Λόγος E'
Περί του μακρύνεσθαι του κόσμου και πάντων των θολούντων τον νουν.

Συγγραφέας:


Πολλήν ό Θεός δέδωκε τοις άνθρώποις την τιμήν τη διπλή μαθήσει, δι’ ης αυτοίς εχαρίσατο, και πανταχόθεν αυτοίς ήνοιξε θύραν κεκλεισμένην, του εισελθείν εις την σωτηριώδη επίγνωσιν. Θέλεις δε μάρτυρα πιστόν των ειρημένων; Σύ εις εαυτόν γενού, και ου μη απόλλη. Ει δε και έξωθεν βούλει τούτο γνώναι, έχεις άλλον διδάσκαλον και μάρτυρα οδηγούντα σε απλανώς προς την οδόν της αληθείας.

Νους εμπεφυρμένος ου δύναται φυγείν την λήθην, και η σοφία την εαυτής θύραν τω τοιούτω ουκ ανοίγει. Ο δυνη­θείς καταλαβείν εν ακριβεί γνώσει προς ποίαν ισότητα το πέ­ρας των πάντων περαιούται, προς αποταγήν των βιωτικών άλλου διδασκάλου ου δέεται. Ο υπό Θεού δοθείς εν πρώτοις φυ­σικός νόμος τω ανθρώπω η θεωρία εστί των κτισμάτων αυτού, ο δε δια γραμμάτων νόμος μετά την παράβασιν προστεθείται.

Ο μη μακρύνων εαυτόν των αιτίων των παθών εκουσίως, ακουσίως υπό της αμαρτίας ανθέλκεται. Ταύτα δε είσι τα αίτια της αμαρτίας. Ο οίνος και αι γυναίκες και ο πλούτος και η ευεξία του σώματος. Ούχ ότι φυσικώς αμαρτίαι είσι ταύτα, αλλ΄ ότι η φύσις εξ αυτών ευκόλως κλίνει προς τα πάθη της αμαρτίας, και δια τούτο εκ τούτων οφείλει ο άνθρωπος παραφυλάττεσθαι σπουδαίως. Εάν διαπαντός της σης ασθενείας μνημονεύης, ου μη διαβης τον όρον της παραφυλακής. Παρά μεν ανθρώποις βδελυκτή η πενία, παρά δε Θεώ πολύ πλέον ψυχή υψηλοκάρδιος και νους μετέωρος παρά μεν ανθρώποις τίμιος ο πλούτος, παρά δε τω Θεώ ψυχή τεταπεινωμένη.

Όταν θέλης αρχήν ποιήσασθαι καλής εργασίας, πρώτον ετοίμασον σεαυτόν προς τους πειρασμούς τους επαγόμε­νους σοι και μη διστάσης τη αληθεία. Έθος γαρ εστί τω εχθρώ, όταν ίδη τινά μετά θερμής πίστεως αρξάμενον αγαθής πολιτείας, προσυπαντάν αυτώ ποικίλοις και φοβεροίς πειρασμοίς, ίνα, εντεύθεν εις φόβον ελθών, ψυγήσοιτο της καλής προαιρέσεως και ουδαμώς έξοι θέρμην προσεγγίσαι τη θεαρέστω εργασία. Ούχ ότι δε τοιαύτην έχει δύναμιν ο αντικείμε­νος (επεί ουκ αν τις εδύνατο ποτέ ποιείν το αγαθόν), συγχωρείται δ’ όμως υπό του Θεού, ως επί του δικαίου Ιώβ μεμαθήκαμεν. Συ ούν ετοίμασον σεαυτόν ανδρείως απαντήσαι τοις πειρασμοίς τοις επαγομένοις ταις αρεταίς, και τότε της εργασίας τού­των άρξαι. Εί γαρ μη προευτρεπίσθης προς την των πειρα­σμών απάντησιν, της των αρετών εργασίας απόσχου.

Άνθρωπος διστάζων βοηθόν είναι της καλής εργασίας Θεόν, ούτος υπό της ιδίας σκιάς εκφοβείται, και εν τω καιρώ της ευθηνείας και της πλησμονής εκπεινός εστί, και εν τη οικεία γαλήνη ζάλης πληρούται. Ο δε πεποιθώς επί τω Θεώ, στερεούται την καρδίαν και επί πάντας ανθρώπους φανείται αυτού το τίμιον και ο έπαινος αυτού ενώπιον των εχθρών αυτού.

Αι του Θεού εντολαί υπέρ πάντας τους θησαυρούς του κό­σμου, και ο ταύτας κτησάμενος εντός αυτού ευρίσκει τον Θεόν. Ο αεί κοιταζόμενος εν φροντίδι του Θεού, τούτον ταμειούχον εκτήσατο, και ο επιθυμών αυτού τα θελήματα, τους επουρανίους Αγγέλους έξει οδηγούς. Ο φοβούμενος τάς αμαρ­τίας, απροσκόπως διαπεράσει την περίφοβον πορείαν και εν καιρώ σκοτώδει έμπροσθεν και ένδοθεν αυτού φως ευρίσκει. Του φοβουμένου τάς αμαρτίας ο Κύριος διαφυλάσσει τα διαβή­ματα, και εν καιρώ ολισθήματος προφθάσαι αυτόν το του Θεού έλεος. Ο λογιζόμενος τα πλημμελήματα αυτού μικρά είναι, πί­πτει εις χείρονα των πρώτων, και επταπλασίως αποτίσει την δίκην.

