Λόγος ΚΓ'
Περί αγάπης Θεού και αποταγής και της εν αυτώ αναπαύσεως.

Συγγραφέας:


Ψυχή τον Θεόν αγαπώσα, εν τω Θεώ και μόνω την ανάπαυσιν κέκτηται. Προκατάλαβε λύειν πάντα σύνδεσμον εξωτικόν από σεαυτού, και τότε δυνήση συνδεθήναι τη καρδία τω Θεώ προηγείται γαρ του συνδεθήναι τω Θεώ, το λυθήναι της όλης. Η του άρτου βρώσις μετά το απαγαλακτισθήναι δίδοται τω βρέφει. Και άνθρωπος ο βουλόμενος εν τοις θείοις πλατυνθήναι, πρότερον θέλει εαυτόν εκ του κόσμου αποξενώσαι, ώσπερ νήπιον από των μητρικών αγκαλών και μαστών η σωματική γαρ εργασία προηγείται της ψυχικής, ώσπερ ο χους της εμπνευσθείσης τω Αδάμ ψυχής. Ο μη κτησάμενος την σωματικήν εργασίαν, ουδέ την ψυχικήν έχειν δύναται. Διότι αύτη εξ εκείνης γεννάται, ώσπερ ο στάχυς εκ του γυμνού κόκκου του σίτου, και ο μη έχων την ψυχικήν εργασίαν, εστέρηται των πνευματικών χαρισμάτων.

Ου συγκρίνονται οι πόνοι, οι υπέρ της αληθείας του παρόντος αιώνος, τη ητοιμασμένη τρυφή τοις κακοπαθούσιν εν τοις αγαθοίς. Ώσπερ έπεται τοις εν δάκρυσι σπείρουσι τα δράγματα της αγαλλιάσεως, ούτως ακολουθεί χαρά τη δια Θεόν κακοπαθεία, Ο άρτος ο εξ ιδρώτων ανυσθείς ηδύς φαίνε­ται τω γεωργώ, και αι δια δικαιοσύνην εργασίαι τη δεξαμένη καρδία την γνώσιν του Χριστού. Υπόμεινον την εξουδένωσιν και την ταπείνωσιν χρηστώ θελήματι, ίνα σχης παρρησίαν προς τον Θεόν. Πάντα λόγον σκληρόν υπομένων άνθρωπος εν γνώσει, άνευ προηγησαμένης ανομίας υπ’ αυτού είς τον λαλήσαντα, στέφανον μεν ακάνθινον επιτίθησι τότε τη εαυτού κε­φαλή, μακάριος δε εστίν, ότι εν καιρώ, ω ουκ οίδεν, αφθάρτως στεφανούται.

Ο φεύγων την κενήν δόξαν εν γνώσει, ούτος ήσθετο εν τη ψυχή αυτού του μέλλοντος αιώνος. Ο λέγων ότι καταλέλοιπε τον κόσμον και μαχόμενος τοις ανθρώποις ένεκεν χρείας τινός, ίνα μη λείψη αυτώ τι της αναπαύσεως αυτόν, ούτος τυφλός τελείως εστί. Διότι το μεν σώμα εκουσίως ολόκληρον κατέλιπε, περί ενός δε μέλους αυτού πολεμεί και μάχεται. Ο φεύγων του παρόντος βίου την ανάπαυσιν, τούτου ο νους κατεσκόπευσε τον μέλλοντα αιώνα, ο δε συνδεδεμένος τη φιλοκτημοσύνη, δούλος των παθών πέφυκε. Μη νομίσης, ότι του χρυσίου και του αργυρίου η κτήσις μόνη φιλοκτημοσύνη εστίν, αλλ’ άπαν οτιούν, εν ω αυτό σου το θέλημα κρέμαται. Μη επαινέσης τον σωματικώς μεν κακοπαθούντα, λελυμένον δε τάς αισθή­σεις λέγω δη την ακοήν καϊ το κεχηνός στόμα και ακρατές και τους ρεμβώδεις οφθαλμούς. Όταν τη ψυχή σου όρους βάλλης του δι’ ελέους οικονομηθήναι σαυτόν, έθιζε την ψυχήν σου μη ζητείν το δικαίωμα εν ετέροις πράγμασιν, ίνα μη ευρεθής τη μεν μιά χειρί εργαζόμενος, τη δε ετέρα σκορπίζων. Εκεί μεν γαρ χρεία κηδεμονίας, ενταύθα δε πλατυσμού καρδίας. Γίνωσκε δε, ότι το αφιέναι τοις οφειλέταις τα αμαρτήματα εκ των έργων της δικαιοσύνης εστί. Τότε όψει την γαλήνην μετά λαμπρότητος πανταχόθεν εν τω νω σου. Όταν υπεραναβής την οδόν της δικαιοσύνης, τότε προσκολληθήση τη ελευθερία εν παντί πράγματι.

