Θέρος Έρος: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

494 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 13 έτη
μ
ελληνιικά γράμματα
μ (Ρομποτ: Κλειδί αλφαβητισμού κατηγορίας)
μ (ελληνιικά γράμματα)
Περί την χαραυγήν, η γραία Φωτεινή εξύπνισε τα παιδία, και αφού τα
ένιψε και τα εκτένισε επιμελώς τους έδωσε παξιμαδάκια να μασήσουν, "για
να μην τα μπουκώσ' ο γάδαρος". EίταΕίτα έλαβε το κομψόν, εύπλεκτον καλάθιόν
της, έθεσε εντός την ρόκαν, την μανδήλαν της και ολίγα τρόφιμα δια
πρωινόν πρόγευμα, και εξήλθε μετά της συνοδίας της.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Δεν ήτο η πρώτη φορά καθ' ην η γραία
Φωτεινή εξύπνα τόσον πρωί. HΗ μόνη διαφορά ήτο ότι σήμερον, ένεκα του
εξαιρετικού της ημέρας, ωδήγει μαζί της τα μικρά παιδία, και όχι μόνον
αυτά. AλλΑλλ' η καλή γραία ήτο πάντοτε αγροδίαιτος, και αν διενυκτέρευε
συνήθως εις την πόλιν, ποτέ, ούτε μίαν ημέραν δεν έλειπεν από την
εξοχήν. EίχεΕίχε την αμνάδα της, την οποίαν έτρεφε φιλοστόργως και αι
αγαθαί γειτόνισσαι διηγούντο ότι εκοιμάτο μετ' αυτής αγκαλιαστά, δια να
ζεσταίνεται. AλλάΑλλά και αν δεν εκοιμάτο με την αμνάδα, εκοιμάτο όμως εις
το αυτό υπόστεγον, όπου και η αμνάς, μικρόν υπόστεγον μη διαφέρον
ορνιθώνος εις τον μυχόν της αυλής. KαιΚαι την ημέραν η μεν αμνάς είχε τα
αρνία της, η δε Φωτεινή τα παιδία της, τα τέκνα της κυρίας της και της
αδελφής αυτής, ημίσειαν δωδεκάδα μικρών διαβόλων, οίτινες εκρεμώντο από
τα φουστάνια της, προσεκολλώντο εις τα σπηλαιώδη στέρνα της και επήδων
εις τους κυρτούς ώμους της. TηνΤην δε νύκτα η μεν αμνάς είχε τα
μηρυκάσματά της, δι' ων εκράτει έξυπνον την σύνοικον, η δε γραία είχε
τα όνειρά της, άλλα μηρυκάσματα της φαντασίας και αυτά, υφ' ων
δια μικρού βελασμού απήντα συμπαθώς εις τους στεναγμούς της.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Σήμερον όμως, επειδή ήτο ελληνική εορτή,
η εορτή της AνθούςΑνθούς, η πομπή συνωδεύετο και από την μεγάλην κόρην της
κυρίας της, την περικαλλή MατήνΜατήν. TούτουΤούτου ένεκα, η γραία ανέλαβεν ενώπιον
ταύτης την ημιαληθή εκείνην σοβαρότητα, την οποίαν όλαι αι γραίαι
υπηρέτριαι οπλίζονται ενώπιον των νεαρών θυγατέρων των δεσποινών των.
τα τραβούν, αδιακόπως τα εμάλωνε, κ' εκείνα έτρεχαν άλλα εμπρός, άλλα
εις τα πλάγια, χωρίς να δίδωσι προσοχήν εις τας φωνάς της.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ MατήΜατή εβάδιζε δεξιόθεν παρά το πλευρόν
της γραίας, υψηλή, ευσταλής, καλλίζωνος. EίχεΕίχε ξενικά διευθετημένην την
κόμην της, έμενε πάντοτε ασκεπής οίκοι. MόνονΜόνον την πρωίαν εκείνην,
επειδή επήγαινεν εις την εξοχήν, εφόρει λεπτόν λευκόν μανδήλιον περί
τους κροτάφους και το ινίον, τόσον βραχύ και τόσον εντέχνως διπλωμένον,
σταλακτίτας χρυσούς, και ο λαιμός της ήτο ορατός όλος κάτω του βρόχθου
εις τον λάκκον της σφαγής και μέχρι της ρίζης των ωμοπλατών.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; EφόρειΕφόρει μικράν πόλκαν κανελόχρουν και
λευκόν μεσοφούστανον πολύ κοντόν δια το ανάστημά της. AλλάΑλλά φαίνεται ότι
η μήτηρ υπελόγισε πολύ κακώς δια την μέλλουσαν ανάπτυξιν της κόρης, και
όσον εκείνη της έκαμνε κοντά φορέματα, τόσον η νέα ηύξανε και επέτα
αδυσώπητον και δρεπανοφόρον θέρος - έρος.<br>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; MόλιςΜόλις εξήλθον της πολίχνης, και η κόρη
έβγαλε την πόλκαν της, ειπούσα ότι αισθάνεται ζέστην, κ' έμεινεν μόνον
με το μεσοφούστανον, με το ολοβρόχινον υποκάμισον και με την λευκήν
βαμβακερήν φανέλαν. TότεΤότε ανεδείχθη εξαισιώτερον το ραδινόν της μέσης, η
χάρις του αναστήματος και το γλαφυρόν των κόλπων της. YπόΥπό την λεπτήν
φανέλαν, όπου εφαίνοντο ανατέλλουσαι αι σάρκες της, θα έλεγέ τις ότι
είχεν αποταμιευμένα νεοδρεπή, δροσερά ωχρόλευκα κρίνα, με φλεβιζούσας
αποχρώσεις λευκού ρόδου. HΗ κόμη επέστεφε το μέτωπόν της ως
ερυθραινόμενον νέφος μη επαρκούν να συστείλη την αίγλην του φωτός, και
αι οφρύες συστελλόμεναι εσκίαζον τους βαθείς γλαυκούς οφθαλμούς της ως
λευκή ομίχλη επιπολάζουσα την πρωίαν επί του ανταυγάζοντος αιγιαλού,
και τα χείλη με την ψίθυρον φωνήν εφαίνοντο μορμυρίζοντα: φίλησέ με!<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; AφούΑφού εβάδισαν χίλια βήματα έξω της
πολίχνης, και η εξοχή ήρχισε να μεθύσκη τας αισθήσεις των με τας
απείρους ευωδίας της, εισήλθον εις στένωμά τι μεταξύ δύο φρακτών,
των φρακτών υψούμενα, κ' εζήτουν φωλεάς στρουθίων, ενώ η γραία Φωτεινή
δεν έπαυε να φωνάζη:<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Φρόνιμα, παιδιά! TίνοςΤίνος το λέω; MηνΜην
τρέχης, σαν αγριοκάτσικο, MανώληΜανώλη! Τι θέλεις εκεί πάνω, Γιάννη; Σταθάκη,
θα ξεσχίσης το ρούχoρούχο σου. KάτωΚάτω, εσύ μικρέ!<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ δε MατήΜατή, διακόπτουσα τον ρεμβασμόν
της, ηπείλει τα παιδία με την παλάμην, κράζουσα:<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― HσυχίαΗσυχία, παιδιά! Θα φάτε ξύλο!<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Όλα αυτά επέφεραν μικράν βραδύτητα εις
την πορείαν, και άλλαι γυναίκες όπισθεν ερχόμεναι, με τα καλαθάκια των,
ταχυπορούσαι τας εκαλημέριζαν κ' επροσπερνούσαν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; EκείΕκεί συναντώσιν ένα νέον, όστις, ενώ
όλοι επήγαιναν εις την εξοχήν, αυτός εφαίνετο επιστρέφων ήδη και
διευθύνετο εις την πόλιν. Ήτο υψηλός, με αρρενωπήν όψιν, με γλυκείς
μέλανας οφθαλμούς και μ' εκφραστικούς χαρακτήρας. TοΤο βάδισμά του ήτο
υπερήφανον, μετά τινος επιτηδεύσεως, οιονεί συρτόν, και είχε λεπτόν
μαύρον μύστακα στριμμένον. Θα ήτο έως εικοσιτεσσάρων ετών.<br>
θα έλεγέ τις ότι εβράδυνε το βήμα, ως να ήθελε ν' απολαύση επί τινας
στιγμάς περισσότερον της θέας των.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; MόλιςΜόλις ιδούσα τούτον, η γρια-Φωτεινή τον
εκοίταξε με ήθος φιλύποπτον, ως να ήξευρε κάτι τι περί του ατόμου του,
και αδιοράτως έσεισε την κεφαλήν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ MατήΜατή, άμα τον είδε, συνεστάλη
εγγύτερον εις το πλευρόν της γραίας συνοδού της, οιονεί δια να του κάμη
τόπον να περάση δια της στενής παρόδου μεταξύ των δύο φρακτών.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ νέος επλησίασε με βραδύ βήμα, έρριψε
μακρόν βλέμμα εις την MατήνΜατήν, ήτις εχαμήλωσε τα όμματα, έβγαλε το καπέλο
του, εχαιρέτισε τας δύο γυναίκας, και απεμακρύνθη, οιονεί μετά
δυσκολίας και κόπου. EιςΕις την κομβιοδόχην του έφερε ρόδον, μικράν δε
ανθοδέσμην εκράτει εις την αριστεράν χείρα, την οποίαν, ενώ εχαιρέτιζε
δια της δεξιάς, ακουσίως βέβαια επρότεινε μικρόν προ του στέρνου, ως να
επεθύμει να προσφέρη την ανθοδέσμην εις την MατήνΜατήν και δεν ετόλμα.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ γραία απήντησε ψυχρώς εις τον
χαιρετισμόν του, η νέα μόλις ένευσε δια της κεφαλής.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; MετΜετ' ολίγας στιγμάς έγινεν άφαντος,
