Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1890
Συγγραφέας:
Ἡ εὐτυχία


H EYTYXIA

ΠΡΙΝ κατακλιθῇ ἡ Ἀγγελική ἤνοιξε τὸ παράθυρόν της καὶ ἐστάθη πρὸ αὐτοῦ. Ἔκαμε πολὺ νυκτέρι ἀπόψε· τὸ κέντημά της εἶχεν ἀρκετὰ προχωρήσει καὶ ἔπρεπε πλέον ν’ ἀναπαυθῇ.

Ἤνοιξε τὸ παράθυρόν της καὶ ἔβλεπε τριγύρω καὶ μακράν· ὁ Μάϊος ἐσκόρπιζε τὰς γλυκυτέρας εὐωδίας του, ἡ σελήνη ἠργύρου τὴν σιωπὴν τῆς νυκτὸς καὶ τὸ κελάδημα τῆς ἀηδόνος ἐνανούριζε τὸν ὕπνον τῶν ἀνθέων.

Αἴφνης λεπτοτάτη αὔρα ἐθώπευσε τὰ φύλλα τῆς λεύκης καὶ εἰς τὴν δρόσον τῆς πνοῆς της ἐρρίγησεν ἡ Ἀγγελική· ἔκλεισε τὸ παράθυρον, ἐξεδύθη καὶ ἔσβυσε τὴν λάμπαν της διὰ νὰ κοιμηθῇ.

Έλαφρὸς ἀλλ’ ὀχληρὸς θροῦς πτερυγίσματος ἤρχισε νὰ διατρέχῃ τὸ δωμάτιόν της. Τί ἦτο πάλιν αὐτό; Ἤναψε τὴν λάμπαν της· μία χρυσαλλὶς ἐπωφεληθεῖσα ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα τοῦ παραθύρου εἶχεν εἰσέλθει ἀπαρατήρητος εἰς τὸ δωμάτιον. Οὔφ! ἔπρεπε νὰ σηκωθῇ, ν’ ἀνοίξῃ πάλιν τὸ παράθυρον, νὰ κυνηγήσῃ γυμνὴ τὴν ἀδιάκριτον ἐκείνην ἐπισκέπτριαν καὶ νὰ τὴν ἀναγκάσῃ νὰ φύγῃ, διότι ἄλλως δὲν θὰ τὴν ἄφινε νὰ κοιμηθῇ. Καὶ πρὶν ἀκόμη τελειώσῃ τὴν σκέψιν της αὐτὴν ἤγειρε τὴν κεφαλήν της, ἑτοίμη νὰ πεταχθῇ ἀπὸ τὴν κλίνην. Ἡ χρυσαλλὶς τὴν εἶδε καὶ ἐνόησε τὸ κίνημά της.

— Μὴ μὲ διώχνῃς, χρυσῆ μου κόρη, τῆς εἶπε· κάνει ψύχρα ’ςτὸ περιβόλι κ’ ἐγὼ εἶμαι πολὺ ἀδύνατη· ἄφησέ με ἀπόψε νὰ κοιμηθῶ μαζῆ σου.

Ἡ Ἀγγελικὴ ἐφοβήθη, διότι πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν της ἤκουε τὰς χρυσαλλίδας νὰ ὁμιλοῦν· ἤνοιξε τοὺς μεγάλους ὀφθαλμούς της καὶ τὴν ἔβλεπεν ἔντρομος· ἡ φωνή της εἶχε κοπῇ καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ φωνάξῃ τὴν μαμάν της εἰς βοήθειαν. Τότε ἐπτερύγισε πάλιν ἡ χρυσαλλὶς καὶ τὴν ἐπλησίασεν ἀλλ’ ἐνῷ ἡ Ἀγγελικὴ τὴν ἔβλεπε μετὰ τρόμου, ἡ χρυσαλλὶς ὀλίγον κατ’ ὀλίγον μετεμορφοῦτο εἰς ὡραίαν νύμφην μὲ τὴν ξανθὴν κόμην της ἐξηπλωμένην ἕως εἰς τὰς πτέρνας τῶν ποδῶν της, μὲ τοὺς λευκούς της βραχίονας, γυμνοὺς καὶ μακροὺς ὡς λαιμοὺς κύκνων, μὲ τοὺς τορνευτοὺς πόδας της, μὲ τὰ ἡμίγυμνα καὶ κατάλευκα στήθη της, μὲ τὰ χείλη της τὰ ῥόδινα καὶ μὲ τοὺς ὡραίους της ὀφθαλμούς.

