Λόγος ΚΖ'
Περί της κινήσεως του σώματος.

Συγγραφέας:


H κίνησις των κάτω μελών του σώματος, η εκτός λογισμών οξύτερων γινομένη της άτοπου ηδονής, ήτις κινείται μετά πυρώσεως και έλκει την ψυχήν εις ταλαιπωρίαν απροαιρέτως, αδιστάκτως εκ της πλησμονής της γαστρός εστίν. Ει δε γε ίσως η μεν γαστήρ ευτακτεί εν τη διαίτη, τα δε μέλη απροαιρέτως είτε κάν οπωσούν κινούνται, γνώθι ότι εν τω σώματι βρύει το πάθος και όπλον ισχυρόν και ακαταμάχητον λογίζου είναι εν τω αγώνι τούτω το απέχεσθαι εκ της θέας των γυναικών. Διότι ο ενάντιος ου δύναται ενεργήσαι εν ημίν άπερ ή φύσις δύναται πράξαι εν τη δυνάμει αυτής. Μη γαρ νομίσης, ότι ή φύσις επιλανθάνεται των εν αυτή φυσι­κώς ενσπαρέντων εκ του θεού προς τεκνογονίαν και δοκιμασίαν των εν τω αγώνι, αλλ9 η αποχή των πραγμάτων νεκροί την επιθυμίαν εν τοις μέλεσι και λήθην και απώλειαν εμποιεί αυτοίς.

Άλλοι είσιν οι λογισμοί των μακράν απεχόντων πραγμάτων και απλώς παρερχομένων εν τη διανοία και κίνησιν μικράν και αμυδράν εμποιούντων αφ’ εαυτών, άλλοι δε εισίν οι λογισμοί οι εν οράσει της ύλης βυθίζοντες την διάνοιαν αληθαργήτως και εκ του πλησιασμού κινούντες τα πάθη και τρέφοντες τον άνθρωπον, ως το έλαιον τρέφει την έξαψιν του λύχνου και το πάθος το ήδη νεκρωθέν και σβεσθέν εξάπτοντες και ταράσσοντες το πέλαγος του σώματος δια της κινήσεως του πλοίου της διανοίας.

Αύτη δε η κίνησις η φυσική, η εν ημίν κατοικούσα δια την προαίρεσιν ταράξαι εκ της καθαρότητος και οχλήσαι την σωφροσύνην ου δύναται. Ου γαρ δέδωκεν ο Θεός δύναμιν τη φύσει νικήσαι την προαίρεσιν την προς αυτόν, την καλήν, άλλ ‘όταν τις κινηθή η εκ του θυμού ή εκ της επιθυμίας, ούχ η φυσι­κή δύναμις αυτόν εξελθείν εκ του όρου της φύσεως και γενέ­σθαι έξωθεν εκ των οφειλομένων βιάζεται, αλλ΄ η προσθήκη ην ποιούμεν επί τη φύσει δια των αφορμών του θελήματος. Ο γαρ Θεός πάντα όσα εποίησε, καλώς και εμμέτρως εποίησε, και όσον το μέτρον της αναλογίας των φυσικών ορθώς εν ημίν φυλάττεται, τοσούτον αί φυσικαί κινήσεις ου δύνανται βιάσασθαι ημάς εκ της οδού εξελθείν, αλλά μόνον εν ευτάκτοις κινήσεσι κινείται το σώμα, ώστε ειδέναι μόνον, ότι εστίν εν ημίν το πάθος το φυσικόν, και ουκ εις το γαργαλίσαι και οχλήσαι, ώστε εμποδίσαι τον δρόμον της σωφροσύνης, ούτε πάλιν το σκοτώσαι τον νουν από θυμού και εκ της ειρήνης εις οργήν κινήσαι. Εάν δε ημείς συναπαχθώμεν ποτέ τοις αισθητοίς (δι’ ων τίνων και ο θυμός παρά φύσιν είωθε λαβείν ορμήν), ή εν βρώσει ή εν πόσει εν υπερβαλλούση ποσότητι ή εν πλησιασμώ γυναικών και θεωρία τούτων σχολάσαι ή εν ταίς ομιλίαις ταίς περί αυ­τών, εξ ων φλόξ επιθυμίας αναφλέγεται και σκιρτά εν τω σώματι, εντεύθεν την πραότητα την φυσικήν εις αγριότητα μεταβάλλομεν, ή δια το πλήθος του χυμού, ή δια τάς διαφόρους οράσεις των πραγμάτων.