όπισθεν μικράς καμπής της παρόδου.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ γραία Φωτεινή έστρεψε εταστικόν βλέμμα
προς την MατήνΜατήν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Πού να ήτον αυτός ο Έρωτας;
είπε&middot; και γιατί γυρίζει τόσο πρωί απ' την εξοχή;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ MατήΜατή εκοίταξε με απορίαν την γραίαν
θεράπαιναν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― EμέναΕμένα ρωτάς; είπε&middot; και τι ξέρω
εγώ;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Όλοι πάνε, επανέλαβε μη δούσα προσοχήν
εις την απάντησιν η γραία, όλοι τώρα πάνε, κι αυτός έρχεται. OΟ ήλιος
τώρα ακόμη θα βγη.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Τω όντι ο ήλιος την στιγμήν εκείνην
προέκυψεν ανερχόμενος εκ του απέναντι βουνού.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ MατήΜατή δεν απήντησεν εκ δευτέρου. MόνονΜόνον
εφαίνετο σύννους.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Ξέρω εγώ, MατήΜατή μου, επανέλαβεν η
γραία, ξέρω εγώ γιατί γυρίζει τόσο γλήγορα.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― AφούΑφού το ξέρεις, πώς ερωτάς; είπεν η
MατήΜατή.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Δε θα πήγε πολύ μακριά, καθώς παν
άλλοι, θα έκαμε πάνου από τα Πηγάδια κ' έστρεψε δεξιά από κει που παν
γυρίζει γλήγορα πίσω.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Θα έχη κανέναν κήπο εδώ σιμά,
φαίνεται, κ' επήγε να κόψη λουλούδια και εγύρισε, παρετήρησεν η MατήΜατή.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Δεν έχει κανένα κήπο εδώ σιμά,
αντέκρουσεν η γραία, και δεν πήγε να κόψη λουλούδια, MατήΜατή μου, και να
γυρίση, μόνο ήθελε να μας ευρή στο δρόμο εμάς, και γι' αυτό εγύρισε
γλήγορα.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― EμάςΕμάς; Στο δρόμο; επανέλαβεν ως να μην
ενόει η MατήΜατή.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― AυτόΑυτό π' σ' λέω 'γώ, επέμεινεν η γραία.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― KαλέΚαλέ, μη με σκοτίζης, Φωτεινή, έκραξεν
η νέα. KαιΚαι τι με μέλει εμέ;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ γραία δεν ετόλμησε πλέον να γρύξη.<br>
<br>
<center>* * *</center>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; YπερέβησανΥπερέβησαν ήδη την στενήν πάροδον και
εξήλθον εις τους χλοερούς διανθείς κάμπους. MεθυστικόνΜεθυστικόν άρωμα ανήρχετο
από των απειραρίθμων ανθών, οι φράκται των αμπέλων έθαλλον με
αγραμπελιά, και μ' αιγοκλήματα και με ακανθώδεις θάμνους, τινές των
αγρών εφαίνοντο αιμάσσοντες εις τας πρώτας ακτίνας του ηλίου από χιλίας
μυριάδας παπαρούνας. EναμίλλωςΕναμίλλως ήνθουν το χαμαίμηλον και η καυκαλήθρα
και η μολοχάνθη, τα αστεράκια και τα κιτρινούλια επρόβαλλον δειλώς τας
ασθενείς κεφαλάς των εν μέσω της υπερκόμπου αφθονίας των κατερύθρων
μηκώνων σημειούντων την υπεραιμίαν του έαρος. AνώνυμάΑνώνυμά τινα ανθύλλια,
χόρτα σταχυοειδή, σπαράγγια ακανθωτά και βεργιά και άλλα ανεμειγνύοντο
εν μέσω του απείρου πλούτου της XλωρίδοςΧλωρίδος. Ήτο η Πρωτομαγιά η θεσπεσία,
ήτο η άνοιξις εν πληθώρα ζωής, ετοίμη να παραδώση το σκήπτρον εις το
δρεπανοφόρον θέρος.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; TήδεΤήδε κακείσε, πτωχά γραΐδια κύπτοντα εις
την γην εμάζευαν χαμολούλουδα, ιαματικόν ποτόν δια τον χειμώνα. EπίΕπί
τινος βράχου εις την ποδιάν του λόφου της Δραγασιάς, εγειρομένου εις
την δυτικήν εσχατιάν της πεδιάδος, είχον αναβή με όλας τας φωνάς της
γραίας και τας απειλάς της MατήςΜατής, ο MανώληςΜανώλης και ο Σταθάκης και ο
Θύμιος, και κατόπιν αυτών προσεπάθει να φθάση και ο μικρός KωστάκηςΚωστάκης.
EίχονΕίχον ιδεί εκεί επάνω τον MάηνΜάην, το φερώνυμον άνθος, και έτρεξαν να το
δρέψωσιν. OΟ Σταθάκης είχε κόψει λυσοχόρταρον, μικρόν σταχυοειδές
χόρτον, και με αυτό ήρχισε να κεντά την ρίνα του, επάδων:<br>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; με το λυσοχόρταρο!<br>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Αι δύο γυναίκες ηναγκάσθησαν να
σταματήσωσι, περιμένουσαι να κατέλθωσι τα παιδία. HΗ MατήΜατή, ήτις δεν
έπαυσε να ρεμβάζη, κατέστη αυστηροτέρα και τέλος, μετά πολλάς απειλάς,
τα ηνάγκασε να καταβώσιν από του βράχου. Άλλως, εκατοντάδας μόνον
βημάτων απείχον τώρα από της Δραγασιάς, του γηλόφου όπου διηυθύνοντο.
EπίΕπί της μιας των δύο κορυφών της Δραγασιάς, της χθαμαλωτέρας, εφαίνετο
μικρά τις ιδιόρρυθμος καλύβη, και κόκκινον σήμα κυματίζον επ' αυτής.
Ήτο το μπαϊράκι του αγροφύλακος.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Τα παιδία έτρεξαν πηδώντα χαριέντως, ως
οικόσιτα ερίφια, και τέλος η συνοδία έφθασεν εις την Δραγασιάν. EκείΕκεί
πλησίον της καλύβης του αγροφύλακος, ήτο το κτήμα της οικογενείας της
MατήςΜατής, εκ πολλών δεκάδων στρεμμάτων, άμπελος και ελαιών μετά κήπου. Ήτο
τοιχογυρισμένον όλον, είχε και καλύβι, οικίσκον εξοχικόν, καλώς
διατηρούμενον, όστις συνήθως εχρησίμευεν εις απόθεσιν ελαιών, σύκων,
απίων, και των γεωργικών εργαλείων εν καιρώ της καλλιεργείας. EίχεΕίχε και
ξυλίνην ληνόν δια την κατασκευήν του οίνου.<br>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ μήτηρ της MατήςΜατής είχε μείνει κατ'
οίκον, πάσχουσα διαρκώς χωρίς να είναι ασθενής. HΗ κυρα-Λιμπέραινα ήτο
εξ εκείνων των γυναικών, αίτινες δεν αγαπώσι την εξοχήν, δυσκίνητοι
ούσαι εις πεζοπορίαν, δύσκολοι εις ανάβασιν υποζυγίου. Άλλως, την είχε
υπηρετή την οικογένειαν, επιστατούσα εις πάσαν αγροτικήν εργασίαν. H
κυρά της την είχε λάβει ως προίκα, σχεδόν ως οικογενή δούλην, από την
μακαρίτισσα την μητέρα της. HΗ γρια-Φωτεινή, αφότου επνίγη το πάλαι ο
αρραβωνιαστικός της (ο λιγοζώητος!), νέος αλιεύς, με την βάρκαν (κατ'
άλλους τον έφαγε το σκυλόψαρο), ουδέποτε υπανδρεύθη. Έφερεν ακόμη και
μετά τεσσαράκοντα έτη το πένθος του. TηνΤην νύκτα δεν έπαυε να τον βλέπη
εις τα όνειρά της. OΟ καπετάν Λιμπέριος, ως όλοι οι ομότεχνοί του, ήθελε
"βασιλικά έξοδα" δια ν' αποφασίση να μετακομισθή εις τους αγρούς. Άμα
έπαυε να βλέπη θάλασσαν, δεν ανέπνεε πλέον. AφότουΑφότου επώλησε την
τελευταίαν μεγάλης χωρητικότητος σκούναν του (είχεν εύρει καλόν
αγοραστήν), και έβαλεν εις την TράπεζανΤράπεζαν χιλιάδας τινάς ταλλήρων, όσας
είχεν αποκτήσει θαλασσοπορών, επέρνα τον καιρόν του διημερεύων εις τα
παραθαλάσσια καφενεία, παίζων την ρωσικήν πρέφαν, επικρίνων αιωνίως τον
<center>* * *</center>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ Φωτεινή ενέβαλε το κλειδίον εις το
κρεμαστόν κλείθρον και ήνοιξε την θύραν του περιβόλου. Τα παιδία
εισώρμησαν σκιρτώντα εις τον ελαιώνα. Ήτο καλόν κτήμα, περιποιημένον
πολύ. OΟ καπετάν Λιμπέριος, αν και ουδέποτε αυτός επάτει, δεν εφείδετο
χρημάτων προς καλλιέργειαν. HΗ δε Φωτεινή δεν έλειπε ποτέ εκείθεν.
