Φυλλάδες του Γεροδήμου
Συγγραφέας:
Επίλογος


Φίλτατε Κληρονόμε μου, σ’ έφερα πάλι στο μονα­χικό μου καλύβι, κι αφήσαμε το ταξίδι μας, ίσως από­τομα κι άξαφνα μα να σου πω το γιατί.

Αφού κάθισα εψές κι έγραψα το σεριάνι μας στις Κολόνες, έγειρα κι ακούμπησα το λευκότριχό μου κεφάλι σ’ αυτή την άγια την πέτρα που ξέρεις, ν’ αναπαυτώ. Και με πήρε ύπνος κι είδα παράξενο όνειρο. Είδα πως φάνηκε και στάθηκε στο κατώφλι ο γερο-Βασίλης, κρατώντας από το χέρι κάποιον άλλον που δε φαινότανε, γιατί στέκουνταν απ’ έξω. Και σα στά­θηκε και με κοίταξε, χαμογέλασε και γύρισε προς το σύντροφό του απ’ έξω, κι είπε: «Καιρός του είναι πια να μας έρθει.»

Και ξύπνησα αμέσως τρομαχτικά. Κι άρχισα και συλλογιούμουν πως κάτι σημαίνει αυτό τ’ όνειρο. Τάχα να μην έκαμνα το χατίρι τους και με φωνάζουνε πριν αποτελειώσω; Τάχα να την αποτέλειωσα τη δουλειά μου; Θεός το ξέρει. Είχα πολλά κρυμμένα στο νου μου και στην καρδιά μου, και δε σου φανέρωσα μήτε τα μισά.

Δίχως άλλο αύριο φεύγω. Ίσια στ’ Άγιο Όρος θα ξεκινήσω. Εκεί θα τις βρεις αυτές τις Φυλλάδες, αυτό το αίμα που έσταξε από τις μισόστεγνες φλέβες μου. Ίσως, σαν τα διαβάσεις αυτά τα χαρτιά και τα κάμεις δικά σου, τα κρίνεις άξια να διαβαστούν κι από άλλους, με την ελπίδα να βρεθεί δυνατότερο χέρι και βάψει την πέννα του μέσα στο αίμα του Γεροδήμου, και γράψει τα λόγια που θα το ξυπνήσουν το Έθνος, και θα το φέρουνε στο μεγάλο το δρόμο.