Μάγκας
Συγγραφέας:
ΙΒ'. Οι κουρμάδες


Πλάγι στην πόρτα, σ' έναν μπάγκο, είδα έξαφνα τον Βρασίδα. Κάθουνταν σωριασμένος, με το κεφάλι ακουμπισμένο στα χέρια του.

Νόμισα πως έκλαιγε και πλησίασα να δω. Είχε κλειστά τα μάτια του και ήταν φοβερά χλωμός. Τα χέρια του, τα ρούχα του έβγαζαν μια σαχλόγλυκη άνοστη μυρωδιά. Γύρισα να φύγω χωρίς να με δει. Δε μ' ενδιέφερε καθόλου η κακή του όψη.

Μα εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα του σπιτιού, και βγήκε ο Σωτήρης με τον Άχμετ, το βοηθό τού Βασίλη, που βαστούσε ένα ζεμπίλι με λίγες κουρμάδες μέσα.

- Αδύνατο! έλεγε στενοχωρημένος ο Σωτήρης. Ούτε μισή φρουτιέρα δεν μπορώ να διορθώσω με αυτές τις κουρμάδες! Να πας πάλι εσύ, ν' ανέβεις στην κουρμαδιά, να κόψεις και άλλες. Δεν μπορώ να έχω λόγια από την κυρία. Άιντε, τρέξε! Είναι νωρίς, προφθαίνεις ν' ανέβεις, αν βιαστείς.

- Μα ντεν έκει άλλο κουρμά! διαμαρτυρήθηκε ο Άχμετ. Εγκώ το πήρα όλο το κουρμά. Και ήταν γκεμάτο το ζεμπίλι. Ποιος το έφαγκε το κουρμά;

Ο Βρασίδας πετάχτηκε πάνω μονομιάς, σα να τον χτύπησαν.

- Τι λες; φώναξε ζαλισμένος.

Γύρισαν οι δυο υπηρέτες και τον κοίταξαν.

- Τι έχετε, κύριε Βρασίδα; ρώτησε ανήσυχα ο Σωτήρης. Τι πάθατε; Δεν μπορείτε;

- Όχι... Ναι... καλά είμαι... είπε με κόπο ο Βρασίδας.

Μα με τρόμαξε αυτός ο παλιο-Άχμετ... με τις κουρμάδες του...

- Μήπως ξέρετε ποιος τις έφαγε; ρώτησε ο Σωτήρης. Ο Βρασίδας φαίνουνταν τόσο άρρωστος, που τον σίμωσε ο Σωτήρης και τον βοήθησε να ξανακαθήσει.

- Να φωνάξω τη μαμά σας; ρώτησε.

Ο Βρασίδας έγνεψε όχι, κι έκλεισε πάλι τα μάτια του.

- Πε, Σωτήρη, πάλι, ποιο το έφαγκε το κουρμάντες; είπε χαμηλόφωνα ο Άχμετ... Ρώτα ποιο το έφαγκε;

Ο Βρασίδας τον άκουσε. Έκανε ν' ανασηκωθεί, μα δεν μπορούσε. Με κομμένη φωνή είπε:

- Τις έφαγε ο Λουκάς.

- Ο Λουκάς; Αδύνατο! αναφώνησε ο Σωτήρης.

- Ναι, τις έφαγε ο Λουκάς.

- Τον είδατε σεις;

- Ναι, τον είδα που ήταν... μέσα στο σπίτι τού Βασίλη... και οι κουρμάδες ήταν εκεί...

Δεν τον άφησα να τελειώσει. Έξω φρενών ρίχθηκα πάνω του να τον δαγκάσω.

Θα τον κομμάτιαζα. Μα δε μ' άφησε ο Σωτήρης. Μ' έπιασε από τον κολάρο μου την ώρα που ορμούσα στο πρόσωπο του.

Ο Βρασίδας είχε βγάλει μια στριγλιά, και, ξαναβρίσκοντας τα πόδια του, έτρεξε προς τη μεγάλη πόρτα του σπιτιού φωνάζοντας:

- Μαμά! Μαμά! Βοήθεια!