EκαυχάτοΕκαυχάτο ότι εκεί, εις την Δραγασιάν, "την είχαν αφαλοκόψει".<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ Σταθάκης, ο MανώληςΜανώλης και τα άλλα
παιδία, έτρεξαν αμέσως εις το μέρος του κτήματος, το διευθετημένον εις
κήπον, και ήρχισαν να δρέπωσι ρόδα και κρίνους. EίχανΕίχαν κόψει αγραμπελιά
καθ' οδόν, και ήρχισαν να πλέκωσι στεφάνους και να τους φορώσιν εις την
κεφαλήν, μετά τόσου ενθουσιασμού, μεθ' όσου μικρόν πρότερον ανεζήτουν
τον MάηνΜάην και το λυσοχόρταρον&middot; μικροί ακούσιοι ειδωλολάτραι,
διασώζοντες κατόπιν τόσων αιώνων ασυνείδητον την λατρείαν της φύσεως.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ MατήΜατή έκοψε λευκόν ρόδον κ' εκόσμησε το
παρθενικόν στήθος της. HΗ αηδών, η λιγεία ψάλτρια, βλέπουσα το ωραίον
εκείνο άνθος επί τοιαύτης γάστρας φυτευθέν, θα ηρωτεύετο με διπλούν
έρωτα το χαριτωμένον εκείνο ρόδον.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ Σταθάκης κύψας μεταξύ δύο κιναρών,
εζήτει να εύρη αγκινάραν, την οποία αφού καθαρίση καλώς και την πλύνη
εις το ρεύμα του νερού, το προχεόμενον από τινος λάκκου, εμελέτα να
φάγη κρυφά από την Φωτεινήν, ήτις θα τον εμάλωνε, φοβούμενη μη ήτο πολύ
πικρά, και φαρμακωθή το παιδίον. HΗ μικρά πηγή απείχεν ολίγα βήματα, και
ήτο εις σπηλαιώδη τινά μικράν χαράδραν, εν μέσω του κτήματος, του
αποτελούντος αυτό το ζύγωμα των δύο κορυφών του λόφου, όπου ετέμνοντο
μεγάλης πλατάνου της ανεχούσης την κληματαριάν, είχε κρεμάσει ευμέγεθες
σκόροδον εις το κλήμα, "για να μην το ιδή ξένο μάτι και τ' αβασκάνη".<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; EκείΕκεί είχον προπορευθή τα άλλα παιδία, ο
δε Σταθάκης κύψας παρά την ρίζαν του τοίχου του περιβόλου, αντί να κόψη
αγκινάραν, εύρε λευκόν χαρτίον κείμενον, το ανέλαβε, κ' έτρεξε προς την
αδελφήν του κράζων:<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― MατούλαΜατούλα! MατούλαΜατούλα! ιδέ τι ηύρα εκεί
πέρα, στις αγκιναριές.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; EυτυχώςΕυτυχώς η γραία Φωτεινή δεν ήτο εκεί
πλησίον. EίχενΕίχεν εμβή μέσα εις το "καλύβι", τον λευκόν ασβεστωμένον
οικίσκον, δια να ξαποστάση ολίγον εκεί, να αποθέση προσωρινώς το καλάθι
της.<br>
και την προβατίνα της την προσφιλή, την οποίαν παρά το σύνηθες είχεν
αφήσει αφ' εσπέρας δεμένην εις το κτήμα, μετά των δύο λευκομάλλων αμνών
της, δια να "την ευρή ο MάηςΜάης".<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ MατήΜατή ηρυθρίασε. TοΤο ευρεθέν κατά γης
χαρτίον ήτο διπλωμένον, ενσφράγιστον. Ήτο επιστόλιον.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Σιώπα, μην το πης της Φωτεινής! είπε
με το νεύμα μάλλον ή με την φωνήν η MατούλαΜατούλα.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Δεν το λέω, απήντησεν ο εξαέτης
Σταθάκης, ως να ενόησε την αγωνίαν της.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ κόρη έλαβε το δελτάριον, και
αποχωρήσασα ολίγα βήματα το ήνοιξε.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; TοΤο επιστόλιον, επί κομψού κοκκινωπού
χάρτου γεγραμμένον, έλεγε τα εξής:<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; "Ω MατούλαΜατούλα, MατούλαΜατούλα μου, που μου μάτωσες
την καρδούλα μου, μου είπεν η μάγισσα ότι τρέχεις κίνδυνον, και
απεφάσισα να σε φυλάγω από πλησίον, όπως στενάζω τόσους χρόνους τώρα
δια σε από μακράν."<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― KίνδυνονΚίνδυνον! εψιθύρισε τεταραγμένη η
νεάνις&middot; τι λέει;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; EίταΕίτα, αφού περιέφερεν εναγώνιον περί
αυτήν βλέμμα, εξηκολούθησε την ανάγνωσιν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; "Αν το εύρης, MατούλαΜατούλα μου, το γράμμα,
καλά, μη θυμώνης πολύ, αρκεί ότι δεν ελπίζω ποτέ, αλλοίμονον! να σε
απολαύσω."<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ MατήΜατή εμειδίασεν αόριστον μειδίαμα. Ήτο
συνάμα οίκτος, πόνος, ακούσιος συμπάθεια και μικρά ειρωνεία.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; "EάνΕάν το εύρη η Φωτεινή, MατούλαΜατούλα μου,
ειπέ της, αν δεν θέλης να ψευσθής λέγουσα ότι δεν είναι ιδικόν μου,
ειπέ της την αλήθειαν, ότι συ δεν με αγαπάς, και ότι εγώ είμαι
παράτολμος, αυθάδης και άθλιος."<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Έως εδώ ετελείωνεν η πεζογραφία του
επιστολίου τούτου. EίταΕίτα ήρχιζαν στίχοι. Ίσως να ήσαν σύρραμμα του ιδίου
επιστολογράφου, πιθανόν να ήσαν συγκολλημένοι και παραποιημένοι
αλλαχόθεν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Οι στίχοι έλεγαν:<br>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; EικόνΕικόν' αχειροποίητη, που στην καρδιά μου
σ' είχα,<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; κ' είχα για μόνο φυλαχτό...<br>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; TηνΤην στιγμήν εκείνην εφάνη η γρια-Φωτεινή
εξερχομένη του οικίσκου και βαίνουσα προς τα εδώ.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ MατήΜατή έσπευσε να κρύψη το γράμμα εις
τον κόλπον της.<br>
<br>
<center>* * *</center>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ γραία Φωτεινή ήλθε φέρουσα εκ του
καλαθίου το κλειδοπίνακόν της και τον άρτον τυλιγμένον εις πετσέταν
ραβδωτήν, υφασμένην με λευκόν και με γεράνιον νήμα, κ' εκάλεσε την
MατήνΜατήν και τα παιδία πλησίον της πηγής δια να αριστήσωσιν. OΟ ήλιος ήτο
ήδη "δύο κοντάρια υψηλά".<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; EκάθισανΕκάθισαν υπό την διπλήν σκιάν της
κληματαριάς και της πλατάνου, παρά την δροσεράν πηγήν, και ήρχισαν να
προγευματίζωσι με τυρόν, αυγά και τηγανιστούς ιχθύς. Εν τοσούτω η
γρια-Φωτεινή είχε μυστηριώδες το ήθος, κ' εκεί που εμάσα, με τα απόλεμα
ούλα της και με τους δύο τομείς που της είχαν μείνει ακόμη, λέγει
ταπεινή τη φωνή εις την MατήνΜατήν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― TονΤον είδα πάλι εκείνον τον Έρωτα.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Ποιον Έρωτα; ηρώτησεν αγωνιώσα η MατήΜατή,
ενώ το αίμα συνέρρεεν εις τας παρειάς της.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― EκείνονΕκείνον που ηύραμε στο δρόμο.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Πού;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― MέσαΜέσα στο καλύβι, απ' το παραθυράκι.
EκαθότανΕκαθόταν από πίσω από μια ελιά, στο χτήμα του γείτονα εδώ του κυρ
BασίληΒασίλη, κ' έκανε τάχα τον αδιάφορο.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― KαιΚαι γιατί να μην κάνη τον αδιάφορο;
είπεν η MατήΜατή. Τι πάρσιμο, τι δόσιμο έχουμε μαζί;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― KαιΚαι γιατί να μην πάη στη δουλειά του,
μόνο έχει δύο φορές τώρα απ' το πρωί που βρίσκεται μπροστά μας; Γιατί,
δε μου λες, MατήΜατή;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― EλεύθεροςΕλεύθερος είν' ο κόσμος να κάνη όπως
θέλει, και μη σε μέλη Φωτεινή, συνεπέρανεν η κόρη με τόνον εμφαίνοντα
ότι αρκείται πλέον εις τα λεχθέντα.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; TηνΤην στιγμήν εκείνην ο MανώληςΜανώλης, όστις
είχεν απομακρυνθή λάθρα, αφού έφαγεν ολίγους ψωμούς άρτου και εν αυγόν,
επέστρεψε πατών επ' άκρων των ποδών, όπισθεν της Φωτεινής και της
MατούλαςΜατούλας, επλησίασε κρατών στέφανον, ένευσεν εις τον Σταθάκην και εις
τον Θύμιον, οίτινες τον έβλεπαν χάσκοντες και υπομειδιώντες, να μη
ομιλήσωσι προώρως, και ελθών επέθεσε, μετά παιδικής κραυγής θριάμβου,
εις την κεφαλήν της γραίας Φωτεινής.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Όλοι εγέλασαν, και η γερόντισσα τους
εμιμήθη. HγέρθηΗγέρθη φορούσα τον στέφανον, όστις εταίριαζεν ως οξύμωρον
σχήμα επί της μαύρης μανδήλας της, και εκόσμει τα άσπρα τσουλούφια της,
τους μακρούς θυσάνους των τριχών, τους κρεμασμένους από των μηνίγγων
έμπροσθεν των ώτων, και ήρχισε να καμαρώνει τάχα ωσάν νύφη.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― AυτόΑυτό είναι το μόνο στεφάνι που φόρεσα
κ' εγώ, είπε&middot; δεν ξέρω πλια αν θα μου φορέσουν όταν πεθάνω, σαν
μ' εξαπλώσουν στο ξυλοκρέβατο.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― KαιΚαι τι, κορίτσι είσαι συ να σου
φορέσουν στεφάνι; είπεν ο Σταθάκης, όστις είχεν ακούσει από την μητέρα
του να λέγη ότι "όσες πεθαίνουν κορίτσια, τες βάζουν στεφάνι".<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Αν καλο-ρωτάς, εγώ είμαι πιο κορίτσι
από μερικές-μερικές, απήντησεν η γραία.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Τα παιδία εκάγχασαν, μη δυνάμενα φυσικά
να εννοήσωσι τι έλεγεν η Φωτεινή.<br>
<br>
<center>* * *</center>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ γραία έτρεξε πάλιν εις το καλύβι,
έλαβε το καλάθι της, είτα εξελθούσα έλυσεν εκ νέου την προβατίναν, και
άγουσα αυτήν δια του σχοινίου, υπήγε να μαζώξη χαμολούλουδα, υψηλά εις
την εσχατιάν του ελαιώνος, κατά μήκος του τοίχου του κλείοντος
βορειανατολικώς τον περίβολον. Τα παιδία έτρεξαν κατόπιν της, και
ήρχισαν να παίζωσι το κρυφτάκι και άλλα ακόμη παιγνίδια, όπισθεν
γιγαντιαίας ελαίας, με κορμόν τριών οργυιών αγκάλιασμα, ογκώδη και
τραχύν, ως πολλών κορμών συμπίλημα. Οι παίδες έτρεχον, εκρύπτοντο
αμοιβαδόν όπισθεν του κορμού, εκάλυπτον τους οφθαλμούς με τας παλάμας,
