Στα μυστικά του βάλτου/Κεφάλαιο ΣΤ

Στα μυστικά του βάλτου
Συγγραφέας:
ΣΤ'. Η κυρία Ηλέκτρα


Κάθε μέρα, από τις Κάτω Καλύβες ξεκινούσαν οι κατραμωμένες μαύρες πλάβες, με τους εργάτες χωρικούς και τους οπλισμένους αντάρτες, ν' ανοίξουν δρόμους κυρτούς, στριφτούς, μυστικούς, μες στη φουντωτή δεντροπυκνάδα της Λίμνης, κατά τις βουλγάρικες καλύβες. Κάθε μέρα, μες στα νερά ως τα γόνατα, φύλαγαν οι εύζωνοι του καπετάν Άγρα τους στρατολογημένους χωρικούς, που έκοβαν στοίβες καλάμια, ξερίζωναν μάτσους από πλατύφυλλα χαμόδεντρα, σκέπαζαν με ψεύτικες τούφες από κλαριά και φύλλα την είσοδο του μονοπατιού, μην την βρουν οι Βούλγαροι σε καμιά τους περιπολία και στήσουν καμιάν ενέδρα. Μα ήταν αργή η δουλειά, λίγοι οι εργάτες, πολύδουλο το κόψιμο των καλαμιών, σκληρό το ξερίζωμα των θάμνων. Και όλο κατασκόπευαν κατά τις βουλγάρικες καλύβες. Και την Κούγκα δεν την έβρισκαν.

- Θα την κατέστρεψαν καμιάν ώρα, έλεγαν οι άντρες. Μα ο γερο - Πασκάλ κουνούσε αρνητικά το κεφάλι, και όλο τραβούσαν βόρεια, και όλοι άνοιγαν μονοπάτια.

- Είναι πιο προς τ' αριστερά, καπετάν Άγρα, επέμενε κι έλεγε ο Αποστόλης. Είναι πέρα από το Γρουνάντερο. Το ξέρω καλά πού είναι. Δε φθάσαμε ακόμα.

Μα στο μεταξύ είχαν απομακρυνθεί από τις Κάτω Καλύβες, και με τις επτά του μόνο πλάβες και τους δώδεκα ευζώνους κινδύνευε ο καπετάν Άγρας να πέσει σε βουλγάρικη παγίδα, να ματαιώσει το σκοπό του και να ρίξει τους χωρικούς του στην εκδίκηση των κομιτατζήδων. Ένα βράδυ, στου Βαγγέλη την καλύβα, μάζεψε τους υπαρχηγούς του, το γερο - Πασκάλ, τους ευζώνους του, κι έκανε συμβούλιο. Ο καθένας είπε τη γνώμη του, και όλους τους άκουσε ο Αρχηγός. Τελευταίος μίλησε εκείνος. Ήταν, λέγει, πολύ μικρό το σώμα του, πολύ λίγες οι πλάβες για να επιχειρήσει μ' επιτυχία επίθεση στις βουλγάρικες καλύβες. Ήταν και πολύ μακριά τώρα τα έργα τους, έχαναν πολλή ώρα να φθάσουν το πρωί και να γυρίσουν το βράδυ. Καλό ήταν να χτίσουν μια μικρή καλύβα στο μισό δρόμο και να την οχυρώσουν, έτσι που να έχουν αποκούμπι. Μα και αυτό δεν έφθανε. Σ' ένα δυο τολμηρές περιπολίες, που είχε κάμει με λίγους άντρες του κατά τα βουλγάρικα λημέρια, είχε αντιληφθεί πως οι κομιτατζήδες ήταν πολλοί, καλά οχυρωμένοι, σε σύμπλεγμα σημαντικό από καλύβες, και πως είχαν στόλο ολόκληρο από πλάβες.

- Εμείς είμαστε λίγοι, με ασήμαντες πλάβες, μακριά από κάθε βοήθεια. Έχομε ανάγκη από ενίσχυση... Έριξε γύρω μια ματιά, που σταμάτησε στον Αποστόλη. Πας εσύ στου καπετάν Νικηφόρου, να του πεις να μας βοηθήσει; ρώτησε.

Ο Αποστόλης, που είχε παρακολουθήσει από την αρχή τη συζήτηση, έτρεμε όλος.

- Θα πάγω, αν με στείλεις, κύριε Αρχηγέ, αποκρίθηκε με συγκίνηση. Μα κοντεύομε πια στην Κούγκα. Μη με βγάλεις τώρα από κει. Λίγη πια δουλειά μας μένει και θα βρούμε το πάτωμα.

Ο Άγρας τον κοίταζε συλλογισμένος.

- Αν δεν πας εσύ, ποιος θα του το πει; Έχομε πολύ λίγους πολεμιστές για να στερηθούμε έστω κι έναν, μουρμούρισε.

Με το δάχτυλο έδειξε ο Αποστόλης τον Γιωβάν, που σταυροπόδι, παράμερα, κοίταζε και άκουε.

- Στείλε τον αυτόν, κύριε Αρχηγέ, είπε πνιχτά. Αυτός είναι άξιος να το κάνει.

- Αυτός ο πιτσιρίκος; έκανε ξαφνισμένος ο Άγρας.

- Αυτός ο πιτσιρίκος πήγε και ανακάλυψε τον Αποστόλ Πέτκωφ στο Ζερβοχώρι, κι έμαθε γι' αυτόν όσες πληροφορίες σου έδωσα, είπε ταραγμένος ο Αποστόλης. Και πριν, και ύστερα, μου έκανε ένα σωρό δουλειές, και αυτός με οδήγησε εδώ. Στείλε τον Γιωβάν, κύριε Αρχηγέ. Δε θα το μετανοιώσεις. Ξέρει και βουλγάρικα, και μικρός και πιτσιρίκος όπως είναι, θα περάσει εκεί που θα σκάλωνε άλλος.

Ο Άγρας δεν αποκρίθηκε. Συλλογισμένος κοίταζε τον Γιωβάν, που τον κοίταζε κι εκείνος - τα μαύρα του μεγάλα μάτια πλατιά ανοιγμένα. Γύρω οι άντρες συζητούσαν, μουρμούριζαν, αμφέβαλλαν.

- Τι ξέρει αυτό το μουρέλι;

- Θα χρειάζεται και παραμάνα μαζί του.

- Θα μας πάρει όλους στο λαιμό του...

