Η πρώτη επίκριση

Η πρώτη επίκριση
Συγγραφέας:
Στον ίσκιο του πλατάνου


(Δημοσιέφτηκε στο Νουμά, κ. αρ. 429, 27 του Μάρτη, 1911.)


Αφιερώνεται του Δ. Α. Τσιμπούκη, στο Βόλο.


Ο φίλος μου ο Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς — σπουδάζουμε κι οι δυο μας απάνω κάτω τα ίδια, βυζαντινολογούμε κι οι δυο — ήρθε να με διει προχτές το βράδυ, κάθισε στην πολθρόνα την κόκκινη, κοντά στο τραπεζάκι του σαλονιού, όπου κάθεται κάθε φορά, πήρε δίπλα στο τεψί ένα τσιγαράκι, το 'κοψε στη μέση — έτσι το συνήθιζε — άναψε το ένα το μισό κι αρχίσαμε τις κουβέντες. Πολύ μου αρέσει να κουβεντιάζω με Ρούσσους. Ο Ρωμιός, αν και φωνάζει κάμποσο, αν και μωρολογά για χίλια δυο πράματα, ωστόσο τα βαστά όλα μέσα του, όλα τα σημαντικά, όλα τα δικά του, τα ‘χει κρυφά και κρυμμένα στα φύλλα της καρδιάς του, λίγα σου λέει το κάτω κάτω και πολύ πιότερα συλλογιέται. Ο Ρούσος, μυστικό δεν ξέρει τι θα πει, σου τα ξεφουρνίζει όλα όξω μεμιάς, τρελαίνεται για ομιλίες κι είναι άξιος να το στρώσει αλάκαιρη τη νύχτα κι ακόμη το πρωί, να σου αραδιάζει άρατα θέματα, μάλιστα ν’ αρχίσει να σου ξομολογηθεί τα καθέκαστα που τον αφορούνε. Με το στόμα του ανοίγει αμέσως την καρδιά του.

Ο Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς είναι καλός, ήσυχος, πανάγαθος άθρωπος. Δεν είναι δα και τόσο μωρόλογος, που να σου ξενυχτίσει για να σου αποσώσει κανένα του ιστορικό, θέλει και τον ύπνο του ο χριστιανός. Στις έντεκα πούντο σηκώνεται από την πολθρόνα του και με αποχαιρετά. Μα όταν το φέρει ο λόγος, ξέρει να σου πει και κανένα γουστόζικο ανέκδοτο, θυμάται τα παιδιακίσια του, τα περασμένα, τα νοστιμέβεται, σου δίνει όρεξη, τα νοστιμέβεσαι και συ.

Εκείνη τη βραδιά, μιλούσαμε γι' αδιάφορα πράματα, για το ένα και για τ’ άλλο.

— «Αλήθεια, λέει, διάβασα, έτυχε να διαβάσω προχτές μια επίκριση για ένα σου βιβλίο, στο...» και μου είπε τον τίτλο ενός γνωστού γερμανικού περιοδικού.

— «Φαντάσου, του αποκρίνουμαι, πως τ’ άκουσα κι ακόμη δεν κατόρθωσα να διαβάσω την επίκριση.»

— «Δεν απορώ. Συνηθίζει κανείς. Κοντέβουνε μάλιστα μήνες που δημοσιέφτηκε, δίχως βλέπω να σε μέλει. Να ήσουνε πιο νέος, θα την άρπαζες, θα τη διάβαζες αμέσως.»

— «Τι τα θέλεις; Δεν πρόφτασα.»

— «Δεν πρόφτασες ή δεν ίδρωσε τ’ αφτί σου. Πέρασε ο καιρός. Όλα, φίλε μου, μπορεί κανείς να τα ξεχάσει, ως και την πρώτη του την αγάπη. Ποτέ του δεν ξεχνά την πρώτη επίκριση για το πρώτο του το βιβλίο!»

