Λεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας/Αλείπτης

Λεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας
Συγγραφέας:
Ἀλείπτης


Ἀλείπτης, ὁ εἰς τοὺς ἀθλητικοὺς ἀγῶνας τοὺς παλαιστὰς, δι' ἐλαίου ἀλείφων καὶ κόνιν ἐπιπάσσων, ἵνα καὶ ὁ ἱδρὼς προλαμβὰνηται, καὶ τὰ μέλη ὀλισθηρὸτερα γίνωνται. Τὸ αὐτὸ δ' ἔπραττον καὶ εἰς τὰ γυμνάσια τῶν νεανιῶν, ὧν καὶ μέχρι τινὸς διηύθυνον τὴν ἀνατροφήν (Ἀριστοτ, Ἠθ. Νικ. Β, 5. — Πίνδ. Ὀλυμπ. Η, 54—71.— Cic. Fam. I, 9.—Cels. I,1). Ὁμοίως ἀλεῖπται ὑπῆρχον καὶ ἑν τοῖς βαλανείοις, τοὺς λουσθέντας δι' εὐωδῶν μύρων χρίοντες, ὡς ἐν τῇ εἰκόνι, ἐκ τοιχογραφίας ληφθεὶσης ἔκ τινος ὑπογείου ἐπὶ τῆς Ἀππίας ὁδοῦ.