Ο Νάσος, που ήταν βάρδια και είχε παραλάβει την πλάβα με τα δυο αγόρια, την αυγή που έφθασαν στις Κάτω Καλύβες, είπε, αργοκουνώντας με δυσπιστία το κεφάλι:

- Ούτε θα πιστέψει ποτέ ο καπετάν Νικηφόρος, πως το πίτσικο αυτό έρχεται από μέρους σου, κυρ Αρχηγέ.

Ο Αποστόλης πετάχθηκε πάνω.

- Θα του δώσω ένα σημάδι, αναφώνησε. Και ξεκουμπώνοντας βιαστικά το αντερί του, έβγαλε σπάγκο και σταυρό και τα έτεινε στον Άγρα.

- Κοίταξε, κύριε Αρχηγέ, το σταυρό αυτό μου τον έδωσε ο καπετάν Νικηφόρος. Αν του τον δείξει ο Γιωβάν, θα τον αναγνωρίσει και θα πιστέψει ευθύς. Πίστεψε και συ, κύριε Αρχηγέ, στείλε τον Γιωβάν, το ξέρω πως θα κάνει καλά τη δουλειά!...

Ο Άγρας κοίταζε τον Γιωβάν, τρίβοντας συλλογισμένα το σαγόνι του. Τα μαύρα μάτια του παιδιού δεν άφηναν τα δικά του. Μεμιάς αποφάσισε ο Αρχηγός. Ανορθώθηκε, πήρε το σταυρό από τα χέρια του Αποστόλη και σιμώνοντας το μικρό, του πέρασε το σπάγκο στο λαιμό.

- Καταλαβαίνεις ελληνικά; τον ρώτησε.

Ο μικρός κοκκίνισε.

- Καταλαβαίνω, αποκρίθηκε.

- Ξέρεις πού πέφτει το Τσέκρι, μια σκάλα...

- Το ξέρω, διέκοψε ο Γιωβάν.

- Είναι μακριά πολύ... και δεν μπορώ να σου δώσω πλάβα... Ο Γιωβάν σήκωσε τον ώμο του, μα δε μίλησε.

- Μπορεί όμως να σε συνοδεύσει... (γύρισε κατά ένα χωρικό μεσόκοπο και ηλιοκαμένο, τον μόνο έξω από το σώμα του που κράτησε στη σύσκεψη)... Μπορεί να σε συνοδεύσει ο Θεόδωρος, που είναι από το Πλατύ... Τον διέκοψε ο Γιωβάν:

- Δεν έχω ανάγκη, είπε αργά, γυρεύοντας τις ελληνικές του λέξεις. Ξέρω το δρόμο, θα πάγω πιο γρήγορα μόνος. Βγάλε με μόνο στην ξηρά...

Οι υπαρχηγοί πλησίασαν τον Άγρα.

- Δεν είναι φρόνιμο, του είπαν. Δεν είναι σοβαρά καμώματα...

Μα ο αρχηγός είχε αποφασίσει. Καλόκαρδα χαμογέλασε του Γιωβάν.

- Αύριο ξημερώματα, του είπε. Θα σε πάγει η πλάβα στην ακρολιμνιά. Θα σου πω αύριο τι έχεις να μεταπείς.

Κοιμήθηκε λίγο και ταραγμένα εκείνη τη νύχτα ο Γιωβάν. Η σκέψη της δουλειάς και της ευθύνης, η υπερηφάνεια που τον φούσκωνε, τον κρατούσαν σε αδιάκοπη διέγερση. Πριν ξημερώσει ήταν στο πόδι. Πλύθηκε, χτενίστηκε, διόρθωσε τη ζώνη του, ήθελε να είναι παρουσιάσιμος και καθαρός. Όταν τον άφησε η πλάβα σ' ένα έρημο μέρος της νότιας ακρολιμνιάς, ένιωσε τον εαυτό του μεγάλο και ελεύθερο. Ήταν μαθημένος στη μοναξιά. Όχι όμως στην ελευθερία. Πήγαινε συχνά όπου ήθελε. Μα πάντα με τη γνώση πως θα το πληρώσει με ξύλο, με νηστεία, συχνά με χειρότερες αγριότητες.

Τώρα ήταν πάλι μόνος, μα χωρίς πια την έννοια πως θα 'χει ν' αντιμετωπίσει το θυμό του Άγγελ Πέιο. Έπειτα, εργάζουνταν τώρα για τον Αποστόλη. Είχε αρχίσει να τον μεταχειρίζεται ο Αποστόλης. Και η δουλειά τον γέμιζε υπερηφάνεια. Ήταν εμπιστευτική. Μέρες κι εβδομάδες τώρα, που ζούσε μ' Έλληνες και άκουε ελληνικά, τα είχε μάθει, τα καταλάβαινε όλα. Μα για πιο ασφάλεια, του είχε μεταφράσει βουλγάρικα ο Αποστόλης κάθε φράση του καπετάν Άγρα, του είχε εξηγήσει κάθε παραγγελιά. Και όταν θέλησε ο καπετάν Άγρας να του δώσει χρήματα για το δρόμο, καλά του είχε πει ο Αποστόλης: «Δεν κάνει, κύριε Αρχηγέ, είναι μικρός, και δεν μπορεί να έχει κερδίσει γρόσια. Αν τον πιάσει κανένας, θα βάλει υποψίες πως τα 'κλεψε ή πως τον στέλνουν πληρωμένο για ανταρτική δουλειά». Κι έτσι του είχαν δώσει μόνο τροφή στο σακίδι, που κρέμουνταν στο πλευρό του. Του είχε συμπληρώσει και τις οδηγίες ο Αποστόλης, που ήξερε τα κατατόπια ολόγυρα στο Βάλτο, πού να σταθεί για ξεκούραση, πού να κοιμηθεί, τι να πει αν τον ρωτήσουν.

Και πήγαινε τώρα μόνος, ελεύθερος, μεγάλος άντρας πια. Είχαν σχολάσει τα παιδιά, και γύρω στη δασκάλα μαζεμένα, σαν σπουργίτια, τσίριζαν, μιλούσαν όλα μαζί, ποιο να δώσει μια δικαιολογία για το ξύλο που έπεσε, ποιο να ζητήσει μια πληροφορία ή μια συμβουλή, ποιο να κλαυθεί για το άδικο που του έγινε, και ποιο να πάρει ένα τελευταίο χάδι. Και η δασκάλα όλα τ' άκουε, σ' όλα απαντούσε, παρηγορούσε, χάιδευε, όλα τα πρόφθαινε, όλα τα καληνύχτιζε.

