Άνοιγμα κυρίου μενού

Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1889/Ιστορικαί σημειώσεις περί αυτοκτονίας

< Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1889
Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1889
Συγγραφέας: Στέφανος Ξένος
Ἱστορικαὶ σημειώσεις περὶ αὐτοκτονίας


ΙΣΤΟΡΙΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ[1]
ΥΠΟ
ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΞΕΝΟΥ


Στέφανος Ξένος
ΛΟΙΠΟΝ διὰ τὰς περιπετείας τοῦ βίου, ἡ αὐτοκτονία, ἡ αὐτοχειρίασις, ὁ ἑκούσιος θάνατος διὰ τῆς ἰδίας ἡμῶν χειρός, βουλήσεως, ψυχικῆς ὁρμῆς, καρδιαλγοῦς ἀποφάσεως ἢ πνευματικῆς διαταράξεως, εἶνε ὁ νέος ὁρισμὸς τῶν Ἀθηνῶν, ὁ νέος συρμὸς ὁ συνοδευόμενος μετὰ τοῦ θορύβου καὶ τῆς ἐκπλήξεως, μετὰ μιᾶς ἐφημέρου γενικῆς συμπαθείας, μετὰ μιᾶς πομπώδους κηδείας, παρακολουθούμενος φεῦ! ὑπὸ τῆς τελείας λήθης ἢ τῆς πλειονοψηφοῦς περιφρονήσεως.

Ἄλλοτε ηὐτοκτόνησαν ὁ στρατηγὸς Λόντος, ὁ Μιαούλης, ὁ Μπουντούρης, ὁ Γεώργιος Ἀγγελόπουλος, ἀνεψιὸς τοῦ πρωτομάρτυρος τοῦ ἀγῶνος Πατριάρχου Γρηγορίου καὶ τόσοι ἄλλοι.

Δὲν ἐξετάζω τὴν αἰτίαν τῶν τότε αὐτοκτονιῶν, διότι ἡ τότε ἑλληνικὴ κοινωνία εὑρίσκετο εἰς ὑγιεστέραν κατάστασιν καὶ ὁ νοῦς αὐτῆς ἦτο στερεώτερος καὶ διαυγέστερος. Αἱ τότε ἀδικίαι σπανιώτεραι, τὰ τότε αἴτια τὰ ὠθοῦντα πρὸς τὴν αὐτοκτονίαν ὄχι τόσον πολυπληθῆ, οὔτε ὑπῆρχε τοιαύτη ποικιλία προφάσεων. Ἀλλ’ αἱ σήμερον αὐτοκτονίαι εἶνε ἄξιαι μεγάλης ἐρεύνης, μεγάλης μελέτης, μεγάλης προσοχῆς, διότι ὁσημέραι πολλαπλασιάζονται μεταξὺ ἀνθρώπων κατὰ τὰ φαινόμενα εὐδαιμονούντων καὶ διότι οὕτως ἢ ἄλλως ὀφείλει ἡ κοινωνία νὰ τὰς προλαμβάνῃ, διότι αἱ ἀπελπιστικαὶ αὐτοκτονίαι ἀδύνατον νὰ μὴ φέρωσι πρὸ αὐτῶν ἢ σὺν αὐταῖς ἐπὶ τέλους καὶ τοὺς φόνους ἢ τὰς δολοφονίας τῶν ἀδικούντων, ἢ τῶν αἰτίων τῆς ἀπελπισίας των ἐν κοινωνίᾳ ὅπου τὸ ἄδικον πανταχοῦ βασιλεύει καὶ ἡ δικαιοσύνη διάκειται εἰς ἐντελῆ νεκροφάνειαν.

Δὲν εἶνε ἡ πρώτη φορὰ ὅπου ἠγέρθη εἰς τὸν κόσμον τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ αὐτοκτονία εἶνε ἔκτακτος εὐγενὴς φιλοτιμία, μία ἀληθὴς ἀνδρία ἢ μία ἀνανδρία, ἡ ἐσχάτη κατάπτωσις τῆς ψυχῆς καὶ τὸ ἔσχατον καταφύγιον τῶν δειλῶν καρδιῶν.