Ο Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς χαμογέλασε. Κατάλαβα πως πάλε κάτι θα θυμήθηκε, που γύρεβε να βρει τρόπο να μου το δηγηθεί. Δώσ’ του πια και γω κάρβουνα στη φωτιά·

— «Για τι αγάπη και για τι επίκριση μιλάς; Για καλή, για κακή επίκριση; Για κακή, για καλή γυναίκα;»

— «Τη γυναίκα την καλή, ματάκια μου, ποιος τη συνορίζεται; Νομίζει ο άντρας πως είναι χρέος της η καλοσύνη. Νομίζει κι ο συγραφέας πως το χρέος του κάνει ο επικριτής, κάνοντας καλή επίκριση.» Κι έσκασε στα γέλια ο Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς;

— «Ώστε κακή επίκριση εννοείς; Μα να μου δώσεις την άδεια να σου αντιπαρατηρήσω, πως η παρομοίωση σα να κουτσαίνει. Με την κακή γυναίκα, πόσοι νέοι — και πόσοι γέροι — δεν το συλλογιστήκανε από την απελπισία τους να πνιγούνε! Ποιος το συλλογίστηκε για μια κακή επίκριση;»

— «Ποιος; Να, εγώ το συλλογίστηκα, με τα σωστά μου κιόλας. Πώς με βλέπεις εδώ, απορώ κι ο ίδιος.»

— «Ή μωρό θα ήσουνε — ή μωρός.»

— «Ήμουνε είκοσι δυο χρονώ παλληκάρι, τελειόφοιτος του Πανεπιστήμιου, στη Μόσκα. Με είχανε διορίσει καθηγητή στο Γυμνάσιο και καμάρωνα το μαβί μου το φράκο με τα χρυσά κουμπιά, γιατί τέτοια ήτανε τότες η καθηγητική στολή στα γυμνάσια.»

—«Σε φαντάζουμαι. Ωραία θα σου πήγαινε, με το μπόι σου.»

— «Αμέ; Όταν είχαμε καμιά επίσημη περίσταση, φορούσαμε μάλιστα και σπαθί στο πλάγι.»

— «Δεν ήξερες να το βαστάξεις και σου κάμανε την επίκριση;»

— «Το βαστούσα περίφημα. Να είχα μόνο σπαθί, δε θα έλεγε κανένας τίποτα. Έλα δα που είχα και πέννα· είκοσι δυο χρονώ άθρωπος, αποφάσισα καλά και σώνει, να δημοσιέψω δυο βιβλία, δυο τόμους σωστούς.»

— «Μόνος σου τους είχες κάμει και τους δυο;»

— «Ναι, φίλε μου, και γέλα όσο θέλεις. Είχα βγάλει την ψυχή μου ώσπου να τους καταφέρω. Κόπιαζα μέρα νύχτα. Και δεν το λυπόμουνε. Αχ! τι ωραία, τι βλογημένα χρόνια που ήτανε κείνα! Πώς περνούσανε οι βραδιές, ήσυχα και ζεστά, το χειμώνα στην κάμερή μου, με το σιγανό το μεθύσι που μόνο η δουλειά ξέρει να σου το χαρίζει, όταν της λάμπας σου το φως ήμερα φέγγει στο τραπεζάκι σου, όταν είσαι βέβαιος πως κανένας δε θα ‘ρθει να σε ζαλίσει, πως ίσια με το πρωί, το σκοτάδι το αγαθό γύρω γύρω στο σπίτι σου περιχυμένο σε προστατέβει, πως καιρό έχεις όσο θέλεις, και πιάνεις, πότε το τσιγάρο, πότε την πέννα σου, να ονειροπλέκεις ή να γράφεις.»

Ο Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς, ενώ μιλούσε, κοίταζε με όψη μακάρια τον ουρανό — του ταβανιού μου, κι έβλεπες στο πρόσωπό του ζουγραφισμένο το σλαβικό το μυστικισμό της χαράς και της θυσίας.

Δεν τόλμησα να τον αντισκόψω και ξακολούθησε·

— «Αχ! της λάμπας μου εκείνο το φώς το γλυκό, πως τ’ αγαπούσα! Έλεγα πως κάτι θα γίνουνε τα βιβλία μου με το φως της και με της πίστης το φως, που απαλά μου φώτιζε τα σωθικά μου. Έλεγα πως ίσως το καταφέρω να προκόψει λιγάκι με τα βιβλία μου η επιστήμη —τι βοηθός σου είναι μια τέτοια ιδέα, θα το ξέρεις! — έλεγα πως θα βγει τίποτις ωφέλιμο για την αθρωπότητα, τουλάχιστο για τον τόπο μου, από την ακατάπαφτη εργασία. Μ' ένα λόγο, νόμιζα τότες πως και γω είχα μέσα μου κάτι που μπορούσε ο κόσμος να τ’ ακούσει.»

— «Μάλιστα είχες πολλά να πεις, αφού τα είπες σε δυο τόμους.»