- Άιντε, πάτε τώρα, τους είπε.

Και με μια ματιά κατά τα σύννεφα που κατρακυλούσαν λαφριά και ρόδινα στη δύση, πρόσθεσε:

- Δε θα βρέξει πια απόψε, θα 'χομε αστροφεγγιά· θα στεγνώσει ο δρόμος. Και αύριο...

Ένα αγόρι που είχε βγει έξω, με τη στέκα που του έδερνε το γόφο, ξαναμπήκε τρεχάτο στην αυλή, τη διέκοψε.

- Κυρία Ηλέκτρα! Κυρία Ηλέκτρα! Σε ζητάει απ' έξω κάποιος.

- Με ζητάει; Τι με θέλει; Ας έλθει μέσα.

- Μοιάζει ζητιάνος. Είναι μικρός. Μοιάζει πολύ φτωχός...

- Φέρ' τον μέσα. Στάσου· έρχουμαι εγώ...

Ακουμπισμένος στο κούφωμα της αυλόπορτας, στέκουνταν ένας μικρός. Φορούσε ζιάκα2, κάπα και τσαρούχια, μα ήταν τόσο λασπωμένος, που έμοιαζε να είχε βουτήξει στο βούρκο. Με τα δυο χέρια απλωμένα, στηρίζουνταν πίσω στον τοίχο, και τα γόνατα του έτρεμαν, έτοιμα να λυγίσουν. Γύρισε ο μικρός το βλέμμα απάνω της.

- Η Κυρία Ηλέκτρα; μουρμούρισε με κόπο.

- Εγώ είμαι... Έλα μέσα να καθίσεις...

Έκανε ο μικρός να ορθωθεί, μα λύγισαν τα πόδια του κι έπεσε στο υγρό από τη βροχή χώμα. Σμήνος μαζεύτηκαν τα παιδιά γύρω του, ποιος να τον τραβήξει, ποιος να τον σηκώσει, ποιος να τον ξεκουμπώσει. Τα παραμέρισε η δασκάλισσα, και με τη βοήθεια μόνο του μεγαλύτερου κοριτσιού σήκωσε το ξένο παιδί στην αγκαλιά της και το πήγε μέσα στο σχολείο. Κανένα παιδί δεν ήθελε πια να φύγει. Περίεργα μαζεύτηκαν όλα στην τάξη, τα μεγαλύτερα πρόθυμα να βοηθήσουν, τα μικρότερα όλο μάτια και αυτιά, στριμωγμένα στις πόρτες όπου τα είχαν εξορίσει οι μεγάλοι. Το ξένο γύρευε κάτι να πει. Μα μόνο που σάλευαν τα χείλη του, φωνή καμιά δεν έβγαινε. Ήταν κλειστά τα μάτια του, και κάτω από τις λάσπες, που είχαν στεγνώσει στο πρόσωπο και στο κεφάλι του, το χρώμα του ήταν λεμονιού χρώμα.

- Λίγο τσάι, Ευαγγελία!... Ζεστό!... Γρήγορα!... Βάλε μέσα και μια κουταλιά τσίπουρο, να συνεφέρει! μουρμούρισε η δασκάλα, που είχε πιάσει το σφυγμό του παιδιού. Τρεχάτη βγήκε η Ευαγγελία, ενόσω άλλα πρόθυμα χέρια έβγαζαν τα τσαρούχια και την κάπα, έτριβαν τα παγωμένα πόδια του ξένου.

Ξαναγύρισε η Ευαγγελία μ' ένα κουπάκι, και, γονατιστή πλάγι στο παιδί, κουταλιά κουταλιά, του έχυνε η δασκάλα το ζεστό τσάι ανάμεσα στ' άχρωμα χείλια του. Γύρισε ο μικρός, άνοιξε τα μάτια του και είδε το γυναικείο κεφάλι γερμένο απάνω του.

- Η Κυρία Ηλέκτρα; ξαναρώτησε.

- Ναι, παιδί μου, εγώ είμαι... Τι θες; Τι ζητάς;

Μα ο μικρός είχε κλείσει πάλι τα μάτια, σα να είχε αποκοιμηθεί. Η δασκάλισσα σηκώθηκε στα πόδια της και ξαπέστειλε όλα τα παιδιά, μικρά και μεγάλα, εκτός της Ευαγγελίας.

- Πάτε, παιδιά μου. Βλέπετε πως κοιμάται. Σαν ξεκουραστεί θα μπορέσει να μας πει τι θέλει. Αύριο πάλι στις οκτώ το μάθημα. Καληνύχτα σας.

Μα σαν έβγαλε και το τελευταίο, κι έκλεισε την αυλόπορτα, η δασκάλισσα γύρισε στην τάξη όπου είχαν ξαπλώσει χάμω το ξένο παιδί και όπου την περίμενε η Ευαγγελία. - Βάλε το μαγκάλι στην κάμαρα μου, άνοιξε το κρεβάτι μου, και βάλε να ζεσταθεί νερό στο τζάκι. Πρώτα πρώτα να το πλύνομε, της είπε. Κι ενόσω πρόθυμη πήγαινε η μεγάλη να ετοιμάσει όσα ζητούσε η δασκάλα, γονάτισε πάλι εκείνη και μαλακά, τρυφερά, χάιδεψε το μέτωπο του άγνωστου παιδιού. Γύρισε κείνο, την είδε και ξαναείπε:

- Η Κυρία Ηλέκτρα;

- Ναι, παιδί μου, εγώ είμαι. Τι με θέλεις;

Ο μικρός έκανε ν' ανασηκωθεί στον αγκώνα κι έριξε ολόγυρα μια ματιά.

- Είσαι μόνη, κυρία Ηλέκτρα; ρώτησε.

- Ναι, μικρέ μου, ολόμονη... Έριξε κι εκείνη μια ματιά κατά την πόρτα, να βεβαιωθεί πως η Ευαγγελία είχε φύγει, και σκύβοντας πιο κοντά μουρμούρισε:

- Κάποιος σ' έστειλε; Ποιος;

- Ο Αποστόλης... ψιθύρισε ο μικρός.

Η Κυρία Ηλέκτρα έσκυψε ακόμα πιο κοντά.

- Από πού σ' έστειλε; ρώτησε.

- Από τις Κάτω Καλύβες... από τον καπετάν... Η δασκάλα του σκέπασε το στόμα με το χέρι. Η Ευαγγελία επέστρεφε.

Με φυσική ήσυχη φωνή είπε η δασκάλα στη μαθήτρια της.

