Μήτηρ Θεού IV (Σικελιανός)

Μήτηρ Θεού IV
Συγγραφέας:


ΙV

Του Ψυχοσσάβατου φιλί – στον ύπνο μου, ως να φύγει
τ’ όνειρο – αργά, τα μάτια μου στη νέαν αυγή, π’ ανοίγει!

Απ’ το βαθύν ευτυχισμό το πνέμα μου ως ξυπνάει
μες στην εγκόσμια χλαλοήν οπού το τυραννάει,

δε λέω η άχραντη χαρά για μένα αν αναβρύζει
κι ο γλυκασμός που ασίγητο τραγούδι μουρμουρίζει·

σιμά ’ναι ο ίσκιος, άξαφνα, που απάνω μου διαβαίνει
και την ουρανομίλητη γλυκιάν αχώ βουβαίνει!

Ω, ν’ αναπάψει την ψυχήν, αν δεν είν’ άλλος τόπος
πάρεξ εκείνος πόδωκε, του έρωτα, θείος ο κόπος·

απ’ το μεγάλο πόρχομαι της πιθυμιάς λιοπύρι,
κρυφές βαθιά μου που σκορπάει δροσιές το κοιμητήρι!

Η πέτρα αυτή που μόλαχε για να σταθώ, και φτάνει
του νεκρολίβανου η πνοή την πλάση να ζεστάνει …

Τα μάτια ασάλευτα θαρρώ κρατώ, κι αναγαλλιάζω
στο χλωμό φως ως λούζομαι, σιωπώντας, το γαλάζο.

Ποτίζει με ως στ’ ακρόνυχα η ουρανική γαλήνη,
σάρκα νηπίου τον πόθο μου σα να ’θελε απαλύνει.

Και κάποιο φύσημα λεπτό κι ανάριο στο κορμί μου,
σαν του δαφνόλαδου η πνοή, ξυπνάει τη δύναμή μου!

Την ώρ’ αυτή, που τη σιγή τη μυρισμένη εχάρη,
πώς αλαφρώνει αθάνατος αγέρας το κουφάρι!

Στην ερημιά, το πόδι μου ν’ αναπαυτώ που εστάθη,
ο κάμπος είναι μοναχά και το γαλάζιο αγκάθι.

Κι ολόγυρά μου η συννεφιά γλυκιάν ανάπνοια βάνει,
στον ίσκιο μέσα των βουνών ένα αλαφρό λιβάνι.

Σκόρπια τα φύλλα, απ’ το κλαδί γλιστράνε στη μαγεία
αργά τ’ αέρα, όπως της γης τα σπρώχνει η νοσταλγία,

κι αν λίγο η χλοερή πνοή στα μνήματα φυσήσει,
στη βεργολύγιστη κορφή, που σει το κυπαρίσσι,

απ’ το πουλάκι το μικρό, πόχει αλαφρό το στήθος,
σταλάζει η στάλα τ’ ουρανού, κυλάει ο τίμιος λίθος!

Στοχαστικά φροντίζοντας την ανθοφόρα κλίνη
σκυφτή η στολίστρα, του νεκρού τα βλέφαρα δεν κλείνει,

καθώς η τάξη, ατάραχη, που νιώθω ολόγυρά μου,
θωπεία φωτός κατάχλωμου, φιλί στα βλέφαρά μου!

Γλυκός, βαθύς και μυστικός τ’ αναπαμού μου ο χώρος,
κι ο νους, γυμνός, ακοίμητος φαντάζει ουρανοφόρος.

Στο φως, που την ασκόνταφτη με πλημμυράει θωπεία,
των θεών χωρίζω μέσα μου χλωμά τα προσωπεία.

Κι αν στης καρδιάς το μυστικό π’ αχνοφωτάει αγκώνα
παρόμοιασ’ η ψυχή, θαμπή, παιδιάτικη πλαγγόνα,

σ’ αυτόν, οπού θεοφόρητος μ’ ένα καημό αρμενίζει,
άγια αγκαλιά τα χέρια της από μακρά τανύζει!

Ώρα βαθιά κι αμίλητη που ξάφνου, με το νέφι
του λιβανιού, παράξενα το λογισμό μού θρέφει·

ώρα κρυφή κι οπού ποτέ δε γνώρισε ιστορία·
ψυχώνε σύναξη άφωνη, ανείπωτη θεωρία!

