Λεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας/Αδάμας

Λεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας
Συγγραφέας:
Ἀδάμας
Δείτε στη Βικιπαίδεια: Διαμάντι


Ἀδάμας, παρ' Ἡσιόδῳ τὸ πρῶτον ἀπαντωμένη λέξις καὶ δηλοῦσα θεῖον χάλυβα, ὑπερβαλλούσης σκληρότητος, χρησιμεύοντα εἰς καταρτισμὸν τῶν θείων σκευῶν, οἷον τοῦ δρεπάνου τοῦ Κρόνου (Ἡσ. Θεογ. 161), τοῦ κράνους τοῦ Ἡρακλέους (Αὐτ. Ἀσπ. Ἡρ. 137), τῶν δεσμῶν τοῦ Προμηθέως (Αἰσχ. Πρ. δεσμ. 6), τοῦ ἀρότρου τοῦ Αἰήτου (Πινδ. Πυθ. Δ, 398)· καὶ παρὰ Ῥωμαίοις ἐξ αὐτοῦ ἦσαν οἱ ἀμετάβλητοι πίνακες τῶν Μοιρῶν (Ov. Met. XV, 313), ἡ ἅλυσις τοῦ Κερβέρου (Sen. Herc. F. 808), αἱ πύλαι τοῦ ᾍδου (Prop. IV, 11, 4) καὶ αἱ τῶν κολαζομένων (Virg. Æ, 6, 551).— Ἦν δὲ βεβαίως μᾶλλον ποιητικὴ ἐπίνοια καὶ ἔκφρασις ἢ ὃτι ᾐνίττετο ὡρισμένον τι μέταλλον. Ἀδάμας δ' ἐν μεταγενεστέροις χρόνοις (Plin. XXXVII, 4, 15) ἐλέγετο καὶ ὁ τὸ ὄνομα τοῦτο ἔτι φέρων πολύτιμος λίθος, καθ' ὃ μὴ τεμνόμενος ὑπὸ τῶν τότε μόνων ἐν χρήσει σιδηρῶν ἐργαλείων.