- Βοήθησε με, Ευαγγελία, να τον πάμε στη σκάφη. Σαν τον καθαρίσομε, τον πηγαίνομε στην κάμαρα μου, και τότε φεύγεις, παιδί μου, μην ανησυχήσει η μητέρα σου...

- Μπα, κυρία Ηλέκτρα, θα μείνω μαζί σου, δε σ' αφήνω μόνη με τόση δουλειά, διαμαρτυρήθηκε η Ευαγγελία.

Και τέτοια ήταν η προθυμία της, που είδε κι έπαθε η κυρία Ηλέκτρα να την ξαποστείλει. Και μόνο σαν ήλθε ανήσυχη η μητέρα της, να δει γιατί αργεί το κορίτσι της, και βεβαιώθηκε πως καθαρός πια, τυλιγμένος σε μια ζεστή γυναικεία ρόμπα και ξαπλωμένος ανάμεσα σε μαξιλάρια ο μικρός ξένος δεν είχε την ανάγκη της, αποφάσισε η Ευαγγελία ν' ακολουθήσει τη μητέρα της. Είχε νυχτώσει. Έκλεισε η κυρία Ηλέκτρα πόρτες και παράθυρα, και γύρισε στην κάμαρα της, όπου το ξένο παιδί αποτελείωνε ένα πιάτο σούπα, το γεύμα της δασκάλας. Πήρε το πιάτο και κάθησε κοντά του.

- Πώς σε λένε; τον ρώτησε βουλγάρικα.

- Με λεν Γιωβάν, αποκρίθηκε ελληνικά ο μικρός.

- Μα δεν είσαι Έλληνας; έκανε η δασκάλα, ελληνικά κι εκείνη. Η προφορά σου είναι ξενική.

Ο μικρός δεν αποκρίθηκε. Τα μεγάλα αμυγδαλωτά του μάτια περιφέρουνταν στο πρόσωπο της με περιέργεια και θαυμασμό. Ήταν ως είκοσι χρονών κορίτσι, ψηλή, λυγερή σαν καλαμιά, με πυκνά μαύρα μαλλιά, πλεξούδα κυκλική, σα διάδημα πάνω από το μέτωπο της, και μάτια καστανά, σχεδόν χρυσά, που άστραφταν ζωηρά, επιβλητικά, από μέσα από τα μαύρα της ματόκλαδα. Η κυρία Ηλέκτρα ήταν μαθημένη να την υπακούουν. Και τα μάτια της πρόσταζαν, ακόμα και όταν σώπαιναν τα χείλη της, ακόμα και όταν χαμογελούσαν μητρικά, όπως τώρα. Άπλωσε το χέρι της - ένα άσπρο λιγνό χέρι, με μακριά, λεπτά δάχτυλα - και χάιδεψε το μέτωπο του μικρού.

- Είμαστε μόνοι εδώ, Γιωβάν, είπε γλυκά. Μίλησε μου... Πες μου.

Ο Γιωβάν ανασηκώθηκε, έτοιμος να πηδήξει χάμω.

- Κυρία Ηλέκτρα, πρέπει να με πας αμέσως στο Τσέκρι, είπε τρέμοντας από συγκίνηση.

Τον συγκράτησε με τα δυο της χέρια και τον ξαναπλάγιασε στο κρεβάτι.

- Πες μου πρώτα, είπε. Γιατί σε στέλνει ο Αποστόλης στον καπετάν Νικηφόρο;

Ο Γιωβάν ξαφνίστηκε.

- Ξέρεις... ξέρεις τον καπετάν Νικηφόρο; ρώτησε λαφιασμένος.

- Εγώ σε ρωτώ τώρα, είπε με τον ήσυχο επιβλητικό της τρόπο, που δεν ανέχουνταν αντίρρηση, η δασκάλισσα. Πες μου γιατί σε στέλνει ο Αποστόλης στου καπετάν Νικηφόρου;

- Για βοήθεια, αποκρίθηκε υποταγμένος ο Γιωβάν.

- Ποιος σε ζητά; Ο καπετάν Κάλας;

- Όχι. Ο καπετάν Άγρας.

- Είναι στερεωμένος στις Κάτω Καλύβες;

- Ναι, μα έχει λίγους άντρες.

- Πόσους;

- Δώδεκα.

- Μόνο;

- Δώδεκα αντάρτες. Πήρε και χωρικούς - μα δεν ξέρουν, λέει, ακόμα από πόλεμο. Θέλει και άλλους.

- Πολεμάει;

- Όχι ακόμα. Μα θέλει να πολεμήσει.

Όλα της τα ρωτήματα τα είχε θέσει η δασκάλα ήσυχα, όπως θα ρωτούσε ένα μαθητή της πόσα κάνουν πέντε και πέντε, ή ο μέλλων του λείπω. Συλλογισμένη κοίταζε τον Γιωβάν, που την αντίκρυζε με το βλέμμα του φορτωμένο απορία, ρωτήματα και λαχτάρα.

- Αφού δεν πολεμάει, θα σε πάγω αύριο, του είπε στοργικά.

Ο Γιωβάν αναστατώθηκε.

- Δεν κάνει, κυρία Ηλέκτρα, αναφώνησε.

Και στην ταραχή του, παρατώντας τα ελληνικά, που του ήταν πιο δύσκολα, εξακολούθησε βουλγάρικα, κουτρουβαλώντας τις φράσεις του:

- Να πάμε πρέπει αμέσως. Έπρεπε να είμαι κει τώρα. Είμαι ανάξιος. Γύρισα εμπρός πίσω, γιατί δεν είχα πλάβα...

Δάκρυα πλημμύρισαν τα μαύρα μάτια του, κύλησαν στ' αχνά μάγουλα του.

- Από πού γύρισες πίσω; ρώτησε η δασκάλα.

- Από το Τσέκρι. Πήγα ίσια εκεί. Ήταν έρημη η σκάλα. Περίμενα. Δεν ήλθε κανείς. Είδα πως χάνω ώρα. Μου είπε ο Αποστόλης: «Αν δεν τα καταφέρεις, πήγαινε στης κυρίας Ηλέκτρας· θα σε πάει εκείνη». Και ήλθα.

Ξαφνισμένη ρώτησε η δασκάλα.

- Πότε ξεκίνησες;

- Προχθές.

- Από πού ξεκίνησες;

- Από την ακρολιμνιά... κοντά στις Κάτω Καλύβες. Η δασκάλισσα ταράχθηκε.

- Έκανες μονάχος όλον αυτό το δρόμο; αναφώνησε.

