Ο καλοκαιρινός χειμών

Ἡ Βάρβιτος
Συγγραφέας:
Ὁ καλοκαιρινὸς χειμών
Η Βάρβιτος, Αθήνα 1860


Ο ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΣ ΧΕΙΜΩΝ.


Ὅλοι θαυμάζουν,
Ὅλοι φωνάζουν
Ἆ! τί ὡραῖος, λαμπρὸς καιρός!
Τὰ φυτὰ θάλλουν,
Τὰ πτηνὰ ψάλλουν,
Κ’ εἶναι δεκέμβριος ὁ σκληρός.

Αἱ κομψαὶ νέαι
Καὶ αἱ ὡραῖαι
Ὑπάγουν ὅλαι νὰ τρελλαθοῦν.
Οἱ λευκοὶ ὦμοι
Γυμνοὶ ἀκόμη
Δύναντ’ ἐξαίρετα νὰ σταθοῦν.

Μία μ’ εὑρίσκει
Ποῦ ἀποθνήσκει
Δι’ ἐξοχὰς, καὶ μὲ θαυμασμὸν
Ὡς πρώτιστόν της
Χαιρετισμόν της
Δέτε, μὲ λέγει, δέτε χειμών!

—Ἐγὼ πιστεύω,
Κἂν ὑποπτεύω,
Τῆς κάμν’, ὁ φίλος σας ὅτι Ζεὺς

Κἀμμίαν ἄλλην
Στὸ μάτι πάλιν
Ἔχει τοῦ κόσμου ὁ βασιλεύς.

Γιὰ μιὰν ὡραίαν
Ποτὲ Θηβαίαν
Τί κάμνει ξεύρετε; ὤ! φρικτὸν!
—Τί; τί; —Εἰς μίαν
Νύκτα γλυκεῖαν
Δίδει τὸ μῆκος τριῶν νυκτῶν.

—Φρικτὸν τῳόντι!
—Λοιπὸν τὸ δόντι
Καὶ τώρα πάλιν ἂν τὸν πονᾷ
Δι’ ἄλλην νέαν
Ποῦ τὴν ὡραίαν
Φύσιν γυρεύει καὶ τὰ βουνὰ,

Ὤ φαντασθῆτε,
Φίλη, νὰ ζῆτε!
Ἂν τὤχῃ δύσκολον παντελῶς
Πίσω νὰ φέρῃ
Τὸ καλοκαῖρι
Γι’ αὐτὴν ποῦ χάσκει κ’ εἶναι τρελλός!