Τις των αγίων ελάλησε περί τούτον, λέγων, ότι Ο ελεήμων, εάν μη γένηται δίκαιος, τυφλός εστί λέγω δη εξ ων αυτόν ήνυσεν ιδίοις πόνοις και μόχθοις δούναι ετέρω, και μη εκ των ανυσθέντων δια ψεύδους και αδικίας και μηχανημάτων. Και πάλιν ο αυτός εν ετέρω τόπω έφη. Ει βούλει σπείραι εν τοις πτωχοίς, εκ των οικείων σπείρον εί δε από των αλλότριων σπείραι βουληθής, γίνωσκε ότι πικρότερον εστί των ζιζανίων. Εγώ δε λέγω, ότι, εάν μη γένηται ο ελεήμων υπεράνωθεν της δικαιοσύνης αυτού, ουκ εστίν ελεήμων, τουτέστιν ου μόνον ο εκ των οικείων ελεών τους ανθρώπους, αλλά και μετά χαράς υπο­μένων την αδικίαν υπό των ετέρων και ελεών αυτούς. Όταν δε νικήση την δικαιοσύνην τη ελεημοσύνη, τότε στεφανούται, ου τοις στεφάνοις των δικαίων τοις εν τω νόμω, αλλά τοις των τελείων, τοις εν τω Ευαγγελίω. Το γαρ διδόναι τινά τοις πτωχοίς εκ των οικείων και γυμνόν ενδύειν και αγαπάν τον πλησίον ως εαυτόν και μη αδικείν μηδέ ψεύδεσθαι, ταύτα και ο παλαιός νό­μος προηγόρευσεν, η δε τελειότης της οικονομίας του Ευαγγελίου ούτω κελεύει «τω αίροντι τα σα, μη απαιτεί, και παντί τω αιτούντι σε δίδου».

Και ου μόνον την αδικίαν των πραγμάτων και τα λοιπά τα έξωθεν δει υπομένειν μετά χαράς, αλλά και αυτήν την ψυχήν τιθέναι υπέρ του αδελφού. Ούτος γαρ εστίν ο ελεήμων, και ούχ ο δια δόσεως μόνον ελεών τον αδελφόν αυτού, αλλ’ όστις εάν ακούση ή θεάσηται τι λυπούν τον αδελφόν αυτού και εκκαή την καρδίαν, και ούτος αληθώς ελεήμων. Ωσαυτώς και όστις εάν ραπισθή υπό του αδελφού αυτού και μη αναιδευθή αντιφθέγξασθαι και λυπήσαι αυτού την καρδίαν.

Τίμησον την εργασίαν της αγρυπνίας, ίνα εύρης παράκλησιν εγγίζουσαν τη ψυχή σου. Επίμεινον αναγινώσκων εν ησυχία, ίνα οδηγηθή ο νους σου προς τα θαυμάσια του Θεού διαπαντός. Αγάπησον εν υπομονή την πτωχείαν, ίνα συναχθή ο νους σου εκ του μετεωρισμού. Μίσησον τον πλατυσμόν, ίνα διαφυλάξης τους διαλογισμούς σου αταράχους. Σύστειλον σεαυτόν από των πολλών και φρόντισον μόνης της ψυχής σου, ίνα σώσης αυτήν εκ του διασκορπισμού της ενδοτάτης γαλήνης αγάπησον την σωφροσύνην, ίνα μη καταισχυνθής εν τω καιρώ της προσευχής σου ενώπιον του Θεού. Κτήσαι καθαρότητα εν τοις έργοις σου, ίνα εξαστράψη σου η ψυχή εν τη προσευχή σου και εν τη μνήμη του θανάτου εξαφθή η χαρά εν τη διανοία σου. Παραφυλάττου εκ των μικρών, ίνα μη εμπέσης εις τα μεγάλα. Μη οκλάσης εν τη εργασία σου, ίνα μη καταισχυνθής, όταν στης εν μέσω των εταίρων σου. Και μη ευρέθης άνευ εφοδίων, ίνα μη σε μόνον εν μέσω της οδού καταλείψωσιν. Εν γνώσει διεξάγαγε τα έργα σου, ίνα μη καταλειφθής από όλου του δρόμου σου. Κτήσαι ελευθερίαν εν τη αναστροφή σου, ίνα της ζά­λης ελευθερωθής. Μη δευσμέσης την σήν ελευθερίαν εν ταίς αιτίαις της τροφής, ίνα μη δούλος των δούλων γένη. Αγάπησον τα πενιχρά ιμάτια εν ενδύμασι σου, ίνα εξουδενώσης τάς επιφυούσας σοι ενθυμήσεις, λέγω δη την της καρδίας υψηλοφροσύνην. Ο γαρ την στιλπνότητα αγαπών, ου δύναται κτήσασθαι ταπεινάς ενθυμήσεις. Διότι η καρδία έσωθεν ομοίως τοις εξωτέροις σχήμασιν ενδιατυπούται.

Τις αγαπών τάς φλυαρίας δύναται κτήσασθαι καθαράν διάνοιαν; Τίς, προσποιούμενος θηρεύσαι την παρά ανθρώπων δόξαν, δύναται κτήσασθαι χθαμαλούς λογισμούς; Ή τις ακόλαστος ων και διακεχυμένος τοις μέλεσι δύναται γενέσθαι καθαρός την διανοίαν και ταπεινός την καρδίαν; Όταν μεν γαρ ο νους υπό των αισθήσεων ανθέλκηται, τότε μετ’ αυτών την των θηρίων τροφήν έδεται ηνίκα δε αι αισθήσεις υπό του νοός ελκυσθώσι, τηνικαύτα μετ’ αυτού της των Αγγέλων τροφής μεταλαμβάνουσα.