- Είναι πολύς; ρώτησε ο μικρός.

- Τι λες, παιδί μου! Βρήκες τουλάχιστον αραμπά;

- Δεν πήγαινα από δρόμο... Μου είπε ο Αποστόλης να μη μιλώ καλύτερα με κανένα, και πήγαινα από τον κάμπο.

- Και πήγες στο Τσέκρι; Και πίσω;

Ο Γιωβάν δεν αποκρίθηκε. Η απορία της τον ξένιζε. Έσκυψε κείνη και τον κοίταξε από κοντά. Τα μάτια της ήταν γλυκά, χάιδευαν, τον τάραζαν.

- Πόσω χρονώ είσαι; ρώτησε.

- Δεν ξέρω.

- Δεν έχεις μητέρα;

- Όχι.

- Ούτε πατέρα;

- Ούτε.

- Δεν έχεις κανένα; Θεία; Θείο; Αδέλφια;

- Έφυγα από το σπίτι του... του θείου μου, αποκρίθηκε επιφυλακτικά ο Γιωβάν.

- Γιατί;

- Γιατί ήθελα να δουλέψω με τον Αποστόλη.

- Πώς τον λεν το θειό σου;

- Άγγελ Πέιο.

- Ο κομιτατζής ο Πέιος; Είναι θείος σου; αναφώνησε η κυρία Ηλέκτρα.

Ο Γιωβάν ντράπηκε. Δάκρυα πήδηξαν πάλι στα μάτια του. Όπως συνήθιζε σαν δεν ήθελε ν' απαντήσει, σήκωσε τον ένα του ώμο.

- Πώς βρέθηκες με τον Αποστόλη; ρώτησε η δασκάλισσα.

- Ήθελα να δουλέψω μαζί του, αποκρίθηκε πάλι ο Γιωβάν.

- Εσύ; Βουλγαρόπαιδο;

Ξανάσκυψε η δασκάλισσα και τον κοίταξε στα μάτια. Ήταν πλατιά ανοιχτά και δεν απέφυγαν τα δικά της. Άπλωσε πάλι το χέρι της κι έσπρωξε πίσω τα μαλλιά της.

- Κουράστηκες πολύ, Γιωβάν; τον ρώτησε τρυφερά.

Τα λόγια της, σαν καμτσικιά, τον ξύπνησαν, του θύμισαν τη δουλειά του.

- Να φύγομε, κυρία Ηλέκτρα, να πάμε στο Τσέκρι, αμέσως, παρακάλεσε πετώντας πίσω τις κουβέρτες.

Στοργικά τον ξανασκέπασε κείνη.

- Σου είπε ο Αποστόλης να 'ρθεις σε μένα, του είπε. Θα κάνεις όπως σου πω. Τέτοια ώρα δε θα βρούμε πλάβα. Αύριο... αύριο ίσως βρούμε. Κοιμήσου απόψε. Είσαι πολύ κουρασμένος, μικρό μου.

Του έτριψε χαϊδευτικά τα μαλλιά, και ξαφνικά, σκύβοντας, τον φίλησε στο μέτωπο.

- Κοιμήσου, επανέλαβε. Κι εγώ εδώ κοντά σου θα έλθω να πέσω. Βγήκε έξω, πήγε στην τάξη και κάθησε στο γραφείο της, ένα σανιδένιο τραπέζι μ' ένα συρτάρι. Στο φως ενός κεριού, έγραψε με σταθερό μεγάλο και ευανάγνωστο γράψιμο:

Ευαγγελία μου, χρειάστηκε να βγω νωρίς, να συνοδεύσω το ξένο παιδί που έχασε το δρόμο του και δε βρήκε το χωριό του. Κάνε συ το μάθημα στα μικρά, σχόλασε τα μεγάλα, κι ελάτε πάλι αύριο στις οκτώ. Σε φιλώ, Ηλέκτρα.

Άφησε το χαρτί απλωμένο στο τραπέζι, πήρε το κερί και πήγε στο μαγειριό. Εκεί, από το πατάρι, έβγαλε ένα στρώμα, το τύλιξε, το φόρτωσε στον ώμο της και ξαναπαίρνοντας το αναμμένο κερί γύρισε στην κάμαρα της. Σιγανά ακούμπησε χάμω το στρώμα, κι έγειρε πάνω στον Γιωβάν. Ήταν ξυπνητός, και με το βλέμμα ακολουθούσε κάθε της κίνηση.

- Δεν κοιμάσαι; του είπε. Θες τίποτα;

Κάθισε κοντά του, και χωρίς να περιμένει απάντηση, ακολουθώντας τη δική της σκέψη, ρώτησε:

- Τους χωρικούς αυτούς που στρατολόγησε ο καπετάν Άγρας, τους όπλισε κιόλα;

- Λίγους, αποκρίθηκε ο Γιωβάν.

- Πόσους;

- Έξι μόνο.

- Γιατί δεν όπλισε τους άλλους; Ξέρεις;

- Λεν πως δεν έχει τουφέκια.

- Και πηγαίνεις εσύ να ζητήσεις τουφέκια του καπετάν Νικηφόρου;

- Και τουφέκια και άντρες.

Πάλι έμεινε συλλογισμένη η δασκάλισσα. Και πάλι ξαφνικά σηκώθηκε.

- Κοιμήσου τώρα, του είπε, αύριο θα σε ξυπνήσω εγώ. Έσβησε το κερί και πλάγιασε όπως ήταν, ντυμένη, στο στρώμα.

Ήταν νύχτα ακόμα, μόλις χάραζε, όταν ξύπνησε ο Γιωβάν με το χάδι κάποιου άγνωστου χεριού στο κεφάλι. Ξιπάστηκε στην αρχή. Ήταν αμάθητος από χάδια και ζεστά κρεβάτια. Μα στο φως του αναμμένου κεριού είδε το γυναικείο πρόσωπο σκυμμένο πάνω του και θυμήθηκε. Πετάχθηκε πάνω.

- Είναι ώρα; αναφώνησε.

- Ναι! Ντύσου γρήγορα. Σου έφερα καφέ. Πιες τον. Και τρως το ψωμί σου στο δρόμο.