— «Ο ένας γράφηκε για τα παιδιά. Ήθελα να τους μάθω λίγη γραμματική, μα να ‘χει μέσα της και λίγη επιστήμη, όση το στομαχάκι τους σηκώνει. Ο κυριότερος σκοπός μου, να τους δείξω πως τύπος δε σημαίνει τίποτα, πως δεν υπάρχουνε τύποι, πως υπάρχει ζωή και πως ίσια ίσια κάθε τύπος είναι κι ένα φανέρωμα ζωής. Πολεμούσα να τους το δείξω από τη λαλιά τους την ίδια.»

— «Κρίμας! Τι κρίμα!»

— «Γιατί;»

— «Γιατί έπρεπε αφτά στην Ελλάδα να τα πεις. Αγκαλά, δε θα καταλάβαινε κανένας... Ώστε ο δέφτερος τόμος;

— «Ο άλλος τόμος για κάτι πιο σπουδαία. Μελετούσα τη μεσαιωνική μας φιλολογία. Ήτανε τότες καινούργια μελέτη.»

— «Και δε βγήκε να σε παινέσει όλος ο κόσμος;»

— «Άρχιζα να φοβούμαι ξεναντίας πως δε με διάβασε κανένας. Με πόση τρομάρα ξεδίπλωνα περιοδικά και φημερίδες, να διω αν καμιά ψυχή με συλλογίστηκε, αν είχα κάμει καλά ή κακά, να μου το πει ο χριστιανός, κι αν άξαφνα πουθενά μου ξέφυγε κανένα λάθος, να το διορθώσω, να ωφεληθώ.»

— «Αν ήτανε μάλιστα κανένας έπαινος, ακόμη καλύτερα, τι πράμα;»

— «Και βέβαια. Καλό κακό, πρέπει κάτι ν’ ακούσεις. Το δημόσιο μορφώνει το συγραφέα, επιστήμονα ή φιλόλογο, κι ο συγραφέας πάλε μορφώνει το δημόσιο. Αλληλοβοήθεια. Πώς μπορείς να φανταστές μια πέννα σ' ένα έρημο νησί; Πώς μπορείς να φανταστείς φωνή δίχως αντίλαλο; Πρέπει κιόλας να είναι κανένας ή γίγαντας ή λωλός, για να φωνάζει, δίχως τριγύρω του αφτί, να τον ακούσει.»

Έσκυψα το κεφάλι και το βάσταξα τόσο χαμηλά, καθώς λέει ο ποιητής, που ταράχτηκε ο δύστυχος και με ρώτησε τι έχω.

— «Τίποτα! Λίγο πονοκέφαλο.»

— «Λοιπόν εγώ πρόσμενα κι όλο πρόσμενα.»

— «Πρόσμενες επίκριση. Αχ! Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς, θαρρώ πως μου τα χάλασες. Τι έγινε της λάμπας σου το φως το σιγανό που σε μεθούσε; Ή μήπως είσαι και συ σαν τους άλλους; Ρεκλάμα θέλεις και η αγάπη της ιδέας δε σου φτάνει.»

— «Μην το λες! Η αγάπη της ιδέας! Ίσια ίσια επειδή την αγαπάς, έχεις λαχτάρα να πετύχει, κι όταν τη βλέπεις που πετυχαίνει, αχ! τι ουράνια χαρά τότες σε περεχύνει! Δεν υπάρχει πουθενά γυναίκα που μεγαλύτερη χαρά να σου χαρίσει.»

— «Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς, είπες τώρα και του λόγου σου μιαν ανοησία. Τ’ ασύγκριτα συγκρίνεις. Ας υποθέσουμε όπως είπες, πως την ιδέα σου πολεμάς να τη διαδώσεις. Μια γυναίκα ωστόσο, για τους άλλους δεν τη θέλεις.»

— «Εσείς εδώ στο Παρίσι έχετε πνέμα. Ποιος θα μου αποδείξει όμως πως και μια γυναίκα δεν την αγαπάς, επειδή άρεσε στους άλλους, πως δε σου άρεσε περσότερο του ίδιου, επειδή σε ζουλέβουνε οι άλλοι; Πώς το ξέρεις κιόλας πως είναι όμορφη, α δεν τη θάμασε ο κόσμος; Εσύ μάλιστα που είσαι ποιητής, θα μου το αναιρέσεις τάχα πως ίσια ίσια για το λόγο που λατρέβεις μια γυναίκα, θα της πλέξεις έναν έπαινο στεφάνι, και τι νόημα έχει ένας έπαινος, αν το νόημα του δεν είναι πως βάζεις τα δυνατά σου, για ν' αρέσει και στους άλλους η φιληνάδα;»

— «Πνέμα βλέπω δε σας λείπει και στη Μόσκα.»