Τη μεν ταπεινοφροσύνη έπεται η εγκράτεια και η συστολή, η δε κενοδοξία υπηρέτης μεν εστί της πορνείας, έργον δε της υπερηφανίας. Η ταπεινοφροσύνη δια την διηνεκή αυτής συστολήν είς την θεωρίαν απαντά, κοσμεί δε και την ψυχήν εν τη σωφροσύνη, η δε κενοδοξία βία την διηνεκή ταραχήν και φύρσιν των ενθυμήσεων αυτής εκ της απαντήσεως των πραγμάτων συνάγει θησαυρούς εναγείς και μολύνει την καρδίαν και αύτη πάλιν, τάς φύσεις των πραγμάτων ακολάστω θεωρία καθορά και τον νουν ενασχολεί εν αισχραίς φαντασίαις. Η μέντοι ταπεινοφροσύνη δια της θεωρίας πνευματικώς συστέλλεται και κινεί τον κτησάμενον αυτήν προς δοξολογίαν.

Μη συγκρίνης τους ποιούντας τα σημεία και τέρατα και δυνάμεις εν τω κοσμώ τοις ησυχάζουσιν εν γνώσει. Αγάπησον την αργίαν της ησυχίας υπέρ το εμπλήσαι πεινώντας εν κοσμώ και επιστρέψαι πολλά έθνη είς προσκύνησιν του Θεού κρείσσον γαρ σοι σεαυτόν λύσαι του συνδέσμου της αμαρτίας, ή ελευθερώσαι δούλους εκ δουλείας. Βέλτιον σοι ειρηνεύσαι μετά της ψυχής σου εν ομονοία της εν σοι τριάδος, λέγω δη σώματος και ψυχής και πνεύματος, ή ειρηνεύειν τη διδαχή σου τους διεστώτας. Γρηγόριος γαρ φησί Καλόν εστί το δια Θεόν θεολογήσαι, κρείσσον δε τού­του το καθάραι εαυτόν τίνα τω Θεώ. Κρείσσον σοι βραδύγλωσσον είναι γνωστικώ όντι και πεπει­ραμένω, υπέρ το βρύειν εν οξύτητι του νοός σου ποταμηδόν την διδασκαλίαν. Συμφέρει σοι μεριμνάν αναστήσαι το πεπτωκός της ψυχής σου από των παθών δια της εν τοις θείοις κινήσεως των ενθυμήσεων σου, ή το αναστήσαι τους τεθνεώτας.

Πολλοί δυνάμεις επετέλεσαν και νεκρούς ανέστησαν και εμόχθησαν του επιστρέψαι πεπλανημένους και εποίησαν θαύματα μεγάλα, και δια των χειρών αυτών πολλοί ωδηγήθησαν προς επίγνωσιν του Θεού. Και μετά ταύτα αυτοί, οι άλλους ζωοποιήσαντες, πεπτώκασιν είς μιαρά πάθη και βδελυκτά, και εαυτούς εθανάτωσαν και σκάνδαλον τοις πολλοίς εγένοντο εν τη φανερωθείση υπ’ αυτών πράξει. Διότι ακμήν εν αρρωστία ήσαν ψυχής και ουκ εφρόντισαν περί της υγείας των ψυχών αυ­τών, αλλά δεδώκασιν εαυτούς είς την θάλασσαν του κόσμου τούτου του ιάσασθαι τας ψυχάς των άλλων, έτι όντες αυτοί άρ­ρωστοι, και απώλεσαν τας ψυχάς αυτών εκ της ελπίδος του Θεού, καθ’ όν τρόπον έφην. Η γαρ ασθένεια των αισθήσεων ουκ ηδύνατο συναντήσαι τη φλογί των πραγμάτων των εχόν­των συνήθειαν εξαγριούν το δυσχερές των παθών, ούτε μη αντισχείν. Έτι γαρ εδέοντο παραφυλακής, λέγω δη του μη ιδείν γυναίκας όλως και του αναπαύεσθαι και κτήσασθαι αργύριον και πράγματα και άρχειν ετέρων και επαρθήναι κατά τίνων.

Κάλλιον υποπτευθήναί σε άγροικον, δια το μικρόν της γνώσεως σου προς αντιλογίαν, και μη από των σοφών δια την αναίδειαν. Πτώχευσον δια την ταπείνωσιν και μη γίνου πλούσιος την αναίδειαν. Έλεγξον τη δυνάμει των αρετών σου τους αντιδογματίζοντας σοι, και μη τη πιθανολογία των λόγων σου, και τη πραύτητι και τη γαλήνη των σων χειλέων επιστόμησον και κατασίγησον των απειθών την αναίδειαν. Έλεγξον τους ακολάστους τη ευγενεία της αναστροφής σου και τους κατά τας αισθήσεις αναίσχυντους, τη εποχή των ομμάτων σου.