Φορούσε ένα μπλου σκούφο επανωφόρι, από αδρύ μάλλινο ύφασμα, που την πάχαινε, την έδειχνε διπλή, και το κεφάλι της ήταν δεμένο σ' ένα μπλου πάλι μαντίλι, που φούσκωνε και αυτό, από το χόντρος φαίνεται της πλεξούδας της. Ντύθηκε ο Γιωβάν βιαστικά τα καθαρισμένα ρούχα του, φόρεσε τα τσαρούχια του, και βγήκε με τη δασκάλα στο δρόμο. Σε κάθε της χέρι βαστούσε από μια μακριά χοντρή λαμπάδα, τυλιγμένη σε τριανταφυλλί χαρτί.

- Κλείσε την πόρτα, σιγά, χωρίς κρότο, του είπε χαμηλόφωνα, μην ξυπνήσομε τη γειτονιά.

Πήγαιναν στον πατημένο δρόμο, έρημο εκείνη την ώρα, και σαν βγήκαν από τα σπίτια, έριξε κείνη τις δυο λαμπάδες στο δεξί της ώμο και είπε του Γιωβάν:

- Πες μου τώρα: Πώς έφυγες από τις Κάτω Καλύβες; Και πώς με βρήκες;

Δειλά σήκωσε κείνος το βλέμμα προς τις δυο λαμπάδες.

- Δώσ' μου να βαστώ εγώ τουλάχιστον τη μια, την παρακάλεσε.


Μα του το αρνήθηκε.

- Δεν κάνει, του αποκρίθηκε, θα τη στραβώσεις. Και μεθαύριο, του Μιχαήλ και Γαβριήλ, πώς θα τους εορτάσουν τα παλικάρια μας;

Το ταχύ της μάτι αντιλήφθηκε τη σκιά πριν δει τον Τούρκο ζαπτιέ, που ξεπρόβαλε από μια τούφα ρέζες. Χωρίς βία, μα μεμιάς, κατέβασε τις λαμπάδες και πέρασε τα δάχτυλα της μες στα φυτίλια τους, κρατώντας από μια, κρεμασμένη σε κάθε χέρι.

- Καλημέρα, κυρ Λοχία, φώναξε του αστυνόμου τούρκικα.

- Καλή σου μέρα, κυρα - δασκάλα, της αποκρίθηκε, βάζοντας το χέρι, με μια υπόκλιση, στην καρδιά και στο μέτωπο. Για πού τόσο νωρίς με τ' αγιοκέρια σου;

- Για το Αλάκιλισέ. Είναι φτωχό το εκκλησιδάκι μας, κι έχομε εορτή μεθαύριο...

- Κι έχεις κουράγιο να πας τόσο μακριά;

- Ε, τι είναι για μας, κυρ Λοχία, αυτός ο δρόμος; Είμαστε μαθημένοι, και συ κι εγώ...

Κολακεύτηκε ο ζαπτιές, χαμογέλασε, αντάλλαξαν ακόμα μερικές φιλοφρονήσεις, και τράβηξαν, αυτός για το χωριό, εκείνη με το σύντροφο της κατά τον κάμπο.

- Είναι φίλος σου, αυτός ο Τούρκος, κυρία Ηλέκτρα; ρώτησε, σαν βρέθηκαν πάλι μακριά, ο Γιωβάν.

Τα μάτια της δασκάλας άστραψαν.

- Κανένας Τούρκος δεν είναι φίλος μου, αποκρίθηκε. Μα ζούμε στην Τουρκιά... Κι έχομε κοινό εχθρό το Βούλγαρο.

Σήκωσε πάλι τις λαμπάδες της στον ώμο και πρόσθεσε:

- Πες μου τώρα πώς ήλθες.

Και πηγαίνοντας της διηγήθηκε ο Γιωβάν πώς τον άφησε η πλάβα του καπετάν Άγρα στην ακρολιμνιά και τράβηξε κείνος ίσια καταπού ξεπρόβαλε ο ήλιος. Στην αρχή ήταν εύκολα και ωραία. Ήταν ξερός ο κάμπος, μοναξιά. Έφαγε και κοιμήθηκε μες στους βάτους. Και πάλι πήρε το δρόμο του, τρέχοντας τον περισσότερο καιρό, και ακολουθώντας τη σκιά του, με τον ήλιο πίσω του.

Μα βασίλεψε ο ήλιος νωρίς, πίσω από μαύρα σύννεφα, και άρχισε η βροχή. Και ακόμα έτρεχε. Και σαν λαχάνιαζε πολύ και κουράζουνταν τα πόδια του, κάθουνταν λίγο, και πάλι ξανάφευγε. Μα έβρεχε, έβρεχε, και βάραινε η κάπα του, και δύσκολα πήγαινε στα σκοτεινά. Τότε βρήκε έναν αχερώνα, μπήκε μέσα κρυφά, κοιμήθηκε μες στ' άχυρα, και πάλι σαν έφεξε, ξανάφυγε, τρέχοντας όσο μπορούσε, και σταματώντας ν' ανασάνει όταν δεν τον πήγαιναν πια τα πόδια του. Και πήγαινε, πήγαινε.

Τα ήξερε αυτά τα μέρη, μα όχι και τόσο καλά. Και όλο έβρεχε, όλη τη μέρα έβρεχε, και ήταν βαριά η κάπα. Και σα νύχτωσε, έχασε το δρόμο του και δεν ήξερε πούθε να πάγει. Δεν ήξερε πως ήταν κοντά η γέφυρα του Καρά - Αζμάκ, όπου περνά ο μεγάλος δρόμος. Μα άκουσε ομιλίες τούρκικες και βήματα βαριά. Ήταν καραούλι τούρκικο, που πήγαινε να περάσει τη γέφυρα. Ακολούθησε σε απόσταση, και σα βρήκε τη γέφυρα, κατέβηκε σε κάτι πέτρες και ξαπλώθηκε κάτω από τη γέφυρα όπου δεν τον έπιανε η βροχή. Και τα ξημερώματα βρήκε εύκολα το δρόμο του, και παίρνοντας την ακρολιμνιά έφθασε στη σκάλα του Τσέκρι. Κανένας δεν ήταν εκεί. Έκανε το λύκο, όπως το είχε κάνει για να ειδοποιήσει τον Αποστόλη μιαν άλλη μέρα. Μα κανένας δεν ήλθε. Και τότε απελπίστηκε και γύρισε πίσω στο Ζορμπά...

- Και σε πήγαιναν ακόμα τα πόδια σου; έκανε πονόψυχα η δασκάλα.

- Όχι καλά, είπε ντροπιασμένος ο Γιωβάν. Είχε τελειώσει και το ψωμί μου... πεινούσα πολύ τη μέρα πριν... δε λογάριασα καλά...