Σπείραι την ελεημοσύνην εν ταπεινώσει, και θερίσεις έλεον εν τη κρίσει. Εν οίς απώλεσας το αγαθόν, εν αυτοίς πάλιν κτήσαι αυτό. Οβολόν χρεωστείς τω Θεώ; Ου δέχεται εκ σου άντ’ αυτού μαργαρίτην. Οίον, την σωφροσύνην απώλεσας; Ου δέχεται εκ σου ελεημοσύνην ο Θεός, σου επιμένοντος τη πορνεία. Διότι τον αγιασμόν του σώματος θέλει από σου. Επεί παρέβης την εντολήν, μη δοκών την κτήσιν καταλελοιπέναι του κόσμου, υπέρ άλλων πολεμήσεις; Το φυτόν κατέλιπες, και άλ­λοις ήλθες πολεμείν;

Είπεν ο άγιος Εφραίμ, ότι εν καιρώ θέρους, ουκ εν τοις ιματίοις του χειμώνας τω καύσωνι ανταγωνίζη. Ούτως έκαστος ο σπείρει, τούτο και θερίσει, και παν αρρώστημα τοις οικείοις φαρμάκοις θεραπεύεται. Και συ τυχόν υπό του φθόνου νικώμενος, τι τω ύπνω πολεμήσαι σπουδάζεις; Εν όσω μικρόν και ανθηρόν το παράπτωμα, εκτίλον αυτό, πριν πλατυνθή και περκάση. Μη αμελήσης, όταν μικρόν σοι φαίνηται το ελάττωμα επεί ύστερον ευρήσεις αυτό δεσπότην απάνθρωπον και ως παις δέσμιος Έμπροσθεν αυτού δραμη. Ο δε εξ αρχής κατά του πάθους ανταγωνιζόμενος, ταχέως αυτού κατακυριεύσει.

Ο δυνάμενος υπενεγκείν την αδικίαν μετά χαράς, καιτοι υπό χείρα έχων το αποκρούσασθαι, ούτος θεόθεν την πα­ράκληση εδέξατο δια της εις αυτόν πίστεως. Και ο μετά ταπεινοφροσύνης τάς κατ’ αυτού κατηγορίας υπομένων, ούτος προς την τελείωσιν κατήντησε και υπό αγίων Αγγέλων θαυμάζεται. Ουδεμία γαρ άλλη τοιαύτη αρετή μεγάλη και δυσκατόρθωτος.

Μη πιστεύσης σεαυτώ, ότι δυνατός ει, έως αν πειρασθής και εύρης σεαυτόν αναλλοίωτον. Ούτω και εν πασι δοκίμασον σεαυτόν. Κτήσαι πίστιν ορθήν εν σεαυτω, όπως κατα­πατήση τους εχθρούς σου, και έχε τον νουν σου αμετέωρον και μη θαρρήσης τη ση δυνάμει, ίνα μη παραχωρηθής εις την της φύσεως ασθένειαν. Μηδέ τη ση γνώσει πιστεύσης, ίνα μη, μεσιτεύσας ο εχθρός τη εαυτώ πανουργία, παγίδευση σε. Έχε την γλώσσαν πραείαν, και ου μη σοι παντελώς ατιμία προσυπαντήση. Κτήσαι γλυκέα τα χείλη, και πάντας φίλους έξεις. Μη καυχήση ποτέ εν γλώσση σου εν τοις έργοις σου, ίνα μη καταισχυνθής. Έκαστον γαρ πράγμα, εις ο καυχάται ο άνθρωπος, εν τούτω παραχωρεί αυτώ ο Θεός αλλοιωθήναι, ίνα ταπεινωθή και μάθη την ταπείνωσιν. Δια τούτο δει σε πάντα τη του Θεού προγνώσει παραχωρείν και μη πιστεύειν, ότι εστί τι εν τώδε τω βίω αναλλοίωτον.

Ούτω δε γενόμενος, διαπαντός το σον όμμα προς τον Θεόν ανάτεινε ότι η σκέπη του Θεού και η πρόνοια κύκλοι έπι πάντας ανθρώπους. Ούχ οράται δε, ει μη υπό των καθαρισάντων εαυτούς από της αμαρτίας και εν τω Θεώ και μόνω εχόντων την μελέτην αυτών διηνεκώς. Εξαιρέτως δε φανερούται τούτοις η πρόνοια του Θεού, όταν εισέλθωσιν εις πειρασμόν μέγαν υπέρ του Θεού. Τότε γαρ ταύτης αισθάνονται, ωσανεί τοις σωματικοίς οφθαλμοίς ορώντες αυτήν, έκαστος κατά την αναλογίαν και αιτίαν του συμβαίνοντος πειρασμού, όπως προς ανδρείαν τους αγωνιστάς αλείψη, ως επί του Ιακώβ και Ιησού του Ναυή και των τριών Παίδων και Πέτρου και των λοιπών αγίων, οις εν ανθρωπίνω σχήματι τινι εφαίνετο, θαρσοποιούσα και στηρίζουσα προς την ευσέβειαν.

Ει δε λέγεις ταύτα τοις άγίοις οικονομικώς δεδόσθαι παρά του Θεού, και ιδίως των τοιούτων οπτασιών ηξιούντο, εστωσάν σοι προς ανδρείας υποδείγματα οι άγιοι μάρτυρες, οίτινες πολλάκις μεν πολλοί, ενίοτε δε εις καθείς, και εν πολλοίς τόποις και διαφόροις, δια Χριστόν ηγωνίσαντο και τη εν αυτοίς εληλυθυία δυνάμει ανδρείως υπέμειναν πηλίνοις σώμασι τάς ζέσεις του σιδήρου και τάς παντοδαπάς κολάσεις, πράγματα υπέρ φύσιν. Τοις τοιούτοις γαρ φανερώς εφαίνοντο οι άγιοι Άγγελοι, ίνα μάθη έκαστος, ότι δαψιλώς η θεία πρόνοια επ’ εκείνους πρόεισι, τους κατά πάντα τρόπον και πάντα πειρασμόν και πάσαν θλίψιν δι’ αυτόν υπομένοντας, προς επίδειξιν της αυ­τών ανδραγαθίας και αισχύνην των εχθρών αυτών. Και γαρ όσον οι άγιοι ταίς τοιαύταις οπτασίαις ηνδρίζοντο, τοσούτον οι υπεναντίοι τη αυτών καρτερία εθυμομάχουν και εμαίνοντο.