Ξένον σεαυτόν ίσθι πάσας τας ημέρας της ζωής σου, όπου αν εισέλθης, ίνα δυνηθής ρυσθήναι εκ της ζημίας της τικτομένης εκ της παρρησίας. Εν παντί καιρώ νόμιζε σεαυτόν μηδέν ειδέναι, ίνα φυγής την μέμψιν την επιγινομένην εξ υποψίας του βούλεσθαι συνιστάνειν θατέρου την γνώμην. Επίμεινον αεί ευλογών τω στόματι και ου μη λοιδορηθής. Η γαρ λοιδορία, λοιδορίαν γεννά, και η ευλογία, ευλογίαν. Εν παντί πράγματι νόμιζε σεαυτόν ενδεή είναι διδαχής και εν πάση τη ζωή σου σοφός ευρεθήση. Μη παραδως τινι όπερ ούπω κατέλαβες, ίνα μη καταισχυνθής καθ’ εαυτόν και εκ της συγκρίσεως της σης διαγωγής αποκαλυφθή σου το ψευδός Εάν δε λαλήσης τινί τι των οφειλομένων, εν τάξει μανθάνοντος λάλησον και μη μετά αυθεντίας και αναιδείας. Και προκατάλαβε κατακρίνων σεαυτόν και δεικνύων ότι υποδεέστερος αυτού ει, ίνα δείξης τοις άκούουσι την τάξιν της ταπεινώσεως, και κίνησης αυτούς του ακούσαι των σων ρημάτων και δραμείν προς την εργασίαν, καΙ γίνη τίμιος εν οφθαλμοίς αυτών. Ει τι δύνασαι εν τοις τοιούτοις πράγμασι μετά δακρύων λάλησον, ίνα και σαυτόν ωφελήσης και τους ακούοντας σου, και η χάρις του Θεού η μετά σου.

Ει την χάριν του Θεού κατέλαβες και κατηξιώθης εντρυφήσαι εν τη θεωρία των κριμάτων του Θεού και των ορωμένων κτισμάτων, ήτις εστί πρώτη τάξις της γνώσεως, ετοίμασον σεαυτόν και καθοπλίσθητι προς το πνεύμα της βλασφημίας. Χωρίς δε όπλων μη στης εν τη χώρα ταύτη, ίνα μη ταχέως αποθάνης από των ενεδρευόντων και πλανώντων σε. Έστωσαν δε σοι όπλα τα δάκρυα και η ενδελεχής νηστεία. Και παραφυλάττου μη αναγνώναι τα δόγματα των αιρετικών. Τού­το γαρ εστί το καθοπλίζον ως επί το πλείστον κατά σου το πνεύμα της βλασφημίας. Όταν δε εμπλήσης σήν γαστέρα, μη αναιδευθής εξερευνήσαι τι των θείων πραγμάτων και νοημά­των, ίνα μη μεταμεληθής. Σύνες δε ο σοι λέγω. Εν γαστρί πεπληρωμένη γνώσις μυστηρίων Θεού ουκ εστίν.

Ανάγνωθι συνεχώς και ακορέστως εν ταίς βίβλοις των διδασκάλων περί προνοίας Θεού. Διότι αύται καθοδηγούσι τον νουν εις το ιδείν την τάξιν των κτισμάτων του Θεού και των έργων αυτού, και ενδυμανούσιν αυτόν εξ αυτών και κατασκευάζουσιν αυτόν κεκτήσθαι νοήματα φωτολαμπή εκ της λεπτότητος αυτών και οδεύσαι ποιούσι μετά καθαρότητος προς κατανόησιν των κτισμάτων του Θεού. Ανάγνωθι και εν τοις Ευαγγελίοις τοις διατεθειμένοις υπό του Θεού προς επίγνωσιν πάσης της οικουμένης, ίνα εφοδιασθής εκ της δυνάμεως της προνοίας αυτού της κατά πάσαν γενεάν και βυθισθή ο νους σου εις τα θαυμάσια του Θεού. Η τοιαύτη δε ανάγνωσις συμβάλλε­ται τω σκόπω σου. Έστω σου η ανάγνωσις εν ηρεμία από πάντων και γενού ελεύθερος από της πολλής μερίμνης του σώματος και της ταραχής των πραγμάτων, ίνα γεύσεως ηδίστης εν τη ψυχή σου γεύση δια γλυκείας κατανοήσεως, της υπεράνωθεν ούσης πάσης αισθήσεως, και αισθηθή αυτών η ψυχή εν τη διαμονή αυτής εις αυτά. Μη έστωσαν οι λόγοι προς σε των δοκίμων, ως οι των επιπλ΄στων και απεμπολούντων τα θεία λόγια, ίνα μη μείνης εν τω σκότει μέχρι τέλους της ζωής σου και στερηθής του κέρδους αυτών και θορυβηθής εν τω καιρώ του πολεμίου ως πεφυρμένος και εις βόθρον εμπέσης τρόπω δήθεν χρηστότητος.