κ' εφώναζαν ο εις με τον άλλον:<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Σε βλέπου, δε με βλέπ'ς!<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Πιάστε τον!<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― 'Γώ είμι Γιάννης, κι KαλογιάννηςΚαλογιάννης!...<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Παππού, πού πας;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Στου μοναστηράκι μ'.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― AνέβαΑνέβα, μήλο, κατέβα, κίτρο!<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Έχασάχασα βελόνα!...<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; KαιΚαι πολλά άλλα παιδικά επιφωνήματα. KαιΚαι
παρακελευόμενοι αλλήλους εις φυγήν και εις δρόμον, έκραζον:<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Στα μπαμπακάκια να πατήσης, να μη σε
νοιώσ' ου γάττους!<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ MατήΜατή, ήκουε μακρόθεν τας παιδικάς
κραυγάς, κ' έκαμεν ένα δρόμον προς τον κήπον, κρατούσα και το πλέξιμόν
της, εις το οποίον από το πρωί δεν είχε κατορθώσει να προσθέση ούτε
αόρατος από του ελαιώνος, όπου είχεν ανέλθει η Φωτεινή, και μετά παλμού
καρδίας εισήλθεν εις τον οικίσκον.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ οικίσκος έκειτο κατά την βορειοδυτικήν
γωνίαν του κτήματος σχεδόν σύρριζα εις τον τοίχον του περιβόλου, και
εσκιάζετο από δύο υψηλάς λεύκας και από λόχμην τινά δροσοκρατούσαν
έμπροσθεν της εισόδου. Ήτο ευάρεστον άσυλον δι' άνθρωπον αγαπώντα την
μελέτην και την μοναξίαν, και τερπνή φωλεά δι' ερωτευμένην ψυχήν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ MατήΜατή εισήλθεν, εκοίταξεν εναγωνίως δια
του μικρού παραθύρου, του βλέποντος προς την υψηλοτέραν κορυφήν του
λόφου, όπου η θέα ηπλούτο ωραία προς βορράν. EκείθενΕκείθεν εφαίνετο το
Ξάνεμον, μέγας όρμος όπου εβασίλευε το κράτος του BορράΒορρά, κλεφτότοπος
αυτόχρημα, με τας δύο θαλασσοπλήγας ακτάς του, την KεφάλανΚεφάλαν, υψουμένην
ως κεφαλήν TιτάνοςΤιτάνος εις τα σύννεφα, και την Πλατάναν, μακρόν και
ατελείωτον οροπέδιον φαιοπρασινίζον εις τας ακτίνας του ηλίου, όπου η
ελαία διαγκωνίζει την συκήν και η συκή συμπλέκεται με την μηλέαν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ MατήΜατή εκοίταξε να ίδη μη τυχόν ήτο εκεί
ο νέος, περί ου της είχεν ομιλήσει προ μικρού η Φωτεινή. TίποτεΤίποτε. OύτεΟύτε
ψυχήν είδεν. HπατήθηΗπατήθη άρα η γραία ή εκείνος είχε γίνει άφαντος; Ίσως
είχε κρυβή κάπου. TάχαΤάχα έμελλε πάλιν να φανή;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ κόρη έβγαλεν από τον κόλπον της το
δελτάριον, το οποίον είχεν εύρει χαμαί ο μικρός αδελφός της, και
ανέγνωσε τα λοιπά του περιεχομένου. Οι στίχοι είχον ως εξής:<br>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; EικόνΕικόν' αχειροποίητη, που στην καρδιά μου
σ' είχα,<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; κ' είχα για μόνο φυλαχτό μια της κορφής
σου τρίχα.<br>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OνείραταΟνείρατα στον ύπνο μου
μαυροφτερουγιασμένα,<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; σαν περιστέρι στη σπηλιά μ' ετάραξαν για
σένα.<br>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; KίνδυνοΚίνδυνο, μαύρο σύννεφο, οι μάγισσες μου
λένε&middot;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; τ' αηδόνια αυτά που κελαδούν μου
φαίνονται να κλαίνε.<br>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Να σε χαρή κ' η άνοιξη μαζί με τα
λουλούδια,<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; οπού 'ναι σαν αμέτρητα ζωγραφιστά
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; πόσο μεθύσι μέθυσα ένας Θεός το ξέρει.<br>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Τα μάτια τα ψιχαλιστά γύρνα σ' εμέ,
πουλί μου,<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; αγάπη μου περήφανη, αγάπη διαλεχτή μου.<br>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Κι αυτό το μορφοδούλικο, το τιμημένο
χέρι,<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; αν έσφιξε ή το 'σφιξαν ένας Θεός το
ξέρει.<br>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Τη χάρη σου τη σπλαχνική μη μ' αρνηστής,
αρνί μου,<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; αγάπη μου αιώνια, αγάπη μου στερνή μου.<br>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ MατήΜατή ανέγνωσε δις και τρις το
επιστόλιον τούτο, το οποίον έφερεν υπογραφήν "KωστήςΚωστής" και έμεινε
σύννους, εβυθίσθη εις λογισμούς και εις υποψίας και τινες των ανωτέρω
παρατεθέντων στίχων αρχαρίου, μ' όλην την απειρίαν της εις τα πράγματα
του βίου, της εφαίνοντο αμυδρώς προσβλητικοί.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; AκουσίωςΑκουσίως μάλιστα έθεσεν εαυτήν εις θέσιν
τρίτου, αδιαφόρου, ή μάλλον άλλως ενδιαφερομένου δια την τιμήν της, και
είπε μέσα της: Σαν εύρισκε τρίτος αυτό το γράμμα, και το ανεγίνωσκε πώς
καταστήση αυτήν συνένοχον, αν τυχόν συνέβαινε να παραπέση το γράμμα,
και τότε άρα ο γράψας ήτο ειλικρινής εραστής ή ήτο μάλλον προικοθήρας;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ νέα είχε βυθισθή εις τους διαλογισμούς
τούτους και έμεινε ρεμβάζουσα, μελαγχολούσα μάλλον, ενθυμηθείσα κατ'
εκείνην την στιγμήν τι της έλεγε προ μηνός σχεδόν η άγρυπνος Φωτεινή,
όταν πρώτην φοράν παρετήρησε και ήρχισε να σχολιάζη τους γύρους, τους
οποίους έκαμνεν ο νέος εκείνος περί την οικίαν του καπετάν Λιμπέριου.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Να δα κ' ένας Έρωτας. A! ως τόσο σεβτά
που σ' τον έχει!<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; KαιΚαι προσέθετε πειράζουσα την κόρην, την
οποίαν είχε συλλάβει δις κοιτάζουσαν τον νέον εκείνον δια του
ημικλείστου παραθύρου.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― KαιΚαι τι πράγμα είν' αυτός ο έρωτας,
αυτός ο σεβτάς; Με τι τρώεται;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; TαςΤας λέξεις ταύτας της γραίας
ανεμιμνήσκετο τώρα η MατήΜατή, όταν αίφνης κατετρόμαξεν, ακούσασα ελαφρόν
κρότον.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Ύψωσε τους οφθαλμούς. Δια του παραθύρου
μόλις απείχεν ανάστημα ανδρός από της γης, εισώρμησεν εις τον οικίσκον
όπου ευρίσκετο η κόρη.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ MατήΜατή ανεσκίρτησε, νομίσασα ότι ήτο ο
KωστήςΚωστής. AλλΑλλ' αίφνης αφήκε κραυγήν τρόμου. Δεν ήτο ο KωστήςΚωστής.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ επιδρομεύς ήτο νέος τριακοντούτης,
ακτένιστος, άγριος, όχι πολύ άσχημος την όψιν, ευρύστερνος, αθλητικού
αναστήματος, με απλανείς και εσβεσμένους τους οφθαλμούς, με
κοκκινισμένα τα βλέφαρα, φορών χονδρά ενδύματα όχι εντελώς ράκη ακόμη.
EπλησίασενΕπλησίασεν εις την νέαν, ήτις οπισθοχωρούσα εκόλλησε τα νώτα κατά του
τοίχου, και εζήτει να την φιμώση δια της παλάμης του. EφαίνετοΕφαίνετο ότι
ήθελε να την πνίξη.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ κόρη προλαβούσα έρρηξε και δευτέραν
κραυγήν.<br>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Περί ώραν ενδεκάτην της προλαβούσης
νυκτός νέος τις έκρουσε χαμηλόν παράθυρον πενιχρού οικίσκου της
πολίχνης ου μακράν της οικίας της MατήςΜατής.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Όλη η συνοικία εκοιμάτο την ώραν
εκείνην. OΟ κρούσας το παράθυρον δεν εφαίνετο νυκτοβάτης εξ
επαγγέλματος, ούτε και ορνιθοκλόπος. Ίσως ήτο εις των φορτικών εκείνων
εργολάβων των επαρχιακών πόλεων, των κιθαρωδών και κωμαστών της νυκτός,
όσοι από καιρού εις καιρόν ανησυχούσι τας οικογενείας τας λαχούσας τον
κλήρον να έχωσι κόρας προς υπανδρείαν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ νυκτερινός περιπατητής είχεν ιδεί
μικρόν φως υποφέγγον δια των σχισμών του παραθύρου. Δεν ήτο φως
κανδήλας αναμμένης ενώπιον των εικονισμάτων των αγίων, αλλά καπνώδους
λυχναρίου με λεπτήν θρυαλλίδα αμυδρώς καίοντος.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Τω όντι το φως εφάνη κινούμενον&middot;
ελαφρόν βήμα ηκούσθη και η θύρα ήνοιξε μετά πενθίμου κρότου.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ επισκέπτης έσπευσε να εισέλθη.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; EχαιρέτισεΕχαιρέτισε δια νεύματος την ανοίξασαν
την θύραν γυναίκα, και πορευθείς ανέβη εις τον σοφάν, όστις απετέλει το
μόνον έπιπλον της πτωχικής οικίας.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ οικοδέσποινα, μόνη κατοικούσα εις την
οικίαν, ήτο πεντηκοντούτις, χήρα, άτεκνος. EφόρειΕφόρει ταπεινά φορέματα, ήτο
υψηλή, οστεώδης, μελαγχροινή, η υπολευκάζουσα κόμη επρόβαλλεν έξω του
κεκρυφάλου της, και το βλέμμα της εξέφραζε έκρυθμόν τι και εκστατικόν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ επισκέπτης εκάθισεν επί χθαμαλού
σκίμποδος. HΗ γυνή εκάθισε και αυτή αντικρύ του.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Ω μάγισσα, μάγισσα, ήρχισεν άνευ
προοιμίων ο νεωστί ελθών, νέος, υψηλός, μελαγχροινός, με λεπτόν μαύρον
μάγισσα, μάγισσα, ήλθα να μου πης την τύχη που με περιμένει εμέ κ'
εκείνην.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ γυνή τον εκοίταξε μετά
περιεργείας&middot; εφαίνετο λίαν εξημμένος και θερμοκέφαλος. TοΤο
πρόσωπόν της εξέφραζεν έκπληξιν και αφελή ομολογίαν, ότι δεν το ήλπιζεν
έως εκεί. Διενοείτο ότι σπανίως κατά το μακρόν στάδιόν της συνήντησε
δείγμα του είδους τούτου.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Έρριξα τρεις φορές τα χαρτιά, απήντησε
βραδέως η μάγισσα. EύρισκαΕύρισκα όλο μαύρα σημεία.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― MαύραΜαύρα;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Όλο και μαύρα. OΟ φάντης μπαστούνι την
απειλεί.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Ποίος φάντης μπαστούνι;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― OΟ φάντης μπαστούνι είν' ο εχθρός της.