- Και είχε πολλές λάσπες; ρώτησε η δασκάλα. Θα κολλούσαν τα πόδια σου.

- Ναι, κολλούσαν... Μα είμαι ανάξιος· έπεσα δυο φορές...

- Και χτύπησες: ρώτησε πάλι η κυρία Ηλέκτρα.

- Δεν ξέρω... δε θυμούμαι...

- Πώς δε θυμάσαι; Δεν ξέρεις αν χτύπησες;

- Δε θυμούμαι... Δεν ξέρω πώς έπεσα. Μόνο σαν ξύπνησα ήμουν μούσκεμα... Και τις δυο φορές είχα βουλιάξει στη λάσπη.

Η δασκάλα τον κοίταξε με μάτια θολά.

- Το καημένο... μουρμούρισε. Ο Γιωβάν απόρησε.

- Δε θα με μαλώσει ο Αποστόλης, κυρία Ηλέκτρα, που άργησα τόσο; ρώτησε δειλά.

- Όχι, όχι, παιδί μου! Πώς τον έκανες τόσο γρήγορα τόσο δρόμο με τόσα δα ποδαράκια; είπε η δασκάλα.

Ήταν τόσο γλυκιά η φωνή της, σαν το χάδι των χεριών της. Τον περιέλουσε μια γλυκιά συγκίνηση, άγνωστη του ως τώρα. Αχ... τι ωραία, τι καλή που ήταν η κυρία Ηλέκτρα... Αμάθητος από χάδια και συμπάθεια και γλυκά λόγια, του φαίνουνταν από χθες πως ζούσε σε όνειρο· κάποιο όνειρο όπου η Παναγιά κατέβαινε από κάποιο εικόνισμα να του μιλήσει, και να σπρώξει πίσω τα μαλλιά του με τα μακριά κονδυλωτά της δάχτυλα... Τον ξύπνησε από τ' όνειρο η φωνή της δασκάλας.

- Αριστερά, γρήγορα, μες στους θάμνους...

Κατέβηκαν βιαστικά σ' ένα χαντάκι, πίσω από πυκνά παλιούρια, όπου κάθισαν ανακούρκουδα. Σε λίγο ακούστηκαν κουβέντες στο δρόμο πίσω τους. Από μέσα από τα κλαδιά κοίταζε η δασκάλα.

- Χωρικοί είναι... μουρμούρισε. Μα καλύτερα να μη μας δουν. Σαν περάσουν, τραβούμε κατευθείαν για το Βάλτο.

Άφησαν τον πατημένο δρόμο κι έκοψαν κατά τη Λίμνη. Εκεί, μοναξιά και ησυχία· ερημιά. Βουτούσαν στη λάσπη ως τον αστράγαλο. Πέρασαν βόρεια από τη σκάλα των Αγίων Αποστόλων, κι έφθασαν στο Τσέκρι. Λάσπη παντού, νερά, καλάμια κι ερημιά. Κανένας δε φαίνουνταν. Η δασκάλισσα εξέτασε το μέρος ολόγυρα, και, βρίσκοντας μια χαράδρα, κατέβηκε στο βάθος της με τον Γιωβάν. Έξαφνα, δυο πυροβολισμοί απανωτοί τράνταξαν το μικρό. Τρομαγμένος γύρισε ο Γιωβάν κατά τη δασκάλισσα, που ήσυχα του χαμογέλασε. Στο χέρι κρατούσε ακόμα ένα πιστολάκι που κάπνιζε, και χωρίς βία το έβαλε στην τσέπη του επανωφοριού της.

- Θα 'ρθουν τώρα... μουρμούρισε.

Και σιωπηλά περίμεναν. Πέρασε λίγη ώρα. Σιωπή, μοναξιά παντού. Κι έξαφνα, μια φωνή από τα καλάμια της Λίμνης, και λόγια ελληνικά:

- Κανένας αυτού;

Η δασκάλισσα βγήκε από τη χαράδρα.

- Γεράκι λευκό!... φώναξε, και προχώρησε στη σκάλα.

Ο Γιωβάν την ακολούθησε. Από τα καλάμια ξεπρόβαλε μια πλάβα, με δυο πλαβαδόρους οπλισμένους, και ρίχθηκε στη λασπιασμένη ακρολιμνιά.

- Ώρα καλή, είπαν. Μπείτε γρήγορα. Σας περιμένει ο Αρχηγός πριν ξεκινήσει.

- Για πού; ρώτησε η δασκάλισσα.

- Έμπα μέσα, κυρία Ηλέκτρα, και δώσ' μου τις λαμπάδες σου, αποκρίθηκε ο πρώτος αρματωλός.

Τις πήρε, και χαμογελώντας τις ζύγισε στο χέρι. Μπήκε στην πλάβα η δασκάλισσα και κάθισε μαζεύοντας προσεκτικά γύρω της το επανωφόρι της. Με περιέργεια παρακολουθούσε ο Γιωβάν όλες τις κινήσεις της, άκουε τα λόγια της, που αντάλλαζε με τους άντρες σα να ήταν σταυραδέλφια. Του έκανε κείνη νόημα να καθίσει κοντά της, και ρώτησε πάλι:

- Για πού είναι ο Αρχηγός;

- Για μια περιοδεία κατά το Νιχώρι, το Νησί, κι εγώ δεν ξέρω. Τα γυρνά όλα τα χωριά, αποκρίθηκε ο πλαβαδόρος, μπήγοντας το πλατσί του στο χώμα και σπρώχνοντας την πλάβα στο νερό.

Η δασκάλα σήκωσε αρνητικά το κεφάλι.

- Δεν κάνει να φύγει... Όχι σήμερα, μουρμούρισε.

Η πλάβα είχε ξαναμπεί στα καλάμια, ακολουθώντας ένα μονοπάτι φιδωτό. Ένας πλαβαδόρος καθιστός τραβούσε το πλατσί του, και όρθιος πίσω στην πρύμη οδηγούσε με το δικό του ο άλλος. Η καλύβα ήταν κοντά, δεν άργησαν να φθάσουν. Ένα στενό μονοπάτι τους έβγαλε στην πλατιά μάνα, μπρος στο πάτωμα. Ένας άντρας νέος, ψηλός, ξυρισμένος, τους περίμενε όρθιος, ακουμπώντας το τουφέκι του χάμω. Εδώ κι εκεί κάθουνταν σταυροπόδι πέντε έξι άλλοι άντρες, όλοι οπλισμένοι. Ο νέος άπλωσε το χέρι να βοηθήσει τη δασκάλα ν' ανέβει στο πάτωμα.