Τούτο το σημείον έστω σοι εν οις πράγμασι βούλει υπεισδύναι του μη εισελθείν ένδοθεν του τόπου εκείνου όταν άρξηται η χάρις ανοίξαι τους οφθαλμούς σου προς το αισθάνεσθαι της θεωρίας των πραγμάτων εν αληθεία, τότε πάραυτα άρξονται οι οφθαλμοί σου οχετηδόν δάκρυα εκχέειν, ώστε πολ­λάκις εκπλύνεσθαι και τάς παρειάς τω πλήθει αυτών, και τότε ο πόλεμος των αισθήσεων γαληνιά και ένδοθεν σου συστέλλε­ται. Εάν τις σε διδάξη τα εναντία τούτων, μη πιστεύσης αυτώ. Χωρίς γαρ των δακρύων μη ζητήσης έτερον σημείον φανερώτερον παρά του σώματος. Ηνίκα δ’ αν ανυψωθή ο νους από των κτισμάτων, τότε και από των δακρύων εξέρχεται το σώμα και από πάσης κινήσεως και αισθήσεως.

Όταν ευρης μέλι, «συμμέτρως φάγε εξ αυτού, ίνα μη εμπλησθείς εμέσης αυτό». Η φύσις της ψυχής πράγμα ελαφρόν και κούφον πέφυκεν. Ενίοτε γαρ αλλομένη επιθυμεί υπεραναβήναι και μαθείν τα υπέρ την ιδίαν φύσιν. Πολλάκις γαρ από της αναγνώσεως των Γραφών και της θεωρίας των πρα­γμάτων καταλαμβάνει τι. Όταν δε συγχωρηθή και συγκριθή τοις καταληφθείσιν υπ’ αυτής, υποδεεστέρα και ήττων ευρίσκε­ται κατά το μέτρον της οικονομίας αυτής, ότι προς ποια η γνώσις αυτής εισήλθεν, ώστε αμφιέννυσθαι εν ταίς ενθυμήσεσιν αυτής φόβον και τρόμον, και πάλιν σπεύδειν αυτήν υποστρέψαι εις το χθαμαλόν αυτής από της δειλίας, ως αναιδευθείσαν και των υπέρ αυτήν νοερών πραγμάτων κατατολμήσασαν. Δια γαρ το επίφοβον των πραγμάτων δειλία τις αύτη εγγίνεται, και η διάκρισις νεύει τω νοί της ψυχής του σιγήν ασκήσαι και μη αναιδευθήναι, ίνα μη απόλλυται, και μη ζητήσαι τα υπεραναβεβηκότα αυτής και μη εξερευνήσαι τα όντα αυτής υψηλότε­ρα.

Όταν ούν εξουσία σοι δοθή κατανοήσαι, κατανόησον και μη αναιδευθής κατά των μυστηρίων, αλλά προσκύνησον και δοξολόγησον και μετά σιγής ευχαρίστησον. «Ως γαρ ουκ εστί καλόν μέλι πολύ φαγείν» ούτως ουδέ εξερευνήσαι περί των θείων λογίων, ίνα μη, θέλοντες καθοράν τα μακρύτερα πράγμα­τα, έτι μη καταλαβόντες αυτά εκ της τραχύτητας της οδού, εξα­σθενήση η οπτική δύναμις και βλάβη ενίοτε γαρ αντί της αλη­θείας φαντάσματα τινά καθοράται, και όταν αηδιάση ο νους εκ της αναζητήσεως, επιλανθάνεται του σκοπού αυτού. Καλώς ούν έφησεν ο σοφός Σολομών ότι, «καθάπερ πόλις ατείχιστος, ούτως άνθρωπος ανυπαμύνητος». Καθάρισαν ούν, ώ άνθρωπε, την σεαυτού ψυχήν και αποσόβησον από σου την μέριμναν των πραγμάτων των όντων έξωθεν της φύσεως σου και κρέμασον κατά των σων νοημάτων και κινημάτων καταπέτασμα σωφροσύνης και ταπεινώσεως, και δια τούτων ευρήσεις το ον έσωθεν της φύσεως σου. Τοις γαρ ταπεινόφροσιν αποκαλύπτεται τα μυ­στήρια.

Ει βούλει δούναι την σήν ψυχήν εις το έργον της προσευχής, της καθαριζούσης τον νουν, και τη διαμονή είς την εγρήγορσιν της νυκτός, όπως κτήση διάνοιαν φωτεινήν, μάκρυ­νον σεαυτόν από της θέας του κόσμου και έκκοψον τάς συντυχίας, και μη θέλε υποδέχεσθαι εν συνηθεία φίλους είς το κελλίον σου, μηδέ εν προσχήματι χρηστότητας, αλλά μόνους τους σοι ομοτρόπους και ομογνώμονας και συμμύστας. Και φοβού την φύρσιν της ψυχικής ομιλίας, ήτις είωθεν ακουσίως κινείσθαι. Και μετά το κοπήναι και λυθήναι και παντελώς παυθήναι την εξωτικήν ομιλίαν, σύζευξον τη προσευχή σου την ελεημοσύνην, και όψεταί σου η ψυχή το φως της αληθείας. Όσον γαρ γαληνιά η καρδία από των εξωτικών πραγμάτων, τοσούτον δύ­ναται ο νους δέξασθαι την εκ της κατανοήσεως των νοημάτων και των θείων πραγμάτων κατάληψιν και κατάπληξιν. Έθος γαρ τη ψυχή ταχέως μεταλλάξαι συντυχίας εις συντυχίαν, εάν αγωνισώμεθα επιδείξασθαι μικράν επιμέλειαν. Σχόλασον τη αναγνώσει των Γραφών, τη εμφανιζούση σοι την οδόν της λεπτότητος της θεωρίας, και τοις βίοις των αγίων, καν μη απ’ αρχής επαισθάνη της γλυκύτητος δια την επισκοτίζουσαν εγγύτητα των πραγμάτων, ίνα μεταλλάξης συντυχίαν εις συντυχίαν.