Οι φωνές του ακούστηκαν στο σαλόνι, και τρομαγμένες βγήκαν όλες οι κυρίες στο πλατύσκαλο. Την ίδια ώρα κατάφθανε και ο Σωτήρης, που με κρατούσε, και ο Άχμετ με το μισοάδειο ζεμπίλι.

- Πάμε να φύγομε! Πάμε, Μαμά, να φύγομε! φώναξε ο Βρασίδας μόλις είδε τη μητέρα του.

Ανήσυχη κατέβηκε κείνη κι έπιασε βιαστικά το μέτωπο του.

- Είσαι καταϊδρωμένος, Βρασίδα μου. Τι έπαθες;

Ο Βρασίδας θέλησε ν' απαντήσει, μα του ήλθε σα ζάλη, και αν δεν τον είχε πιάσει η μητέρα του, θα έπεφτε στις σκάλες.

- Φέρε τον απάνω, Μαριγή, γρήγορα! είπε η κυρία Βασιωτάκη. Το παιδί είναι άρρωστο...

Το άκουσε ο Βρασίδας και μεμιάς σηκώθηκε στα πόδια του.

- Όχι, όχι, να φύγομε! φώναξε. Πάμε στο σπίτι... γρήγορα πάμε στο σπίτι...

Η μητέρα του, που έκαμνε πάντα όλα του τα καπρίτσια, γύρισε στον Σωτήρη.

- Ένα αμάξι αμέσως! παρακάλεσε. Αχ, γρήγορα, γρήγορα! Αχ, τελειώνει το παιδί μου!

- Δεν τελειώνει, έννοια σου, είπε με καλοσύνη η Γιαγιά. Αλλά πιο φρόνιμο θα ήταν να τον πλαγιάσεις εδώ ώσπου να του περάσει η ζάλη.

Τα λόγια της Γιαγιάς ξαναζωντάνεψαν τον Βρασίδα.

- Όχι, όχι, να φύγομε, επανέλαβε.

Ο Άχμετ είχε τρέξει κι έφερε ένα αμάξι. Τρικλίζοντας κατέβηκε ο Βρασίδας δυο - τρία σκαλοπάτια, και, με τη βοήθεια της κυρίας Βασιωτάκη, μπήκε στο αμάξι με τη μητέρα του κι έφυγε.

- Μα τι συνέβηκε; ρώτησε ανήσυχα η κυρία Βασιωτάκη τον Σωτήρη.

- Τίποτα, Κυρία, μην τρομάζετε, είπε ο Σωτήρης κλείοντας την καγκελόπορτα του κήπου. Ο σκύλος τον τρόμαξε και του ήλθε στενοχώρια.

- Αδύνατο! Κάτι άλλο έχει το παιδί.

- Αλήθεια σας λέγω, Κυρία. Να, ρωτήστε και τον Άχμετ, που ήταν μαζί μου. Ήταν λίγο ζαλισμένος ο κύριος Βρασίδας, και ο σκύλος πήδηξε πάνω του κι εκείνος τρόμαξε. - Παράξενο! είπε η κυρία Βασιωτάκη στρέφοντας κατά το σπίτι, τέτοιος φόβος...

Ο Άχμετ που έστεκε παράμερα, έδειξε του Σωτήρη το ζεμπίλι του.

- Πες το Κυρία, ντεν έκει κουρμάντες, είπε χαμηλόφωνα.

Ο Σωτήρης πρόφθασε την κυρία Βασιωτάκη στο πλατύσκαλο, όπου στέκουνταν και η Γιαγιά.

- Κυρία! Μια στιγμή! Δεν έχομε κουρμάδες για το βράδυ.

- Μα είπα του Βασίλη να βάλει τον Άχμετ ν' ανέβει στη δική μας κουρμαδιά και να κόψει τις τελευταίες, αποκρίθηκε η κυρία Βασιωτάκη.

- Τις έκοψε, μα είναι λίγες. Φέρε το ζεμπίλι, Άχμετ.