— «Συλλογίσου τώρα τι σημαίνει να ‘χεις μια ιδέα. Τι λέω, να ‘χεις; Μήπως σημαίνει πως τόντις θέλεις να την έχεις έτσι δική σου, μόνος; Μα μόνος δε ζεις. Ζεις μέσα στους συναθρώπους. Αν το λοιπό την ιδέα σου, τη βρίσκεις πως είναι καλή, ο πόθος σου θα είναι να την καταλάβει ο κόσμος όλος, να την κάμει δική του τη δική σου την Ιδέα. Και πως θα το νιώσεις πως αξίζει, α δεν ακούσεις με τι τρόπο σε κρίνουνε...»

— «Ή σ’ επικρίνουνε.»

— «Βέβαια!»

— «Μ’ άλλα λόγια και δίχως τόσες φιλοσοφίες, πρόσμενες μια επίκριση.»

— «Την πρόσμενα, γιατί αγαπούσα την ιδέα μου· αν είναι καλή, θα την παραδεχτούνε· αν είναι κακή, θα την απαρνηθούνε. Αφτό λαχταρούσα να μάθω.»

—«Και τότες, υποθέτω, ήρθε καμιά επίκριση, να σου κόψει το βήχα.»

— «Δεν ήρθε μοναχή της. Ήρθε πρώτα ένας φίλος από την Πετρούπολη. Πήγαμε στη λοκάντα το βράδυ, να φάμε μαζί. Μιλούσαμε, και στην κουβέντα, έτσι, μ’ ένα ύφος αδιάφορο ή που ήθελε να φανεί, τέτοιο, με ρωτά· — «Είδες το άρθρο που δημοσιέφτηκε απάνω στα δυο σου τα βιβλία;» — «Ποιο άρθρο, αδερφέ; Πού; Από ποιόνε;» — «Από τον περίφημο το Ζακούσκη, τον καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Πετρούπολης, στο γνωστό περιοδικό Ρούσκιη Βρέμενικ τις προάλλες.» — «Στο θεό σου, πού ‘ν’ το, πού ‘ν’ το, να το διω; Δεν το ‘φερες μαζί σου; Στην τζέπη σου δεν είναι;» — Γέλασε ο άθρωπος· — «Όχι, βέβαια!» — «Μα, στη ζωή σου, τι λέει; τι γράφει; πως με κρίνει;» — «Να σου πω την αλήθεια, δε θυμούμαι!» — «Το διάβασες τις προάλλες, και δε θυμάσαι; Χωρατέβεις;» — «Αφού θα το διαβάσεις,» μου αποκρίνεται με μια ησυχία που εμένα μ' έκανε φουρτούνα, «τι σε μέλει αν το ξέχασα ή όχι;» — «Θα το διαβάσω, πού, χριστιανέ μου;» — «Να, όπως κάνουμε όλοι, στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστήμιου.» — «Πήγα, δεν ήτανε.» — «Πήγες, εχτές;» — «Κάθε μέρα πηγαίνω, δυο φορές.» — «Δε σημαίνει. Δεν έφτασε, θα φτάσει όπου κι αν είναι.» Να τον πάρει ο περίδρομος για την ασυνορισιά του. Επίκριση του βιβλίου μου και να μην αγόρασε τον αριθμό! Μάτι δεν έκλεισα τη νύχτα. Συλλογίστηκα να πάω να ξυπνήσω κανένανε στο Πανεπιστήμιο, άξαφνα τον πορτιέρη, να μου ανοίξει, να το πιάσω στα χέρια μου στο τέλος των τελώνε το περιοδικό εκείνο. Έτρεξα πρωί πρωί. Ακόμη κλειδωμένες οι πόρτες της Βιβλιοθήκης. Ανάθεμάν τους όλους! Προσμένω μια ώρα, μπαίνω μέσα, γυρέβω. Μήτε ίχνος από Ρούσκιη Βρέμενικ. Δεν το είχανε λάβει από την Πετρούπολη, λέει. Κόντεψα να πεταχτώ — με το σιδερόδρομο εννοείται — ίσια με την πρωτέβουσα. Καλά που δεν έφυγα. Φτασμένο το περιοδικό, μόνο που κάποιος προφέσορας το είχε δανειστεί και δεν το γύριζε. Ακούς εκεί; Αμέ, η ανυπομονησία μου εμένα, που τέτοια επίκριση θ’ αποφάσιζε για το μέλλο μου, δε λογάριαζε τάχα στα μάτια του σιορ προφέσορα, που το κράτησε αλάκαιρη μια μέρα; Την αβριανή, να το πια στην κοινή τράπεζα όπου βάζουνε όλα τα περιοδικά στη μεγάλη τη σάλα. Με τρόμο το άγγιξα. Μόλις τόλμησα με τα χέρια μου να το βαστάξω. Έπειτα, έτσι, μονομιάς, λαίμαργα, έπεσα και το ρούφηξα.»

