανος. Ο Ιγερινός έχει πατέρα, μα δεν τον είδε από χρόνια.

- Και πού θέλεις να τα πας;

- Εδώ στο στρατόπεδο, και ύστερα στην πατρίδα. Ο Δαφνομήλης έμεινε μια στιγμή συλλογισμένος.

- Άφησε τα εκεί που είναι, είπε σοβαρά.

Ο Νικήτας ανατρίχιασε και τον κοίταξε σιωπηλά.

- Εσύ θα μείνεις, κράτησε τα και μεταχειρίσου τα, εξακολούθησε ο Δαφνομήλης.

- Να κάμουν την τέχνη μου; ρώτησε χαμηλόφωνα ο Νικήτας.

- Βέβαια... Είναι και τα δυο από γενιά ευγενική, και κοντά σου θα είναι σε καλό σχολειό.

Μια στιγμή ακόμα ο Νικήτας δίστασε.

- Κάνε το... για το Βασιλέα! πρόσταξε ο Ευστάθιος. Ο Νικήτας δε δίστασε πια.

- Το θέλεις, Ευστάθιε Δαφνομήλη! Θα το κάμω! είπε. Θα τ' αναθρέψω για το Βασιλέα και για την Πατρίδα.

Άρπαξε του στρατηγού το μανδύα, τον φίλησε και χάθηκε στο σκοτάδι. Μια στιγμή ακόμα έμεινε ο Δαφνομήλης ακίνητος.

- Νικήτα... μουρμούρισε συγκινημένος, ψυχή αγνή και σιδερένια...

Γύρισε απότομα και μπήκε στη σκηνή του. Ο υπασπιστής του τον περίμενε.

- Σήκωσε τους στρατιώτες, πρόσταξε ο Δαφνομήλης ζώνοντας το σπαθί του, και μάζεψε τους στην Κοφτή Πέτρα. Δεν έχεις στιγμή να χάσεις. Τρέχα!

Ζαρωμένα στη γωνιά τους, στα σκοτεινά, τα δυο αγόρια με αγωνία περίμεναν, χωρίς να ξέρουν τι περιμένουν. Η καρδιά τους χτυπούσε δυνατά, και όλη τους η προσοχή προσηλώνουνταν στους έξω κρότους. Κάθε λίγο τους φαίνουνταν πως άκουαν μια φωνή, ένα ψιθύρισμα, ένα πάτημα, και πάλι όλα σιγούσαν. Και άλλο δεν ακούουνταν, παρά το αδιάκοπο λαφρύ στάξιμο της βροχής που είχε ξαναρχίσει να πέφτει σιγαλά, σιγαλά, στη μουσκεμένη σκηνή. Όλοι γύρω κοιμούνταν. Βαθιά σιωπή σκέπαζε το στρατόπεδο. Και η βροχή ξανάρχιζε να πέφτει. Και από μακριά ο μονότονος ήχος της ανακατώνουνταν με κάτι σαν το σουσούρισμα του αερακιού ανάμεσα στα καλάμια. Σφιχταγκαλιασμένα ακροάζουνταν τ' αγόρια βαστώντας την αναπνοή τους, και η ώρα περνούσε, και όλο περίμεναν. Μα άλλο δεν άκουαν παρά τη βροχή που στάλαζε, και το αεράκι που μουρμούριζε στα καλάμια. Και το μουρμούρισμα αυτό έμοιαζε ανεπαίσθητα να πλησιάζει.

- Σηκώθηκε άνεμος, ψιθύρισε ο Μιχαήλ. Και πάλι σώπασε και τέντωσε τ' αυτί του.