- Μα πώς έκοψες τόσο λίγες; ρώτησε στενοχωρημένη η κυρά, καθώς τις είδε στο βάθος του ζεμπιλιού. Δεν άξιζε ο κόπος ν' ανέβεις για τόσες δα! Πήγαινε πάλι και κόψε τις όλες.

- Δεν έχει άλλες, Κυρία, είπε ο Σωτήρης.

- Μα τι λες, Σωτήρη; Ολόκληρο τσαμπί ήταν σήμερα το πρωί! Το είδα η ίδια.

- Ναι, έκει πολλά το πρωί, Κυρία, είπε ο Άχμετ. Εγκώ έκοψες πολλά. Μα το φάγκει άλλος.

- Ποιος τις έφαγε;

- Το χαουάγκα Ρασίτα το λέγκει φάγκει κύριος Λουκά. Το βλέπει, λέγκει, πάει κάμαρα Βασίλη. Ζεμπίλι ήταν κάμαρα Βασίλη.

- Μπα, ψέματα θάναι, είπε ο Σωτήρης, κάνοντας του απελπισμένα νοήματα να σωπάσει.

- Όκι ψέματα, αποκρίθηκε ο Άχμετ. Το βλέπω κι εγκώ, κύριο Λουκά πάει κάμαρα Βασίλη...

Έξαφνα αντελήφθηκε ο Άχμετ τα νοήματα του Σωτήρη. Τα έχασε. Τότε έκανε να διαψεύσει τον εαυτό του, μπλέχθηκε στα λόγια του και σταμάτησε ντροπιασμένος. Ήταν πια αργά.

- Ο Λουκάς; έκανε σαστισμένη η κυρά μου.

- Τι έκανε, λέγει, ο Λουκάς; ρώτησε η Εύα βγαίνοντας στο πλατύσκαλο με τον Χρήστο, και σκύβοντας πάνω από τη μαρμαρένια καγκελαρία.

- Ο Άχμετ λέγει πως ο Λουκάς έφαγε τις κουρμάδες, είπε η μητέρα της.

- Όκι εγκώ! Το λέει χαουάγκα Ρασίτα, διαμαρτυρήθηκε ο Άχμετ. Εγκώ το βλέπω το χαουάγκα Λουκά στο κάμαρα Βασίλη και το σκουπίσει το στόμα με τη μαντίλι. Όκι εγκώ το βλέπω να φάει!

- Ο Λουκάς; Ποτέ! Δεν είναι δυνατό, Μητέρα. Πώς μπορείς να φαντασθείς πως θα φάγει τίποτα κρυφά ο Λουκάς;

Εκείνη την ώρα έβγαινε και ο αφέντης με τον Μήτσο να παν στο γραφείο. Στέκουμουν εκεί και άκουα τον Σωτήρη, που χαμηλόφωνα μάλωνε τον Άχμετ.

- Κουτέ! Σε ωραία δουλειά έμπλεξες το παιδί μας... Και με τις σπρωξιές τον πήρε κατά την πίσω πόρτα του σπιτιού.

Εγώ δεν έφυγα. Με είδε ο αφέντης και τον πήραν τα γέλια.

- Τι χάλια είναι αυτά, μπρε Μάγκα; Από πού έρχεσαι και είσαι έτσι λασπωμένος;

Ο Λουκάς και οι δίδυμες τρεχάτοι κατάφθαναν εκείνη την ώρα ν' αποχαιρετήσουν τους γονείς τους, πριν πάνε περίπατο με τη Ματμαζέλ. Γέλασαν βλέποντας το μουντζουρωμένο μου μούτσουνο.

- Οι λάσπες αυτές είναι από την ποντικοφωλιά... φώναξε η Άννα.

- Σκότωσε ποντίκια, πολλά ποντίκια, Πατέρα. Μην τον μαλώνεις, πρόσθεσε ο Λουκάς.

Μα η μητέρα του τον αποπήρε.

- Λουκά, εσύ έφαγες τις κουρμάδες; ρώτησε αυστηρά.