Και τίγρη λέγειν περί τε ασκητών, των του κόσμου ξένων και αναχωρητών, οίτινες την έρημον επόλισαν, και Αγ­γέλων εποίησαν σκήνωμα καταγώγιον, προς ους αεί εφοίτων, δια την της πολιτείας αυτών κατάστασιν και ως ενός Δεσπότου υπασπισταί κατά καιρόν αλλήλοις ως συνασπισταί συνεγίνοντο; Οίτινες πάσας τάς ημέρας της ζωής αυτών την ερημίαν ησπάζοντο, και εν όρεσι και σπηλαίοις και ταίς οπαίς της γης την κατοίκησιν είχον, δια την προς τον Θεόν αγάπην. Και κα­θώς τα γήινα καταλιπόντες, τα ουράνια ηγάπησαν και Αγγέλων μιμηταί γεγόνασι, κατά τούτο δικαίως και αυτοί οι άγιοι Άγγε­λοι την αυτών θέαν ουκ απέκρυψαν εξ αυτών και την τούτων θέλησιν επλήρουν πάσαν.

Αλλά και κατά καιρούς αυτοίς εφαίνοντο, το όπως χρή αυτούς πολιτεύεσθαι διδάσκοντες. Και ποτέ μεν απορούμενα τινά αυτοίς εσαφήνιζον, ποτέ δε οι άγιοι τούτους επηρώτωντο δέον. Και ποτέ μεν καθ’ οδόν πλανωμένους τούτους ωδήγουν, ποτέ δε πειρασμοίς περιπεσόντας ελυτρούντο. Και ποτέ μεν, αιφνιδίου συμπτώματος και κινδύνου επερχομένου, εκ μέσου τούτους διήρπαζον, ως εξ όφεως ή πέτρας ή σχίδακος ή λίθου βολής, ποτέ δε, φανερώς του εχθρού πολεμούντος τοις αγίοις, οφθαλμοφανώς εδείκνυντο και προς βοήθειαν αυτών απεστάλθαι έλεγον και θάρσος και ευτολμίαν και παραψυχήν αυτοίς ενεποίουν. Και άλλοτε μεν ιάσεις δι’ αυτών επετέλουν, ενίοτε δε αυτούς τους αγίους πάθεσι τισιν εμπεσόντας ίωντο. Και ποτέ μεν, τα σώματα αυτών ασιτεία καταπεσόντα, αφή χει­ρός ή λόγοις υπέρ φύσιν ενεδυνάμουν και ενίσχυον, ποτέ δε τροφήν αυτοίς προσεκόμιζον, άρτους, εσθ’ ότε και θερμούς και άλλα τινά προσφάγια. Και τισί μεν αυτών την μετάστασιν προεδήλουν, τισι δε και τον τρόπον της μεταστάσεως.

Και τι δει πολλά καταριθμείν, τα την προς ημάς των αγίων Αγγέλων αγάπην παριστώντα και την εις τους δικαίουςάπασαν επιμέλειαν; και γαρ ως τίνες αδελφοί των μικρότερωνμείζονες, ούτως ημών προνοούνται. Είρηται δε ταύτα, ίνα πάς τις μάθη, «Ότι εγγύς Κύριος πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν εν αληθεία», και όσην πρόνοιαν ποιείται είς τους εκδεδωκότας εαυτούς τη αυτού ευαρεστήσει και ολοκαρδίως αύτω ακολουθούντας.

Εάν πιστεύσης, ότι ο Θεός πρόνοιαν σου ποιήται, τι μεριμνάς και φροντίζεις περί πρόσκαιρων και των της σαρ­κός σου χρειών; Ει δε ου πιστεύεις, ότι πρόνοιαν σου ποιείται ο Θεός, και δια τούτο φροντίζεις εκτός αυτού τα περί της χρείας σου, ταλαιπωρότερος ει πάντων ανθρώπων. Και ίνα τί και ζής η και ζήση; «Επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου, και αυ­τός σε διαθρέψει», και «ου μη πτοηθής πτόησιν επερχομένην σοι».

Ο καθάπαξ εαυτόν αφιερώσας τω Θεώ, εν αναπαύσει νοός διάγει. Εκτός ακτημοσύνης ου δύναται η ψυχή ελευθερωθήναι εκ της ταραχής των λογισμών, και εκτός της ησυχίαςτων αισθήσεων, της ειρήνης της διανοίας ουκ αισθηθήσεται.

Εκτός του εισελθείν είς πειρασμούς, την σοφίαν του Πνεύμα­τος ου μη τις κτήσηται και εκτός επιπόνου αναγνώσεως, την λεπτότητα των λογισμών ου γνώσεται και εκτός γαλήνης των λογισμών, ο νους εν αποκρύφοις μυστηρίοις ου κινηθήσεται και εκτός της δια πίστεως πεποιθήσεως, ου δύναται η ψυχή μετά θάρσους κατατολμήσαι των πειρασμών και εκτός δε πεί­ρας της σκέπης του Θεού εναργούς, ελπίσαι η καρδία επ’ αυτόν ου δύναται και εκτός του γεύσασθαι την ψυχήν των παθημάτων του Χριστού εν γνώσει, κοινωνίαν μετ’ αυτού ου μη σχή.

