Σκαραβαίοι και Τερρακότες
Συγγραφέας:
Η Ζουχραέ


Αλλοι στὴν κοσμολόγητη τὴ Ζουχραὲ τσιγγάνα!
ἐγώ ’μαι ’γώ; ποῦ μιὰ βραδιὰ μὲς σ’ ἅγιο μοναστήρι
μὲ λιβανίζαν μὲ χρυσὸ παπάδες θυμιατήρι
μπρὸς στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, μπρὸς στοῦ Χριστοῦ τὴ μάννα;

Κλείσετε μάτια μάργελα, σβυστῆτε μάτια πλάνα,
ποῦ στὴν ὑγειά σας ἔπινε ἀπ’ τ’ ἅγιο τὸ ποτήρι
ὁ γούμενος, καὶ τὸ χορὸ σηκόνονταν νὰ σύρῃ
κι ὅταν ἀκόμα ἐσήμαινεν ἡ αὐγινὴ καμπάνα.

Τώρα… μὲ κράζουν τὰ μωρὰ γρηὰ καλαμοβύζω
ὅταν στοὺς δρόμους σὰ σκυλὶ νὰ βρῶ τροφὴ γυρίζω,
γιατὶ τὰ χνῶτα μου βρωμοῦν σὰν τῆς ταφῆς τὸ χῶμα.

Πρῶτα… βαμμένα μὲ κηνᾶ τὰ ὡραῖα μου δαχτύλια,
τώρα, στὸ κρύο μελανά, κι ἀπὸ συνήθεια ἀκόμα
κρούσταλλα, ξύλα, τὰ χτυπῶ σὰν καρυδένια ζίλλια!