Αἱ ἰδέαι διαφέρουσι καὶ αἱ πλεῖσται αὐτοκτονίαι λογικῶς δικαιολογοῦνται.

Ἡ διατάραξις τῶν φρενῶν μένει κατὰ μέρος. Αὕτη ἐν τῇ ψυχολογίᾳ συνήθως θεωρεῖται οἰκογενειακὴ πρόφασις.

Ὁ Πλίνιος λέγει, ὅτι «δέν ὑπάρχει μεγαλειτέρα εὐτυχία εἰς τὀν ἄνθρωπον ἐκείνης, νὰ δύναται νὰ δίδῃ εἰς ἑαυτὸν τὸν θάνατον, ὅταν ἐπιθυμῇ». Ὁ Σενέκας λέγει, «τὸ τραγικὸν εὑρίσκεται παντοῦ, εἶνε δὲ ἓν τῶν θείων ἀγαθῶν νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον τὴν θέλησιν ν’ ἀποθάνῃ ὅταν ἐπιθυμῇ. Παρουσιάζονται χίλιοι διαφορετικοὶ δρόμοι πρὸς αὐτὸν ὅπως ἐξέλθῃ τοῦ κόσμου τούτου». Ἀλλὰ ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος λέγει: «Αἱ χριστιαναὶ οὐδέποτε ἐμιμήθησαν τὴν Λουκρητίαν, δὲν ηὐτοκτόνησαν, δὲν ἡμάρτησαν ἐκδικούμεναι ἐφ’ ἑαυτῶν τὸ ἁμάρτημα τῶν ἄλλων. Ἐπαρκεῖ πρὸς αὐτὰς νὰ διατηρῶσιν ἐντὸς αὐτῶν τὴν δόξαν τῆς ἁγνότητος, τὴν μαρτυρίαν τῆς συνειδήσεώς των καὶ τὸ ἄσπιλον αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ». Καὶ ὅμως ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος εἰς τὸ περὶ αὐτοκτονιῶν, παραδέχεται ἐξαιρέσεις, αἵτινες δὲν εἶνε δυσάρεστοι πρὸς τὸν Θεόν. Ὁ τρόπος δι’ οὗ ηὐτοκτόνησεν ὁ Σαμψών, λέγει, δὲν δυσηρέστησε τὸν Θεόν. Τῆς αὐτῆς ἰδέας εἶνε καὶ ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος διὰ τὴν ἁγίαν Πελαγίαν, ἥτις ἐκρημνίσθη ἐκ τοῦ δωματίου τοῦ οἴκου της καὶ ηὐτοκτόνησεν, ὅπως ἀποφύγῃ τοῦ διοικητοῦ τῆς Ἀντιοχείας τὴν βιαιοπραγίαν. Ἡ μήτηρ καὶ αἱ ἀδελφαί της ἐπίσης θαυμάζονται διότι ηὐτοκτόνησαν ὑπὲρ τοῦ χριστιανισμοῦ.

Ἀλλ’ εὑρίσκομεν τὸ ὕψος τῆς αὐτοκτονίας εἰς ἐκείνην τοῦ Ἰουδαίου Ραζιά. Ἀναγνώσατε τοὺς Μακαβαίους. Ἡ τοῦ Ραζιὰ εἶνε τριπλῆ αὐτοκτονία ἐντός τινων ὡρῶν. Διεπεράσθη διὰ τοῦ ξίφους του· καὶ δὲν ἀπέθανε. Ὅταν ὁ ἐχθρὸς εἰσῆλθεν ἐντὸς τοῦ οἴκου του ὁ Ραζιὰ ἑρπόμενος ἔφθασεν εἰς τὸ παράθυρον καὶ κατώκαρ ἐρρίφη ἐκ τοῦ ὕψους του. Ἐπέζησεν, ἠγέρθη, καὶ ἀνοίγων τὴν κοιλίαν του καὶ ἕλκων τὰ ἔντερά του παρεκάλει τὸν Θεὸν νὰ το ἀποδώσῃ εἰς τὴν δευτέραν παρουσίαν τὸ σῶμά του, τὸ ὁποῖον ἤδη ὑπὲρ αὐτοῦ ἑκουσίως ἐγκατέλειπεν.

