Η κερένια κούκλα
Συγγραφέας:
Το μουντό τραγούδι


Πώς την κατάφερε τη θεια Ελέγκω κι άφησε τη Λιόλια;

Της είπε πως θα την πάρη γυναίκα του; ή θέλησε το κορίτσι για να πάη μαζί του;

Σαν ακούστηκε στη γειτονειά πως ξαναήρθε η Λιόλια στο σπίτι του χηρευάμενου απάνω στα εννιάμερα της σχωρεμένης! — βγήκαν οι γυναίκες στις πόρτες τους απ’ αγνάντια και με τα δυο τους τα χέρια τραβούσαν τα μάγουλά τους κάτω απ’ τη ντροπή τους. . . Οι Χαρζανοπουλίνες αμπαρώθηκανε μην τους χυθούν τα μάτια που θε νάβλεπαν τη μουντζούρα πλάι τους. . . Η Ευρυδίκη έστριφε ολόγυρα της σαν το φίδι που κυνηγάει την ουρά του. . . Μόνο η πονόψυχη η Κυρά Γιώργαινα ερχότανε να δη τη Λιόλια κ’ η θεια Ελέγκω — μα σπάνια κι αυτή. Ήθελε ο Νίκος να πιάση κάμαρη αλλού, μα χρώσταγε τρία νοίκια και δεν μπορούσε να φύγη πριν να πάρη κάτι λεφτά που τούμεναν απ’ τη δουλειά του. . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Η Λιόλια ήταν τώρα γυναίκα του Νίκου.

Η Ζωή της Λιόλιας έπιασε άλλο δρόμο τώρα — άλλαξε το σκοπό της τον τραγουδιστό. .

Η ζωή είναι τραγούδι που σβύνει — — Η ζωή είναι ποτάμι που κυλά. . .

Πώς τρέχει ένα νεράκι πούρχεται απ’ το βουνό ήσυχο και κελαϊδιστό και στέκεται και βλέπει τον ήλιο και σιγοκυλάει μέσ’ απ’ τον κάμπο και γλυκοκουβεντιάζει με τα λουλούδια που το χαιρετούν κι έξαφνα φθάνει στην άκρη ενός γκρεμού και πέφτει αφρίζοντας σε δάκρυα βουερά κάτω σε μια λίμνη κοιμισμένη και χάνεται στασάλευτά της βάθη τα μαυροπράσινα; — πώς κάνει φτερά το τραγούδι της ψυχής που λαχταρά και πετιέται κυματιστά πάνω απ’ τα σχοίνα και τις κορφές των πεύκων και πάνω απ’ τα κίτρινα σπαρτά σαν τη σιταρίθρα και άξαφνα βγαίνει ένα σύννεφο μπροστά στον ήλιο της ζωής και το τραγούδι μουντώνει και γίνεται βαρύ κι αργό με τη φωνή γονατισμένη; — έτσι και της Λιόλιας η ζωή τώρα μονομιάς απ' τη βουή του πόνου έπεσε σε βάθη κοιμισμένα — έτσι και το τραγούδι της ζωής της απ’ τον ήσκιο βάρυνε, μούντωσε και τσάκισε — —

Απ’ την ημέρα που ξαναπάτησε το πόδι της στην κάμαρη πούχε πεθάνει η Βεργινία, σκοτείνιασ’ η ψυχή της: ζούσε σα μέσα σε κάποιον από 'κείνες τις συννεφιασμένες νύχτες, τις ασάλευτες και ναρκωμένες, με περίχυτο ένα φως χλωμό απ’ το πνιγμένο το φεγγάρι. . . Κ’ έτσι πέρασε η ζωή της εφτά μήνες χωρίς να βγη απ’ αυτό το ησκιόφωτο. . κάτω απ’ το παντοτεινό πέπλο το συννεφένιο η θλιμμένη αποφεγγιά του βάραινε περισσότερο την ψυχή της παρά νάκανε σκοτάδι —

Αυτό το συννεφένιο πέπλο ήτον ο ήσκιος της Βεργινίας — —

Κι όπως ανοίγουν που και που τα νέφελα και φαίνεται το φεγγάρι που ταξιδεύει λυπημένο κι αμίλητο σ’ ένα πέλαγος έρημο, πίσω απ’ ασημένια αέρινα βουνά κι αυτά πάλι κλείνουνε στο διάβα του και το πνίγουν — έτσ’ ήτον και τις λίγες φορές που κουνήθηκε η ψυχή της απ' τη νάρκη ναναλάμψη σε χαρά η θλίψη.