Και όταν αναστής εις προσευχήν και είς τον κανόνα σου, αντί της κοσμικής μελέτης, ην είδες και ήκουσας, ευρεθήση είς την μελέτην των θείων Γραφών, ων ανέγνως, και δια ταύτης επιλανθάνη της μνήμης εκείνων, και ούτως έρχεται ο νους είς την καθαρότητα. Και τούτο εστί το γεγραμμένον, ότι η ψυχή βοηθείται από της αναγνώσεως, όταν στη είς προσευχήν, και πάλιν εκ της προσευχής φωτίζεται είς την ανάγνωσιν. Και αυτή πάλιν αντί της εξωτερικής φύρσεως ευρίσκεται ύλη των τρόπων της προσευχής, ώστε αύθις εκ της αναγνώσεως φωτίζεσθαι την ψυχήν είς το αόκνως και αφύρτως προσεύχεσθαι πάντοτε.

Αισχρόν εστί τους φιλοσάρκους και γαστριμάργους περί των πνευματικών πραγμάτων ερευνήσαι, ώσπερ και πόρνην περί σωφροσύνης λαλήσαι. Σώμα μεγάλως ασθενούν, τα λιπώδη των βρωμάτων αποστρέφεται και μισάττεται, και νους κοσμικοίς πράγμασιν ενασχολούμενος, ου δύναται προσεγγίσαι τη εξερευνήσει των θείων. Πυρ εν υγροίς ξύλοις ούχ άπτει και η θεία θερμασία εν καρδία αγαπώση την ανάπαυσιν ουκ εξάπτεται. Η πόρνη ουκ εμμένει τη φιλία προς ένα, και η ψυχή η συνδεδεμένη πράγμασι πολλοίς ου διαμένει εν τοις θείοις διδάγμασιν. Ώσπερ ο μη ιδών τοις οφθαλμοίς αυτού τον ήλιον ου δύναται διηγήσασθαι τινί το φως αυτού εκ μόνης ακοής ούτε μην αισθάνεται του φωτός αυτού, ούτω και ο μη γευσάμενος τη ψυχή αυτού της γλυκύτητος των πνευματικών έργων.

Εάν έχης τι περισσότερον της ημερινής χρείας, διάδος αυτό πτωχοίς, και δεύρο μετά παρρησίας πρόσφερε τάς προσευχάς σου τουτέστι λάλησον μετά του Θεού, ως υιός μετά πατρός. Ουδέν ούτω προσεγγίσαι τω Θεώ την καρδίαν δύναται, ώσπερ η ελεημοσύνη, και ουδέν ούτω γαλήνην εμποιεί τω νω, ως η εκούσιος πτώχεια. Κρείσσόν σοι εστί καλείσθαι παρά των πολλών ιδιώτην δια την απλότητα, και μη σοφόν και τέλειον τον νουν δια την δόξαν. Εάν τις ίππω επιβεβηκώς εκτείνη την χείρα προς σε του λαβείν ελεημοσύνην, μη αποστρέψης αυτόν, διότι πάντως εν τω καιρώ εκείνω επιδεής ην, ως εις των πτωχών. Όταν δε δως, μετά μεγαλοψυχίας δίδου και ιλαρότητος προσώπου, και πλείον ου εζήτησε πάρεχε αυτώ. «Απόστειλον», γαρ φησί, «τον ψωμόν σου κατά πρόσω­πον του πένητος, και μετ’ού πολύν καιρόν ευρήσεις την αντίδοσιν».

Μη διαχωρίσης πλούσιον από πένητος, και μη θέλε μαθείν τον άξιον εκ του αναξίου, αλλ’ έστωσαν προς σε πάντες άνθρωποι εις το αγαθόν ίσοι. Τούτω γαρ τω τρόπω και τους αναξίους δυνήση ελκύσαι εις το αγαθόν διότι ταχέως έλκεται η ψυχή από των σωματικών είς τον φόβον του Θεού. Ο δε Κύ­ριος τελώναις και πόρναις εκοινώνει εν τραπέζαις και ουκ εχώριζε τους αναξίους, ίνα τω τρόπω τούτω ελκύση πάντας είς τον φόβον αυτού και δια των σωματικών προσεγγίσωσι τοις πνευματικοίς. Τούτου χάριν τω αγαθώ και τη τιμή πάντας ανθρώπους ίσωσον, καν Ιουδαίος γένηται ή άπιστος ή φονευτής και μάλιστα ότι αδελφός σου εστί και εκ της φύσεως σου και άνευ γνώσεως επλανήθη από της αληθείας.