— Μὴ μὲ φοβεῖσαι, ὡραῖο μου κορίτσι, μὴ μὲ φοβεῖσαι· ἐπερνοῦσα ἀπὸ τὸ παράθυρό σου καὶ σὲ εἶδα σκυμμένη ’ςτὸ κέντημά σου καὶ μοῦ ἤρεσες πολύ: ἄχ! εἶπα τί γλυκειαίς στιγμαὶς θὰ ἐπερνοῦσα μαζῆ της! καὶ ἐπερίμενα μιὰν ὥρα ἀπ’ ἔξω. Ἐγὼ ὀνομάζομαι Εὐτυχία, ἐσὺ πῶς ὀνομάζεσαι;

— Εὐτυχία;.. ἐγὼ ὀνομάζομαι Ἀγγελική. Ἀλλά… τί ἦλθες νὰ κάνῃς ’ς τὴν κάμαρά μου;

— Ἄχ! εἶμαι πολὺ κουρασμένη, γιατὶ τρέχω αἰωνίως· ὅλος ὁ κόσμος μὲ κυνηγᾷ καὶ δὲν εὑρίσκω πουθενὰ ἡσυχία. Ἄφησέ με, Ἀγγελικὴ μου, νὰ ξεκουρασθῶ ’λίγο κοντά σου καὶ ζήτησέ μου μιὰ χάρι· εἰπέ μου τί ἐπιθυμεῖς ’ς τὸν κόσμο.

Ἡ Ἀγγελικὴ τὴν ἔβλεπε σιωπῶσα καὶ ἐπὶ τῆς μορφῆς της ἐξηπλοῦτο ἐλαφρὸν ἐρύθημα αἰδοῦς· ἤθελε κἄτι νὰ εἴπῃ, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμα.

— Πῶς; δὲν ἔχεις λοιπὸν καμμιὰν ἐπιθυμία; εἶνε δυνατὸν μιὰ κόρη ὡραία ὡσὰν ἐσὲ νὰ μὴν ἔχῃ κἀνένα μυστικό;

— Ναί, εἶπεν ἐπὶ τέλους ἡ Ἀγγελική, ἀγαπῶ μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά, ἀλλὰ εἶμαι πτωχὴ, δὲν ἔχω προῖκα.

— Καὶ αὐτός;

— Αὐτὸς μ’ ἀγαπᾷ ὅπως καὶ ἐγώ, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς εἶνε πτωχός· ὅσα κερδίζει ἀπὸ τὴν ἐργασία του δὲν εἶνε ἀρκετὰ καὶ ἡ μαμά μου δὲν θέλει νὰ γίνω γυναῖκα του.

Καὶ ἤρχισε νὰ κλαίῃ ἡ Ἀγγελική.

Ἡ Εὐτυχία τὴν ἐλυπήθη, τὴν ἐλυπήθη κατάκαρδα· ἐπλησίασεν εἰς τὸ προσκέφαλόν της, ἔσκυψε τὴν κεφαλήν της καὶ ἐκόλλησε τὰ χείλη της εἰς τὰ χείλη τῆς Ἀγγελικῆς.