Μα κι αυτό το φεγγάρι της ψυχής της, όπως και τάλλο τουρανού ήτονε γι’ αυτήν πάντα το πρόσωπό της Βεργινίας, το κάτασπρο — από τότες που την είχε πλανέψει από πάνω στο βουναλάκι. . .

Έξω ήτον καλοκαίρι: ήλιος ασπρόφλογος παντού . . βαθιά γλαυκή πέρα η θάλασσα που έστελνε κάθε απομεσήμερο δροσερές πνοές κ’ έδερναν ταπλωμένα ρούχα στις αυλές. . φρούτα. . τραγούδια τη νύχτα μες τους δρόμους που ανοίγανε λιγωμένη αγκαλιά στου φεγγαριού το σιγαλινόν ύπνο, τον ασημένιο. . λουλούδια. . κελαιδήματα πουλιών. . σύννεφα μεγάλα σαν τρικάταρτα καράβια μ’ άσπρα παννιά σαν κάτεργα παλιά, ασάλευτα στις ράχες των βουνών, και καμμιά φορά σα Δράκοι κι αρχαίοι Θεοί που μπουμπούνιζαν πάνω απ’ τον Πάρνηθα και τον Υμηττό . . . Και μ’ όλ' αυτά η Λιόλια — κι όχι μονάχα η Λιόλια, μα κι ο Νίκος, ζούσανε μαζί σα μέσα σ’ ένα υπόγειο που τους βάραινε το χαμηλό ταβάνι στο κεφάλι κι ο αέρας ο βαρύς στο στήθος — —

Από 'κείνο το βράδυ που την είχε ξεγελάσει το φεγγάρι δε λαμπάδιασε πια η ψυχή του κοριτσιού — όσο και να την έσφιγγε ο αγαπημένος της μέσα στα δυνατά του χέρια — ολοδικήν του πια! — ολόδικός της! — μ’ όση φλόγα και να κόλλαγε τα χείλια του στα δικά της. (Αχ, εκείνο το κρεββάτι! — της Βεργινίας το φριχτό κρεββάτι!). . . Μα ούτε κι ο Νίκος δεν ξανάνοιωσε απ’ τη ρόδινη της σάρκα την ίδιαν άλαλη τη ευτυχία ολάκερου του είναι του που τη θύμισή της την είχε πάρει μαζί του απ’ τον κάμπο, σα μοσχοβολιά λουλουδένια αστέρευτη, και που ξεχείλιζε μέσα του ακόμα πιο υπερδύναμη τις πρώτες δέκα μέρες πούμεινε στην κάμαρη μονάχος του — μονάχος με τη λαχτάρα του. . . Και το περισσότερο αισθανόταν αυτός απάνω του το σκοτεινό βάρος το πεσμένο στην ψυχή της Λιόλιας κ’ έτσι καταλάβαινε πως κ’ η δική του η καρδιά ήτονε μολύβι κι απάνω στη φλόγα των νιάτων του έπεφτε μια στάχτη — —

Άρχισε να μένη έξω απ’ το σπίτι το βράδυ αργά, να γυρίζη ζαλισμένος απ’ το κρασί, καμμιά φορά και μεθυσμένος. Τσακωνότανε συχνά πυκνά με τους φίλους και με τους γνωριμιούς του — το περισσότερο για τη Λιόλια, που κάθε τόσο του πετούσαν κι από 'να λόγο — και ξέσκαγε στη Λιόλια μ’ αγριομιλήματα και σπρωξιές. . . Δεν ήτον ευχαριστημένος κι από λεφτά, γιατί του πήγανε πολλά για το λείψανο, στα φάρμακα και στο γιατρό που δεν τον είχε πληρωμένον ως τα τώρα. . κι ο μάστοράς του δεν ευκολυνότανε να του δώση κι άλλη μπροστάντζα. . .