Ο Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς τα δηγότανε με τόση ζέση, τόσο δραματικά, που τον άφηνα κι άκουγα. Θέλησα εκείνη τη στιγμή να ρωτήσω τι έλεγε το άρθρο μαθές. Μα δεν πρόφτασα. Έσκυψε λυπητερά το κεφάλι κι αναστέναξε·

— Αχ! τι άρθρο και τι επίκριση! Μετάνιωνα που το διάβασα. Και καταλάβαινα πως ο φίλος μου ήθελε να με κοροϊδέψει, σα μου αποκρίθηκε πως ξέχασε τι έγραφε. Μήπως τέτοιο άρθρο ξεχνιέται; Καλέ, πίτηδες θα ήρθε από την Πετρούπολη, να μου το μάθει πως βγήκε. Βέβαια! Έβλεπε πως δε σκοτώθηκα, πως δε σκοτωνόμουνε. Στοχάστηκε· — «Θα πει πως δεν το διάβασε!» Κι έδραμε, γλήγορα γλήγορα, να διει το θάνατό μου...»

— «Τι μου ψέλνεις, μωρέ αδερφέ;»

— «Σου ψέλνω εκείνο που συλλογιόμουνε τότες. Ήμουνε ατιμασμένος. Ατιμασμένος μπροστά στον κόσμο. Το διάβασε ο προφέσορας, αφού το δανείστηκε κιόλας. Το διάβασε ο καθένας, αφού το βάλανε στην κοινή τράπεζα της μεγάλης σάλας. Τι μου απόμνησκε να κάμω; Να πνιγώ!»

— «Μα, παιδάκι μου, το κάτω κάτω τι έλεε τ’ άρθρο;»

