Προς την σελήνην (Πολέμης)

Πρὸς τὴν σελήνην
Συγγραφέας:
Δημοσιεύθηκε στο Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1889 του Κωνσταντίνου Σκόκου



Ἰωάννης Πολέμης
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΕΛΗΝΗΝ
ΥΠΟ
ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΟΛΕΜΗ

Χλωμὴ Σελήνη, δὲν νυστάζεις;
δὲν λησμονεῖς ταὶς τόσαις ἔννοιαις;
Γιατὶ, Σελήνη, μὲ κυττάζεις
μὲ τῂς ματιαὶς τῂς ἀσημένιαις;

Βλέπω τὴν ὄψι σου θλιμμένη
’σὰν κἄτι νᾆχες καὶ σοῦ λείπει,
βλέπω ’ςτὰ χείλη σου νὰ μένῃ
πικρὸ χαμόγελο ἀπὸ λύπη.


Βλέπω σημάδια ’ςτὴ μορφή σου
ποὺ σ’ ἀσχημίζει τὸ καθένα,
μὴν εἶνε δάκρυα, ἀποκρίσου,
ἀπὸ καιρὸ κρυσταλλωμένα;

Εἶσαι κοπέλα π’ ἀγαποῦσες
τὸ νειὸ τὸν Ἐνδυμίωνά σου
κ’ ἐζήλευες κ’ ἐσιωποῦσες
κ’ ἐσκέπαζες τὰ βάσανά σου;

Ἤ ’ς τὴ σπηλῃά του τὸν κοιμίζεις
κι’ ἄγρυπνη μένεις ’ς τὸ πλευρό του
καὶ τὸν χαϊδεύεις καὶ νομίζεις
πῶς θὰ σὲ βλέπῃ ’ς τὄνειρό του;

Ἂν εἶσαι ἡ δύστυχη ἐρωμένη.
ἂν ἀγαπᾷς αὐτὸν ἀκόμα,
ποὖν’ ἡ καρδιά σου; καὶ ποῦ μένει
τὸ βεργολύγιστό σου σῶμα;

Μόνον ἡ ὄψι σου προβάλλει
μεσ’ ’ς τὴν ἀτίμητη τιμή σου,
’σὰν νὰ σοῦ ’κόψαν τὸ κεφάλι
κ’ ἔχουν θαμμένο τὸ κορμί σου.

Ὅ,τι κι’ ἂν εἶσαι, ὠμορφονειά μου,
τοὺς λογισμούς μου συνεπαίρνεις
καὶ μέσ’ ’ς τὴ μαύρη ἀγρυπνιά μου
γλυκειαὶς ἐνθύμησες μοῦ φέρνεις.


Πόσαις φοραὶς ξεχνιέμαι μόνος
κ’ ἔχω τὰ μάτια βουρκωμένα…
Μὲ δέρνει ἀλύπητα ὁ πόνος
μὲ δέρνει ζήλεια ὅπως ἐσένα!

Καὶ τριγυρνῶ κι’ ἀναστενάζω,
γυρνῶ ’σὰν κἄτι νὰ προσμένω
καὶ σὲ κυττάζω, σὲ κυττάζω
καὶ σὲ κυττάζω καὶ σωπαίνω.

Κοιμᾶται ἡ φύσι ὁλόγυρά μου,
ὀλιγοστεύουν οἱ διαβᾶται,
μόνον ἡ μαύρη συμφορά μου
μόνον ἐκείνη δὲν κοιμᾶται.

Καὶ σὲ κυττάζω πάντα μόνος
κ’ ἔτσι θαρρῶ πῶς ἐλαφρόνω,
γιατί γιατρεύεται ὁ πόνος
’σὰν εὕρῃ σύντροφο τὸν πόνο.

Τί νᾆσαι τάχα ὠμορφονειά μου
ποὺ τὸ μυαλό μου συνεπαίρνεις
καὶ μέσ’ ’ς τὴ μαύρη ἀγρυπνιά μου
γλυκειαὶς ἐνθύμησες μοῦ φέρνεις;

Θυμοῦμαι, ἦταν τέτοιο βράδυ
—ἔχω τὴ μνήμη θυσαυρό μου—
ἦταν ὁλόγυρα σκοτάδι
κ’ ἦταν ἐκείνη ’ς τὸ πλευρό μου.


Ξάφνω ἐπρόβαλες, Σελήνη
καὶ ’σὰν νὰ ’πῆρες τὴ λαλιά της·
κ’ ἡ ὄψι σου ἀχτῖδες χύνει
’ς τὰ μεταξόπλεκτα ’μαλλιά της.

Καὶ ’σὰν τοῦ πόνου ὁ προστάτης
’σὰν ὁ Θεὸς νὰ σ’ εἶχε στείλει
τὴ χαϊδεμένη τὴ σκιά της
τὴν ἔρριξες ’ς τὰ δυό μου χείλη.

Κ’ ἐφίλησα σκιὰ μονάχα
παρηγοριὰ τοῦ ἔρωτός μου…
Σκιά, σκιὰ δὲν εἷνε τάχα
κάθε χαρὰ τοῦ ψεύτη κόσμου;

Καὶ σύ, Σελήνη, ’σὰν ἐμένα
σκιὰ ζητᾷς, σκιὰ γυρεύεις,
γιαὐτὸ γυρίζεις ’ς τὰ χαμένα
καὶ ξαγρυπνᾶς κι’ ὅλῳ ζηλεύεις…

Χλωμὴ Σελήνη, δὲν νυστάζεις;
δὲν λησμονεῖς ταὶς τόσαις ἔννοιαις;
γιατί, Σελήνη, μὲ κυττάζεις
μὲ τῂς ματιαὶς τῂς ἀσημένιαις;