Μια βραδιά ανταμωθήκανε με το Μίμη — εκείνον το μαυροκίτρινο με τανασκουμπωμένα χείλια που κυνηγούσε τη Λιόλια κ’ είχανε μαλλώσει στο χορό της απόκριας· δεν είχαν ξανασμίξει από κείνην τη νύχτα. Καθόντουσαν ο Νίκος, ο Ντίνος κι άλλοι τρεις σε μια ταβέρνα, υπόγειο, κατά την Άγια Αικατερίνη — που την είχε κάποιος άλλος φίλος τους, ο Γιάννης πούχε κάμει τραπεζιέρης στο «Άστυ» — και κουτσοπίνανε μ’ ένα κιθαρόνι συντροφιά· είχανε βάλει κ’ ένα μπούτι με πατάτες στο φούρνο για μεζέ που μύριζε όλο το μαγαζί: θάχανε σουρώσει ίσαμε μιάμιση οκά ο καθένας τους. Νά σου άξαφνα ο Μίμης που κατεβαίνει τις ασκάλες. Του φωνάζουν οι φίλοι του Νίκου, πούτον και δικοί του, να τον κεράσουνε — γιατί δεν τόξεραν πως ήταν ψυχραμένοι με το Νίκο. Χαιρέτησε ο Μίμης κ’ ήρθε κ’ έκατσε. Ο Νίκος τον πήρε αψήφιστα το χαιρετισμό. Άρχισαν οι φίλοι να του λεν του Μίμη για την κακοριζικιά του Νίκου που πήγε κ’ έκλεψε ένα κορίτσι σαν το κρύο το νερό — ενού μηνός απόχηρος με πέντε δάχτυλα θλίψη στο καπέλλο! — και το κρατάει λέει τώρα κλειδωμένο μες την κάμαρη γιατί φοβάται μην του φύγη. Μεθυσμένοι ήταν και τάλεγαν αρπαχτά ταστεία. Ο Μίμης κιτρίνισε, όπως το συνείθιζε άμα ταραζότανε, μάλιστα για κορίτσι:

— Μπας και τη λένε Λιόλια; είπε —

— Αυτό νακούγεται! η Λιόλια, η περίφημη! — πετάχτηκ’ ένας απ’ την παρέα. Ποιος μας τάλεγε τις προάλλες;

Τούρθε πολύ άσχημα του Μίμη. Τα θυμήθηκε όλα. Ίσως και νάλπιζε ακόμα πως Θα τη συντύχαινε καμμιά φορά πουθενά τη Λιόλια.

— Δε χρειαζότανε δα και μεγάλη φιλοσοφία! αυτό φάνηκε ξαρχής! — είπε, γελώντας περιπαιχτικά.

Ο Νίκος ξεροκατάπινε: απ' τους άλλους τα δεχόταν τα λόγια για τη Λιόλια, απ’ το Μίμη τούτανε φαρμάκι. Εκεί που σήκωσαν όλοι τα ποτήρια να τσιγκρίσουνε, δίνει μια της κούπας του Μίμη τανάστροφα και του την πετάει απ’ το χέρι. . Ως που να πης «Αχ»! — αρπάχτηκαν κιόλας!

Έπεσαν οι φίλοι απάνω τους κι από παρακεί κάτι άλλοι στρατιωτικοί — πούχανε δικό τους γλέντι ταχτικό σ’ αυτήν την ταβέρνα με κάτι τραγουδάκια πούφτειανε ο ένας τους, «το σκαπανάκι» με τόνο μι, κ’ έβαζε τους άλλους και του τα τραγουδούσαν. . έπιασαν το Μίμη τέσσαρες άντρες και τον πήγαν έξω, γιατί έκανε φόβο αυτουνού ο θυμός, καθώς πάντα. . . Σα γύρισε σπίτι ο Νίκος, τη νύχτα, ήτον ξεμέθυστος· μα καθώς έκανε να του μιλήση η Λιόλια, έτσι για το τίποτα, σήκωσε το χέρι του και της έφερε μια γροθιά τανάμεσα στις πλάτες που σωριάστηκε χάμω, μιαν οργυιά μακριά, και γόγγυξε χωρίς να μπορή να πάρη αναπνοή για πολλήν ώρα — —

Ήτον κι αυτή μια απ’ τις ματιές που έρριχνε το φεγγάρι της ζωής απ' της ψυχής της το συννεφιασμένον ουρανό.