— «Τι έλεγε; Βέρος αφανισμός. Από την κορφή στα νύχια, Γινόμουνε λάσπη, κι από ποιόνε; Από το μεγαλύτερο κριτικό της Ρουσσίας, από το Ζακούσκη. Και κείνα τα δυο χοντρά χοντρά λάθια που μου ξεσήκωνε! Δεν μπορούσα πια, φίλε μου, μήτε στο δρόμο να φανώ. Και τόντις, αφού τέλειωσα το διάβασμα, σα χρειάστηκε να γυρίσω σπίτι, έφυγα σκύφτοντας το κεφάλι, μην τύχει και με διει στο πρόσωπο κανένας αναγνώστης, κανένας υπάλληλος της Βιβλιοθήκης και καταλάβει. Μια και βρέθηκα όξω, σαν το φάντασμα γλιστρούσα δίπλα δίπλα στους τοίχους τω σπιτιώνε, για να περάσω απαρατήρητος. Πήρα την ανάσα μου λιγάκι, άμα κλείδωσα την πόρτα της κάμερής μου. Για δυο μέρες, αδύνατο, δεν το κούνησα. Παρακάλεσα τον πορτιέρη να μου φέρνει το φαγί μου· ανέβαινε, κουδούνιζε, μόλις άνοιγα, το ‘παιρνα μ' ένα χέρι και μήτε φαινόμουνε. Όρεξη να φάω δεν είχα. Τις σαράντα οχτώ αλάκαιρες ώρες που έμεινα στη μοναξιά μου, με παίρνανε οι λογισμοί, έφτανα σε αναγκαία, λογικά συμπεράσματα. Σίγουρο πως ύστερις από τέτοιο άρθρο, να ξακολουθήσω καθηγητής στο γυμνάσιο, μήτε να το στοχαστώ· θα με πάβανε· πιο της αξιοπρέπειας να προπάρω, να δώσω την παραίτησή μου. Ίσως να ξοριστώ κιόλας από τη Μόσκα. Να ξοριστώ, αχ! κι από τον κόσμο, κι από τη ζωή, γιατί το χερότερο ήτανε, που ως τα τότες για τα ιδανικά μου ζούσα, και που τώρα θρούβαλα γινόντανε τα ιδανικά μου. Να. Νέος ήμουνε, γελάστηκα. Νόμιζα πως κάτι αξίζανε τα βιβλία μου· ένας ηλικιωμένος, προκομμένος, σοφός, μου έδειχνε, μου απόδειχνε πως δεν αξίζανε τίποτα. Καλά, φρόνιμα έκαμε. Θα σκοτωθώ, να τελειώσει. Με τέτοια λάθια, που σήμερα πια τα ξέρει ο καθένας, πώς να ζήσω; Και με την ησυχία, με την αδιαφορία που έχει ένας άθρωπος όταν είναι πιο πολύ, που να πεις, από απελπισμένος, όταν είναι αποφασισμένος από τους γιατρούς, αφού τα βλέπει αποτελειωμένα όλα μια και σώνει, αφού φώναξε κι αφτός το τετέλεσται της αγωνίας, πήγα στον προφέσορα που είχε δανειστεί το περίφημο το περιοδικό και που άκουσα χρόνια τα μαθήματά του. Ήθελα να τον αποχαιρετήσω — χωρίς εννοείται να του μάθω το σκοπό μου. Αγκαλά, περιττό. Διάβασε το άρθρο, θα το συμπέρανε και μοναχός του πως το χρέος μου, να πεθάνω. Με δέχτηκε ο άθρωπος με χαρούμενο, γελαστό πρόσωπο. Στοχάστηκα· ειρωνεία και καμώνεται. Σκυθρώπιασα λοιπόν ακόμη περσότερο· — «Τι τρέχει σήμερα», με ρωτά, «και μου τα ‘χεις κατεβασμένα;» — Σάστισα με το ρώτημα· — Δάσκαλε, θα ξέρετε! — «Τι να ξέρω; Και πώς να ξέρω τις δουλειές σου;» — «Μα τ’ άρθρο...» — «Ποιο άρθρο;» — «Τ’ άρθρο του Ζακούσκη, στο Ρούσκιη Βρέμενικ…» —«Ναι, αλήθεια, θυμούμαι. Ο καημένος ο Ζακούσκης!...» — «Ο καημένος, αφτός;» — «Βέβαια, πάσκει από το στομάχι και κάποτες ξεθυμαίνει με μια επίκριση. Του είναι κι ωφέλιμο.» — «Εγώ έλεγα…» — «Κατάλαβα. Για τούτο κατσούφιασες; Είναι τιμητικό πράμα, όταν αρχίζει κανείς, να ‘χει τέτοια επίκριση και μάλιστα, σαν είναι η επίκριση κακή, θεία η ρεκλάμα. Θα διεις. Κατόπι θα τις αποθυμάς· θα γράφεις κι ο ίδιος.»

Στα μάτια του αγαθού μου του Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς ζουγραφιζότανε ακόμη το σάστισμά του, όταν άκουσε τότες από το δάσκαλό του τέτοια λόγια. Τη μεγαλύτερη εντύπωση του την είχε δώσει εκείνο που είπε για τη στομαχοαρρώστια του Ζακούσκη.

— «Με χαντάκωσε μια επίκριση, μ' έσωσε μια λέξη.»

— «Δε μου λες σε παρακαλώ. Ήθελα πολύ, μα πολύ, να μάθω κάτι. Για την επίκριση ξέρω. Τώρα, ο επικριτής σου. Χωρίς να σε διαβάσει, σ' επίκρινε ή διάβασε, ας είναι τουλάχιστο ένα σου βιβλίο από τα δυο;»

— «Και τα δυο μου, καλέ, τι λόγος; αφού από άκρη σε άκρη τα χτυπούσε, λάθος δεν άφηνε στη γωνιά του, παράπεμπε και σε κάθε σελίδα.»

— «Έτσι; Παράπεμπε κιόλας; Μεγάλο έθνος είστε σεις οι Ρούσσοι! Λοιπόν αφτός, προτού σε κατηγορήσει, σε είχε διαβάσει;»

— «Φυσικά!»

— «Και παραπονιόσουνε! Τι αχάριστος που ήσουνε! Πρώτα να διαβάζει κανείς, κι έπειτα να επικρίνει! Να έθνος! Μα, παιδάκι μου. Εδώ και τριάντα χρόνια που γράφω, άλλη λαχτάρα δεν έχω για τα βιβλία μου στην Ελλάδα.»


Δεφτέρα, είκοσι τέσσερις — δεφτέρα, τριάντα μια του Άη Δημήτρη, 1910.