AλλάΑλλά φαίνεται, ότι &lt;και&gt; η ντάμα κούπα δεν της θέλει το καλό της.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Ποία είναι η ντάμα κούπα;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― HΗ ντάμα κούπα είναι από το σόι της,
διότι κι αυτή η ίδια είναι η ντάμα καρρώ, έτσι την έβαλα. Τα εμελέτησα
πολλές φορές. Όλο η ντάμα κούπα και ο φάντης μπαστούνι βγαίνουν κόντρα
της.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― HΗ ντάμα κούπα λοιπόν είναι...<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― EίναιΕίναι η μητέρα της, χωρίς άλλο, είπεν
η μάγισσα. KαιΚαι κακά είπα ότι δεν της θέλει το καλό της, αυτής. Έπρεπε
να είπω ότι δεν σου θέλει εσένα το καλό σου. Γιατί η μητέρα, βέβαια,
δεν μπορεί να θέλη το κακό του παιδιού της.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ εραστής φώναξε:<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― KαιΚαι όμως, πόσαι μητέρες!... ήρχισε να
λέγη και διεκόπη μόνος του.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; MετάΜετά μίαν στιγμήν επανέλαβε:<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Κι ο φάντης μπαστούνι ποιος να είναι,
κυρά AσημένιαΑσημένια;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― OΟ φάντης μπαστούνι, επανέλαβεν η κυρά
AσημένιαΑσημένια, είναι κίνδυνος, είναι μία μπόρα που παρουσιάζεται για πρώτη
φορά. EίναιΕίναι κάποιος εχθρός ξένος, οπού θα παρουσιασθή να την απειλήση
και τώρα σιμά. EυτυχώςΕυτυχώς εις το πλάγι του φάντη μπαστούνι, ευρίσκω τον
φάντη σπαθί.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Κι ο φάντης σπαθί;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― OΟ φάντης σπαθί, επανέλαβεν η μάγισσα
τονίζουσα εμφαντικώς τας λέξεις, είναι φίλος της, που θα βρεθή εγκαίρως
πλησίον για να την γλυτώση απ' αυτόν τον κίνδυνο.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ νέος εστέναξε στεναγμόν ανακουφίσεως.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― KαιΚαι ο φάντης σπαθί;... εψιθύρισε μετά
δεισιδαίμονος ελπίδος.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― OΟ φάντης σπαθί, απήντησεν ετοίμως η
κυρά AσημένιαΑσημένια, δεν ξέρω ποιος θα είναι, εκτός πλέον αν είσαι συ...<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ μάγισσα είπε τούτο με απόχρωσιν
ειρωνείας επαισθητήν, αλλ' ο νέος ούτε το παρετήρησεν. Ήτο έτοιμος να
εκπέμψη κραυγήν θριάμβου.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― AυτάΑυτά μου είπαν τα χαρτιά,
ανεκεφαλαίωσεν η μάγισσα, αντίστασις από την μητέρα, κίνδυνος από έν
μέρος απ' έξω, επέμβασις φιλική, και ως εδώ μόνον. AυτάΑυτά τα ίδια μού
λέει και το αυγό, μα...<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ νέος ενέβαλε την χείρα εις το θυλάκιόν
του και έθεσε τάλληρον του Όθωνος εις την χείρα της μαγίσσης.
HτοιμάζετοΗτοιμάζετο ν' απέλθη, όταν ήκουσε την τελευταίαν φράσιν της AσημένιαςΑσημένιας.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― TοΤο αυγό; A!... εξήτασες και το αυγό;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― TοΤο αυγό, ναι, επανέλαβεν η
μάγισσα&middot; θέλεις να σου το δείξω;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; KαιΚαι εγερθείσα επλησίασεν εις την εστίαν,
επί του μικρού σανιδώματος της οποίας ευρίσκετο, μέσα εις έν
φλυτζάνιον, αυγόν με στρογγύλην οπήν εις την μίαν πλευράν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ νέος KωστήςΚωστής, διότι εκείνος ήτο, ο
εραστής της MατούλαςΜατούλας, έστρεψε βλέμμα παιδίου ευπειθούς προς την
μάγισσαν&middot; ήτο εύπιστος, ως όλοι οι ερώντες, διότι φαίνεται ότι
ήτο, κατά τα δύο τρίτα τουλάχιστον, ειλικρινώς ερωτευμένος.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Ήτο νέος σπουδαστής, αλλά ναυτικός
μάλλον ή σπουδαστής. Ήτο ρωμαντικός, ως όλη η γενεά του, η ακμάσασα από
του 62 μέχρι του 80. EίχενΕίχεν υπάγει έως την γ' του Γυμνασίου, είτα
διέκοψε τας σπουδάς του κ' εμβαρκάρισε με τα καράβια, κ' εγύρισε κόσμον
ως ναύτης επί τέσσερα έτη. AκολούθωςΑκολούθως, όταν εξέχασε πλέον τα γράμματα
που είχε μάθει, επανήλθεν εις το Γυμνάσιον, δυνάμει του παλαιού
ενδεικτικού του, και γενειοφόρος ήδη έτυχεν απολυτηρίου. AπόΑπό δύο ετών
δε ήτο εγγεγραμμένος εις την NομικήνΝομικήν σχολήν, αλλά μη νοστιμευόμενος
πολύ να κυλίεται εις την κόνιν των θρανίων, διήρχετο τους περισσοτέρους
μήνας του έτους εις την δροσεράν νήσον του.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Δεν είχε τόσον καλόν όνομα εις τον
τόπον. OΟ κόσμος τον εκακολόγει ως παραμελούντα τας σπουδάς του, ως
οκνηρόν, ως ασωτεύοντα την μικράν πατρικήν του κληρονομίαν, ως
κιθαρωδόν της νυκτός, ως οινοπότην. AπόΑπό τινων μηνών είχεν ερωτευθή την
MατήνΜατήν. OΟ πατήρ της ήτο πατρικός φίλος του, και κατ' αρχάς, όταν ήτο
νεώτερος, ήτο δεκτός εις την οικίαν. AλλΑλλ' όταν εμεγάλωσεν η MατήΜατή, δεν
ετόλμα πλέον να πατήση εκεί τον πόδα. Ήτο τόσον αδέξιος ώστε, όταν
ποτέ, κατά τινα επίσκεψιν επί οικογενειακή εορτή, του έσφιγξε, μετ'
αθωότητος βέβαια, η MατήΜατή την χείρα, εκείνος τόσον τα έχασεν, ώστε εν τω
ενθουσιασμώ του έσφιγξε και αυτός θερμότατα εις απάντησιν την χείρα της
XρυσήςΧρυσής, της θείας της MατούλαςΜατούλας, μεθ' ης αμέσως κατόπιν αντήλλαξε
χειραψίαν. HΗ υπερτριακοντούτις και μήτηρ τεσσάρων τέκνων γυνή τον
εκοίταξε μετ' απορίας και μομφής, και αυτός τώρα μετά πολλούς μήνας
ενθυμήθη να υπαινιχθή εις τους στίχους του το σφίξιμον εκείνο της
επιστόλιόν του πρέπει να τ' αποδώση τις εις το υπερεξημμένον και
θερμοκέφαλον του νεανίου, και εις την νευρικήν αταξίαν την οφειλομένην
εις τον ανήσυχον και ανώμαλον βίον του. BεβαίωςΒεβαίως δεν έπραττεν εξ
υστεροβουλίας&middot; ήτο μόνον ολίγον τι απερίσκεπτος.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Εν τούτοις η μάγισσα έλαβεν άνωθεν της
εστίας το αυγόν και το έφερε προς τον νέον.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Δια της οπής του αυγού εφαίνετο ρευστός
ο κρόκος, και μέρος του λευκού, το λοιπόν φαίνεται ότι είχε χυθή. EντόςΕντός
του κρόκου η μάγισσα έδειξε σημεία τινα εις τον δεισιδαίμονα νεανίαν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Να αυτό το μαυράδι το πλατύ, είπε, να
κι άλλο μαυράδι ψιλότερο. TοΤο ένα είναι ο κίνδυνος ο απ' έξω, που
απειλεί την MατήνΜατήν τώρα γλήγορα, το άλλο είναι η βοήθεια που θα της
έλθη. K' εκείνο το κοκκινάδι που βλέπεις εκεί είναι η αντίσταση, που θα
ευρή απ' το σόι της, απ' το αίμα της.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ νέος εστέναξε.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Μα είναι και κάτι άλλο, επανέλαβε
βραδέως η μάγισσα.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Τι άλλο; είπεν ο KωστήςΚωστής.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― TοΤο ένα το μαυράδι, το πιο ψηλό,
φαίνεται πως θα νικήση στο ύστερο το κοκκινάδι.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― A! έκαμεν ο νέος.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― TοΤο λοιπόν, επανέλαβεν η AσημένιαΑσημένια, ήτις
είχε το πάλαι χωροφύλακα άνδρα, υπενωμοτάρχην, και είχε μάθει να ομιλή
ξενικά, το λοιπόν, ο φίλος, ο καλοθελητής της, αγκαλά και δεν τον θέλει
η μάννα της, φαίνεται ότι θα τα καταφέρει σιγά-σιγά.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; TουΤου νέου το πρόσωπο ήστραψε και λαβών
δεύτερον τάλληρον το έδωκε μετά προθυμίας εις την μάντιδα ήτις εγέλασε
λίαν διακριτικώς.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Γιατί με είπαν AσημένιαΑσημένια, είπε μέσα
της, γιατί ήξευραν πως ήθελα με το δίκιο μου ασήμωμα. TοΤο όνομα τ'
ανθρώπου, προσέθηκεν, έχει να κάμη με το ριζικό του.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Έτσι λοιπόν, AσημένιαΑσημένια, AσημένιαΑσημένια, είπεν
ο νέος&middot; πώς είπες, πώς είπες;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― EίπαΕίπα ότι έχεις ελπίδα να τα καταφέρης,
είπεν η AσημένιαΑσημένια.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Πες μου το πάλι, AσημένιαΑσημένια, πες μου το
να τ' ακούσω. Πώς το είπες;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― KατάΚατά πώς λέει τ' αυγό, επανέλαβεν η
μάγισσα, δε θα περάση πολύς καιρός και θα την απολάψης.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― AλήθειαΑλήθεια; AλήθειαΑλήθεια; EυχαριστώΕυχαριστώ, AσημένιαΑσημένια
μου! να σου φιλήσω το χεράκι σου θέλω.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; KαιΚαι δράξας την χονδρήν χείρα της
μαγίσσης την εφίλησε μετά κρότου.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― HσύχασεΗσύχασε, ησύχασε, είπεν ακκιζομένη η
χήρα, σαν περάση και κανείς απ' έξω κι ακούση, θα πη πως...<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; K' εκάγχασε θορυβωδώς.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ νέος ήτο τόσο αφωσιωμένος εις την
σταθεράν ιδέαν του, ώστε ουδέ παρετήρησε καν το φέρσιμον τούτο της
μαγίσσης.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HγέρθηΗγέρθη και την εκαληνύχτισεν. EξήλθεΕξήλθε με
δρομαίον βήμα. HσθάνετοΗσθάνετο την ανάγκην να διαχύση εις το ύπαιθρον την
πολλήν χαράν του και την υπερβάλλουσαν ελπίδα του.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ μάγισσα έκλεισε την θύραν, έσβησε το
φως, και έστρωσε την κλίνην της δια να κοιμηθή. Όλον δε το βλέμμα της,
γρηγορούσης ακόμη, όλον το πρόσωπόν της, αποκοιμηθείσης, έφερεν οιονεί
<center>* * *</center>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ παράδοξος άνθρωπος αφήκε το στόμα της
νεάνιδος ελεύθερον, και ήρχισε να την παρακαλή με νεύματα, με
χειρονομίας, να μη φωνάζη, να λάβη υπομονήν και να τον ακροασθή.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Τι θέλεις; είπε λαβούσα ολίγον θάρρος
η MατήΜατή.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ λυκάνθρωπος εκοίταξε δεξιά, αριστερά,
ως να εφοβείτο μη είναι ωτακουστής κρυμμένος κάπου.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Τι ήρθες εδώ; Φύγε! επανέλαβεν έμφοβος
πάλιν η νεάνις.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; TοΤο αλλόκοτον ον είχε πάντοτε το στόμα
ανοικτόν, και οι πρόσθιοι οδόντες του εφαίνοντο αραιοί, υπόμαυροι, και
οι τέσσαρες κυνόδοντές του ήσαν λίαν αιχμηροί&middot; αλλ' εξηκολούθει
να σιωπά. EκίνησεΕκίνησε δύο-τρεις φορές τα χείλη, ως να ήθελε ν' αρθρώση
φωνήν, αλλ' εδυσκολεύετο.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; TέλοςΤέλος, μετά πολλού κόπου και αγώνος,
εξέπεμψε φθόγγους τινάς, οίτινες δεν ήσαν σωσταί λέξεις, αλλά ράκη
λέξεων.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Έλα παμ' καλύβ' θ'κό μ'! είπε
τραυλίζων και ψευδίζων.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ νέα δεν ενόησε τι της έλεγε. TονΤον
εκοίταξεν ενεή και μετά δέους. Δια πρώτην φοράν τον έβλεπε.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; TέλοςΤέλος ενθυμήθη ότι είχεν ακούσει
πολλάκις την Φωτεινήν να διηγήται ότι, ου μακράν του κτήματός των,
όπισθεν του λόφου της Δραγασιάς, υπήρχε παλαιόν τι κτίριον, καλύβη
ποιμενική, όπου κατώκει νέος τις, αληθής λυκάνθρωπος, καλούμενος κοινώς
AγρίμηςΑγρίμης. OύτοςΟύτος δεν κατέβαινε ποτέ εις την πόλιν, έζη μόνος με τας αίγας
του κυρίου του, όστις τον είχε προσλάβει ως βοσκόν φιλανθρωπίας χάριν.