Ὤ! τί φίλημα, τί φίλημα ἦτο ἐκεῖνο! Γλυκύτατον ῥῖγος ἡδονῆς διέρρευσεν ὅλα τὰ μέλη της, τὰ βλέφαρά της βεβαρυμένα ἐκάλυψαν τοὺς ὀφθαλμούς της, αἰ χεῖρές της ἄτονοι κατέπεσαν ἐπὶ τῶν γονάτων της, ἡ πνοή της ἔτρεμε. Καὶ ἰδοὺ καπνὸς γλυκυτάτης εὐωδίας ἡπλώθη εἰς τὸ δωμάτιον· τοῦ καπνοῦ ἐκείνου τὰ μὲν ἄκρα ἦσαν λευκὰ ὡς ἡ χιών, τὸ δὲ μέσον ῥόδινον ὡς τὰ χείλη τῆς Εὐτυχίας. Νάρκη ἤρχισε νὰ καταλαμβάνῃ τὴν ψυχὴν τῆς Ἀγγελικῆς. Συγχρόνως ἐλαφρότατοι ἦχοι μουσικῆς, μόλις ἀκουόμενοι, ἐξήρχοντο ἀπὸ τοῦ νέφους ἐκείνου τῆς εὐωδίας. Ἐνόμιζέ τις ὅτι ἔβλεπε καὶ ὄχι ὅτι ἤκουε τοὺς χρωματισμοὺς τῆς μουσικῆς ἐκείνης· εἷς τόνος, ἐρχόμενος κατ’ εὐθείαν, εἶχε τὸ χρῶμα τοῦ μενεξέ, ἄλλος τὸ χρῶμα τοῦ ῥόδου, ἄλλος τὸ χρῶμα τῆς λευκῆς ἀνεμώνης, ἄλλος τὸ χρῶμα τῶν χρυσανθέμων, τὰ ὁποῖα στολίζουν τοὺς ἀγρούς. Ὅταν οἱ μουσικοί ἐκεῖνοι τόνοι ἐπλησίαζον εἰς τὸ οὖς της ἐνόμιζεν ὅτι ἤγγιζε τεμάχιον βελούδου ἢ τὸν χνοῦν μελίσσης.

Αἰ δυνάμεις της τὴν ἐγκατέλειπον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, οἱ χεῖρες της ἦσαν ἀδρανεῖς, οἱ πόδες της ἐξετείνοντο ὡς πόδες νεκροῦ, τὰ ἄκρα τῶν δακτύλων της ἦσαν ψυχρά· οἱ ὀφθαλμοί της ἐκλείσθησαν ἐπισφραγισθέντες διὰ τῶν μεταξωτῶν βλεφαρίδων της, ἐνῷ τὰ χείλη της ἡμιάνοικτα κατέπιον ἀπλήστως τὸ φίλημα τῆς Εὐτυχίας.

Οὐδὲ πνοὴ ἠκούετο εἰς τὸ δωμάτιον.

Αἴφνης ἤνοιξεν ἡ θύρα καὶ εἰσῆλθεν Ἐκεῖνος, ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἠγάπα. Ἦτο ὑπέρ ποτε ὡραῖος, γλυκύς, εὐγενὴς ὡς πρίγκηψ· ἐπὶ τῆς ὠχρᾶς ἀπὸ τὴν συγκίνησιν μορφῆς του ἤστραπτον οἱ ξανθοὶ καὶ μακροὶ μύστακές του καὶ ὑπὸ τὴν μαύρην ἐνδυμασίαν του, ἐνδυμασίαν χοροῦ ἢ γάμου, τὸ ἀνάστημά του ἐφαίνετο λιγυρότερον καὶ κομψότερον. Μὲ σταθερὰ βήματα καὶ μὲ μειδίαμα ὑπερτάτης εὐδαιμονίας ἐπλησίασεν εἰς τὴν κλίνην τῆς Ἀγγελικῆς.