Και το μουρμούρισμα αδιάκοπα πλησίαζε, μεγάλωνε, άλλαζε, ξεχώριζε σε βήματα σιγανά, προσεκτικά, κουφά, και άλλα βήματα ακολουθούσαν, πολλά μαζί, κι αυτά βουβά, μακριά ακόμα, που ολοένα πλησίαζαν... Ο Κωνσταντίνος έσφιξε το χέρι του Μιχαήλ, κι αυτός ζάρωσε ακόμα πιο κοντά στο σύντροφο του. Μα δε μίλησαν. Το καρδιόχτυπο τους έπνιγε. Ένας γδούπος ακούστηκε, μια φωνή ξέσπασε, και πνίγηκε, κι έσβησε. Άλλο χτύπημα, κι άλλο χτύπημα, κι άλλες φωνές και γογγύσματα και ψυχομαχητά, και ακόμα άλλα χτυπήματα και στριγλιές πνιγμένες. Κι έξαφνα, μια βοή μεγάλη, ξεφωνήματα πολεμικά, διαταγές, σμιξίματα όπλων, παρακάλια, θρήνοι και βογγητά γέμισαν τον αέρα, απλώθηκαν από τη μιαν άκρη στην άλλη του στρατοπέδου, πάγωσαν τις καρδιές από τρόμο και φρίκη και πανικό. Ο Σαμουήλ πετάχθηκε από το στρώμα, άρπαξε τ' άρματα του κι έτρεξε προς την πόρτα, την ώρα που κατατρομαγμένοι ρίχνουνταν οι φρουροί μέσα στη βασιλική σκηνή.

- Έλληνες! Έλληνες! φώναζαν φρικιασμένοι.

Κι έξω, από στόμα σε στόμα, μέσα στην αναμπουμπούλα, η ίδια λέξη έτρεχε, ξετρελαίνοντας και τους γενναιότερους.

- Έλληνες! Έλληνες!

- Έλληνες; ξεφώνισε ο Σαμουήλ. Τι τρέλα σας στραβώνει όλους; Από πού θα περάσουν οι Έλληνες;

Μα την ίδια ώρα, τρεις - τέσσερεις αξιωματικοί μπήκαν στη σκηνή, άρπαξαν τον Τσάρο, τον έσυραν έξω με τη βία, τον έβαλαν σ' ένα άλογο, πήδησαν κι αυτοί στα δικά τους και, στα τέσσερα, όρμησαν κατά το βουνό. Τ' αγόρια είχαν δει τη φυγή, είχαν ακούσει τις φωνές, και τρεχάτα βγήκαν έξω. Η σφαγή ήταν φρικτή. Οι Βούλγαροι, ζαλισμένοι από το ξαφνικό της προσβολής, σχεδόν δεν αντιστέκουνταν. Πολλοί προσπαθούσαν να ξεφύγουν, σαν τον Τσάρο, στα βουνά. Άλλοι ρίχνουνταν στο ποτάμι και πνίγουνταν. Οι περισσότεροι δεν πρόφθαιναν ούτε να βγουν από τις καλύβες τους, αλλά περνούσαν από τον ύπνο στο θάνατο πριν καταλάβουν ποιος τους χτυπούσε.

Γύρω όμως στη σκηνή του Σαμουήλ γίνουνταν γερή αντίσταση. Ο Ιβάτζης, με μερικούς διαλεχτούς του, είχε τρέξει να σταματήσει το πλήθος των Ελλήνων για να δώσει καιρό του Τσάρου να φύγει. Λίγη ώρα κατόρθωσε με την ανδρεία του να βαστάξει την ορμή των αυτοκρατορικών που, σαν κύματα αδιάκοπα, ανάβραζαν από το ποτάμι και χύνουνταν στο στρατόπεδο, σπρώχνοντας ολοένα προς το κέντρο τους τελευταίους υπερασπιστές. Σαν είδε όμως πως δεν μπορούσε να τους σταματήσει περισσότερο, και πως κάθε αντίσταση ήταν πια περιττή, παράτησε τη μάχη, γύρισε το άλογο του και πιλάλησε ως τη σκηνή του Σαμουήλ, με δυο στρατιώτες του. Όλοι είχαν φύγει, η σκηνή ήταν έρημη. Το αλύπητο μάτι του Ιβάτζη έπεσε στα δυο ορφανά, που φοβισμένα έστεκαν στην είσοδο της σκηνής χωρίς να ξέρουν από πού να φύγουν. Γυρνώντας στους στρατιώτες του έδειξε τα δυο παιδιά.

