Μύθος 93: Λέων και αλώπηξ

Λέων και αλώπηξ
Συγγραφέας:
Απόδοση του αισώπειου μύθου Λέων γηράσας και αλώπηξ.


Λέων γηράσας καὶ ἀτονίσας
καὶ μὴ δυνάμενος νὰ τραφῇ,
θέλησε κἄτι ἐπινοήσας
ὑπὸ ἓν σπήλαιον νὰ ταφῇ.

Τοὺς δύω πόδας του ἐξαπλώσας
ἐπροσποιήθει τὸν ἀσθενῆ,
καὶ πῶς δὲν εἶχε δυνάμεις τόσας
ὥστε τὸ σῶμα του νὰ κινῇ.

Ἔμβαιναν τότε νὰ τὸν ἰδῶσι
τ' ἄλλα θηρία βράδυ πρωΐ,
κι' αὐτὸς ἐκεῖνα νὰ καταβρώσῃ
εἶχε τὸν λάρυγγα ὑγειῆ.
Τὴν πανουργίαν του ἐμυρίσθη
ἡ ἀλεποῦ μας ὑστερινὰ,
κ' ἔξω 'ς τὴν θύραν του ἐνθρονίσθη
καὶ τὸν ἐρώταε πῶς περνᾶ·
«πάσχω καϋμένη! φωνὴν ν' ἀφήσω
εἶπεν ὁ λέων, δὲν ἠμπορῶ·
ἔλα σιμά μου νὰ σὲ λαλήσω,
νὰ σ' ἀγκαλιάσω, νὰ σὲ χαρῶ».

«Ἀλλ' ἄρρωστέ μου! εἶπεν ἐκείνη
κόκκαλα βλέπω ζώων ἐδῶ·
καὶ τοῦτο μόνον δὲν μὲ ἀφένει
σιμά σου νἄλθω νὰ σὲ ἰδῶ».

Ἐπιμύθιον.
Εἶν' ἡ προφύλαξις ἀναγκαία
πρὸς φίλους ψεύστας καὶ πονηρούς·
πολλὰ συνέβησαν ἀπευκταῖα
εἰς τοὺς εὐπίστους κατὰ καιρούς.