- Τις κουρμάδες; Ποιες κουρμάδες; έκανε ο Λουκάς.

- Εκείνες που ήταν στην κάμαρα του Βασίλη.

- Δεν είδα κουρμάδες στην κάμαρα του Βασίλη. Εμείς ήμασταν στο στάβλο με τον Χάρη... Α! Ναι! Είχε κουρμάδες, θυμήθηκε έξαφνα κοκκινίζοντας. Ναι, τις είδα... Ήταν σ' ένα ζεμπίλι. Και ήταν στο παράθυρο. Μα... μα δεν τις έφαγα.

- Λουκά! διέκοψε με αγανάκτηση η μητέρα του. Δε συγχωρώ ποτέ το ψέμα, το ξέρεις.

- Ψέμα; έκανε ο Λουκάς και κοκκίνισε ακόμα περισσότερο. Δε λέγω ψέμα! Δεν έφαγα τις κουρμάδες!

Ο Χρήστος είχε πλησιάσει, και χαμηλόφωνα του είπε:

- Πες καλύτερα την αλήθεια, κουράγιο... σαν Άγγλος! Η Εύα θύμωσε.

- Τι θα πει σαν Άγγλος! Είναι Έλληνας! Και αν λέγει πως δεν έφαγε κουρμάδες, δεν τις έφαγε! είπε θυμωμένη.

Το ήσυχο ψυχρό βλέμμα του Χρήστου δεν έφευγε από πάνω από τον Λουκά.

- Καλύτερα να πεις την αλήθεια, είπε τονίζοντας τις λέξεις του. Σε είδε ο Άχμετ στο σπίτι του Βασίλη και σκούπιζες το στόμα σου.

Ο Λουκάς άνοιξε τα μάτια του πλατιά - πλατιά από την έκπληξη του.

- Εμένα με είδε; Και σκούπιζα το στόμα μου; Έξαφνα θυμήθηκε:

- Α, ξέρω! είπε. Θυμούμαι τώρα. Σκουπίστηκα με το μαντίλι, γιατί ζεστάθηκα που γύρευα να ξεκρεμάσω τον καταβρεχτήρα από τον τοίχο...

- Είπες πως ήσουν με τον Χάρη, στο στάβλο, είπε η μητέρα του.

Η ανάκριση αυτή είχε εκνευρίσει τον Λουκά. Μια στιγμή κοντοστάθηκε.

- Ναι, ήμουν με τον Χάρη... Μα πήγα και στο σπίτι του Βασίλη... έκανε.

- Λουκά, διέκοψε με θυμό ο πατέρας του, που ως εκείνη την ώρα δεν είχε ανακατωθεί στη συζήτηση, να πεις την αλήθεια αμέσως, μην το μετανιώσεις.

Τα χείλη του Λουκά έτρεμαν. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.

- Λέγω την αλήθεια, Πατέρα. Δεν έφαγα κουρμάδες.

- Να πας απάνω αμέσως, είπε οργισμένος ο κύριος Βασιωτάκης, που όταν θύμωνε δεν άκουε κανένα, καμιάν εξήγηση. Να πας στο σπουδαστήριο, και δεν έχει να ξανακατέβεις πια σήμερα, ώσπου να ομολογήσεις...

Τα παιδιά φοβούνταν πολύ το θυμό του πατέρα τους. Χωρίς άλλη λέξη, γύρισε ο Λουκάς να φύγει. Περνώντας εμπρός στη Γιαγιά σήκωσε τα μάτια του και την είδε που τον κοίταζε λυπημένη.

- Όχι, Γιαγιά, είπε και η φωνή του έτρεμε. Δεν έφαγα κουρμάδες.

Και ανέβηκε τρεχάτος για να μην τον δουν πως έκλαιγε. Όλοι έμειναν σιωπηλοί σα μουδιασμένοι.

- Βάζω στοίχημα πως δεν τις έφαγε! ξέσπασε ο Μήτσος.

- Κι εγώ! φώναξε η Εύα.