- Πάρτε τα! πρόσταξε, μην τα βρουν ζωντανά οι εχθροί...

Ένα μπουλούκι στρατιώτες αυτοκρατορικοί, σπάνοντας την τελευταία γραμμή των Βουλγάρων, χύνουνταν αλαλάζοντας στην πλατεία, μπροστά στη βασιλική σκηνή. Ο Ιβάτζης σπηρούνισε το άλογο του.

- Τ' αγόρια! φώναξε. Στην ανάγκη, μαχαιρώστε τα...

Και χάθηκε κατά το βουνό. Οι δυο στρατιώτες ορμούν στ' αγόρια, ο ένας αρπά τον Κωνσταντίνο, πηδά στο άλογο και ακολουθεί τον Ιβάτζη. Ο άλλος, βλέποντας πως δεν προφθαίνει πια να φύγει, σήκωσε το όπλο του να τρυπήσει τον Μιχαήλ. Ο Κωνσταντίνος έβγαλε μια φωνή.

- Μιχαήλ!...

Μα την ίδια στιγμή άλλος Βούλγαρος ρίχνεται στη μέση, στρώνει κάτω το φονιά με μια σπαθιά, αρπά τον Μιχαήλ, πηδά στο άλογο και παίρνει το κατόπι τους. Ο Κωνσταντίνος αναγνώρισε τον Ασάν. Κατάλαβε πως μια και μόνη ελπίδα του έμενε, να ριχθεί χάμω, να τρέξει πίσω! Προσπάθησε να ξεγλιστρήσει από το άλογο, μα το χέρι του Βουλγάρου τον πλάκωσε στη σέλα. Το διάστημα ωστόσο μεταξύ του και του Ασάν ολοένα μεγάλωνε. Ο Κωνσταντίνος το είδε και του ήλθε απελπισία. Ένιωσε πως είναι χαμένος αν μόνος του δε βρει τρόπο να γλιτώσει. Αγριεμένος κοίταξε γύρω. Το μάτι του έπεσε σ' ένα δίκοπο μαχαίρι περασμένο στη ζώνη του Βουλγάρου. Μεμιάς το άρπαξε και το έμπηξε ολόκληρο στο στήθος του στρατιώτη. Ο Βούλγαρος ανατινάχθηκε, κλονίστηκε στη σέλα, έγειρε πίσω και, παρασέρνοντας τον Κωνσταντίνο, κατρακύλησε στο χώμα όπου και οι δυο έμειναν ακίνητοι. Σε μια στιγμή βρέθηκε κοντά τους ο Ασάν, ξεπέζεψε, σήκωσε το αναίσθητο παιδί, ξαναπήδησε στο άλογο κι έφυγε πάλι σαν αστραπή.

- Βάστα καλά, είπε του Μιχαήλ που, σκαλωμένος με το ένα χέρι στη σέλα και με το άλλο στη ζώνη του Ασάν, δύσκολα κρατιόταν στο άλογο. Βάστα ακόμα λίγο και φθάσαμε.

Το παιδί τον κοίταξε. Τα μάτια του ήταν φορτωμένα λύπη, κατάκριση και ρωτήματα. Μα δε μίλησε, δε ρώτησε πού πήγαιναν, ούτε γιατί γύριζαν τη ράχη στο ποτάμι όπου τώρα ήταν η ελευθερία.