Τούτον άνθρωπον του Θεού λογίζου είναι, τον δια πολλήν ευσπλαγχνίαν εαυτόν θανατώσαντα της αναγκαίας χρεί­ας. Ο γαρ ελεών πτωχόν, τον Θεόν έχει μεριμνώντα περί αυ­τού, και ο δι’ αυτόν πτωχεύων, εύρε θησαυρούς ανελλιπείς.

Ο Θεός ου χρήζει τινός, ευφραίνεται δε όταν ίδη τινά αναπαύοντα την εικόνα αυτού και τιμώντα αυτήν δι’ αυτόν.Όταν τις αιτήσηται εκ σου όπερ έχεις, μη είπης εν τη καρδίασου, ότι εάσω τούτο τη ψυχή μου, ίνα αναπαύσωμαι εν αυτώ, και ο Θεός μέλλει αυτώ χορηγήσαι αλλαχόθεν την χρείαν αύτου. Αδίκων γαρ εστί τα ρήματα ταύτα και μη γινωσκόντων τον Θεόν. Δίκαιος και χρηστός άνθρωπος την εαυτού τιμήν ου δίδωσιν άλλω, ουδέ τον της χάριτος καιρόν απράκτως συγχω­ρήσει παρελθείν. Ο μεν πτωχός και επιδεής άνθρωπος χορηγείται υπό Θεού, συ δε απεστράφης την εκ Θεού τιμήν σου και εμάκρυνας την χάριν αυτού από σου, στρέψας τον πένητα.

Όταν ούν δώς, ευφραίνου και ειπέ Δόξα σοι ο Θεός, ότι ηξίωσας με ευρείν τίνα αναπαύσαι. Ει δε ουκ έχεις ο δώσεις, μάλλον χάρηθι και ειπέ ευχαριστών τω Θεώ’Ευχαριστώ σοι ο Θεός μου, ότι έδωκας μοι ταύτην την χάριν και την τιμήν, του πτωχεύσαι υπέρ του ονό­ματος σου, και ηξίωσας με γεύσασθαι της θλίψεως της εν τη οδώ των εντολών σου τεθείσης, εν τε αρρω­στία και πτωχεία, καθώς εγεύσαντο οι άγιοι σου, οι περιπατήσαντες εν τη οδώ ταύτη.

Και όταν ασθενής, ειπέ. Μακάριος ο αξιωθείς υπό του Θεού πειρασθήναι εν οίς κληρονομούμεν την ζωήν. Τάς γαρ αρρωστίας δια την υγείαν της ψυχής επάγει ο Θεός. Είπε γαρ τις των αγίων

Τούτο εσημειωσάμην, ότι μοναχός μη θεαρέστως δουλεύων τω Κυρίω και μη σπουδαίως αγωνιζόμενος εις την σωτηρίαν της εαυτού ψυχής, αλλ’ αμελώς περί την άσκησιν των αρετών διακείμενος, πάντως παραχωρείται υπό του Θεού πειρασμοίς περιπεσείν, ίνα μη αργήση και εκ της πολλής αργίας αυτού νεύση επί τα χείρονα.

Δια τούτο γούν επιρρίπτει ο Θεός πειρασμούς έπι τους ράθυ­μους και αμελείς, ίνα εν τούτοις μελετώσι και μη εν τοις ματαίοις ποιεί δε τούτο ο Θεός αεί εν τοις αγαπώσιν αυτόν, ίνα παιδεύση και σοφίση και διδάξη αυτούς το θέλημα αυτού. Και όταν δεηθώσιν αυτού, ουκ εισακούει αυτών ταχέως, έως αν ατονήσωσι και μάθωσιν ασφαλώς, ότι εκ της αμελείας και ραθυμίας αυτών συμβέβηκεν αυτοίς ταύτα. Γέγραπται γαρ, «όταν εκτείνητε τάς χείρας υμών προς με, αποστρέψω τους οφθαλμούς μου αφ’ υμών. Και εάν πληθύνητε την δέησιν, ουκ εισακούσομαι υμών». Και γαρ, ει και περί άλλων τούτο είρηται, άλλ’ ουν περί των εγκαταλιμπανόντων την οδόν του Κυρίου γέγραπται.

Επειδή δε τον Θεόν πολυέλεον είναι φάσκομεν, τίνος ένεκεν εν τοις πειρασμοίς κρούοντες διηνεκώς και δεόμενοι,ουκ εισακουόμεθα, αλλά την ημών δέησιν παρορά; Ή πάντωςδιδασκόμεθα τούτο παρά του Προφήτου λέγοντος, «ου μικρά η χειρ Κυρίου του εξελέσθαι, ουδέ βαρήκοος εστί του ακούσαι, αλλ’ αι αμαρτίαι ημών διεχώρισαν ημάς άπ’ αυτού και αι ανομίαι ημών απέστρεψαν το πρόσωπον αυτού, του μη εισακούειν»; Μνημόνευε του Θεού εν παντι καιρώ, και μνημονεύει σου και αυτός, όταν εμπέσης εις κακά.