Και πάλι πήρε αλλοιώς το σκοπό το μουντωμένο τραγούδι της ζωής της: πιο βαθιά κρυμμένο ακόμα, σαν κάτω από νερά στον ήλιο, κάτω από στάχια θημωνιές αψηλοστιβαγμένες, που πνίγουν τη φωνή του γρύλλου αποκάτω τους, που ρίχνουν ήσκιο φωτεινό και πέφτει το ξανθό το μεσημέρι και κοιμάται. . — έτσι καθώς έμενε τώρα η Λιόλια, ώρες αλάκερες, καθιστή στην καρέκλα με τα χέρια λυτά στην ποδιά της, ασάλευτη, λες και κοιμότανε μ’ ανοιχτά τα μάτια. . καθώς σταματούσε άξαφνα εκεί που δούλευε και στύλωνε τα μάτια μπρος της, με τη ματιά της κατά μέσα της σα να κρυφόβλεπε στα βάθη του είναι της κάποιο μυστήριο που βλάσταινε, που την τρόμαζε η σιγαλινή ζωή του, μα και που φοβότανε μην το ξυπνήση από τανθισμά του το τρομαχτικό. . .

Περνούσαν οι μέρες της τώρα σαν όνειρο, σβηστές, γλήγορες κι αργές ατέλειωτες: μέσα στο ίδιο πάντα κι ατέλειωτο όνειρο περπατούσε και δούλευε στο σπίτι, μιλούσε του Νίκου σιγαλά και φοβισμένα. . θωρούσε τον ουρανό τον καταγάλανο, τον καλοκαιριάτικο, κ’ έπεφτε μέσα του σα μέσα σε μια θάλασσα και χανόταν. . . Καμμιά φορά που σέρνονταν τα σύννεφα στη ράχη του Υμηττού, της φαίνονταν ερπετά που άχνιζαν, ερχάμενα απ’ τη θάλασσα για να τη φαν, και ξεφώνιζε τρομαγμένη — σα μέσα σ’ όνειρο. . . Κ’ εκεί που ήτον ολομόναχη όλην την ημέρα, άκουγε να παίζη μακριά στον κάτω δρόμο ένα οργανέττο — πούχε δη που το γύριζε ένας κουλοχέρης κ’ ένας άλλος νέος χτικιάρης έτρεχε και μάζευε τις πεντάρες — κ’ έπαιζε τόσο χαρούμενα τραγούδια και χορούς σαν κ’ εκείνο το βράδυ στο χορό — σα μέσα σ’ όνειρο. . . Και σα νύχτωνε έβλεπε τάστρα στη μαυροπράσινη σκοτεινιά τουρανού, που θέλανε να δούνε μέσα της με μάτια γυαλιστερά και κρύα — σαν της Βεργινίας — και μερικά ήταν κόκκινα σουβλερά. . κι όταν είχε φεγγάρι, έκλεινε τα μάτια της περίτρομα να μην το δη, μα πάλι τάνοιγε άθελα, λες και της τάνοιγε εκείνο με τα χέρια του, και τότε το κύτταζε, το κύτταζε: κ’ ήτον το πρόσωπο της Βεργινίας πάντα μέσα του, το χλωμό με τα κόκκινα μαλλιά και την έβλεπε με φοβερά μάτια ως μέσα στα σπλάχνα της. . και λιγοθυμούσε καμμιά φορά κι απόμενε εκεί δα. . ως που συνερχόταν πάλι ολομόναχη — σα μέσ’ απ’ όνειρο. . .

Είχαν περάσει τρεις μήνες απ’ το θάνατο της Βεργινίας. . .

Και πάλι πήρε άλλο σκοπό το τραγούδι της ζωής της (να δήτε τι σκοπό που πήρε!), πάντα μουντωμένο καθώς ήτον, μα μ’ έναν αχνό γαλάζιο σαν του λιβανιού χυμένον τώρα μέσα του, με κάτι σα φτερουγίσματα εκείνων των αγγέλων των σκαλιστών στα τέμπλα κάποιωνε ρημοκκλησιών, σα βήματα απάνω σε πλάκες ηχερές, σα λάμψες από μάτια αγίων στυλωμένα και σα λυπητερό χαμόγελο της Παναγίας ασάλευτο. . .