- Μα αφού τον είδε ο Άχμετ που έβγαινε από το σπιτάκι του Βασίλη, και σκούπιζε το στόμα του; είπε πολύ συγχισμένη η κυρία Βασιωτάκη.

- Τι σημαίνει αυτό; είπε ο Μήτσος. Και γυρνώντας στις δίδυμες:

- Κορίτσια, τι κάνατε το απομεσήμερο; ρώτησε.

- Ήμαστε με τον Χάρη πίσω από το στάβλο. Και ο Μάγκας σκότωσε τα ποντίκια, αποκρίθηκε η Άννα κατσουφιασμένη.

- Πάγω να εξετάσω τον Χάρη.

- Έρχομαι κι εγώ, είπε η Εύα.

Και κατέβηκε τρεχάτη με τον αδελφό της. Τους ακολούθησε ο Χρήστος, και μαζί τους πήγα κι εγώ στο στάβλο, όπου βρήκαμε τον αμαξά.

- Τα παιδιά ήταν μαζί σου, Χάρη; ρώτησε ο Μήτσος.

- Ναι. Είναι λίγη ώρα που ανέβηκαν, αποκρίθηκε κείνος. Βρήκαμε επιτέλους πού φώλιαζαν τα ποντίκια, κύριε Μήτσο, και μπήκε ο Μάγκας στη φωλιά και τα έπνιξε ως το τελευταίο...

- Και ήταν μαζί σου τα παιδιά;

- Ναι. Γιατί ρωτάτε, κύριε Μήτσο;

- Δεν έφυγαν καθόλου από κοντά σου; ρώτησε ο Χρήστος.

- Όχι... δηλαδή ναι, ο κύριος Λουκάς πήγε να φέρει από την κάμαρα του Βασίλη το λάστιχο που ποτίζει τον κήπο. Μα αργούσε πολύ να έλθει, δεν μπόρεσε να το ξεκρεμάσει. Άλλωστε δε μας χρειάστηκε, γιατί...

- Πόση ώρα έλειψε; διέκοψε ο Χρήστος.

- Μα πού να ξέρω; είπε ο Χάρης. Δεν κοίταξα την ώρα. Στο μεταξύ είχα σκάψει την ποντικότρυπα, και σαν ήλθε να με φωνάξει για να ξεκρεμάσω το λάστιχο, ήταν πια περιττό.

- Και όλον αυτό τον καιρό που έσκαβες την τρύπα, ήταν ο Λουκάς στην κάμαρα του Βασίλη; επέμεινε ο Χρήστος.

- Υποθέτω, αποκρίθηκε ο Χάρης με κάποια απορία.

- Πάμε στην κάμαρα του Βασίλη, είπε η Εύα.

Η κάμαρα του Βασίλη ήταν συγυρισμένη. Μόνος ο λαστιχένιος σωλήνας μισοσέρνουνταν χάμω. Στο πάτωμα ήταν σκορπισμένα μερικά στρογγυλά ξυλαράκια. Έπιασα ένα στα δόντια μου. Ήταν πολύ σκληρό και είχε γεύση γλυκούτσικη.

- Να τα κουκούτσια των κουρμάδων, είπε ο Χρήστος. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως κάποιος τις έφαγε.

- Πέντε, έξι, επτά, οκτώ... μέτρησε η Εύα. Πού πήγαν οι υπόλοιπες του ζεμπιλιού;

Εκείνη την ώρα έφθανε και ο Βασίλης. Με απορία είδε τ' αφεντικό στο δωμάτιο του.

- Κάτι, κύριε Μήτσο; ρώτησε.

Ο Μήτσος τού έδειξε τα σπαρμένα κουκούτσια.

- Κάποιος έφαγε κουρμάδες, είπε. Ποιος τις έφαγε; Ξέρεις;

- Ήταν πολλή ώρα ο Λουκάς εδώ μέσα, πρόσθεσε ο Χρήστος. Μήπως τον είδες εσύ τι έκανε;

Ο Βασίλης τον κοίταξε συλλογισμένος και αποκρίθηκε:

- Όχι, δεν τον είδα. Μα δεν τον ξέρεις, τον Λουκά μας, κύριε Χρήστο, για να βάζεις τέτοια υποψία. Μην το πιστέψεις, κύριε Μήτσο.

