Λόγος ΜΒ'
Περί δυνάμεως και ενεργείας των κακιών της αμαρτίας, υπό τινών συνίστανται και υπό τινών παύονται.

Συγγραφέας:


Εως αν μη εκ καρδίας αληθώς μισήση τις την αιτίαν της αμαρτίας, εκ της ηδονής της ενεργείας αυτής ουκ ελευθερούται. Ούτος εστίν ο αγών ο σφοδρότατος, όστις αντικαθίσταται τω ανθρώπω μέχρις αίματος, εν ώ δοκιμάζεται αυτού το αύτεξούσιον εν τη ενάδι της αγάπης αυτού των αρετών.

Αύτη εστίν η δύναμις, ήντινα καλούσιν ερεθισμόν και παράταξιν, αφ’ ων τίνων της οσμής εξασθενεί η ψνχή η ταλαίπωρος χάριν της απαραιτήτου παρατάξεως της ούσης εν αυτή. Αύτη εστίν η δύναμις του μεγέθους της αμαρτίας, εν ή τάς ψυχάς των σωφρόνων ο εχθρός συμφύρειν είωθε και τάς καθαράς κινήσεις αναγκάζει πείραν λαβείν, ων όλως ουδέποτε ειλήφασι.

Ενταύθα δεικνύομεν την υπομονήν ημών, ώ αγαπητοί αδελφοί, και τον αγώνα και την σπουδήν ούτος γαρ εστί ο καιρός της αθλήσεως, δι’ ης λέγεται, ότι η τάξις των μοναχών νικά. Τη προσαπαντήσει τούτου του πολέμου ταχέως συμφύρεται ο ευσεβής νους, εάν μη μεγάλως παρατάξηται.

Ευχή

Δυνατός ει, Κύριε, η πηγή της πάσης βοηθείας, υποστηρίξαι εν τοις τοιούτοις καιροίς, οίτινες εισί μαρτυρίας καιροί, τας νυμφευσαμένας σοι εαυτάς μετά χαράς ψυχάς τω ουρανίω νυμφίω και δεδωκυίας τας συνθήκας της αγιότητος εν συνέσει μετά ειλικρίνειας κινήσεων, και ου μετά πανουργίας. Διό δώρησαι αυταίς δύναμιν μετά παρρησίας καθελείν ωχυρωμένα τείχη, και παν ύψωμα επαιρόμενον κατά της αληθείας, ίνα μη του ίδιου σκοπού αστοχήσωσι βία ανυποίστω και ανυπομονήτω εν τω καιρώ, εν ώ περί αίματος ανταγώνισμα γίνεται.

Ου πάντοτε δε γίνεται αγώνισμα σωφροσύνης εν τούτω τω σφοδρω πολεμώ.Γίνεται γαρ εγκατάλειψις και προς δοκιμασίαν. Ουαί δε τω δοκιμαζομένω εν τούτω τω διακριτικώ πολέμω. Διότι μεγίστην ισχύν κέκτηται ούτος ο πόλεμος εκ της συνήθειας, ης έλαβεν εξ εκείνων των παραδεδωκότων εαυτούς τη ήττη, εν συγκαταθέσει των ιδίων λογισμών.

Παραφυλάττεσθε, ώ αγαπητοί, από της αργίας, διότι εγκέκρυπται εν αυτή εγνωσμένος θάνατος καθότι χωρίς αυτής ταίς χερσι των αιχμαλωτίσαι τον μοναχόν σπευδόντων εμπίπτειν ουκ εστίν. Ου περί ψαλμών εν τη ημέρα εκείνη κατακρινεί ημάς ο Θεός, ουδέ περί της εκ της προσευχής αργίας, άλλ’ ότι τη καταλείψει τούτων είσοδος γίνεται τοις δαίμοσιν.

Ηνίκα δ’ αν εύρωσι χώραν και εισέλθωσι και συγκλεισωσι τας θύρας των οφθαλμών ημών, τότε πληρώσουσιν εις ημάς τυραννικώς και ακαθάρτως άτινα υπό την θείαν απόφασιν συνέχουσι τους εργάτας αυτών μετά εκδικήσεως σφοδρότατης. Και γινόμεθα υποχείριοι, χάριν της εγκαταλείψεως των μικρών τούτων, άτινα δια τον Χριστόν φροντίδος αξιούνται, ως γέγραπται παρά των σοφωτάτων.

Ο μη υποτάσσων τω Θεώ το εαυτού θέλημα, υποταγήσεται τω αντιδίκω αυτού. Ώστε ταύτα τα μικρά σοι φαινόμενα, ως τείχη σοι λογισθήσονται κατέναντι των αιχμαλωτιζόντων ημάς, ώντινων η τελείωσις ενδόθεν του κελλίου υπό των κρατούντων την τάξιν της Εκκλησίας σοφών τέθειται, προς φυλακήν της ημετέρας ζωής εν Πνεύματι αποκαλύψεως, ων η κατάλειψις υπό των ασόφων μικρά λογίζεται. Την δε υπ’ αυτών ζημίαν μη λογιζομένων τούτων, η τε αρχή της οδού και η μεσότης, ελευθερία απαίδευτος, ήτις εστί μήτηρ των παθών.

Κρείσσον γαρ αγωνίσασθαι μη εγκαταλείψαι τα μικρά, ή τόπον δούναι τη αμαρτία εν τω πλατυσμώ αυτών. Ταύτης γαρ της ακαίρου ελευθερίας, δουλεία το τέλος απότομος.

Εν όσω τας αισθήσεις ζώσας έχεις προς απάντησιν των συμβεβηκότων, νεκρόν σαυτόν υπολάμβανε. Διότι ου μη τοι λείψη έκκαυσις αμαρτίας εν πάσι τοις μέλεσί σου και ου μη δυνήση κτήσασθαι σεαυτώ σωτηρίαν. Εάν τις των μοναχών είπη εν τη καρδία αυτού, ότι παραφυλάττεται εκ τούτων, ούτος ου θέλει μαθείν πότε ραπίζεται.

Όστις απατήσει τον εαυτού εταίρον, της κατάρας ηξίωται του νόμου, ό δε εαυτόν εξαπατήσας, ποίας τεύξεται εκδικήσεως; Διότι, επισταμένος την κακίαν του πονηρού έργου, άγνοιαν προσποιείται. Ότι δε επίσταται, δείκνυσιν ο έλεγχος του συνειδότος. Και τούτο δύσκολον αυτώ φαίνεται, διότι επίσταται ο αγνοείν προσποιείται.

Τώ δε Θεώ ημών είη δόξα εις τούς αιώνας. Αμήν.