Ο Ασάν τραβούσε κατά το βουνό που έμοιαζε να το ξέρει καλά. Ανέβηκαν από έρημα και άγρια μονοπάτια, πέρασαν ένα - δυο ρυάκια και σκαρφάλωσαν σε ανήφορους όπου δύσκολα προχωρούσε το άλογο. Επιτέλους ξεκαβαλίκεψε και, με τον Μιχαήλ πλάγι του, κρατώντας στην αγκαλιά του τον αναίσθητο Κωνσταντίνο και τραβώντας πίσω του το άλογο, ανέβηκε σ' ένα απόκρημνο βράχο και, παραμερίζοντας μερικά χαμόκλαδα, έφθασε σε μια σπηλιά με τ' αγόρια και ξάπλωσε τον Κωνσταντίνο χάμω. Με το φως του φεγγαριού τον εξέτασε και, αφού βεβαιώθηκε πως δεν είχε σπάσει τίποτα και πως ήταν μόνο ζαλισμένος από το απότομο πέσιμο, έβγαλε το παγούρι του κι έσταξε λίγο νερό στο μέτωπο του. Μόλις άνοιξε τα μάτια του, ο Κωνσταντίνος ανεγνώρισε τον Ασάν, κι έριξε το χέρι του γύρω στο λαιμό του.

- Νικήτα! Νικήτα! μουρμούρισε, το ήξερα πως θα προφθάσεις! Το ήξερα πως θα μας σώσεις πάλι!

Το σκληρό πρόσωπο του Νικήτα μαλάκωσε, και με τρυφερότητα σχεδόν γυναικεία χάιδεψε το μέτωπο του αγοριού.

- Δε σ' έσωσα εγώ, είπε, εσύ μόνος σου σώθηκες...

Ο Κωνσταντίνος ανατρίχιασε.

- Τον σκότωσα; ρώτησε.

- Ποιον; Τον Βούλγαρο; Ακούς λέγει! Μια χαρά τον σούβλισες... Και βλέποντας το ταραγμένο πρόσωπο του αγοριού, ο Νικήτας πρόσθεσε σοβαρά: Αυτά έχει ο πόλεμος.

- Αυτά έχει ο πόλεμος... μουρμούρισε ο μικρός, και δεν πρέπει να λυπούμαι, γιατί αν δεν το έκαμνα, θα μέναμε σκλάβοι. Ενώ τώρα είμαστε ελεύθεροι! Τώρα θα μας πας στον Αυτοκράτορα, Νικήτα!

Ο Μιχαήλ, που ζαρωμένος κάθουνταν παρακάτω σε μια πέτρα, σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον Νικήτα περιμένοντας απάντηση. Μα ο Νικήτας, χωρίς ν' αποκριθεί, είχε σηκωθεί και είχε πάγει στην είσοδο της σπηλιάς, όπου ακουμπισμένος στο βράχο, με σταυρωμένα τα χέρια, κοίταζε τα σύννεφα που έτρεχαν ξεπαρταλωμένα στο φωτεινό δίσκο του φεγγαριού. Δε μίλησε ο Νικήτας· δε ρώτησε τίποτα και ο Μιχαήλ. Έκρυψε πάλι το κεφάλι του ανάμεσα στα διπλωμένα του γόνατα, κι έμεινε κουβαριασμένος, ακίνητος και σιωπηλός.

- Νικήτα, είπε ο Κωνσταντίνος με ξαφνική ανησυχία, γιατί δεν απαντάς;

- Γιατί, αποκρίθηκε ο Νικήτας χωρίς να γυρίσει, δε θα σας πάγω στο Βασιλέα.

Μ' έναν πήδο βρέθηκε τ' αγόρι κοντά του. Μα ο Νικήτας δεν τον κοίταξε.

- Γιατί δε θα μας πας στο Βασιλέα; ρώτησε ο Κωνσταντίνος.

- Γιατί έχω διαταγή να σας κρατήσω ανάμεσα στους Βουλγάρους.

Ένα λεπτό δε μίλησε ο μικρός. Ύστερα με φωνή τρεμουλιαστή ρώτησε:

- Σου το διέταξε ο Βασιλέας;

- Μου το διέταξε ο Ευστάθιος Δαφνομήλης, αποκρίθηκε ο Νικήτας.

Ο Κωνσταντίνος δε μίλησε πια. Με τα χέρια πίσω στη ράχη, όρθιος κοντά του, κοίταξε και αυτός, με ψηλά το κεφάλι, τα σύννεφα που κουτρουβαλιστά κυνηγιούνταν. Στο πρόσωπο του είχε χυθεί τέλεια απελπισία.