Άνθρωπος σπανίως τον έβλεπεν. Ήτο μογιλάλος, σχεδόν βωβός. EιςΕις
εκτάκτους μόνον περιστάσεις, και μετά πολλού κόπου κατώρθωνε ν' αρθρώση
φωνήν. OΟ αυθέντης του τον είχεν μαθημένον με τα νεύματα. Αι γυναίκες
τον εφοβούντο, διηγούμεναι ότι επείραξέ ποτέ τινας αυτών.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; AυτόςΑυτός λοιπόν θα ήτο, υπώπτευσεν η MατήΜατή,
ο αλλόκοτος άνθρωπος, όστις ήτο ενώπιόν της. TώραΤώρα εις την ακμήν του
έαρος, φαίνεται ότι εβαρύνθη και αυτός την μόνωσίν του, ησθάνθη ότι ήτο
άρρην, και η φύσις παρ' αυτώ εξηγέρθη. Πτωχός άνθρωπος!<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Έλα πάμ' φύγουμ', επανέλαβεν ο
λυκάνθρωπος&middot; 'θής, μαζί, 'θής;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ νέα εξηκολούθει να τον κοιτάζη,
πλέουσα μεταξύ περιεργείας και οίκτου, &lt;και&gt; εκ των νευμάτων του
μάλλον ήρχισε να εννοή ότι την προσεκάλει να τον ακολουθήση. Πτωχός
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Πέα καλύβ' έχου γιαούτ', γάλα,
στογγυάτα δώσου. Πάμ' καλύβ'!<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ νεάνις δεν απήντα. Σχεδόν είχε παύσει
να φοβήται. TοΤο βλέμμα του το εσβεσμένον έλεον μάλλον ενέπνεε.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; TονΤον εκοίταζεν απλήστως, ως παράδοξον
φαινόμενον, οποίον ποτέ δεν εφαντάσθη.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ λυκάνθρωπος ενεκαρδιώθη εκ της στάσεως
ταύτης, ην, φαίνεται, εξέλαβεν ως ευμένειαν εκ μέρους της νεάνιδος.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Έλα, πάμ'! επανέλαβεν ο AγρίμηςΑγρίμης.
KαλύβΚαλύβ' γύου, γύου, δέντα, κήπους, χουάφ', βύσ', στένα, τέχ' νεό. Ίσκιου
δέντα πέσης νάνι-νάνι χουταάκια. K' ιγώ νάνι-νάνι, πλάι-πλάι.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ νεάνις έκαμε κίνημα αποστροφής
ακούσασα του λυκανθρώπου τας προτάσεις και την βουκολικήν περιγραφήν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ AγρίμηςΑγρίμης έκαμεν εν βήμα προς αυτήν,
έτεινε την χείρα κ' εζήτει να θωπεύση τας ωλένας της.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ MατήΜατή τον απώθησεν έντρομος, και ρίγος
αποστροφής διέτρεξε τας φλέβας της.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Φεύγ' από δω!<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; K' εστράφη προς την θύραν. OΟ AγρίμηςΑγρίμης
έτρεξε κατόπιν της.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Φεύγα, καημένε, να μην ερθή τώρα ο
αντραγάτης και σε σκοτώση. Σε λυπούμαι. Θα φωνάξω να 'ρθούν τα παιδιά
να σε πάρουν με τς πέτρες.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ λυκάνθρωπος εξηκολούθησε να την κυνηγή.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― TώραΤώρα, έρχουνται τα παιδιά κ' η Φωτεινή
μαζί, είπεν απειλούσα αυτόν με την χείρα η νεάνις. Φεύγα, γιατί θα σου
σπάσουν το κεφάλι. Δεν άκουσες που φώναξα πρωτύτερα; Να, τώρα
έρχουνται. Θα βάλω τις φωνές.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ AγρίμηςΑγρίμης τρέξας την έφθασε και την
περιέβαλε με τους βραχίονάς του.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ νέα έκραξε μεγαλοφώνως βοήθειαν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; KαιΚαι μετ' απηλπισμένου αγώνος επάλαιε δια
ν' απαλλαγή της περιπτύξεως του αλλοκότου ανθρώπου. AλλΑλλ' ο λυκάνθρωπος
ήτο ρωμαλέος και ήδη την είχεν ανατρέψει επί της ψάθης παρά την εστίαν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; EίχεΕίχε περάσει την αριστεράν τραχείαν
χείρα του υπό την αβρήν μασχάλην της και της έθλιβε το παρθενικόν
στήθος, και δια της δεξιάς εκράτει σφιγκτά τον λαιμόν της και ηπείλει
να την πνίξη εις την ελαχίστης κραυγήν. HΗ κόρη, ωχρά, ηλλοιωμένη, με
την κόμην άτακτον, προσεπάθει με τας απαλάς χείράς της να ξεκολλήσει
από το σώμα της τας οπλάς του AγρίμηΑγρίμη. AλλΑλλ' οι όνυχές του οι μαύροι και
απερίκοπτοι είχον απογαμψωθή σχεδόν και εφαίνοντο οιονεί στοιχειωμένοι.
Ήσθμαινεν η κόρη υπό την οδυνηράν πίεσιν και επνευστία εκείνος εν τη
αγωνία της προσδοκίας του και της απλήστου επιθυμίας.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; EπίΕπί μίαν στιγμήν η νεάνις είχε
κατορθώσει ν' απαλλάξη τον τράχηλόν της, και να εκβάλη πεπνιγμένην
κραυγήν. AλλάΑλλά παραχρήμα ο λυκάνθρωπος συνέλαβεν εκ νέου τον λαιμόν της
και παρέλυσε πάσαν αντίστασιν των χειρών της. KαιΚαι με τους πόδας του
τους χελωνοδέρμους και σκληρούς προσεπάθει να περισφίγξη ως δια διπλής
λαβίδος τους τρυφερούς πόδας της.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ νεάνις επνίγετο, ήσθμαινεν,
εστέναζε&middot; τον είχε πτύσει δις εις το πρόσωπον&middot; εζήτησε να
του δαγκάση τον ώμον, αλλά τούτο θα ήτο μάλλον ερεθιστικόν της
κτηνώδους ορμής του AγρίμηΑγρίμη&middot; εκείνος εβρυχάτο, έγρυζεν, εγέλα
άγριον γέλωτα. Έκαμεν απότομον κίνημα κ' εζήτησε δια της αριστεράς να
της σχίση την εσθήτα. MικρόνΜικρόν ακόμη και η βία του λυκανθρώπου θα
εθριάμβευε κατά της παρθενικής αντιστάσεως. AλλάΑλλά την στιγμήν εκείνην
ηκούσθη δούπος ως σώματος πεσόντος από του θριγκού του τοίχου.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ νεάνις έστρεψεν, όπως ηδύνατο το
βλέμμα προς το μικρόν παράθυρον. Ήλπισεν ότι ήρχετο βοήθεια. HπόρειΗπόρει
διατί δεν ήλθον η Φωτεινή και τα παιδία, αφού τρις τους έκραξε.
MετενόειΜετενόει διατί δεν είχεν ακούσει την συμβουλήν της γραίας, ήτις την
τελευταίαν στιγμήν, πριν απομακρυνθή, δια να συλλέξη χαμαίμηλα, με
τρόπον της είχεν υποδείξει ότι καλόν θα ήτο να υπάγη μαζί της. AλλΑλλ'
αυτή περιφρονητικώς είχε μειδιάσει ειπούσα ότι δεν είναι φόβος, και
ότι, και αν τυχόν είχεν εμφανισθή ο KωστήςΚωστής εκείνος, περί ου της ωμίλει
η Φωτεινή, αυτή ήτον ικανή να φυλάξη τον εαυτόν της.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Πτωχή γραία, ήτις δεν ενόει ότι μάλλον
εκέντα και ηρέθιζε την φαντασίαν και την περιέργειαν της κόρης,
ομιλούσα αυτή περί του νέου εκείνου! KαιΚαι τι κακόν ηδύνατο να της κάμη ο
KωστήςΚωστής, εάν αυτή δεν ήθελεν; AλλάΑλλά τώρα, πού KωστήςΚωστής, πού Φωτεινή; EίθεΕίθε
να ήρχετο τουλάχιστον ο KωστήςΚωστής, αφού η Φωτεινή μετά των παιδίων δεν
εμφανίζετο.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Εν τούτοις, η μη εμφάνισις της Φωτεινής
εξηγείτο ίσως εκ της αποστάσεως. Αι κραυγαί της MατήςΜατής πιθανόν να μην
ηκούσθησαν. HΗ γραία είχεν αναβή εις το ύψωμα, εις την άκραν του
ελαιώνος, και το κτήμα του καπετάν Λιμπέριου ήτον αχανές, "αγύριστον".