Ἐκείνη ἐξέβαλε κραυγὴν χαρᾶς καὶ αἰδοῦς· οἱ ὀφθαλμοί της ἤστραψαν ἀπὸ χαρὰν καὶ αἱ παρειαί της ἠρυθρίασαν ἀπὸ ἐντροπήν. Ἔφερε τὰς χεῖρας ἐπὶ τοῦ στήθους της προσπαθοῦσα ν’ ἀνυψώση τὴν δαντέλαν τοῦ ὑποκαμίσου της μέχρι σχεδὸν τοῦ λαιμοῦ της· ἀλλ’ ἐν τῷ ἅμα, χωρίς κἂν καὶ ἡ ἰδία νὰ τὸ σκεφθῇ, ἐξέτεινε τοὺς βραχίονας διὰ νὰ ἐναγκαλισθῇ Ἐκεῖνον, ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἠγάπα. Ἐπὶ τῶν χειλέων της ἐπτερύγισε πρὸς στιγμὴν ἓν ῥόδινον φίλημα, τὸ ὁποῖον ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴν φωλεάν του, τὴν καρδίαν της.

Ἐκεῖνος ἐπλησίασεν ἀκόμη, ἐπλησίασεν ἕως εἰς τὸ προσκέφαλόν της· τὴν ἔλαβεν ἀπὸ τῆς χειρὸς καὶ μὲ φωνὴν ἠχηρὰν, φωνὴν ἀπαστράπτουσαν ὡς ὁ ἄργυρος, της εἶπεν:

— Ἔλα, σήκω, Ἀγγελική, σήκω νὰ πᾶμε πλέον· οἱ προσκεκλημένοι μᾶς περιμένουν τόσην ὥραν εἰς τὸ παλάτι μου, οἱ πολυέλαιοι εἶναι ὅλοι ἀναμμένοι, ὅλα εἶνε ἕτοιμα καὶ τὰ στεφάνια ἀκόμη· τίποτε πλέον δὲν λείπει· σήκω, πᾶμε, Ἀγγελική.

Ὁλόκληρον τὸ σῶμα τῆς Ἀγγελικῆς εἶχε μεταβληθῆ εἰς ἓν μεγάλον, μεγάλον μειδίαμα, εἰς μίαν λάμψιν, εἰς μίαν εὐωδίαν. Διὰ μιᾶς ἀνετινάχθη ἀπὸ τὴν κλίνην της καὶ οὕτως ὡς ἦτο γυμνὴ καὶ ἀνυπόδητος ἐρρίφθη σύσσωμος εἰς τὰς ἀγκάλας του· οὔτε ἐπῆρε τίποτε μαζῆ της, οὔτε ἐσκέφθη νὰ φορέση τὰ ὑποδύματά της, οὔτε κἂν τὰς περικνημίδας της.

Ἐκεῖνος τὴν ἔφερεν εἰς τὰς ἀγκάλας του ἀπαράλλακτα ὅπως φέρει ἡ μήτηρ τὸ βρέφος της, καὶ τὴν ἔσφιγγε καὶ τὴν ἐφίλει, ἐνῷ ἡ Ἀγγελική περιέζωνε μὲ τοὺς βραχίονάς της τὸν τράχηλόν του, ὄχι διὰ νὰ στηριχθῇ, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀφεθῇ ἐντελέστερον, διὰ νὰ δοθῇ πλειότερσν εἰς αὐτόν.

Κατῆλθον οὕτω τὴν κλίμακα καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν κῆπον. Ἡ Αὐγὴ εἶχεν ἤδη ἐξυπνήσει, εἶχε φορέσει τὰ ῥόδινά της ἐνδύματα διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν γῆν. Ὁ οὐρανὸς ἦτο γαλακτόχρους, οἱ ἐναπομείναντες ἐκ τῶν ἀστέρων ἔτρεμον ἐν ἐρωτικῇ συγκινήσει πρὸ τῆς θέας τῆς Αὐγῆς καὶ οἱ κορυδαλοὶ ἐτόνιζον τὰ πρῶτα ἄσματά των.