Η φύσις σου δεκτική των παθών γέγονε και του παρόντος κόσμου οι πειρασμοί πολλοί γεγόνασι, και ουκ απέχουσιναπό σου τα κακά, άλλ’ ενδοθέν σου βρυουσί σοι και υποκάτωτων ποδών σου. Εκ του τόπου, εν ω έστηκας, μη εξέλθης, και όταν ο Θεός επινεύση, ελευθερωθήση τούτων. Και καθάπερ εγγίζουσιν αλλήλοις τα βλέφαρα, ούτω και οι πειρασμοί εγγύς των ανθρώπων είσί. Ταύτα δε ωκονόμησεν ό Θεός εν σοφία, δια την σήν ωφέλειαν, όπως επιμόνως κρούης την θύραν αυτού και τω φόβω των θλιβερών ενσπαρή η μνήμη αυτού εν τη ση διανοία και πλησιάσης αυτώ δια των εντεύξεων και αγιασθή σου η καρδία τη διηνεκεί αυτού μνήμη. Και δεομένου σου, εισακούσεται σου, και μαθήση, ότι ο Θεός εστίν ο εξαιρούμενος σε, και αισθηθήση του πλάσαντός σε και προνοούντος και φυλάττοντος και του δια σε διττόν κόσμον πεποιηκότος’ ένα μεν ως διδάσκαλον και παιδευτήν πρόσκαιρον, έτερον δε ως πατρικόν δόμον και σήν κληρονομίαν αιώνιον.

Ουκ εποίησέ σε ο Θεός ανεπίδεκτον των λυπηρών, ίνα μη,της θεότητος εφιέμενος, κληρονομήσης όπερ και ο πρινεωσφόρος, ύστερον δε δια της επάρσεως Σατανάς γενόμενος,εκληρονόμησεν. Ομοίως δε ουδέ ακλινή και ακίνητόν σε εποίησεν, ίνα μη γένη ως η των αψύχων φύσις, και γένηταί σοι τα αγαθά ακερδή και άμισθα, ως τοις αλόγοις τα φυσικά πλεονε­κτήματα τα κτηνώδη. Οπόση γαρ ωφέλεια και ευχαριστία και ταπείνωσις εντίκτεται εκ της των σκολόπων τούτων επαγω­γής, πάσι ράδιόν εστί καταμαθείν.

Φανερόν ούν εστίν, ότι το αγωνίσασθαι εις τα αγαθά και εκκλίναι από των κακών, εν ημίν εστί. Και η τιμή και ηατιμία, αι εκ τούτων γινόμεναι, εις ημάς αναφέρονται. Τη μενγαρ ατιμία αισχυνόμενοι φοβούμεθα, τη δε τιμή την ευχαριστίαν τω Θεώ προσάγομεν και προς την αρετήν επεκτεινόμεθα. Τού­τους τους παιδαγωγούς σοι ο Θεός επλήθυνεν, ίνα μη, ελεύθε­ρος ων εξ αυτών και ανεπίδεκτος των θλιβερών και υπεράνω παντός φόβου, επιλάθη Κυρίου του Θεού σου και εκκλίνης απ’ αυτού και εμπέσης εις πολυθεϊαν, καθώσπερ και άλλοι πολλοί, καίτοι ομοιοπαθείς σοι όντες και τοις τοιούτοις λυπηροίς μαστιζόμενοι, εν μια καιρού ροπή δια πρόσκαιρον και ευτελή εξουσίαν και ευεξίαν, ου μόνον εις πολυθείαν εξέπεσον, αλλά και εαυτούς αφρόνως θεομηνίσαι κατετόλμησαν.

Τούτου ούν χάριν εν τοις θλιβεροίς συνεχώρησέ σε είναι. Ενίοτε δε ίνα μη, εκκλίνας, παροργίσης αυτόν και τη επαγωγή της τιμωρίας εξολοθρεύση σε από προσώπου αυτού. Εώ γαρ λέγειν την ασέβειαν και τάς λοιπάς βλασφημίας τάς τικτομένας εκ της του βίου ευημερίας και αφοβίας, καν τα προειρημένα μη τολμήση τις ειπείν. Τούτον χάριν δια τε των παθών και των λυπηρών επλήθυνε την μνήμην αότού εν τη καρδία σου και τω φόβω των εναντίων εξύπνισε σε προς την της ευσπλαγχνίας αυτού πύλην, και δια της εκ τούτων απολυτρώσεως και αιτίας την προς αυτόν αγάπην σοι εγκατέσπειρε. Καταβαλών δε την αγάπην, τη της υιοθεσίας τιμή προσήγγισέ σε και την πλουσίαν αυτού χάριν, οπόση εστίν, επιδείκνυσί σοι. Πόθεν γαρ εγίνωσκες την τοιαύτην αυτού πρόνοιαν και κηδεμονίαν, εί μη σοι τα εναντία συνέβαινον; Διότι ως επί το πλείστον εκ τούτων δυνατόν πληθυνθήναι την αγάπην του Θεού εν τη ψυχή σου, του­τέστιν εκ της κατανοήσεως των αυτού χαρισμάτων και της μνήμης του πλήθους της προνοίας αυτού.

Ταύτα σοι πάντα τα αγαθά εκ των λυπηρών γεννώνται, ίνα μάθης ευχαριστείν. Λοιπόν μνημόνευε του Θεού, ίνα σου και αυτός πάντοτε μνημόνευση, και μνημονεύσας και διασώσας σε, λήψη παρ’ αυτού πάντα μακαρισμόν. Μη έπιλάθου αυτού, μετεωριζόμενος εν τοις ματαίοις, ίνα μη σου έπιλάθηται εν τω καιρώ των πολέμων σου. Εν τη ση εύθηνίφ γενού αύτω υπή­κοος, ίνα εν ταίς θλίψεσι σχής προς αυτόν παρρησίαν, δια της καρδιακής και επιμόνου προς αυτόν εντεύξεως.

