Τρελαντώνης
Συγγραφέας:
ΙΔ'. Ο Μπαρμπαγιάννης κανατάς


Μα όσο και να παραμόνεψε η Αφροδίτη, καμιάν αταξία δεν είδε.

Και σα χαμήλωσε ο ήλιος και δρόσισε, συγκινημένη από τόση φρονιμάδα, πήγε και πρότεινε στα δυο αδέλφια να κάνουν θαλάσσιο λουτρό, αφού δεν έκαναν το πρωί, και ύστερα να μείνουν μαζί της στην αμμουδιά και να μαζέψουν κοχλαδάκια.

- Φταίγω εγώ τώρα; έλεγε λίγο αργότερα ο Αντώνης, καθισμένος στο σπουδαστήριο με την Πουλουδιά, που είχε πρησμένα τα μάτια από τα πολλά κλάματα. Είχαμε πει να μην κουνήσομε πια από δω, ώσπου να γυρίσει η θεία... Γιατί το ξέρω πως ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια. Καθόμασταν όμορφα και καλά στο ντόμινο. Ήταν ανάγκη να μας πάγει στα λουτρά η Αφροδίτη; Και ύστερα να καθίσομε στην άμμο και να πιάσει τόση κουβέντα με τις γειτόνισσες; Και πού να τύχει και ο Μπαρμπαγιάννης ο Κανατάς!

- Και να 'χει και τόσες στάμνες και τόσα κανάτια, ίσα ίσα σήμερα! αναστέναξε η Πουλουδιά.

- Ναι! Και να τις πηγαίνει παραγγελία στο καφενείο! Μα είδες; Είδες τι ωραία που τα είχε δεμένα, αράδες αράδες γύρω στο γαϊδουράκι του; αναφώνησε ο Αντώνης που ενθουσιάστηκε πάλι με την ενθύμηση.

- Τι ήθελες να τ' αγγίξεις! κλαψιάρισε η Πουλουδιά.

- Ήθελα να δω πώς στέκουνταν. Πού να ξέρω εγώ πως το σκοινί ήταν περασμένο μονάχα μες στα χερούλια κάθε στάμνας και πως σα λύσεις μια, πέφτουν όλες! Ήταν κουταμάρα του Μπαρμπαγιάννη!

- Εγώ σου το έλεγα, μην τις αγγίξεις, Αντώνη!

- Το ξέρω κι εγώ τώρα! Μα φταίει ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς! Αντί να μου πει «Φύλαγε το γαϊδουράκι μου, ώσπου να πάγω να πιω νερό», αν μου έλεγε «Δεν είναι δεμένες κόμπο οι στάμνες, και πρόσεχε», εγώ δε θα τις άγγιζα! Μα πες, δε φαίνουνταν δεμένες;

- Ναι, φαίνουνταν, παραδέχθηκε η Πουλουδιά.

- Κι εγώ έτσι νόμιζα και ήθελα να σου δείξω πώς να κάνεις τον τελικό κόμπο. Πού να φανταστώ πως, μόλις λύσω το σκοινί, θα φύγουν όλα, στάμνες και κανάτια!

- Και με τέτοιον κρότο!...

- Χωρατεύεις...

- Πόσα να σπάσανε λες, Αντώνη;

- Ξέρω γω; Όλα θαρρώ.

- Και περιμένει απέξω να 'ρθει ο θείος, να του πληρώσει, λέει, τη ζημιά!

Τα δυο αδέλφια έμειναν συλλογισμένα. Και ρώτησε ο Αντώνης:

- Σαν πόσες δραχμές λες να ζητήσει του θείου; Τέσσερις; Πέντε;

Η Πουλουδιά ξανάρχισε τα κλάματα.

- Πολλές! είπε. Η Αφροδίτη λέγει πως θα θέλει πολλές δραχμές. Αχ! Να είχα κουμπαρά, σαν την Αλίς!

- Κι εγώ! είπε άθυμα ο Αντώνης.