Εἰς τοὺς ἀρχαίους Ἀθηναίους ἡ αὐτοκτονία ἐτιμωρεῖτο διὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ταφῆς τοῦ αὐτοκτονοῦντος. Ὁ Πλούταρχος καταδικάζει τὴν αὐτοκτονίαν διὰ τῶν λόγων τοὺς ὁποίους θέτει εἰς τὸ στόμα τοῦ Κλεομένους, ἀγορεύοντος πρὸς τοὺς Λακεδαιμονίους. Ὁ Καῖσαρ ἔλεγεν, ὅτι δὲν εἶνε ἀρετὴ ἀλλὰ ἀδυναμία, τὸ νὰ μὴ δύναταί τις νὰ ὑποφέρῃ τὰ δεινὰ τῆς ζωῆς, προτιμῶν τὸν θάνατον τῆς λύπης. Ὁ Σωκράτης εἰς τὸν Φαίδωνα λέγει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἄνθρωπον νὰ φονεύῃ ἑαυτόν. Ὁ Μονταὶν (Montaigne) λέγει, ὅτι οἱ ἀνανδρότεροι ἀποφεύγουν τὰς καταδρομὰς τῆς τύχης, διὰ τῆς αὐτοκτονίας, μὴ δυνάμενοι νὰ ἀντιμετωπίσουν αὐτὰς καὶ περιγράφει τὴν ἔκλαμπρον προετοιμασίαν τῆς αὐτοκτονίας τοῦ μείρακος αὐτοκράτορος Ἡλιογαβάλου. Ἔκτισε λέγει ὁ ἄνανδρος αὐτοκράτωρ λαμπρὸν πύργον, μὲ πέριξ πλάκας πεποικιλμένας μωσαϊκῶς διὰ πολυτίμων λίθων, ἐφ’ ὧν καταπίπτων κρημνιζόμενος ἐκ τῆς κορυφῆς τοῦ πύργου αὐτοκρατορικῶς νὰ ἀποθάνῃ. Κατεσκεύασε σχοινίον χρυσοῦν, ὅπως δι’ αὐτοῦ αὐτοκρατορικῶς ἀπαγχονισθῇ, καὶ διετήρει τὸ δηλητήριον ἐντὸς πολυτίμου ἀγγείου κεκοσμημένου μὲ τοπάζια καὶ σμαράγδους, ὅπως ἐκλέξῃ τῆς ἀρεσκείας του τὸν θάνατον κατὰ τὴν ἐσχάτην ὥραν του. Δὲν ἐπρόφθασε νὰ αὐτοκτονήσῃ. Οἱ Πρωτεριανοί του τὸν ἐθανάτωσαν καὶ ἔσυρον τὸ σῶμά του εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς Ρώμης.

Ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει διατάραξις τῶν φρενῶν τοῦ σκληροῦ καὶ λαγνοῦ τούτου τυράννου ἐν μιᾷ τοιαύτῃ προετοιμασίᾳ, ὅστις ἀφ’ ἑτέρου ἐξηνάγκασε τοὺς Ρωμαίους νὰ προσκυνήσουν μίαν μαύρην κωνικὴν πέτραν, ὀνομάζων αὐτὴν Θεὰν Χαλγκὰχ-Βαὰλ κτίσας μεγαλοπρεπεῖς ναοὺς πρὸς αὐτήν;

Ὁ Διογένης συναπαντηθεῖς καθ’ ὁδὸν μετὰ τοῦ φιλοσόφου Σπευσίππου, ὅστις ἦτο παραλυτικός, ἠρνήθη νὰ τὸν χαιρετίσῃ, λέγων πρὸς αὐτόν; «Εἶσαι ἀνάξιος, Σπεύσιππε, τοῦ ὀνόματος τοῦ φιλοσόφου, διότι εἶσαι ἄνανδρος νὰ ζῇς ἐν τοιαύτῃ καταστάσει».