Ἐκεῖνος γεμάτος ἀπὸ χαρὰν διὰ τὸν θησαυρόν, τὸν ὁποῖον ἔφερεν εἰς τὰς ἀγκάλας του, ἐβάδιζε ταχέως, σχεδὸν ἔτρεχε, διὰ νὰ φθάσῃ μίαν ὥραν ἀρχίτερα ἐκεῖ ὅπου τοὺς ἀνέμενεν ἡ πραγματοποίησις τῶν ὀνείρων καὶ τῶν πόθων των: τὰ στέφανα τοῦ γάμου. Διῆλθε τὸ μικρὸν μονοπάτι, τὸ ὁποῖον ἐχώριζε τὰς πρασιὰς καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ εὐῶδες ἐκεῖνο διαμέρισμα τοῦ κήπου, ὅπου ἦσαν ἄπειρα τὰ ἄνθη, μικρὰ καὶ μεγάλα, κόκκινα, κίτρινα, λευκά, ἰόχροα, ρόδινα, παντὸς εἴδους, πάσης εὐωδίας. Ἐκεῖ ἐκάθησεν ὀλίγον καὶ ἔσκυψε καὶ ἐφίλησεν εἰς τὰ χείλη τὴν Ἀγγελικὴν καὶ τὸν ἐφίλησε καὶ ἐκείνη· ἔπειτα περιέπλεξε τὰ δάκτυλά του εἰς τὴν λυτὴν κόμην της καὶ τὴν ἔβλεπεν εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς μὲ ἓν μεγάλον, ἀτελείωτον, ἀχόρταστον βλέμμα. Ἡ χαρὰ ἐξεχείλιζεν ἐντός των καὶ ἑχύνετο ἀπὸ τὰ χείλη των μὲ ἓν μειδίαμα, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζον ὅτι δὲν εἶχεν οὔτε ἀρχὴν οὔτε τέλος.

— Εἶσαι γυμνή, Ἀγγελική μου, δὲν κρυόνεις;

— Ὄχι, ὄχι, ὄχι!

Καὶ τὸν ἐφίλει καὶ τὴν ἐφίλει. Αἴφνης ἐλαφρὸς ψιθυρισμὸς ἐπέσυρε τὴν προσοχήν των· ἦσαν τὰ ἄνθη, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐξυπνήσει ἐκείνην τὴν στιγμὴν καὶ διηγοῦντο μεταξύ των τὰ ὄνειρά των.

— Ἀπόψε εἶδα ’ςτὸν ὕπνο μου, ἔλεγεν ἓν ῥόδον, πῶς ’σὰν νὰ ἐστέρεψε τὸ ῥυάκι ποῦ τρέχει κοντὰ ’στὴ ῥίζα μου κ’ ἔγυραν τὰ φύλλα μου μαραμένα κατὰ τὸ χῶμα· κ’ ἐπονοῦσα, κ’ ἐπονοῦσα τόσο πολύ! καὶ τ’ ἄστρα ’σὰν νὰ μ’ ἐλυπήθηκαν καὶ ἔκλαψαν μαζῆ μου καὶ τὰ δάκρυά των μ’ ἐπότισαν καὶ ἀνέζησα πάλι.