Εστί δε ποτέ η κίνησις τούτων και εκ παραχωρήσεως, της δια την οίησιν ημών γινομένης. Και αυτή ουκ έστιν ως εκείνη. εκείνους γαρ τους πολέμους της ελευθερίας καλούμεν, οίτινες εστίν οδός της κοινής φύσεως, τον δε πόλεμον τον εκ παραχωρήσεως, τον εξ αιτίας της οιήσεως ημών γινόμενον, γινώσκομεν, ότε εν προσοχή και κόποις εν πλείονι χρόνω γενώμεθα και οιόμεθα τι κατωρθωκέναι, παραχωρούμεθα πολεμηθήναι, ίνα μάθωμεν την ταπείνωσιν. Οι δε λοιποί, οι άνευ της αίτιας ταύτης γινόμενοι ημίν υπέρ την δύναμιν, εκ της ραθυμίας ημών γίνονται. Διότι ή φύσις, όταν τίνα προσθήκην των αισθη­τών δια της γαστριμαργίας δέξηται, ου πείθεται λοιπόν φυλάξαι την τάξιν, την εκ της διαπλάσεως αυτής. Ο γαρ τάς θλίψεις και το απρόϊτον αποβαλών εκουσίως, τάς αμαρτίας αγαπάν βιάζε­ται. «Ανευ γαρ τούτων χωρισθήναι εκ των κολακευμάτων του φρονήματος ου δυνάμεθα. ‘Όσον γαρ οι πόνοι πληθύνονται, ού­τοι έλαττουνται, επειδή αι θλίψεις και οι κίνδυνοι αποκτείνουσι την ηδυπάθειαν των παθών, η δε ανάπαυσις τρέφει και αύξει αυτά.

Λοιπόν σαφώς εγνώσθη, ότι ο Θεός και οι Άγγελοι αυτού εν ανάγκαις χαίρουσιν, ό δε Διάβολος και οί εργάται αυ­τού εν αναπαύσει. Ει δε εν θλίψεσι και στενοχωρίαις τελειούνται αι εντολαί του Θεού, ημείς δε ταύτας εξουδενώσαμεν, λοιπόν αυτού του εντειλαμένου των εντολών καταφρονείν μηχανώμεθα. Δια τα πάθη άπερ γεννώνται εκ της αναπαύσεως ήμών καταργούμεν την αιτίαν της αρετής, ήγουν την στένωσιν και την θλίψιν, και κατά το μέτρον της αναπαύσεως της προσαγομένης ημίν, κατά τοσούτον τόπον ποιούμεν τοις πάθεσιν εν ημίν. Διότι εν σώματι στενοχωρουμένω ου δύνανται οι λογισμοί μετεωρηθήναι είς τα μάταια.

Όταν δε τις εν χαρά υπομένη τους κόπους και τάς θλίψεις, και τους λογισμούς κραταιώς χαλινώσαι δύναται. Διότι αυτοί οι λογισμοί αργούσιν εν κόποις. Όταν δε ο άνθρωπος μνημόνευση των πρώτων αυτού αμαρτιών και κόλαση εαυτόν, τότε καί ο Θεός φροντίδα ποιείται του αναπαύσαι αυτόν. Διότι χαίρει ο Θεός, ότι αυτός εαυτώ το επιτίμιον δέδωκε δια την παράβασιν της οδού του Θεού, όπερ σημείον εστί της μετα­νοίας. Και όσον αυτός πολλά βιάσεται την ψυχήν αυτού, τοσού­τον πληθύνεται εκ του Θεού η τιμή αυτού. Πασά δε χαρά, ήτις ουκ έχει εξ αρετής την αιτίαν, η τοιαύτη παραυτίκα κινήσεις επιθυμιών εν τω ευρηκότι αυτήν διεγείρει. Σύνες δε τούτο, ότι επί πάσαν επιθυμίαν εμπαθή, ουκ επί την φυσικήν τούτο ειρήκαμεν.

Τω δε Θεώ ημών είη δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.