- Και δεν το πιστεύει κανένας μας, είπε ο Μήτσος με μια δυσαρεστημένη ματιά κατά τον Χρήστο. Μα πρέπει να το αποδείξομε.

- Και όμως τα κουκούτσια είναι δω μάρτυρες, είπε ο Χρήστος.

- Οκτώ όλα - όλα, είπε φουρκισμένα η Εύα. Τι γίνηκε το μισό ζεμπίλι που λείπει;

- Μα πώς είναι δυνατόν να φάγει ένα παιδί τόσες κουρμάδες; είπε ο Βασίλης. Ο Αχμέτ είχε μαζέψει ολόκληρο το τσαμπί γεμάτο κουρμάδες. Αν τις έτρωγε ο Λουκάς, θα του κάθιζαν στο στομάχι! Εγώ, να φάω τις μισές, θ' αρρωστήσω.

- Πάντως δεν τις έφαγε ο Λουκάς! είπε η Εύα με φωτιά.

- Είσαι τόσο βεβαία; ρώτησε χαμηλόφωνα ο Χρήστος, ακολουθώντας την στην πόρτα.

- Μήπως εσύ δεν είσαι; έκανε κείνη απότομα. Ο Χρήστος δεν αποκρίθηκε.

Η Εύα κοκκίνισε.

- Πώς θα σου φαίνουνταν, αν μου έλεγες πως δεν έκανες ένα πράμα, κι εγώ δε σε πίστευα; ρώτησε και η φωνή της έτρεμε.

Ο Χρήστος έριξε μια ματιά προς τον Μήτσο, που μιλούσε με τον Βασίλη.

- Εγώ είμαι άλλο, αποκρίθηκε. Ανατράφηκα στην Αγγλία.

- Κι εγώ που δεν ανατράφηκα στην Αγγλία λοιπόν, πρέπει, κατά τη λογική σου, να λέγω ψέματα; είπε με αγανάκτηση η Εύα. Δεν ντρέπεσαι Χρήστο!

- Δεν είπα αυτό, διαμαρτυρήθηκε ο Χρήστος.

- Το υποψιάζεσαι όμως για τον αδελφό μου. Είσαι μικρόψυχος και φανταγμένος, και ξενολάτρης και γελοίος... ναι, γελοίος! επανέλαβε με φούρκα η Εύα.

Δάκρυα θυμού είχαν πηδήξει στα μάτια της. Ξαφνικά του γύρισε τη ράχη κι έφυγε. Είχα κι εγώ φούρκα τον Χρήστο, και δεν ήθελα να μείνω κοντά του. Έφυγα και πήγα και χώθηκα στο σπιτάκι μου. Είχαν χαλάσει τα κέφια μου, δεν ήθελα να δω κανένα. Αρχισα να φοβούμαι πως δε θα φανεί ποτέ η αλήθεια, αφού κανένας δεν ήταν στο σπίτι του Βασίλη την ώρα που μοχθούσε ο Λουκάς να ξεκρεμάσει τον καταβρεχτήρα. Και αυτά τα οκτώ κουκούτσια... Πώς διάβολο βρέθηκαν εκεί; Όταν πέρασαν οι δίδυμες, λυπημένες και σιωπηλές, πλάγι στην Ματμαζέλ που τις πήγαινε περίπατο, δε βγήκα να τις προαπαντήσω. Και θύμωσα ακόμα περισσότερο σαν άκουσα τη Ματμαζέλ να τους λέγει γαλλικά:

- Πολύ κακοσυστήνεται ένα αγόρι που λέγει ψέματα. Και πρέπει να το μάθει ο κυρ-Λουκάς.

Θύμωσε όμως η Άννα, και χτύπησε το πόδι και είπε:

- Ποτέ δε λέγει ψέματα ο Λουκάς!