— Ἦταν ἡ δροσιὰ τῆς νύκτας, τοῦ ἀπήντησεν εἷς κρῖνος· ὅμως ἐγὼ εἶδα ἕνα πολὺ παράξενο ὄνειρο· μοῦ ’φάνηκε πῶς ἡ πεταλούδα ὅπου ἀγαπῶ ἦλθε κοντά μου νὰ γλυκαθῇ καὶ ἀφοῦ μ’ ἐφίλησε καὶ ’πῆρε καὶ τὸ μέλι μου καὶ ’πέταξε γιὰ νὰ φύγῃ, ἐμένα μὲ ’πῆρε τὸ παράπονο ποῦ μ’ ἄφινε ἔτσι μονάχο καὶ ἔρημο· τότε ἐκείνη μ’ ἐλυπήθη καὶ μοῦ ἔδωκε φτερὰ καὶ μ’ ἔκανε νὰ πετάξω μαζῆ της. Ἔτσι πετῶντας ἐφθάσαμε μέσα ’ςτῆς Ἡλιογέννητης τὰ φωτερὰ παλάτια. Ἐκεῖ ἦταν ’ξαπλωμένη μιὰ πεντάμορφη κόρη, ξανθὴ σὰν τὸν ἥλιο καὶ πειὸ λευκὴ ἀπὸ μένα. Τὸ στρῶμα της ἦτον πουπουλένιο καὶ τὸ σεντόνι της ἦτον καμωμένο ἀπὸ φιλιά, κολλημένα τὧνα μαζῆ μὲ τ’ ἄλλο. Ἡ κόρη μ’ ἐπῆρε ’στὸ χέρι της καὶ μ’ ἐμύρισε, κ’ ἐγώ… ἐξεψύχησα ἀπάνω ’ςτὰ δροσερά της στήθη.

— Τ’ ὄνειρό σου εἶνε πολὺ κακὸ, εἶπε μία λευκὴ μαργαρίτα· μιὰ εὔμορφη κοπέλα θὰ σὲ κόψη σήμερα καὶ θὰ μαραθῇς ’ςτὸ πλάϊ της.

Ὁ κρῖνος ἀνεστέναξε καὶ ἡ δρόσος του ἐστάλλαξεν ὡς δάκρυα ἐπάνω εἰς τὰ βελούδινα φύλλα ἑνὸς χόρτου. Οὕτω τὰ ἄνθη διηγούμενα τὰ ὄνειρά των ἐσκόρπιζον τόσην εὐωδίαν, ὥστε ἡ λεπτὴ τῆς πρωΐας αὔρα διερχομένη ἀπ’ ἐκεῖ ἐλιποθύμησε καὶ ἐξηπλώθη εἰς τὰ πυκνὰ φυλλώματα μιᾶς λεύκης διὰ ν’ ἀναστενάξῃ μὲ περισσοτέραν ἄνεσιν.

Ἡ Ἀγγελικὴ ἐμειδίασε.

— Θὰ τὸν ἔκοβα ἐγὼ ἂν δὲν ἔλεγεν ἡ μαργαρίτα ὅτι θὰ τὸν κόψῃ μία εὔμορφη κοπέλα.

— Καὶ ποιὰ εἶνε εὐμορφότερη ἀπὸ σένα; εἶπεν Ἐκεῖνος καὶ ἔκοψε τὸν λευκὸν κρῖνον καὶ τὸν ἔρριψεν ἐντὸς τοῦ λευκοτέρου ὑποκαμίσου της διὰ νὰ συντροφεύση τοὺς δύο ῥοδίνους κάλυκας τῶν ἁβρῶν στηθῶν της. Εἶτα ἐβάδισε καὶ πάλιν, φέρων εἰς τὰς ἀγκάλας του τὸ πολύτιμόν του φορτίον· διῆλθε τὸν στενὸν δρομίσκον, τὸν διαιροῦντα εἰς δύο τὸν κῆπον, ἔφθασεν εἰς τὴν κιγκλιδωτὴν μικρὰν θύραν, τὴν ἤνοιξε καὶ ἐξῆλθεν.

Ἡ Αὐγὴ ἐρροδοφώτιζε τὴν ἐκτεταμένην πέριξ πεδιάδα, οἱ γρύλλοι ἐμουρμούριζον καὶ ἐφλυάρουν κεκρυμμένοι ὑπὸ τὰ δροσολουσμένα φυλλώματα τῶν βάτων καὶ ὁ ψυχρὰς ἀὴρ τῆς χαραυγῆς ἔκαμπτε τοὺς εὐθεῖς καὶ λιγυροὺς καλαμῶνας.