Καθάρισον σεαυτόν ενώπιον Κυρίου διαπαντός, έχων την μνήμην αυτού εν τη καρδία σου, ίνα μη, χρονίσας έξωθεν της μνήμης αυτού, απαρρησίαστος γένη όταν εισέλθης προς αυ­τόν διότι η παρρησία η προς τον Θεόν εκ της προς αυτόν συνεχούς ομιλίας γίνεται και της πολλής προσευχής. Η προς αν­θρώπους σχέσις και διαμονή δια του σώματος εστίν, η δε προς Θεόν σχέσις δια της ψυχικής μνήμης και της των δεήσεων προσοχής και ολοκαυτώσεως, εκ δε της πολλής διαμονής της αυτού μνήμης, προς έκπληξιν και θαύματα κατά καιρόν μετατίθεται «ευφρανθήσεται γαρ καρδία ζητούντων τον Κύριον».

Ζητήσατε τον Κύριον, ώ κατάδικοι, και κραταιώθητε τη ελπίδι, ζητήσατε το πρόσωπον αυτού δια μετανοίας, αγιασθήσεσθε τω αγιασμώ του προσώπου αυτού και των αμαρτιών υμών αποκαθαρισθήσεσθε. Δράμετε προς Κύριον, όσοι εν αμαρτίαις υπεύθυνοι, τον δυνάμενον συγχωρείν αμαρτή­ματα και παροράν πλημμελήματα μεθ’ όρκου γαρ είρηκε δια του Προφήτου λέγων «ζω εγώ, λέγει Κύριος- ου βούλομαι τον θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν» και πάλιν «όλην την ημέραν διεπέτασα τάς χείρας μου προς λαόν απειθούντα και αντιλέγοντα». Και πάλιν «ίνα τι θανάτω αποθνήσκετε, οίκος Ισραήλ;» «επιστράφητε προς με, και επιστραφήσομαι προς υμάς» · και πάλιν «εν η αν ημέρα επιστραφή ο αμαρτωλός από της οδού αυτού και επιστρέψη προς Κύριον και ποίηση κρίμα και δικαιοσύνην, των ανομιών αυτού ου μη μνησθώ ζών δε ζήσεται, λέγει Κύριος, και ο δίκαιος, εάν εγκα­ταλείψη την δικαιοσύνην αυτού και αμαρτήσας αδικήση, της δι­καιοσύνης αυτού ου μη μνησθώ, άλλ’ ολίσθημα θήσω ενώπιον αυτού και εν τω σκότει των έργων αυτού αποθανείται επιμείνας αυτοίς». Τίνος ένεκεν; Διότι ό αμαρτωλός ου σκελισθήσεται τη εαυτού αμαρτία η αν ημέρα επιστρέψη προς Κύριον. Και του δικαίου η δικαιοσύνη ου λυτρώσεται αυτόν, η αν ημέρα αμάρτη, ει γε επιμείνη τω τοιούτω αμαρτήματι.

Και τω Ιερεμία δε ούτως είρηκεν ο Θεός «ανάλαβε συ μεμβράνην και όσα αν σοι είπον γράψον από των ημε­ρών Ιωσίου του βασιλέως Ιούδα μέχρι της σήμερον πάντα τα κακά, όσα σοι είπον επάξαι τω λαώ τούτω, ίνα, ακούσας και φοβηθείς, καταλείψη άνθρωπος την οδόν αυτού την πονηράν και επιστραφέντες μετανοήσωσι και αφέλωμαι τάς αμαρτίας αυτών». Και η σοφία είπεν «ο κρύπτων την αμαρτίαν αυτού, ου χρησιμεύσει, ο δε ομολογών τάς εαυτού αμαρτίας και διαπεράσας αυτάς, ελέους τεύξεται παρά του Θεού». Και ο Ησαίας φησίν «εκζητήσατε τον Κύριον και ευρόντες, επικαλέσασθε αυτόν και προσεγγίσαντες, καταλειψάτω την ιδίαν οδόν ο αμαρτωλός και ο άδικος ανήρ τάς εαυτόν ενθυμήσεις, και επιστράφητε προς με, καγώ ελεήσω υμάς αι γαρ ενθυμήσεις μου ου κατά τάς υμετέρας ενθυμήσεις, ουδέ αι οδοί μου κατά τάς υμετέρας οδούς. Εάν ούν ακούσητε μου, τα αγαθά της γης φάγεσθε. Δεύτε προς με και υπακούσατε μου, και ζήσεσθε τη ψυχή υμών». Όταν φυλάξης τάς οδούς Κυρίου και ποιήσης τα θελήματα αυτού, τότε έλπισον επί Κύριον και επικάλεσαι αυ­τόν, και επιβοωμένου σου ερεί σοι, «ιδού πάρειμι».

Επελθόντος τω αδίκω πειρασμού, ουκ έχει πεποίθησιν επικαλέσασθαι τον Θεόν, ουδέ προσδοκήσαι την εξ αυ­τού σωτηρίαν. Διότι εν ημέραις αναπαύσεως αυτού εμακρύνθη από του θελήματος του Θεού. Πριν του πολέμου άρξη, επιζήτησον την συμμαχίαν, και προ του αρρωστήσαι, αναζήτησον τον θεραπευτήν. Και πριν επέλθη σοι τα θλιβερά, πρόσευξαι, και εν τω καιρώ των λυπηρών ευρήσεις αυτόν και επακούσεταί σου.

Προ του σε ολισθήσαι, επικάλεσαι και δεήθητι, και προ του σε εύξασθαι, ετοίμασον τάς υποσχέσεις, τα εντεύθεν φημι εφόδια. Η κιβωτός του Νώε εν τω καιρώ της ειρήνης κατεσκευάσθη και προ εκατοστού έτους τα ξύλα αυτής εφυτεύετο, εν δε τω καιρώ της οργής, οι μεν άδικοι απώλοντο, τω δε δικαίω σκέπη εγένετο.