Καθώς θαμπό στο διάστημα το πρωτοβρόχι ως πέφτει,
απλώνοντάς μας την ψυχήν αθόλωτο καθρέφτη,

κι ως νέφη σ’ ανεκύμαντο πλατιού πελάου κρουστάλλι,
λιτανευτά η μια θύμηση ακολουθάει την άλλη,

με ζώνει τώρα ολούθενε, στην πλάση, παρουσία,
κρυφή δροσιά, γλυκιά ευωδιά, βαθιά σιγή αμβροσία!

Βουβή η ψυχή μου και σκορπά, σαν το χυμένο μύρο,
στα σιωπηλά, στα μυστικά διαστήματα τριγύρω …

Α! σε ποιο χώμα, γνώριμον από παιδί, γυρίζω,
που δίχως χνάρι χαίρομαι, δίχως αφή γνωρίζω;

Της γης ανάστημα φτωχό, τάχα κοιτάν εμένα
τα μύρια μάτια της νυχτός, απάνω μου στημένα,

κι ως πέτεται στο σύντροφο γοργό το περιστέρι,
φτερώνει ο νους, ακοίμητος, από ’να σ’ άλλο αστέρι;

Ποιος είμαι; πούθε αγάλλομαι τ’ ανείδεο φως στα σκότη,
κ’ έχει η καρδιά μου μέσα της του κεραυνού τη νιότη;

Μεσονυχτίς τα σήμαντρα να χτύπααν, σαν ακόμα
κλώθει η ψυχή – σαν το πουλί μες στη φωλιά – στο στρώμα,

και στων αχών τα κύματα για λίγο βυθισμένη
αγγελικά στο διάστημα φτερώνει αλαφιασμένη,

την ώρα τούτη δε θα πω πώς μοιάζει, που ως τα βύθη
απ’ τον αλάλητο παλμό το σπλάχνο μου εθροήθη!

Σαν το κλειδί, που τη σκουριά τού καταλεί το λάδι,
μου περιχύνει την καρδιά, βαθιά, το πλούσιο χάδι,

κι όλο ένας σάλος μέσα της και μιαν ανατριχίλα,
σάμπως του ρόδου, η μέλισσα, ψάχνει με βια τα φύλλα!

Τι κι αν η νύχτα πύργωσε τη φοβερή θυμέλη
που στάζει το αίμα το ζεστό μαζί με τ' άγριο μέλι;

Τι κι αν χαμός βιγλάτορας, ακοίμητος στους τάφους,
με κυπαρίσσι τους θερμούς στεφανωτούς κροτάφους,

μεγάλο σφάγιο θέλοντας, στη ζωντανή ησυχία,
των θεών δολώνει μέσα μου τη σπάταλη ευωχία;

Τι κι αν, ως μέσα από πηγή, στο δυνατό μου γόνα
πίνει τη χάρη πόθρεψα με τον καθάριο αγώνα;

Τ’ άσειστα χέρια, ωσάν τυφλού που μ’ έχουν ψηλαφίσει,
τώρα ’ναι αγκάλη αδερφική που τρέμει μη μ’ αφήσει!

Στα αιφνίδια του χτυπήματα, που νιώθω, τα μεγάλα,
το στόμα του, ω παράδεισο, μυρίζει το ίδιο γάλα!

Α, τούτ’ η πέτρα πόλαχε για να σταθώ, και φτάνει
βαθιά η πνοή του μέσα μου την πλάση να ζεστάνει!

«Στις δεκαπέντε τ’ Απριλιού», απάνω σ’ ένα τάφο,
αρχίζ’ η πλάκα γράφοντας καθώς εδώ το γράφω …

Κ’ ήρτε το στόμα κ’ έτρεμε, τα μάτια ανατρανίσα’,
τριπλές του κάμπου οι ευωδιές στα σπλάχνα μου εχιμήσα’,

γοργά στα χείλη μου έσταξε του πέλαγου η αρμύρα,
βαριό το δάκρυ κ’ έτρεχε στην όψη κ’ επλημμύρα!

«Η κόρη απ’ το προσκέφαλο στυλά που με κοιτάζει
τόσο είν’ ωραία, πατέρα μου, για ιδές, που με ντροπιάζει …

»Αχ, λίγο να ’θελε από μέ τα μάτια της να πάρει,
να ’λεγα τώρα το γλυκό χερουβικό τροπάρι!»