— Κρυόνεις, χρυσῆ μου ἀγάπη· εἶσαι γυμνὴ καὶ τ’ ἀγεράκι δὲν χορατεύει.

— Ὄχι, ὄχι· πᾶμε γρήγωρα, τρέχα ὅσον εἰμπορεῖς. Καὶ ὅμως ἐλησμόνησα νὰ τὸ ’πῶ τῆς μαμᾶς μου.

— Ἡ μαμά σου θὰ εἶνε στὸ παλάτι μου καὶ θὰ μᾶς περιμένῃ· σοῦ εἶπα πῶς ὅλα εἶνε ἕτοιμα, ὅλα, ὅλα, καὶ τὰ στέφανα ἀκόμη.

Καὶ ἐβάδιζε πάντοτε Ἐκεῖνος καὶ τὴν ἔσφιγγεν εἰς τὰς ἀγκάλας του καὶ τὴν ἐφίλει σφικτά, σφικτά.

Ἐπὶ τέλους εἰς τὴν ἄκραν τοῦ δρόμου ἐφάνη ὁ πύργος του ὑψηλός, μεγάλος, πνιγμένος εἰς τὸ ἄπλετον φῶς τῶν ἀνοικτῶν του παραθύρων, ὁπόθεν ἐξήρχοντο οἱ μουσικοὶ τόνοι τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἐπαιάνιζον εἰς ὅλας τοῦ πύργου τὰς αἰθούσας.

Πλῆθος ῥοδοδαφνῶν ἐστόλιζε τοὺς πόδας τοῦ πύργου καὶ τοὺς ἔλουε ἀβαθὲς ῥυάκιον, τὸ ὁποῖον ἐχάνετο παρὰ κάτω καὶ ὕστερον πάλιν ἀνεφαίνετο παρὰ τὸν ἀεικίνητον μῦλον· τὸν μῦλον, ὅστις ἀλέθει τὸν σῖτον τοῦ πύργου.

Ἐβάδισεν ἀκόμη ὀλίγον, ἐβάδισεν ὀλίγα βήματα ἀκόμη καὶ ἰδοὺ ἡ θύρα τοῦ πύργου ἠνοίχθη καθ’ ὅλον αὐτῆς τὸ πλάτος καὶ ὑπηρέται ἀναρίθμητοι καὶ ἄλλοι τόσοι προσκεκλημένοι μὲ μειδιάματα, μὲ γέλωτας, μὲ κραυγὰς χαρᾶς τοὺς ὑπεδέχθησαν διὰ νὰ τοὺς μεταφέρουν εἰς τὴν αἴθουσαν, ὅπου οἱ ἱερεῖς ἀνέμενον νὰ τελέσουν τὸ μυστήριον τοῦ γάμου.

Αἴφνης… ἐξύπνησεν ἡ Ἀγγελική! Τὸ τελάρον της μὲ τὸν μισοκεντημένον καμβᾶν ἦτο εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν ὅπου τὸ εἶχεν ἀφήσει ἀφ’ ἑσπέρας, καὶ ἡ χρυσαλλίς, ἀποκαμοῦσα νὰ πετᾷ ὅλην τὴν νύκτα ἀπὸ τοῦ ἑνὸς τοίχου εἰς τὸν ἄλλον, ἐκάθητο εἰς μίαν γωνίαν μὲ μαζευμένας τὰς πτέρυγάς της. Ἡ Ἀγγελικὴ ἦτο μόνη εἰς τὸ δωμάτιον. Ἔφερε τὰς χεῖρας της εἰς τοὺς ὀφθαλμούς της καὶ ἐσπόγγισε τὰ θερμότερα δάκρυα τῆς ζωῆς της, καὶ μὲ βαθὺν στεναγμὸν ἐψιθύρισε μόλις ἀκουσθεῖσα: ἡ εὐτυχία εἶνε ὄνειρον.

Ἐν Παρισίοις, Μάϊος 1889.

Ἰωάννης Πολέμης.