TοΤο καλύβι έκειτο εις μέρος σχετικώς χθαμαλώτερον, όπου η ανθρωπίνη φωνή
επνίγετο εν μέσω των τεσσάρων τοίχων, και η ηχώ της εχάνετο εντός της
λόχμης. Ίσως δε και ο πνέων βορειανατολικός άνεμος, όστις εδυνάμωνεν
όσο επροχώρει η ημέρα, συνέτεινεν εις το να μη ακούωνται αι φωναί της
νέας. HΗ αέναος και συριστική πνοή του KαικίουΚαικίου, ελάμβανε την φωνήν της
MατήςΜατής επί των πτερύγων της, και ο αντίλαλος εχάνετο εις τα νοτιοδυτικά
μέρη, εις τους γείτονας λόφους και τας κοιλάδας.<br>
<br>
<center>* * *</center>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Εν τοσούτω η Φωτεινή, εξηκολούθει να
μαζεύη χαμολούλουδα, και τα παιδία εξηκολούθον να παίζωσιν όπισθεν του
κορμού της γιγαντιαίας ελαίας. HΗ πρώτη και η δευτέρα φωνή της MατήςΜατής δεν
ηκούσθησαν πράγματι.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ γραία Φωτεινή εμάζωνε τα χαμολούλουδα
και δεν έπαυε να φιλοσοφή περί των ανθρωπίνων και περί των γυναικείων
πραγμάτων. AνελογίζετοΑνελογίζετο ότι εξ όλων, όσους είχεν αγαπήσει σχεδόν
αφιλοκερδώς μέχρι τούδε, μόνον η προβατίνα δεν είχε ψεύσει τας
προσδοκίας της. AύτηΑύτη ου μόνον την έτρεφε με το γάλα της και την ενέδυε
με το μαλλί της, αλλά και της ήτο πιστή, πιστή, όσον δύναται να είναι
ζων και έμπνουν κτίσμα του Θεού.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ κυρία της, η Λιμπέραινα, γυνή
φιλάσθενος και φίλαυτος, ως όλαι αι διαρκώς πάσχουσαι γυναίκες, σχεδόν
υποχονδριακή, εξετίμα τόσον την γηραιάν θεράπαιναν, όσον και την
προβατίναν. KαιΚαι αυτό ήτο μεγάλη καλωσύνη εκ μέρους της, ανελογίζετο η
Φωτεινή, διότι η προβατίνα ήξιζε πράγματι περισσότερον από όσον
ενομίζετο. HΗ δε MατήΜατή, η μικρά MατήΜατή, την οποίαν αυτή η Φωτεινή είχεν
αναθρέψει μετά στοργής και αφοσιώσεως, της αμνάδος εκτελούσης μετά τον
έκτον μήνα χρέη τροφού, διότι η κυρα-Λιμπέραινα ποτέ δεν είχεν άφθονον
γάλα, η ωραία και υπερήφανος MατήΜατή είχεν αποκτήσει και αυτή μυστικά
εσχάτως. Άλλοτε είχεν απεριόριστον εμπιστοσύνην εις την Φωτεινήν, της
τα έλεγεν όλα. AπόΑπό τινος όμως χρόνου κάτι της έκρυπτε.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OύτεΟύτε φθίνει πάσα στοργή και εμπιστοσύνη
και η Φωτεινή από καιρού εις καιρόν, εκεί που έκυπτε και εμάζευε τα
ιαματικά της βότανα, έστρεφε βλέμμα προς τα παιδία, τα οποία έπαιζαν
γηραιάν και αφωσιωμένην θεραπαινίδα, την άγευστον πάσης χαράς και
ηδονής εν τω κόσμω, πλην της εκ της αυτοθυσίας και αφοσιώσεως.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; EκείνηνΕκείνην την στιγμήν ο Θύμιος μετά του
KωστάκηΚωστάκη έπαιζον είδος παιδιάς. OΟ Θύμιος κύπτων προς την γην είχε λάβει
τον μικρόν ύπτιον επί των ώμων, κρατών τας παλάμας τούτου με τους
δακτύλους σφιγκτά επί του στέρνου του και αι επόμεναι ερωτήσεις και
αποκρίσεις διημείβοντο μεταξύ των δύο:<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Τι βλέπ'ς;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― OυρανόΟυρανό.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Τι πατείς;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Γης.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Τι τρως;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― AγγούρΑγγούρ'.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Πέσε κάτου σα γαϊδούρ'.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; EίπεΕίπε και άφησε τον μικρόν, αβρά γελώντα,
να κυλισθή μαλακώς εις τα χόρτα του εδάφους.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; TηνΤην ιδίαν στιγμήν οξεία φωνή ηκούσθη από
το μέρος του καλυβιού ερχομένη. Ήτο η τρίτη κραυγή της MατήςΜατής, ήτις
έφθασεν εις τα ώτα της Φωτεινής.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Φωτεινή!... Σταθάκη!... τρέξετε...<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ Φωτεινή έστησεν ορθόν το ους.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Σιωπάτε παιδιά ν' ακούσουμε... Δεν
ακούσατε φωνή;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― AκούσαμεΑκούσαμε.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― EλάτεΕλάτε να πηγαίνουμε, παιδιά, η MατήΜατή
μας κράζει, είπεν η γραία τρέχουσα. Τι να είναι τάχα, Θεέ μου!<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Έρχουμι, είπεν έκαστον των παιδίων. O
δε Γιάννης, όστις ήτο ψυχοπαίδι της ατέκνου AργυρήςΑργυρής και είχεν έλθει προ
μηνών εκ τινος χωρίου του Πηλίου, είπε και αυτός "έρχουμι!"<br>
<br>
<center>* * *</center>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; MετάΜετά τον υπόκωφον δούπον, ον ήκουσεν η
αγωνιώσα MατήΜατή ως σώματος πίπτοντος από του θριγκού του τοίχου του
περιβόλου εντός του κήπου, δρομαίον βήμα ανδρός ηκούσθη, η θύρα του
οικίσκου ημίκλειστος ούσα ηνοίχθη, και ο KωστήςΚωστής εφάνη επί του ουδού της
θύρας.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Φαίνεται ότι ο νέος μετά τας
συνεντεύξεις, ας είχε λάβει με την μάγισσαν, ων μίαν, την τελευταίαν,
περιεγράψαμεν εν τοις προηγουμένοις, είχεν αποφασίσει να φρουρή εκ του
σύνεγγυς την νέαν την οποίαν ηγάπα. KαιΚαι ιδού ότι η μάγισσα ηλήθευσε την
φοράν ταύτην, ίσως χωρίς να το θέλη και αυτή.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; TηνΤην νύκτα της παραμονής της Πρωτομαγιάς
εξελθών από της μαγίσσης, αφού επεριπάτησε μέχρι του μεσονυκτίου,
απήλθεν οίκαδε και έγραψε το επιστόλιον προς την MατήνΜατήν, προσθέσας και
δύο ή τρία δίστιχα τα αναφερόμενα εις τους χρησμούς της μαγίσσης, εις
όσα από ημερών ήδη είχε συνθέσει. EίταΕίτα χωρίς να εκδυθή κατεκλίθη επί
τινος καναπέ, ελαγοκοιμήθη επί μίαν ή δύο ώρας με την φαντασίαν
γρηγορούσαν και την ψυχήν τεταραγμένην, και εις τας τρεις μετά τα
μεσάνυκτα ανεπήδησεν, ελούσθη ψυχρόν ύδωρ και πάραυτα εξήλθε.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; EβάδισενΕβάδισεν εις την εξοχήν, και διηυθύνθη
εις το κτήμα του καπετάν Λιμπέριου, όπου ήξευρεν ότι συνήθιζε να
μεταβαίνη την Πρωτομαγιάν η MατήΜατή. Έρριψεν, εμπιστευθείς εις την τύχην,
το ερωτικόν δελτάριον υπεράνω του τοιχογυρίσματος και απεμακρύνθη.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; EσκόπευεΕσκόπευε να μείνη όλην την ημέραν
κρυπτόμενος εκεί πλησίον, τούτο μεν φοβούμενος, ως δεισιδαίμων, τον
κίνδυνον, ον προέλεγεν η μάγισσα, τούτε δε ελπίζων, ως ερωτόληπτος, να
εντρυφήση εις την θέαν της MατούλαςΜατούλας. Όθεν δεν ηδυνήθη ν' αντιστή εις
τον πειρασμόν του να κάμη και πάλιν ένα δρόμον κατά την πόλιν, χάριν
της απείρου ηδονής του να συναντήση και να καλημερίση την MατήνΜατήν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Όταν αι δύο γυναίκες απεμακρύνθησαν
ικανά βήματα, ο KωστήςΚωστής εστράφη πάλιν οπίσω, και δια πλαγίας οδού
μακρόθεν τας ηκολούθησεν. Έβλεπεν εκεί κάτω εις τον ορίζοντα, υπό τας
ακτίνας του ηλίου διαγραφόμενον το ραδινόν ανάστημα και την λευκήν
εσθήτα της MατούλαςΜατούλας, και ησθάνετο ηδονήν άρρητον, ως να έβλεπέ τι
εγγύθεν. AλλάΑλλά δεν ελέχθη ότι ο έρως σμικρύνει τας αποστάσεις και
διατρέχει τα διαστήματα;<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; EπανήλθεΕπανήλθε λοιπόν οπίσω πλησίον εις το
κτήμα της MατούλαςΜατούλας, και μετά προφυλάξεως περιεπόλει περί την υψηλοτέραν
κορυφήν της Δραγασιάς, όπου και η Φωτεινή τον παρετήρησεν, ως είδομεν,
όπισθεν του στελέχους δένδρου καθήμενον.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OλίγωΟλίγω ύστερον, ο νέος απεμακρύνθη και
εκάθισεν εις την σκιάν βράχου, προς δυσμάς της κορυφής του λόφου.