- Κωνσταντίνε, είπε έξαφνα ο Νικήτας. Ξέρεις τι λατρεία είχε ο πατέρας σου του Βασιλέα;

- Το ξέρω, είπε το παιδί.

- Για το Βασιλέα του πέθανε, εξακολούθησε ο Νικήτας, ενώ μια υπογραφή θ' αρκούσε να τον σώσει. Σαν κι αυτόν είναι και άλλος, ο Ευστάθιος Δαφνομήλης. Είναι λίγες ώρες, που είπα του Ευστάθιου Δαφνομήλη πως βιαζόμουν να γυρίσω να σας πάρω, και μου είπε να μη σας πάρω, παρά να σας αναθρέψω εδώ.

Ο Κωνσταντίνος ανατρίχιασε.

- Πήγες αντίκρυ; ρώτησε.

- Ναι!

- Πώς;

- Βρήκα ρηχοτοπιά.

- Και από κει πέρασαν;... η φωνή του κόπηκε από τη συγκίνηση.

- Οι πατριώτες; έκανε ο Νικήτας. Ναι! από κει πέρασαν και κατέστρεψαν το στρατό του Σαμουήλ.

- Νικήτα! φώναξε το αγόρι και με πάθος άρπαξε το χαλασμένο χέρι του κατασκόπου και το φίλησε. Νικήτα, θα ήθελα να είμαι σαν και σένα.

- Γίνε λοιπόν, είπε συγκινημένος ο κατάσκοπος. Αυτό σου ζητά και ο Δαφνομήλης.

Και διηγήθηκε τη συνομιλία του με το στρατηγό. Ο ενθουσιασμός του Κωνσταντίνου έγινε ακράτητος.

- Σήκω, Μιχαήλ! φώναξε. Να κάνουμε όπως λέγει ο Νικήτας! Ορκιστήκαμε να εκδικήσομε τους γονείς μας. Να τρόπος να το επιτύχομε, μένοντας ανάμεσα στους εχθρούς, και δουλεύοντας για το Βασιλέα μας!

Ο Μιχαήλ σήκωσε το κεφάλι. Μεγάλα δάκρυα κατρακυλούσαν στα μάγουλα του.

- Τ' ορκίστηκα μαζί σου, και ό,τι θέλεις θα το κάμω, Κωνσταντίνε. Μα ήλπιζα να πολεμήσω πλάγι στο Βασιλέα...

- Όχι! Όχι! Πιο ωραίο, πιο μεγάλο είναι να δουλεύομε έτσι μυστικά, στο ηρωικό Τάγμα των Κατασκόπων χωρίς να το ξέρει κανένας! φώναξε μ' έξαψη ο Κωνσταντίνος, και το πρόσωπο του έλαμψε όλο από ενθουσιασμό και πάθος. Κοίταξε τον Νικήτα. Κανένας δε φαντάζεται πόσες φορές κινδύνευσε για το Βασιλέα. Κι αν δεν ήταν η τελευταία αυτή πληγή που του κόβει το πρόσωπο, ούτε ο Βασιλέας δε θα ήξερε πως στην Αδριανούπολη κόντεψαν πάλι να τον σκοτώσουν, την ώρα που άρπαξε το άλογο του Σαμουήλ για να του πάγει πιο γρήγορα την είδηση της σφαγής! Σήκω, Μιχαήλ! Μην κλαις πια! Σαν τον Νικήτα θα δουλέψομε και μεις, στρατιώτες άγνωστοι του Δαφνομήλη και του Βασιλέα!

Ο Μιχαήλ σηκώθηκε κι έβαλε το λεπτό χεράκι του μέσα στο σιδερένιο ηλιοκαμένο χέρι του Νικήτα.

- Μάθε με, Νικήτα, να σου μοιάσω... είπε και τα χείλια του έτρεμαν.

Ο Νικήτας μάζεψε τ' αγόρια στην αγκαλιά του.

- Με τη βοήθεια της Θεοτόκου, είπε με βραχνή φωνή, θα σας το μάθω.