Στόμα άδικον δια προσευχής εμφράττεται. Η γαρ κατάγνωσις της συνειδήσεως απαρρησίαστον ποιεί τον άνθρωπον. Καρδία αγαθή καταφέρει δάκρυα μετά χαράς εν τη προσευχή. Οις ο κόσμος νενέκρωται, ούτοι τάς επηρείας μετά χαράς υπομένουσιν. Οίς δε ζή ο κόσμος, ούτοι ου δύνανται αδικίαν υπομείναι, αλλ’ η υπό της κενοδοξίας νικώμενοι οργίζον­ται και ταράττονται αλόγως κινούμενοι ή υπό της λύπης αλίσκονται. Ω, πώς δυσκατόρθωτος εστίν η τοιαύτη αρετή και πόσην δόξαν κέκτηται παρά τω Θεώ! Ο θέλων την αρετήν ταύτην κατορθώσαι, ήγουν το αδικείσθαι και μακροθυμείν, χρήζει μακρυνθήναι των ιδίων αυτού και ξενητεύσαί διότι ου δύναται αυτήν εν τη ιδία πατρίδι κατορθώσαι. Των γαρ μεγά­λων και δυνατών εστίν υπομείναι της αρετής ταύτης την αλγηδόνα, μέσον των ιδίων όντων, και οις ο κόσμος ούτος τέθνηκε, πάσης της παρούσης παρακλήσεως απελπίσασιν.

Ώσπερ ή χάρις πλησιάζει τη ταπεινοφροσύνη, ούτω και τηυπερηφανία οδυνηροί συμβάσεις. Οφθαλμοί Κυρίου επί τους ταπεινόφρονας του ευφράναι αυτούς, πρόσωπον δε Κυρίουκατ’ ενώπιον υπερηφάνων, του ταπεινώσαι αυτούς. Η ταπείνωσις δια παντός δέχεται παρά Θεού το έλεος, τη δε σκληροκαρδία και ολιγοπιστία συναντήματα φοβερά προσυπαντώσι. Σμίκρυνον σεαυτόν εν πασι προς πάντας ανθρώπους, και υψωθήση επάνω των αρχόντων του αιώνος τούτου. Προκατάλαβε πάντας δια του σου ασπασμού και της προσκυνήσεως, και τιμηθήση υπέρ τους δωροφορούντας χρυσίον σουφείρ.

Εξευτέλισον σευατόν, και όψει την δόξαν του Θεού ενσευατώ. Όπου γαρ βλαστάνει η ταπείνωσις, εκεί η τουΘεού δόξα βρύει. Εάν φανερώς εξουδενωθήναι αγωνίση υπό πάντων ανθρώπων, ποιείν σε δοξασθήναι ό Θεός, εάν δε εν τη 5 καρδία σου, δείκνυσί σοι ο Θεός την δόξαν αυτού. Γενού ευκαταφρόνητος εν τη μεγαλωσύνη σου, και μη μέγας εν τη ελαχιστία σου.

Σπούδασον του καταφρονηθήναι, και της τιμής του Θεούεμπλησθήση. Μη ζήτησης τιμηθήναι, πεπληρωμένος ωνέσωθεν τραυμάτων. Ψέξον την τιμήν, ίνα τιμηθής, και μη αγαπήσης αυτήν, ίνα μη ατιμασθής. Ο τρέχων όπισθεν της τιμής, φεύγει από έμπροσθεν αυτού, και ο φεύγων αυτήν, καταδιώξεται αυτόν και κήρυξ γίνεται πάσιν ανθρώποις της ταπεινώσεως αυτού. Ει καταφρονείς σεαυτου, ίνα μη τιμηθής, ο Θεός δημο­σιεύσει σε, ει δε δια την αλήθειαν ψέξεις σεαυτόν, επιτρέπει ο Θεός πάσι τοις κτίσμασιν αυτού επαινέσαι σε, και ανοίξουσιν έμπροσθεν σου την θύραν της δόξης του πλαστουργού σου και επαινέσουσί σε. Διότι συ εν αληθεία κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν αυτού υπάρχεις.

Άνθρωπον ταίς μεν αρεταίς διαλάμποντα, τοις δε ανθρώποις ευτελή φαινόμενον, φωτεινόν μεν τω βίω, σοφόν δετη γνώσει, και ταπεινόν τω πνεύματι, τις τεθέαται; Μακάριος οταπεινών εαυτόν εν πασιν, ότι υψωθήσεται. Ο γαρ δια τον Θεόν ταπεινών εαυτόν εν πασιν και σμικρύνων, υπό του Θεού δοξάζεται και ο δια τον Θεόν πεινών και διψών, μεθύσει αυ­τόν ο Θεός των αγαθών αυτού. Και ο δια τον Θεόν γυμνητεύων, ενδύεται υπ’ αυτού στολήν αφθαρσίας και δόξης, και ο δι’ αυτόν πτωχεύων, τω αληθινώ αυτού πλούτω παρακαλείται.