Όταν δε ποιήσης τινί αγαθόν, μη εκδέχου παρ’ αυτού την αμοιβήν και υπέρ αμφοτέρων των πραγμάτων αμειφθήση παρά του Θεού. Εάν δε η σοι δυνατόν, μηδέ δια την μέλλουσαν αμοιβήν το αγαθόν ποίει. Εάν βάλης τη ψυχή σου τον όρον της πτώχειας και δια της χάριτος του Θεού ελευθερωθής από των μερίμνων και υπεράνω του κόσμου γένη εν τη ση πτωχεία, βλέπε μη δια φιλοπτωχείαν αγαπήσης την κτήσιν, ίνα δήθεν ποίησης ελεημοσύνην, και βάλης την ψυχήν σου είς τάραχον του λαβείν από τίνος και δούναι ετέρω, και αφανίσης την τιμήν σου τη υποταγή της αιτήσεως της παρά ανθρώπων και εκπέσης από της ελευθερίας και ευγενείας της διανοίας σου εν τη μερίμνη των βιωτικών. Διότι η βαθμίς σου υψηλοτέρα εστί της βαθμίδος των ελεημόνων. Μη, δέομαι σου, μη υπο­ταγής. Η ελεημοσύνη ομοία εστί τη παιδοτροφία, η δε ησυχία ακρότης εστί της τελειώσεως. Ει έχεις κτήσεις, εφάπαξ ταύτας διασκόρπισον, εί δε ουκ έχεις, μη θέλε έχειν. Καθάρισον σου το κελλίον από της τροφής και των περισσευμάτων, διότι τούτο σε υπάγει προς την εγκράτειαν άκοντα και μη βουλόμενον. Η γαρ σπάνις των πραγμάτων διδάσκει τον άνθρωπον την εγκράτειαν επεί, όταν άδειαν λάβωμεν των πραγμάτων, ου δυνάμεθα κατέχειν εαυτούς.

Οί τον έξωτικόν πόλεμον νικήσαντες, εθάρρησαν από του ενδοτάτου φόβου και ουδέν άναγκαστικώς κατεπείγει αυ­τούς, και ου σαίνονται εν τω πολεμώ, ούτε απ’ έμπροσθεν ούτε εξόπισθεν. Πόλεμον δε λέγω τον εξεγειρόμενον κατά της ψυχής υπό των αισθήσεων και της αμελείας, οίον, του δούναι και λα­βείν της ακοής και της γλώσσης, άτινα επαγόμενα τη ψυχή τύφωσιν εμποιεί αυτή, και εκ της επαγωγής της ταραχής της έξωθεν ου δύναται προσέχειν εαυτή εν τω λεληθότι πολεμώ τω κινουμένω κατ’ αυτής και δια της γαλήνης νικήσαι τους ένδοθεν κινούμενους. Όταν γαρ τις κλείση της πόλεως τάς θύρας, τουτέστι τάς αισθήσεις, τότε έσωθεν πολεμεί και τους έξωθεν της πόλεως ενεδρεύοντας ου πτοείται.

Μακάριος ο γινώσκων ταύτα και μένων εν τη ησυχία και μή θορυβούμενος εν τω πλήθει των έργων αυτού, αλλά πάσας τάς σωματικάς πράξεις μεταστρέψας εις τον κόπον της προσευχής και πιστεύσας ότι, όσον μετά του Θεού εργάζεται και έχει την μέριμναν εις αυτόν νυκτός και ημέρας, ου μη λείψη αυτώ τι των προς την αναγκαίαν χρείαν καθότι δι’ αυτόν απέχεται του περισπασμού και του έργου. Εάν δε τις μη υπομείνη εν τη ησυχία άνευ του εργόχειρου, εργαζέσθω, χρώμενος μεν αυτώ ως βοηθώ, μη πλεονεκτών δε δια το κέρδος. Και τούτο μεν τοις ασθενέσι τέθειται, τοις δε τελειοτέροις ταραχώδες πέφυκε. Τοις γαρ πτωχοίς και ραθύμοις οι Πατέρες το εργάζεσθαι εξέθεντο, και ούχ ως πράγμα επάναγκες.