Είδε ο Νίκος την κατάστασή της Λιόλιας προχωρημένη πια: το κορμάκι της το κοντυλογραμμένο κι απαλό που ξεχείλωσε, που βάρυνε με τη μέση ανοιχτή, με το στομάχι της πάντα σαλευούμενο, τα προσωπάκι της το λουλουδένιο σαν πρισμένο και κοκκινολεκιασμένο, που χλώμιαινε κάθε τόσο απ’ τις λιγούρες και τις αποθυμιές, έβλεπε τα μάτια της, τα γλυκά τα τζίτζιφα, σαν άστρα τώρα βουτηγμένα μέσα σ’ όνειρο συννεφένιο, να γεμίζουν άξαφνα δάκρυα για πόνους και καημούς ανείδωτους που της στέλνανε μηνύματα τις πίκρες τους. . κι άλλαξε ολότελα τρόπο μαζί της, γιατί γέμισε η καρδιά του από εσπλαχνία και περηφάνεια — — απ’ την εσπλαχνία και την περηφάνεια του αρσενικού του ζώου — για τα όσα υπόφερνε απ’ αυτόν το γλυκό κορίτσι. Και συλλογίστηκε μες την τίμια και περήφανη καρδιά του πως δεν έστεκε ναδικήση παραπέρα το πλάσμα που του παραδόθηκε όλο για γυναίκα του, χωρίς νάν' αυτός ο αληθινός της άντρας. Ηρθε κ’ η θεια Ελέγκω και του μίλησε του Νίκου στα σοβαρά, γιατί δε βαστιόταν πια το πράμα απ’ τα λόγια του κόσμου:

— Μια που θα το κάμης, παιδί μου — γιατ’ είσαι τίμιος άντρας, αυτό δα το ξέρο — κάμε το! πριν να πάρη δρόμο. . και γίνη ρεζίλι το κορίτσι. . .

Είχε βαρεθή σταλήθεια κι ο Νίκος τις ατέλειωτες κουσκουσουριές που του χαλνούσαν την υπόληψη στη γειτονιά και των φίλων του τα αιώνια πειράγματα κι αστεία. . και ταποφάσισε.

Βγήκε η άδεια για το γάμο με κάποια συρταφέρτα όμως για το λίγον καιρό πούχε περάσει απ’ τη θανή της Βεργινίας: τα φρόντισε όλα, με το μέσο ενός διάκου που γνώριζε στη Μητρόπολη, ο Περικλής ο χοντρέλης, που τάχε χαλασμένα τώρα κι αυτός με το Μίμη κ’ ήθελε και καλά και σώνει να γίνη αυτός κουμπάρος.

Έλαμψε πάλι για λίγον καιρό το φεγγάρι — το λυπημένο πάντα — στον ουρανό της Λιόλιας: έβλεπε γύρω της πάλι γλυκό φως ασημένιο και γλαυκό — όσο δεν τα σήκωνε τα μάτια της στον ουρανό της ψυχής της· μα μόλις που τα σήκωσε κι αγνάντεψε το φεγγάρι, ήτον η Βεργινία που την κύτταζε. . .

Είπε ο Νίκος με τον Περικλή να κάμουν τη στεφάνωση κάτω στην Καλλιθέα, στην εκκλησίτσα της Άγια-Σωτήρας πάνω στο βουναλάκι, για πιο ρομάντζα. Μα η Λιόλια δε θέλησε με κανέναν τρόπο: την έπιασαν τα κλάματα με νευρικά ξεφωνητά και λιγοθυμιές που είδαν κ’ έπαθαν ως που να την ησυχάσουν: (Αχ, εκεί δεν είχαν πάει; — στο βουναλάκι απάνω, με το Νίκο ντροπιασμένοι, τότε που τους πλάνεψε το φεγγάρι — εκείνην τη φριχτή βραδιά; εκεί δεν ήτον η Βεργινία, κρυμμένη πίσω απ’ την εκκλησίτσα, μέσα στο φεγγάρι;). . .

