Ἡ Βάρβιτος
Συγγραφέας:
Ἡ σκιὰ τοῦ Φεραίου
Η Βάρβιτος, Αθήνα 1860


Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΦΕΡΑΙΟΥ


Χειμῶνος ὥρα, βαρεῖα ὥρα·
Τὸ μακρὸν Πήλιον ὅλας τώρα
Τὰς χαραδρῶδεις φωνάς του βάλλει,
Καὶ ὡς ὀρχήστρα βοᾷ μεγάλη.
Τί γλυκὺ ἔξω ἐνῷ χαλᾶται
Τὸ πᾶν, κ’ ὡς ἄστεγοι διαβάται
Οἱ σκληροὶ ἄνεμοι ὁλολύζουν,
Κ’ οἱ στεῤῥοὶ τρέμουν πύργοι καὶ τρίζουν,
Τὶ γλυκὺ, φίλε Θεσσαλὲ, ἔνδον
Τότε νὰ μένῃς, τὸν ἡδὺν σπένδων
Ἀφρὸν τοῦ φίλου μας Διονύσου,
Καὶ νὰ κιρνᾷς, καὶ οἱ σύντροφοί σου
Νὰ σὲ μιμῶνται, καὶ ὅλοι τέλος
Ἕν νὰ τονίζετε ἁβρὸν μέλος,
Κ’ ὑπὸ τῆς μέθης ἐνῷ κλονεῖσθε
Νὰ λησμονῆτε Δοῦλοι πῶς εἶσθε!

Καὶ τὸ πῦρ ὅταν εἰς τὴν μεγάλην
Ἑστίαν ἄρχεται εἰς αἰθάλην
Νὰ καταπίπτῃ, ἐγγὺς νὰ σβύσῃ,
Καὶ σιγὴ πέριξ ἐπικρατήσῃ,
Καὶ είς τὴν αἴθουσαν τὴν εὐρεῖαν
Τὸ φῶς παλαίῃ μὲ τὴν σκοτίαν,
Ἂν αἴφνης ἄνδρα νέον ἰδῆτε
Κρατοῦντα λύραν, μὴ φοβηθῆτε!
Ἡ κεφαλή του ἄνωθεν λείπει.
Καὶ ἂν ἡ λύρα κλαίουσα εἴπῃ,
Δὲν μὲ γνωρίζετε, πατριῶται;
Ὁ Ῥήγας εἶμαι! εἰπέτε τότε,
Δὲν σὲ γνωρίζομεν· ἄφησέ μας·
Ἡμεις τρυφῶμεν καλά· ἰδέ μας!