Ὁ Τούλιος Μαρκελῖνος, νοσῶν ἐξ ἀσθενείας ἣν οἱ ἰατροὶ ἐθεώρουν ὄχι ἀθεράπευτον ἀλλὰ μακράν, προσεκάλεσε τοὺς φίλους καὶ συγγενεῖς του καὶ διεμοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του. Εἶτα διὰ τρεῖς ἡμέρας ἠρνήθη νὰ λάβῃ οἱουδήποτε εἴδους τροφήν, καὶ οὕτω ηὐτοκτόνησεν ἐξ ἀσιτίας. Ὁ Πλούταρχος λέγει: ὁ αὐτοκράτωρ Ὄθων, ἡττηθεὶς παρὰ τοῦ Βιττέλου καὶ μὴ ἐπιθυμῶν νὰ δώσῃ νέαν μάχην, τὴν ὁποίαν οἱ στρατιῶταί του ἐπιμόνως τοῦ ἐζήτουν, ηὐτοκτόνησεν ὅπως διὰ τοῦ αἵματός του καταπαύσῃ τὸν ἐμφύλιον πόλεμον, οὕτω δὲ μὴ χυθῇ ἐκεῖνο τῶν συμπολιτῶν του. Τὸ αἴσθημα τοῦτο ὑπῆρξε τόσον εὐγενὲς καὶ ὑψηλόν, ὥστε τινὲς τῶν στρατιωτῶν του ηὐτοκτόνησαν πέριξ τῆς πυρᾶς του. Ποῦ εὑρίσκεται τὸ ἄνανδρον τῆς αὐτοκτονίας ἐνταῦθα; Ὁ Τάκιτος λέγει, ὅτι ἡ αὐτοκτονία αὕτη τοῦ αὐτοκράτορος Ὄθωνος εἶνε ἴση πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ θανάτου τοῦ Σωκράτους.

Ἡ Πομπηΐα Παυλίνα, σύζυγος τοῦ Σενέκα, διὰ νὰ συναποθάνῃ μετὰ τοῦ συζύγου της, ἤνοιξε καὶ αὕτη τὰς φλέβας ὅταν καὶ ὁ Σενέκας. Ἡ Σεξτία, σύζυγος τοῦ Αἰμυλίου Σούρου, παρέστησε πρὸς αὐτὸν ὅτι θὰ ἦτο ἀνάξιος τῶν Αἰμυλίων, ἐὰν περιμένῃ νὰ τὸν καταδικάσουν εἰς θάνατον, διὸ καὶ οἱ δύο ηὐτοκτόνησαν. Ἡ Πορκία, θυγάτηρ τοῦ Κάτωνος, πληροφορηθεῖσα τὸν θάνατον τοῦ συζύγου της Βρούτου, ηὐτοκτόνησε καταπίνουσα πεπυρακτωμένην στάκτην, διότι δὲν εἶχεν ἄλλο αὐτοκτονίας μέσον.

Ὁ Τάκιτος λέγει ὅτι ὁ Βαλέριος ὁ Ἀσιατικὸς πρὶν ἀνοίξῃ τὰς φλέβας του, ἐδείπνησε μετ’ εὐθυμίας, μετέβη δὲ καὶ ἐτοποθέτησε μετὰ ταῦτα τὴν πυράν του εἰς κατάλληλον μέρος, ὅπως ὁ καπνὸς αὐτῆς μὴ βλάψῃ τὰ ἐγγὺς δένδρα. Ὁ δὲ Πετρώνιος τοῦ ὁποίου τὴν αὐτοκτονίαν εὑρίσκει ὁ Ὅσιος Ἐβδρημὸνδ τὴν λαμπροτέραν τῆς ἀρχαιότητος, ἀπέθανεν ἀνοίγων καὶ κλείων διὰ πολλὰς ἡμέρας τὰς φλέβας του μετὰ ψυχρᾶς ἀδιαφορίας. Συνδιελέγετο μετὰ τῶν φίλων του ὄχι περὶ σπουδαίων θεμάτων, ὄχι περὶ ἀθανασίας ψυχῆς ἢ φιλοσοφικῶν ἀντικειμένων, ἀλλὰ διασκεδαστικῶν, κωμικῶν καὶ εὐθύμων, ἀνταμείβων ἢ τιμωρῶν τοὺς δούλους του· πότε περιπατῶν καὶ περιδιαβάζων, πότε κοιμώμενος, εἰς τρόπον ὥστε ὁ θάνατος του, μολονότι διδόμενος δι’ αὐτοκτονίας εἶχε τὰς φάσεις τοῦ φυσικοῦ.

Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος ἐπαινεῖ τὴν ἁγίαν Βερενίκην καὶ ἁγίαν Προσδοκίαν, αἵτινες ηὐτοκτόνησαν ὅπως διασώσωσι τὴν παρθενίαν των.

Πόσα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἱστορίᾳ ποικίλα παραδείγματα αὐτοκτονίας, καὶ πόσα ἠδυνάμην νὰ φέρω, τῶν ἀρχαίων καὶ νεωτέρων, δι’ ὧν ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ αὐτοκτονία ὁρισμὸν δὲν ἔχει. Ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν προκαλούντων αὐτὰ ποικίλων αἰτίων, εἶνε καὶ ἡρωϊσμός, εἶνε καὶ ἀνανδρία, εἶνε παραδειγματικὴ ὑπὲρ τοῦ καλοῦ καὶ παραδειγματικὴ ὑπὲρ τοῦ κακοῦ, εἶνε ὅπως σώσῃ ὑπολήψεις, καὶ ὅπως καταστρέψῃ ὑπολήψεις, ὅπως διασώσῃ περιουσίας καὶ ὅπως ἀφήσῃ τοὺς οἰκείους ἀπροστατεύτους καὶ λιμοκτονοῦντας, ὅπως κρύψῃ ἀπόκρυφα καὶ ὅπως ἀποκαλύψῃ ἀπόκρυφα καὶ αἴσχη, ὅπως ὠφελήσῃ συγγενεῖς καὶ φίλους διὰ τῆς ἀπουσίας ἐκ τοῦ κόσμου τοῦ αὐτοκτονοῦντος, τέλος εἶνε τὸ εἰλικρινέστερον κάτοπτρον μιᾶς κοινωνίας, ὅταν τὰ αἴτια τῆς αὐτοκτονίας εἶνε ἀείποτε ὅμοια ἢ πηγάζοντα ἐκ τῆς αὐτῆς κοινωνικῆς πηγῆς.

Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσω τοὺς περὶ αὐτοκτονίας λόγους τοῦ Ἐπικτήτου. Ὁ στωϊκὸς οὗτος φιλόσοφος κατ’ ἀρχὰς δοῦλος τοῦ Ἐπαφροδίτου ἀξιωματικοῦ τοῦ Νέρωνος, γευθεὶς τὰς τῆς δουλείας πικρίας, ζῶν ἐπὶ Δομετιανοῦ ἐν Ρώμῃ ὅταν αἱ αὐτοκτονίαι ὑπερεπλεόναζον, ἔλεγε μετὰ ταῦτα ὅταν ἐγένετο εὐνοούμενος τοῦ αὐτοκράτορος Ἀδριανοῦ; «Εὔχομαι ἀπὸ καρδίας ὁ θάνατος νὰ μὲ εὕρῃ εἰς διαθέσεις λογικὰς, ὅπως ἄνευ κωλύματος καὶ ἐναντιότητος, κάμω ὡς ἀνὴρ ἐλεύθερος τὴν ἐσχάτην αὐτὴν πρᾶξιν, ἵνα δύναμαι νὰ λέγω πρὸς τὸν Θεὸν: Κύριε, παρέβην τὰς ἐντολάς σου; Κατεχράσθην τὰ δῶρα τὰ ὁποῖα μοὶ ἔκαμες; Δὲν ὑπέταξα τὰς φρένας μου πρὸς σέ; Τὰς ἐπιθυμίας μου, τὰς εὐχάς μου, τὰς ἰδέας μου; Αἰτιῶμαι τὴν πρόνοιάν σου; Ἤμην ἀσθενῆς διότι τὸ ἐπεθύμεις καὶ συγχρόνως τὸ ἐπεθύμουν. Ἤμην πτωχὸς διότι τὸ ἐπεθύμεις, καὶ ἤμην εὐχαριστημένος μὲ τὴν πενίαν μου. Κατέπεσον ἐν τῇ χαμερπείᾳ διότι τὸ ἐπεθύμεις καὶ ποτὲ δὲν ἐπεθύμησα νὰ ἐξέλθω αὐτῆς. Μέ εἶδες ποτὲ τεθλιμμένον ἐν τῇ καταστάσει μου ταύτῃ; Μὲ συνέλαβες παραπονούμενον ἢ ἀποκαρδιούμενον; Αὖθις εἰμὶ ἕτοιμος νὰ ὑποστῶ ὅ,τι εὐαρεστεῖσαι. Πρόσταξον. Τὸ ἐλάχιστον νεῦμά σου εἶνε εἰς ἐμὲ ἀπαραβίαστος ἐντολή. Ἐπιθυμεῖς νὰ ἐξέλθω ἐκ τοῦ κόσμου, ἐκ τοῦ μεγαλοπρεποῦς τούτου θεάματος; μάλιστα ἐξέρχομαι καὶ σοὶ ἀποδίδω χιλίας εὐχαριστήσεις, διότι κατεδέχθης νὰ μὲ εἰσάξῃς ἐν αὐτῷ, ὅπως θεαθῶ πάντα τὰ σοφὰ ἔργα σου, καὶ ὅπως ὀφθαλμοφανῶς καταπεισθῶ ὑπὲρ τῆς τελείας καὶ ἐξόχου διατάξεως μεθ’ ἧς διοικεῖς ὁλόκληρον τὸ σύμπαν.»

Τοιοῦτον εἷνε τὸ ἠθικὸν μέρος τῆς αὐτοκτονίας κατὰ τὸν Ἐπίκτητον. Τοιαύτη εἶναι τοῦ Ἐπικτήτου ἡ ψυχαγωγικὴ ὅπως μὴ εἴπω ψυχεμπορικὴ θεωρία, ἥτις ὡς βλέπετε εἶναι ἥκιστα εἰλικρινὴς πρὸς τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἁγίου Αὐγουστίνου, τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου καὶ τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου, καθὼς καὶ πρὸς τὸν ἴδιον μέγαν Θεόν. Ὁ στωϊκὸς αὐτὸς ταρτουφικῶς αἰτιᾶται τὸν ὕψιστον ὡς τὸν μόνον αἴτιον τῆς αὐτοκτονίας, ζητῶν δι’ ἐκλεκτῶν φράσεων νὰ ρίψῃ ὁλόκληρον τὸ βάρος πρὸς Αὐτόν. Ὁποία πλάνη! ὁποία βλασφημία! διότι ἐὰν ὑπάρχῃ πρᾶξις ἀνθρώπινος ἐξαρτωμένη ἀποκλειστικῶς ἐκ τῆς βουλήσεως τοῦ ἀνθρώπου, εἶνε ἡ τῆς αὐτοκτονίας, ἔτι καὶ εἰς τοὺς φρενοβλαβεῖς, διότι οὗτοι εἰς τὰς ἐξημερωμένας κοινωνίας, εὑρίσκονται πάντοτε ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπίβλεψιν καὶ φρούρησιν τῶν συγγενῶν καὶ φίλων των, ἢ τῆς ἰδίας κοινωνίας.


  1. Ἀπόσπασμα ἐκ σειρᾶς κοινωνικῶν καὶ φιλοσοφικῶν μελετῶν «περὶ αὐτοκτονίας».