- Καλά και ήλθατε νωρίς, της είπε. Σε μιαν ώρα δε θα με βρίσκατε. Περιμένω τα παιδιά από τις παράπλευρες καλύβες, και φεύγω πάλι για περιοδεία.

- Θα τα πούμε, καπετάν Νικηφόρο, του αποκρίθηκε κείνη γελαστά. Έχω να σας μιλήσω.

Μπήκε μαζί του στην καλύβα. Απ' έξω στέκουνταν ο Γιωβάν. Την είδε που έβγαλε το επανωφόρι της και ξεκαρφίτσωσε από τη ζώνη της πέντε κορδόνια που κρέμουνταν από ένα πιστόλι. Ύστερα άνοιξε εσωτερικές τσέπες του επανωφοριού της, ραμμένες στη φόδρα, κι έχυσε από μέσα πλήθος φυσίγγια. Και ύστερα πάλι έλυσε το μαντίλι του κεφαλιού της, και από μέσα από την πλεξούδα έβγαλε άλλη λουρίδα φυσίγγια. Στο μεταξύ, ο ένας πλαβαδόρος είχε φέρει τις δυο λαμπάδες, κι έσχισε τα χαρτιά, τα πέταξε σε μια γωνιά με τα φιτίλια, και ακούμπησε δυο τουφέκια στο τοίχωμα της καλύβας. Κοίταζε ο Γιωβάν - τα μαύρα του μάτια διάπλατα ανοιγμένα. Την είδε πάλι την κυρία Ηλέκτρα, λεπτή, λυγερή, όπως την είχε δει την παραμονή το βράδυ, που κάτι διηγούνταν βιαστικά του καπετάν Νικηφόρου, και με το κεφάλι έγνεψε κατά το μέρος όπου στέκουνταν αυτός, και εξακολουθούσε να λέγει, με κοντές σπάνιες χειρονομίες. Κάτι της είπε ο Νικηφόρος κι έσκυψε κείνη κατά την πόρτα και τον φώναξε.

- Γιωβάν, έλα μέσα.

Δειλά σίμωσε κείνος και στάθηκε μπρος στον Αρχηγό, τα μάτια του σηκωμένα και τυλίγοντας και ξετυλίγοντας νευρικά τα δάχτυλα του το ένα μες στ' άλλο. Ο Αρχηγός τον κοίταξε, τρίβοντας το ξυρισμένο του σαγόνι.

- Ήσουν στις Κάτω Καλύβες; Με τον καπετάν Άγρα; Από πότε είσαι κει; ρώτησε.

- Είναι δυο εβδομάδες... Ίσως και περισσότερο, αποκρίθηκε ο Γιωβάν.

- Πες τού καπετάν Νικηφόρου τι σου παρήγγειλε ο καπετάν Άγρας, πρόσταξε η δασκάλισσα.

Και του χαμογέλασε εγκαρδιωτικά.

- Θέλει να κάνει γιουρούσι στους κομιτατζήδες, είπε σιγά γυρεύοντας τις λέξεις του ο Γιωβάν, και δεν έχει ούτε παλικάρια, ούτε τουφέκια, ούτε πλάβες.

Αντάμωσε το βλέμμα της δασκάλισσας, και με περισσότερο θάρρος πρόσθεσε:

- Ζητά να του πας εσύ βοήθεια, καπετάν Νικηφόρο... Και να πας γρήγορα.

Συλλογισμένος, διστακτικός, τον κοίταζε ο Νικηφόρος.

- Καλά, είπε. Μα ποιος είσαι συ; Η κυρία Ηλέκτρα δε σε ξέρει, και δεν ξέρεις καν τα ελληνικά. Πώς να σε πιστέψω;...

Ορμητικά βούτηξε ο Γιωβάν το χέρι του στο λαιμό του ρούχου του και τράβηξε έξω ένα σπάγκο μ' ένα ασημένιο σταυρουδάκι.

- Μου είπε... μου είπε ο Αποστόλης να σου δείξω αυτό.

- Αυτό;

Το πήρε στα χέρια του ο Νικηφόρος και είπε σαστισμένος:

- Αυτό το έδωσα εγώ του οδηγού μου του Αποστόλη!

- Ναι, είπε τρέμοντας από συγκίνηση ο Γιωβάν. Και ο Αποστόλης είπε: «Αν δεν πιστέψει ο καπετάν Νικηφόρος πως σ' έστειλα εγώ, δείξε του αυτό και θα πιστέψει». Μου το είπε ο Αποστόλης, κύριε Αρχηγέ, να σου το δείξω.

Ο Νικηφόρος γύρισε στη δασκάλισσα:

- Μ' έπεισε ο σταυρός, είπε αποφασιστικά. Θα φύγω αμέσως για τις Κάτω Καλύβες.

Και φώναξε στους έξω άντρες:

- Κανένας οδηγός αυτού για τις Κάτω Καλύβες; Ο Γιωβάν σήκωσε το χέρι.

- Ξέρω πού είναι, είπε δειλά. Εγώ πήγα τον Αποστόλη...

- Ξέρεις να βρεις τις μάνες; Και τα μονοπάτια;

- Ξέρω κι ένα καινούριο μονοπάτι, που κόβει δρόμο.

Ο καπετάν Νικηφόρος δεν αργούσε να εκτελέσει μια παρμένη απόφαση. Άψε σβήσε έδωσε τις διαταγές του, οι άντρες του ετοιμάστηκαν.

- Θα σας πάγει μια πλάβα στη σκάλα, στους Αγίους Αποστόλους, είπε της κυρίας Ηλέκτρας. Είναι πιο κοντά στο Ζορμπά.

Ο Γιωβάν κοίταζε και άκουε. Έδεσε η κυρία Ηλέκτρα το μαντίλι στο κεφάλι της, και φόρεσε το επανωφόρι της και τον αποχαιρέτησε.

- Αν ξανάρθεις από δω, έλα στο σχολειό μου, του είπε. Θα σου μάθω να διαβάζεις.

Από το πάτωμα, ανάμεσα στη φασαρία της ετοιμασίας, την είδε ο Γιωβάν που απομακρύνουνταν με την πλάβα. Κάτι μέσα του σχίζουνταν. Μαζί με την κυρία Ηλέκτρα, έσβηνε τ' όνειρο του της Παναγίας, που κατέβηκε από το εικόνισμα της να χαϊδέψει τα μαλλιά του με τα κονδυλωτά της δάχτυλα.