Φιλοσοφία
Συγγραφέας:


Νὰ ζῇ κανεὶς ἢ νὰ μὴ ζῇ; ὁ Σαίξπηρ ἐρωτᾷ.
Λοιπὸν TO BE OR NOT TO BE; κι' ἐγὼ τὸν ἐρωτῶ·
δὲν μοῦ ἀρέσει τίποτε κι' ἀπὸ τὰ δυὸ αὐτά,
κακὸ ψυχρὸ μοῦ φαίνεται κι' ἐκεῖνο καὶ αὐτό.
Εἶναι, μὴ εἶναι; σᾶς ρωτῶ... ἤγουν ἐν ἄλλοις λόγοις,
νὰ ὁμιλῇς, νὰ μὴ μιλῇς; νὰ τρώγῃς, νὰ μὴν τρώγῃς;

Νὰ ζῇς; τουτέστι νὰ γελᾷς, νὰ κλαῖς, νὰ φλυαρῇς,
νὰ εἶσαι λόγιος, κλητήρ, κτηνίατρος, παππᾶς,
γιὰ μιὰ δραχμὴ νὰ κόβεσαι καὶ νὰ δικηγορῇς,
καὶ νηστικὸς τῶν ὑπουργῶν τῇς πόρτες νὰ κτυπᾷς.
Νὰ κάνῃς καὶ συνδυασμὸ μὲ τὸν Κατσικαπῆ,
καὶ γιὰ τοῦ ἔθνους νὰ μιλῇς τὴν τόση προκοπή!

Τί κόσμος ἀποτρόπαιος!... κανεὶς καλὰ δὲν ξέρει
γιατί κοιμᾶται καὶ ξυπνᾷ, γιατὶ γελᾷ καὶ χαίρει
σὲ κάθε ἀλλαγὴ καιροῦ...
ψέμμα και πλάνη τὰ καλά, καθὼς καὶ τὰ καλά,
ὁ ἄνθρωπος τὸν ἄνθρωπον αἰώνια γελᾷ,
καὶ ζοῦμε ἔτσι κουτουροῦ.

Ὤ! νά· μιὰ μυῖγα κάθεται εἰς τὴ χυτή μου μύτη...
σὲ τίνων μύτες ἆρα γε ὡς τώρα νὰ ἐπῆγες;
λοιπὸν κι' ἡ μυῖγα τοῦ Θεοῦ τὸ πάνσοφον κηρύττει;
δὲν φθάνει ὅπου ζῶ ἐγῶ, ἀλλὰ νὰ ζοῦν κι' ἡ μυῖγες;
Ποιός ξέρει τούτη τὴ στιγμή, ποὺ τόσας σκέψεις κάνω,
ἂν καὶ αὐτὴ φιλοσοφῇ στὴ μύτη μου ἐπάνω!

Αὐτὸς μετρᾷ στὰ δάκτυλα τ' ἀστέρια τοὐρανοῦ,
ἐκεῖνος μὲ τὰ ἔντερα λεπτολογεῖ τῶν ψύλλων,
κι' ἄλλος σκοτίζει καὶ χαλᾷ τὸν ἔξοχό του νοῦ,
νὰ μᾶς εἰπῇ οἱ ἄγγελοι σὲ ποιὸ ἀνήκουν φῦλον.
Πλὴν δὲν μᾶς εἶπε ὁ σοφὸς ἀκόμη πῶς τοὺς θέλει·
μὰ κι' ἀρσενοθήλυκοι ἂν εἶναι τί μᾶς μέλλει;

Τί κόσμος ἀκατάστατος, ἀνούσιος, μωρός!
ὡς πότε ὁ ἀθάνατος μὲ τοὺς θνητοὺς θὰ παίζῃ;
ἀλλὰ ἐνῷ φιλοσοφῶ γιὰ ὅλα σοβαρός,
φωνάζει ἡ κυρία μου: «Ὁρίστε στὸ τραπέζι».
Λοιπὸν καὶ πάλι τὴν κοιλιὰ ἀνάγκη νὰ γεμίσω;
Ὤ! βάστα με, γυναῖκα μου, νὰ μὴν αὐτοκτονήσω.