EκείθενΕκείθεν απείχεν υπέρ τα χίλια βήματα, αλλ' έβλεπε καλώς, υπεράνω του
περιβόλου, μέρος του κήπου και του ελαιώνος του καπετάν Λιμπέριου. EπίΕπί
μίαν στιγμήν είδε την MατήνΜατήν ανερχομένην από της χαράδρας, όπου ήτο η
πηγή, και βαδίζουσαν προς τον οικίσκον, ου μόνον η στέγη ήτο ορατή από
της σκοπιάς του νέου, είτα είδε τα παιδία και την Φωτεινήν, εις
ανάστημα πλαγγόνος ένεκα της αποστάσεως, αναβαίνοντας προς τον ελαιώνα.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; AλλάΑλλά μετά μίαν στιγμήν, βλέπει ένα
άνθρωπον, χωρικόν ως εφαίνετο εκ της ενδυμασίας, τριγυρίζοντα περί το
κτήμα και κοιτάζοντα με τρόπον ύποπτον τους τοίχους του περιβόλου. TονΤον
είδε να πηγαίνη, να γυρίζη πάλιν οπίσω, να ίσταται, να θεωρή, να βαδίζη
πάλιν, και τέλος τον βλέπει να κύπτει προς τον τοίχον και να εκτελή
εργασίαν τινά, ως να εσκάλιζε να εύρη τι εις καμμίαν οπήν, ή ως να
αφήρει λίθον από του τοίχου.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; EίταΕίτα ο παράδοξος άνθρωπος ύψωσε την μίαν
κνήμην, έθεσε τον πόδα εις την οπήν, την οποίαν είχε κατασκευάσει,
ύψωσε τον άλλον πόδα, ανέβη, διεσκέλισε τον θριγκόν, και έγινεν άφαντος
όπισθεν του τοίχου.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Ήτο ο AγρίμηςΑγρίμης, όστις είχεν ιδεί από της
υψηλής κορυφής της Δραγασιάς, όπου έβοσκε τας αίγας του, την MατούλανΜατούλαν
βαίνουσαν προς τον οικίσκον, είχεν ιδεί και την γραίαν με τα παιδιά
απομακρυνόμενην, και επειδή, φαίνεται, θα είχε παρατηρήσει την νέαν
θα του είχε κινήσει την όρεξιν, έσπευσε να βάλη εις πράξιν το αρχέτυπον
και αιπολικόν σχέδιόν του. "Ωιπόλος όκκ' εσορή τας μηκάδας..."
EγκατέλιπεΕγκατέλιπε τας αίγας του και κατέβη δρομαίος προς το μέρος, όπου είδε
την ερατεινήν και ονειρώδη ύπαρξιν. Πτωχός λυκάνθρωπος!<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Εν τούτοις ο KωστήςΚωστής δεν έχασε καιρόν,
ηγέρθη και έτρεξε με ταχύτητα ελάφου. Έτρεξεν, έτρεξε και είτα ήκουσε
και την κραυγήν της MατούλαςΜατούλας.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Έφθασεν εις τον περίβολον, εύρε το μέρος
όπου είχεν αφαιρέσει ένα λίθον, με τους στοιχειωμένους όνυχάς του, ο
AγρίμηςΑγρίμης, και δια της αυτής οδού, ανέβη, διεσκέλισε τον τοίχον, ημιόλιον
ανδρικού αναστήματος, κ' επήδησεν εντός του κτήματος.<br>
<br>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; "Ήτο καιρός", καθώς λέγουν οι φράγκοι
μυθιστοριογράφοι. OΟ AγρίμηςΑγρίμης δεν είχε πνίξει ακόμη την MατούλανΜατούλαν, αλλά θα
την έπνιγε μετ' ου πολύ.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; TοΤο πρώτον πράγμα το οποίον είδε το όμμα
του KωστήΚωστή, μετά το αλλόκοτον σύμπλεγμα, το οποίον επαρουσιάσθη ενώπιόν
του, πριν αναβή ακόμη τας πέντε βαθμίδας της εσωτερικής κλίμακος, ήτο
μία αξίνη με στιλπνόν σίδηρον, με βραχείαν λαβήν, χρησιμωτάτη ως όπλον.
EίναιΕίναι αληθές ότι ο νέος έφερεν εις το θυλάκιόν του δίκαννον πιστόλιον
γεμάτον, αλλ' εφοβείτο να το μεταχειρισθή, μήπως πληγώση την MατούλανΜατούλαν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Έλαβε την αξίνην, έτρεξε, και ήρχισε να
κτυπά τας χείρας του AγρίμηΑγρίμη, όστις τότε αφήκε το θύμα του και ώρμησε
κατ' αυτού. AλλΑλλ' ο KωστήςΚωστής ηναγκάσθη τότε να του δώση μίαν εις το
κρανίον. OΟ AγρίμηςΑγρίμης ζαλισθείς εκυλίσθη επί του δαπέδου.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; TηνΤην ιδίαν στιγμήν έφθασεν η Φωτεινή με
τα παιδία. IδούσαΙδούσα η γραία τον KωστήνΚωστήν υπέθεσεν ότι αυτός ήτο ο αίτιος
του κακού, κ' έστρεψε προς αυτόν άγρια βλέμματα, και ηπείλει να τον
σχίση με τας χείρας, περιφρονούσα τον σίδηρον ον εκείνος εκράτει. AλλΑλλ'
ο νέος της έδειξε με εν νεύμα εκτάδην κείμενον, ημιθανή τον AγρίμηνΑγρίμην, με
την κεφαλήν αιματωμένην, και τότε η γραία ήρχισε να εννοή.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Φέρτε νερό! είπεν ο KωστήςΚωστής&middot;
βοήθειαν εις την MατούλαΜατούλα!<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; HΗ νέα έκειτο σχεδόν αναίσθητος, αδρανής,
τόσον αδυνατισμένη από την τρομεράν πάλην, ώστε δεν ηδύνατο να κινηθή.
HΗ γραία ερρίφθη περιαλγής επί της αγαπητής παιδίσκης, εψηλάφει τον
σφυγμόν της και την καρδίαν της. Τα παιδία έτρεξαν έντρομα να φέρωσιν
ύδωρ, και ο KωστήςΚωστής, έβγαλε δύο πάλλευκα μυροβόλα μανδήλια, τα οποία
είχεν εις τους κόλπους με άνθη συνειλημμένα, και εζήτει να δέση τας
πληγάς της. HΗ Φωτεινή τον άφησε να κάμη. HΗ νεάνις είχε δύο βαθείας
αμυχάς εις τον λαιμόν, και άλλην εις τον βραχίονα.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; AλλάΑλλά και το υποκάμισόν της το
ολοβρόχινον εφαίνετο προς την αριστεράν πλευράν καθημαγμένον και η
γραία ψηλαφήσασα ανεκάλυψε και τρίτην αμυχήν υπό τον αριστερόν κόλπον.
OΟ νέος απεδύθη το ελαφρόν ιμάτιόν του, έσχισεν επί του στήθους το
λευκότατον καθάριον υποκάμισόν του και κόψας δύο πλατείας ταινίας τας
έδωκεν εις την γραίαν να δέση την πληγήν.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Τα παιδία ήλθον φέροντα ύδωρ&middot; η
MατήΜατή συνήλθεν ολίγον κατ' ολίγον&middot; ήτο μόνον πολύ αδύνατος και
έστρεψε βλέμμα ευγνωμοσύνης προς τον KωστήνΚωστήν. HΗ Φωτεινή εκ φιλανθρωπίας
έπλυνε και την πληγήν του AγρίμηΑγρίμη και έδεσε την κεφαλήν του με εν
παλαιόπανον.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ KωστήςΚωστής εσκέπτετο τι ώφειλε να κάμη ως
προς τον AγρίμηνΑγρίμην. AνάγκηΑνάγκη ήτο να λάβη είδησιν ο αγροφύλαξ, όστις δεν θα
ευρίσκετο πολύ μακράν, δια να έλθη να φροντίση περί της προσαγωγής του
εις την αστυνομικήν αρχήν, ήτις ήτο αρμοδία να τον παραδώση εις
νοσηλείαν ή εις φυλακήν. Έπρεπε δε να υπάγη ο ίδιος να εύρη τον
αγροφύλακα και δώση την είδησιν. AλλάΑλλά πώς ν' αφήση μόνας τας δύο
γυναίκας και τα παιδιά με τον AγρίμηνΑγρίμην, όστις άμα θα συνήρχετο εκ της
σκοτοδίνης ηδύνατο να είναι ακόμη επικίνδυνος; Ήτο λοιπόν έτοιμος να
προτείνη εις την Φωτεινήν να εξέλθωσιν όλοι εκ του οικίσκου, να
κλειδώσωσι μέσα τον AγρίμηνΑγρίμην, να εξασφαλισθώσι, και τότε ο KωστήςΚωστής να
υπάγη προς αναζήτησιν του αγροφύλακος.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; AλλάΑλλά μόλις έλαβε την απόφασιν ταύτην και
βλέπει τον AγρίμηνΑγρίμην ότι εκινήθη σιγά-σιγά, ανεκάθισεν επί της ψάθης,
είτα εσηκώθη, εβάδισε χωλαίνων προς την θύραν, εξήλθε, και διηυθύνθη
προς την θύραν του περιβόλου.<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ KωστήςΚωστής εκ περιεργείας τον ηκολούθησε,
και τον είδεν ωθούντα τον σύρτην και ανοίγοντα την θύραν. TηνΤην
τελευταίαν στιγμήν εστράφη, ηπείλησε δια της πυγμής τον KωστήνΚωστήν, και του
έκραξε:<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; ― Έννοια σ' δε 'θής καμμιά φοά καλύβ'!
IγώΙγώ σ' δείξου!...<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; K' έγινεν άφαντος.<br>
<br>
<center>* * *</center>
<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; OΟ καπετάν Λιμπέρης έμαθε το συμβεβηκός
κ' επειδή η MατούλαΜατούλα ωμολόγησεν ότι, άνευ της βοηθείας του KωστήΚωστή, θα
εγίνετο θύμα του αγροίκου βιαστού, την ηρώτησε αν τον ήθελε δια
σύζυγον. HΗ κόρη αφελώς απήντησεν ότι, αφού εξάπαντος έμελλε να
υπανδρευθή, "καλύτερ' αυτός, παρά άλλος".<br>
&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; KαιΚαι μετά τρεις μήνας ετελείτο ο γάμος
του περιπαθώς ερώντος KωστήΚωστή μετά της περικαλλούς κ' ευαισθήτου
MατούλαςΜατούλας. KαιΚαι η αγαστή και θεσπεσία παρθενική καλλονή, το κορύφωμα του
έαρος, επέπρωτο να παραδώση τα σκήπτρα εις το αδυσώπητον θέρος - έρος.
 
20.285

επεξεργασίες