Και θύμωσε και η ήσυχη Λίζα και χτύπησε κι εκείνη το πόδι και είπε μισοκλαίγοντας:

- Όχι, ποτέ δε λέγει ψέματα ο Λουκάς.

- Και πώς το ξέρετε σεις; ρώτησε η Ματμαζέλ. Και σας παρακαλώ να μη χτυπάτε το πόδι, σα μου μιλάτε και οι δυο.

- Το ξέρομε γιατί το λέγει. Και ξέρομε πως δεν τις έφαγε τις παλιοκουρμάδες, είπε με πείσμα η Άννα.

- Και ο Βρασίδας συχνά βεβαιώνει πράματα, και όμως είναι πρωτοψεύτης, είπε κοροϊδευτικά η Ματμαζέλ.

- Εγώ δε μιλώ για τον Βρασίδα, είπε αναμμένη η Άννα. Η Ματμαζέλ γέλασε.

- Μπα! είπε. Και σεις εξαδέλφια του είσαστε, και από την ίδια φυλή.

Είπα μια στιγμή πως θα τη δάγκανε η Άννα, τέτοιο θυμό είχε στα μάτια.

- Κακιά! της φώναξε ξεσπάζοντας. Κι έξαφνα μίλησε η Λίζα:

- Κι εσείς, Ματμαζέλ, που δεν είσαστε ξαδέλφη του Βρασίδα, γιατί είπατε προχθές της Μητέρας πως ήλθατε αργά γιατί δε βρήκατε αμάξι;

- Τι; Τι; έκανε κατακόκκινη η Ματμαζέλ.

- Ενώ και η Άννα και εγώ σας είδαμε από το παράθυρο, στη γωνιά του κήπου, που κουβεντιάζατε τόσην ώρα με μιαν Αραπίνα που σας έριξε την τύχη σας;

Η Ματμαζέλ στάθηκε. Ήταν μολυβί το πρόσωπο της. Νόμιζα πως θα πνιγεί.

- Α, έτσι μιλάς της δασκάλισσάς σου; είπε στο τέλος. Λοιπόν θα γράψεις πενήντα φορές: «Δεν πρέπει ν' αυθαδιάζω της Ματμαζέλ!» Τ' ακούς;

- Κι εγώ θα το γράψω, πενήντα φορές, είπε η Άννα, γιατί κι εγώ σας είδα, και ξέρω κι εγώ πως είπατε ψέματα. Και είδα την Αραπίνα που έριχνε ρεβίθια στο χώμα. Και είπε και η Ευαγγελιώ η ράφτρα για σας: «Για κανένα γαμπρό θα ρωτά».

Είπα πως θα σκάσει η Ματμαζέλ. Μα έκανε πως στάθηκε να δέσει το παπούτσι της, και μόνο σα βγήκαν στο δρόμο οι δυο μικρές, έτρεξε και τις πρόφθασε, και δεν άκουσα πια τι είπαν. Έκλεισαν την καγκελόπορτα κι έφυγαν.

«Τι κακοί που είναι οι άνθρωποι!», σκέφθηκα. Τα βρήκε μικρά τα καημένα τα δίδυμα, και τα τιμώρησε αυτή η Φράγκισσα. Μα καλά της τα είπε η Λίζα. Και καλά της τα κοπάνισε η Άννα! Κρίμα, όμως... Έπρεπε να είναι κει ο Μήτσος να τ' ακούσει και να τα πει της κυράς μου, που πίστευε τη Ματμαζέλ, ό,τι και αν της έλεγε. Έτσι και με το γατί που είχε φέρει, και που φορούσε ένα γελοίο τριανταφυλλί φιόγκο...

«Μα τι κουτοί που είναι οι άνθρωποι!», σκέφθηκα. Και τώρα με τον Λουκά... Ήταν τόσο φανερό πως έλεγε την αλήθεια! Πως δεν είχε φάγει τις κουρμάδες! Πώς δεν τόβλεπαν όλοι; Αχ! Και νάβρισκα τρόπο ν' αποδείξω πως ήταν αθώος!