Εν τω καιρώ, εν ω ο Θεός κατανύσσει την καρδίαν σου έσωθεν, δίδου σεαυτόν αδιαλείπτως μετανοίαις και γονυκλισίαις, και μη εάσης την καρδίαν σου μεριμνήσαι τίνος, εν τω άρξασθαι τους δαίμονας πείθειν σε εν άλλοις ασχολείσθαι, και τότε ίδε και θαύμασον, τί σοι μέλλει εκ τούτου τίκτεσθαι. Ου­δέν έτερον των πραγμάτων μείζον εν τοις ασκητικοίς αγώσι και επιπονώτερον, ως τοις δαίμοσιν επίφθονον, του ρίψαι τινά εαυτόν έμπροσθεν του σταυρού του Χριστού και δέεσθαι νυκτός και ημέρας και γενέσθαι δεδεμένον είς τουπίσω τάς χείρας. Βούλει μη ψυχρανθήναι σου την θέρμην και μη πτωχεύσαι από των δακρύων; Εν τούτοις διοίκησον σεαυτόν και μακάριος ει, ω άνθρωπε, εάν φροντίσης των λεγομένων σοι νυκτός και ημέρας και μηδέν έτερον αυτών ζήτησης. Τότε γαρ ανατελεί σοι το φως ένδοθεν και η δικαιοσύνη σου ταχέως επιλάμψει και γενήση ως παράδεισος ηνθισμένος και ως πηγή ύδατος άνελλιπους.

Βλέπε οποία αγαθά τίκτεται τω ανθρώπω εκ του αγώνος. Πολλάκς ευρίσκεται ο άνθρωπος κεκυφώς έπι γόνασιν έν προσευχαίς και τάς χείρας τεταμένας έχων είς ουρανούς και ατενίζων τω προσώπω είς τον σταυρόν του Χριστού και συνάγων πάσας τάς ενθυμήσεις αυτού προς τον Θεόν τη προσευχή, και εν όσω άνθρωπος δέεται του Θεού μετά δακρύων και κα­τανύξεως, εν αυτή τη ώρα ευθέως εξαίφνης κινείται εν τη καρδία αυτού πηγή βρύουσα ηδονήν και διαλύονται τα μέλη αυτού και συγκαλύπτονται αυτού οί οφθαλμοί και νεύει μεν το πρόσωπον αυτού είς την γήν, αί δε ενθυμήσεις αυτού εναλλάσσονται, ώστε μη δύνασθαι ποιήσαι μετανοίας εξ εναντίας της χα­ράς, της κινούμενης εν όλω τω σώματι αυτού. Πρόσεχε ούν, άνθρωπε, οίς αναγινώσκεις. Εάν γαρ μη αγωνίση, ου μη εύρης, και εάν μη κρούσης μετά θερμότητας και επαγρυπνήσης τη θύρα διηνεκώς, ου μη εισακουσθής.

Τίς ακούων ταύτα επιθυμήσει της εξωτικής δικαιοσύνης, ή ο μη δυνάμενος υπομείναι εν τη ησυχία; Άλλ’ όμως, εάν τις μη δυνηθή ταύτην εξασκήσαι (διότι χάρις του Θεού εστί το είναι τον άνθρωπον έσωθεν της θύρας), μη εγκαταλειφθή της ετέρας οδού, ίνα μη άμοιρος γένηται των δύο οδών της ζωής.

Έως αν αποθάνη ο έξω άνθρωπος από πάντων των πραγμάτων του κόσμου, ου μόνον από της αμαρτίας, αλλά και από πάσης σωματικής εργασίας, ομοίως και ό έσω άνθρω­πος από των πονηρών διανοιών και εξασθένηση ή φυσική κίνησις του σώματος, του μη κινήσαι εν τη καρδία την γλυκύτητα της αμαρτίας, η γλυκύτης του Πνεύματος του Θεού ου μη κινηθή εν τω ανθρώπω και τα μέλη αυτού ου μη αγνισθή εν τη ζωή αυ­τού και τα θεία νοήματα εν τη ψυχή αυτού ου μη εισέλθη, ούδ’ ου μη αισθηνθή, ούδ’ ου μη θεαθή. Και έως αν κατάργηση από της καρδίας αυτού την μέριμναν των βιωτικών, χωρίς της αναγκαίας χρείας της φύσεως, και εάση τον Θεόν φροντίσαι τούτων, η πνευματική μέθη εν αύτω ου μη κινηθή και της παραπληξίας εκείνης, υφ’ ης ο Απόστολος παρεκαλείτο, ου μη αισθηθή.

Ταύτα δε είπον, ουκ εκκόπτων την ελπίδα ως ότι, εάν μη τις φθάση την ακρότητα της τελειότητος, ου μη καταξιωθή της χάριτος του Θεού, ουδέ μη υπαντήση αυτώ παράκλησις. Εν αληθεία γαρ όταν εκφαυλίση τις τα άτοπα και μακρυνθή απ’ αυτών τελείως και προσδράμη τοις αγαθοίς, εν ολίγω καιρώ αισθάνεται της βοηθείας. Εάν δε και επαγωνίσηται μικρόν, ευρήσει παράκλησιν τη ψυχή αυτού και τεύζεται της των πταισμάτων αφέσεως και καταξιωθήσεται της χάριτος και δέξεται πλήθος αγαθών. Όμως ήττων εστίν ούτος εν συγκρίσει προς την τελειότητα του αφορίσαντος εαυτόν εκ του κόσμου και ευρηκότος εν τη ψυχή αυτού το μυστήριον της εκείθεν μακαριότητος και καταλαβόντος εκείνο το πράγμα, δι’ ο επεδήμησεν ο Χριστός.

Αυτώ η δόξα συν τω Πατρί και τω αγίω Πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.