Εξουδένωσον σεαυτόν δια τον Θεόν και, σου αγνοούντος, πληθυνθήσεταί σου η δόξα εν πάση τη ζωή σου. ‘Εχε σεαυτόν αμαρτωλόν, ίνα δικαιωθής εν πάση τη ζωή σου. Γίνου ιδιώτης εν τη σοφία σου, και μη φανής σοφός, ιδιώτης ων. Και εάν τον αφελή και αμαθή η ταπείνωσις υψοί, πόσης οίει τιμής τοις μεγάλοις και τιμίοις πρόξενον γίνεσθαι;

Φεύγε την κενοδοξίαν, και δοξασθήση, και φοβήθητι την υπερηφανίαν, και μεγαλυνθήση. Ου τοις υιοίς των αν­θρώπων διεμηνύθη η κενοδοξία, ουδέ η υψηλοφροσύνη τω γέ­νει των γυναικών. Ει εκουσίως απετάξω πάσι τοις βίου πράγμασι, περί μηδανιμού πράγματος μηδαμώς μετά τίνος φιλονεικήσης. Εί την κενοδοξίαν εβδελύξω, φεύγε τους αγρεύοντας αυτήν. Φεύγε τους φιλοκτήμονας, ως και το κτάσθαι. Μάκρυ­ναν σεαυτόν από των σπαταλώντων, ως και από της σπατά­λης. Φεύγε τους ακόλαστους, ως και την ακολασίαν. Ει γαρ η ψιλή των είρημενων μνήμη ταράττει την διάνοιαν, πόσω μάλ­λον η θεωρία και η μετ’ αυτών διαγωγή; Προσέγγισον τοις δικαίοις, και δι’ αυτών τω Θεώ πλησιάσεις. Συναναστρέφου τοις έχουσι ταπείνωσιν, και μάθηση τους τρόπους αυτών. Εί γαρ η θεωρία των είρημενων ωφέλιμος, πόσω μάλλον η διδασκαλία του στόματος αυτών;

Αγάπησον τους πτωχούς, ίνα δι’ αυτών και συ τεύξη του ελέους. Μη προσέγγισης τοις φιλονείκοις, ίνα μη αναγκασθής έξω γενέσθαι της σης γαλήνης. Μη αηδώς φέρε τάς δυσοσμίας των αρρώστων, και μάλιστα των πενήτων, επειδή και συ σώμα περίκεισαι. Μη επιπλήξης τους τεθλιμμένους τη καρδία, ίνα μη τη ράβδω αυτών μαστιχθής και ζητήσης παρακαλούντας, και ου μη εύρης. Μη εκφαυλίσης τους ηκρωτηριασμένους, ότι πάντες εις τον άδην ισοτίμως πορευσόμεθα. Αγάπησον τους αμαρτωλούς, μίσησον δε τα έργα αυτών, και μη καταφρόνησης αυτών δια τα ελαττώματα αυτών, μη ποτέ και συ πειρασθής εν οίς είσι. Μνήσθητι, ότι κοινωνός ει της γεηράς φύσεως, και πάσιν ευ ποιεί. Μη επίπληττε τους δεομένους της σης ευχής, και των μαλθακών λόγων τήςπαρακλήσεως μη απο­στέρει, ίνα μη απόλωνται και απαιτηθής τάς ψυχάς αυτών, άλλα μίμησαι τους ιατρούς, οίτινες τα θερμότερα πάθη ιώνται τοις ψυχροτέροις φαρμάκοις, και τα ψυχρότερα τοις εναντίοις.

Ανάγκασον σεαυτόν, όταν υπαντήσης τω πλησίον σου, ίνα τίμησης αυτόν υπέρ το μέτρον αυτού. Φίλησον δε τάς χεί­ρας αυτού και τους πόδας, και κράτησον αύτάς πολλάκις μετά πολλής τιμής και επίθες αυτάς επί τους οφθαλμούς σου και επαίνεσον αυτόν και εις άπερ ουκ έχει. Όταν δε χωρισθή από σου, λάλησον περί αυτού πάν αγαθόν, και ει τι τίμιον. Εν γαρ τούτοις και τοις τοιούτοις έλκεις αυτόν εις το αγαθόν και αναγ­κάζεις αυτόν αίσχύνεσθαι εκ της προσηγορίας, ης προσηγόρευσας αυτόν, και σπείρεις εις αυτόν σπέρματα αρετής. Εκ δε της τοιαύτης συνήθειας, ης σεαυτόν εθίζεις, τυπούται εν σοι τύπος αγαθός, και ταπείνωσιν πολλήν κτήση εν σεαυτω, και χωρίς κόπου κατορθοίς τα μεγάλα. Ου μόνον δε τούτο, άλλα και εάν έχη τινά ελαττώματα, τιμώμενος υπό σου, ευχερώς δέχεται παρά σου την θεραπείαν, αισχυνόμενος εκ της τιμής, ης εποίησας αυτώ.

Ούτος ο τρόπος έστω σοι αεί, το ευπροσήγορον και τιμητικόν είναι προς πάντας, και μη παροξύνης τινά ή ζηλώσης, μήτε δια πίστιν μήτε δια τα έργα αυτού τα κακά, αλλά φύλαττε σεαυτόν, του μη μέμψασθαι ή έλεγξαι τινά εν τινί έχομεν γαρ κριτήν απροσωπόληπτον εν ουρανοίς. Ει δε θέλεις επιστρέψαι αυτόν προς την αλήθειαν, λυπήθητι υπέρ αυτού και μετά δακρύων και αγάπης είπε αυτώ λόγον ένα ή δύο,και μη πυρωθής τω θυμώ κατ’ αυτού, και όψεται εν σοι σημείον έχθρας. Η γαρ αγάπη ουκ οίδε θυμούσθαι ή παροξύνεσθαι ή μέμφεσθαι τίνα εμπαθώς. Ένδειξις της αγάπης και της γνώσεως εστίν η ταπεινωσις, ήτις τίκτεται από συνειδήσεως αγαθής.

Εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα και το κράτος συν τω Πατρί και τω αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.