Μικρή ψυχούλα μίλησε στον αγγελοκρουμό της
και με το λόγο φτέρωσε, σα χνούδι, τον καημό της!

Μ’ αυτή που φτάνει αγνάντια μου, δάφνη κρατεί ή φοινίκι;
«Δε σ’ έφτειραν τα χώματα; δε σ’ έφαε το σκουλήκι;»

Είπα: «Αδερφή!» και κατ’ αυτή να τηνε σφίξω ορμούσα·
μα κείνη ήταν ανέγγιχτη κι αζύγωτη ως η Μούσα!

Ωσάν αυτός, το δειλινό, που ενώ σκυφτός διαβάζει,
νιώθει η βραδιά που πέφτοντας τα γράμματα του ισκιάζει,

κλει το βιβλίο και, σκώνοντας τα μάτια, βλέπει πέρα
τ’ άστρα που πάσκουνε να βγουν στον βραδινόν αγέρα,

από τη γη σηκώνοντας ογρά τα βλέφαρά μου,
κοιτώ αναβρύζουν οι λαμπρές ψυχές ολόγυρά μου!

Μα ως η φωτιά μες στη φωτιά, το κύμα μες στο κύμα,
σε μιαν αντίκρισε ψυχήν ό,τι η ψυχή αποθύμα!

Μακρά απ’ του γέλιου το βρασμό κι απ’ τον αχό των θρήνων,
νάτη, δακρόχαρη περνά το πέλαο των Σειρήνων!

Πίσω της πλέον ο λογισμός σαν κύμα δε γυρίζει,
τι φτέρωσε λαμπρή η αλκή του νου κι ανηφορίζει…

Αγνάντια οι ώρες οι φθαρτές φλογίζονται, σαν όντας
απ’ την πανσέληνο μπροστά τα νέφη, αχνά κινώντας,

ξέχειλη δόξα παίρνουνε, σα θρόνοι φεγγοβόλα,
κι ανάμεσό τους βιαστικά τ’ αστέρια λάμνουνε όλα!

Σάλεμα, νόημα, κοίταμα, τριγύρω της πληθαίνει,
κι όσο το σμάρι πιο πυκνό τόσο η χαρά βαθαίνει!

Σπειρί σα να ’καιε λιβανιού μικρό, που δε στερεύει,
βλέπει, σκιρτάει, αγάλλεται κρυφά κι αντιχορεύει!

Θαρρώ τη δέχεται ξανά μιαν ακατάφλογη ώρα,
να ’μπει μεμιάς πασίχαρη στα στίφη τ’ αθλοφόρα!

Μες σε στασίδι τη θωρώ χιλιόδοξη, αναμμένη,
τη δάφνη ομπρός της να κλωτσά, στα πόδια της χυμένη!

Θωρώ το στήθος της γυμνό, το βλέμμα δε λοξεύει,
τι ομπρός της στέκει ο Έρωτας κι ολόισα την τοξεύει!

Πορφυρογέννητη ψυχή, πολύ λησμονημένη,
αν σαν την κάμπια, στο ίδιο της υφάδι τυλιμένη,

σ’ έδραμεν όλη τ’ αψηλό της άνοιξης μεθύσι
κι απ’ τον αγώνα το φτερό σόχει λαμπρόν ανθίσει,

πορφυρογέννητη ψυχή, πολύ λησμονημένη,
τον έρωτά σου ο Έρωτας ακέριος τον προσμένει!

Κρίνος περίψηλος κ’ εγώ, μέσ’ από τ’ άγιο χώμα
στυλώνομαι στης άνοιξης το νικητήριο σώμα.

Κι όπως, παιδί, π’ ο ύπνος μου τ’ άχραντα μύρα ευώδα
κ’ ήταν στα χιόνια η κλίνη μου και ξύπναα μες στα ρόδα,

κι ως ώρες του μεσονυχτιού, σα χτυποκάρδια αιώνια,
στους ουρανούς σημαίνανε στα δώδεκά μου χρόνια,

το στήθος μου πιθώνεται κει που φυσάνε οι νέοι
ανέμοι, και το μύρο τους κατάβαθα αναπνέει…

Θωρώ και της ανάστασης η σάλπιγγα μου στρώνει
το δρόμο οπού τη σάρκα μου στον πόθο της λυτρώνει!