Θὰ φάγω πάλι, θὰ μασῶ, θὰ ξεροκαταπίνω...
Οὔτε μιὰ μέρα νηστικὸς νὰ μὴ μπορῶ νὰ μείνω;;
Τί σιχαμένα φαγητά!
Νὰ σπάσω ὅλα μ' ἔρχεται τοῦ τραπεζιοῦ τὰ πιάτα,
μὰ πάλι λέγω μόνος μου. «Ὤ χέρι μου, σταμάτα,
κι' ἂς λείψουν τέτοια χωρατά».

Ἔφαγα, δόξᾳ τῷ Θεῷ, καὶ τώρα ἂς φουμάρω,
κι' ἅς ἔβγω τὸν ἀέρα μου στὸ Σύνταγμα νὰ πάρω...
Ὤ! Ὤ! τί κόσμος σοβαρός!
Ὁ ἕνας κι' ἄλλος μὲ γελᾷ, κι' ἐγὼ μ' αὐτοὺς γελῶ,
ψέμματα ὅλοι μοῦ πουλοῦν καὶ ψέμματα πουλῶ,
κι' ἔτσι διαβαίνει ὁ καιρός.

Πάλι στὸ σπίτι μου γυρνῶ, ζεσταίνομαι, κρυόνω,
καὶ πάλι μὲ χασμήματα στὸ στρῶμα μου ξαπλόνω,
κι' ἀρχίζω τὸ ρουχαλητό...
Ὤ! ἡ ζωὴ κατήντησε μαρτύριο γιὰ μένα,
ἔγινα Χάμλετ, ὅλα πιὰ τὰ βρίσκω σιχαμένα,
καὶ μόνον θὰνατον ζητῶ.

Μὰ πάλι νὰ μὴ ζῇ κανείς, ποτὲ νὰ μὴν πεινᾷ,
καὶ ἄσπλαχνα νὰ τρώγεται ὑπὸ τὴν κρύα πλάκα,
νὰ μὴ γνωρίζῃ τίς καὶ πῶς τὸ ἔθνος κυβερνᾷ,
καὶ ποιὸς θὰ ἔλθῇ βουλευτὴς ἀπὸ τὴν Καλαμπάκα;
Ἐν ὅσῳ εἶσαι ζωντανός, ναὶ μὲν θὰ ὑποφέρῃς,
μὰ τῆς ζωῆς τὴν ἀνοστιὰ τοὐλάχιστον τὴν ξέρεις,

Ἀλλ' ὅταν πέσῃς μιὰ φορὰ ἀναίσθητος στὸ χῶμα
καὶ ἀπομείνῃς σκέλεθρο, ὤ! τότε θ' ἀγνοῇς
τὸ τί ἀξίζει ἡ ζωὴ κι' ὁ θάνατος ἀκόμα,
κι' ἂν εἶναι προτιμότερος ὁ τάφος τῆς ζωῆς.
Ὤ! τί φρικώδης ὕπαρξις! τί χάρος σκοτεινός!
κι' ἀποθαμένος μαρτυρεῖς καθὼς καὶ ζωντανός.

Νὰ ζῇ κανεὶς ἢ νὰ μὴ ζῇ; ὁ Σαίξπηρ ἐρωτᾷ,
λοιπὸν TO BE OR NOT TO BE κι' ἐγὼ τὸν ἐρωτῶ.
Δὲν μοῦ ἀρέσει τίποτε κι' ἀπὸ τὰ δυὸ αὐτά,
κακὸ ψυχρὸ μοῦ φαίνεται κι' ἐκεῖνο καὶ αὐτό.
Μὰ ἡ φιλοσοφία μου κατήφορο ἐπῆρε
καί... γαῖαν ἔχοις ἐλαφράν, συνάδελφε Σαιξπῆρε.