Τους πήρε λοιπόν ένα πρωί ο Περικλής, χωρίς να πη που θα τους πάη, λέγοντας τους μόνο κάθε τόσο, εκεί που πηγαίνανε με το τραμ των Πατησιών: «Θα δήτε! θα δήτε σε τι όμορφο μέρος που θα σας πάω — θα μου πήτε και μπράβο! . . τάχω όλα έτοιμα!». . και τους πήγε, μαζί με τη θεια Ελέγκω και το Ντίνο, έξω στην Κυψέλη, πέρ' απ’ το ρέμα που περνάει πίσω απ’ τη Σχολή των Ευελπίδων και το Ιππικό. Εκεί παραόξω, που μόλις κάνουν πως αρχίζουν τα Τουρκοβούνια, απάνω σ’ ένα λόφο ολοστρόγγυλο κι ανοιχτόν απ' όλες τις μεριές, όλο θυμάρι και βοτάνια του βουνού, άσπριζε μιαν εκκλησίτσα εξοχική, με τη μάντρα της και το καμπαναριό της σα μοναστηράκι: λες και τους γλυκοκαρτερούσε να παν, καθώς ανέβαιναν απ' το Πολύγωνο τον άσπρο δρόμο της Σχολής και μέσ’ απ’ τα τρόχαλα της ρεματιάς. . . Άφησε ο Περικλής το κουτί με τα στέφανα και τις λαμπάδες μέσα στο χαρτί στη φύλαξη του εκκλησιάρη κ’ έτρεξε, να ειδοποιήση τον παππά που καθόταν εκεί κοντά, πίσω απ’ το Εφηβείο και που τούχε μιλήσει με σύσταση απ’ το διάκο. Μα δεν είχε ακόμα κατεβή απ’ το βουνάκι και του φώναξε ο Νίκος με τον Ντίνο να σταθή ναρθούν μαζί του. . . Ως που να γυρίσουν, καθήσαν οι γυναίκες στο προαύλιο απάνω σε κάτι παλιές κολώνες μαρμαρένιες, πλαγιασμένες χάμω, απ’ τον παλιό καιρό πούτον ο νάρθηξ όλο κι από τέτοιες, καθώς τους είπε ο εκκλησιάρης. Η Κερά Ελέγκω είχε φουσκώσει απ’ το καμάρι της για τη χαρά της αγαπημένης της της Λιόλιας, απ’ τον ανήφορο, απ’ την κάψα: ήτονε Γιούλιος μήνας και φύλλο δεν κουνιόταν. . . Εδώ πάνω στον ήσκιο της εκκλησιάς έκανε λίγη πρωινή δροσιά. Μα κάτω τα περιβόλια των Πατησιών ως τον Πύργο της Βασιλίσσης και τους κάμπους πέρα του Μενιδιού, παραδώθε τα Σεπόλια κ’ η Κολοκυθού, ο ελαιώνας κι ολόγυρα τα βουνά του Δαφνιού τα κοκκινοχώματα κι ο Πάρνης που τραβάει την ψυχή στα ψηλώματά του και στις βελουδόμαβιες κλεισούρες όλα ε1χαν αρχίσει να ψήνωνται στον ήλιο. . κ’ η Αθήνα που ξεχειλούσε με τα μύρια της τα σπίτια πίσω απ’ τον Άη-Γιώργη και τα νταμάρια, λες και τάπερνε όλα σβάρνα, είχε απάνω της ένα βαρύ πάπλωμα από αχνόν κιτρινοκόκκινο που κάποτε-κάποτε κάνανε φτερά σαν πουλάκια κάτι πνιγμένοι ήχοι ως εδώ έξω. . κ΄έβγαζε απομέσα της η Ακρόπολις, χρυσοφιλημένη απ’ τον ήλιο, και γλαυκοφέγγριζε η θάλασσα πέρα κάτω με τα μαύρα κατάρτια του Πειραιώς σαν τσίνουρα στο μάτι της και με την αέρινη την Αίγινα, ψηλά στον ουρανό, σαν όνειρο. . .

Σηκώθηκαν τώρα, η θεια Ελέγκω με τη Λιόλια, να πάνε νανασπαστούνε στην εκκλησιά. Μα δεν είχε εικόνες: ήτον όλη ασβεστωμένη! — μόνο στο τέμπλο το ξύλινο που στέκονταν πάνω απ’ την Ωραία Πύλη δύο άγγελοι σκαλιστοί, μαυρειδεροί, καμμιά φορά χρυσωμένοι, ήταν ένας Άρχων Γαβριήλ κ’ ένας Άι-Γιάννης ο Πρόδρομος μ’ ένα καντηλάκι αναμμένο ο καθένας μπροστά του. Κρύωσε η ψυχή της Λιόλιας εκεί που πατούσε στις πλάκες τις ηχερές, σαν είδε την εκκλησιά έτσι γυμνή, σαβανωμένη μες το σεντόνι του ασβέστη. Γύρισε κ’ η Κερά Ελέγκω, πούχε το λόγο πάντα στα χείλη, κ’ είπε του εκκλησιάρη:

— Δε μου λες πατέρα; χάθηκε κανένας χριστιανός να βάλη να ζουγραφίσουνε λιγάκι τους τοίχους, να φτειάξη καμμιάν εικόνα, νάχη ο κόσμος νανασπάζεται, να φέρνη κι από κανένα τάξιμο;