Η Πουλουδιά σφούγγισε τα μάτια της. Σκουτουρεμένη ρώτησε:

- Να ζητήσομε χρήματα της κερα-Ρήνης; Εκείνη έχει πολλά. Κάθε βράδυ της δίνει η θεία.

Ο Αντώνης αργοκούνησε το κεφάλι.

- Ο πατέρας απαγορεύει να ζητούμε χρήματα, είπε.

- Μα δε θα μας τα χαρίσει, θα μας τα δανείσει μόνο.

- Κι αυτό το απαγορεύει ο πατέρας. Έπειτα πώς θα της τα πληρώναμε, αφού εμείς δεν έχομε κουμπαρά; Και ούτε τίποτε άλλο έχομε εμείς.

Η Πουλουδιά αναπήδησε. Της είχε έλθει μια ιδέα.

- Εγώ ξέρω! αναφώνησε. Θα της πουλήσω τα σκουλαρίκια της Αραπίνας μου! Πολλές φορές μου τα ζήτησε κι εγώ δεν ήθελα να της τα δώσω.

- Να της τα πουλήσεις; έκανε ο Αντώνης βλέποντας ξαφνικά καινούριες ελπίδες να φτερουγίζουν μπροστά του. Ναι... αυτό επιτρέπεται... και ο πατέρας πουλά μπαμπάκια στο γραφείο... αυτό είναι εμπόριο...

Η Πουλουδιά είχε τρέξει στη γωνιά όπου αράδιαζε τα δικά της παιχνίδια, άνοιξε το σεντουκάκι της κούκλας της και το άδειασε ολόκληρο στο πάτωμα. Κάτω κάτω πήρε ένα χάρτινο, αρκετά κακομεταχειρισμένο κουτάκι, το άνοιξε και το έδειξε του Αντώνη. - Να, είπε, αυτά τα κόκκινα αχλαδωτά σκουλαρίκια, που μοιάζουν, λέει, κοράλι, αυτά θέλει η κερα-Ρήνη. Πάμε να της τα δείξομε.

Μα η φόρα της κόπηκε μπρος στην κλειστή πόρτα της κουζίνας. Είχε ακούσει πως στο εμπόριο αγοράζεις και πουλάς. Μα με τι τρόπο γίνεται η πράξη δεν το ήξερε. Μουδιασμένη πρόσφερε το κουτί της στον αδελφό της.

- Να, πάρ' τα, Αντώνη! Πες της το εσύ!

- Όχι, εσύ. Δικά σου είναι τα σκουλαρίκια.

- Μα... μα... εγώ δεν ξέρω πώς να της το πω...

- Να, θα πεις: «Τα θέλεις; Τα πουλώ».

- Ναιαιαι; ρώτησε απρόθυμα η Πουλουδιά. Και αυτό, βέβαια, δεν είναι κακό; Επιτρέπεται, Αντώνη;

Ο Αντώνης δεν ήταν και τόσο βέβαιος. Και αυτός από εμπόριο δεν ήξερε καλά. Με το χέρι παραμέρισε το κουτί και τους θησαυρούς της Πουλουδιάς.

- Άσ' τα, είπε, προτιμώ να φάγω ξύλο...

Με ορμή άνοιξε η Πουλουδιά την πόρτα και μπήκε στην κουζίνα.

- Να, κερα-Ρήνη, σου έφερα τα σκουλαρίκια μου και σου τα πουλώ! είπε βιαστικά, σε μια πνοή.

Η κερα-Ρήνη τηγάνιζε κεφτέδες. Χωρίς να γυρίσει ρώτησε:

- Τι κάνεις λέει;

- Σου πουλώ τα σκουλαρίκια της κούκλας μου, κερα-Ρήνη, τα κόκκινα αχλαδάκια...

Η φωνή της Πουλουδιάς έτρεμε λίγο· περίμενε περισσότερο ενθουσιασμό. Η κερα-Ρήνη εξακολουθούσε με το πιρούνι ν' αναποδογυρίζει τους κεφτέδες μες στο τηγάνι. Χωρίς καν να κοιτάξει το απλωμένο δειλό χέρι με το χάρτινο κουτί, φώναξε:

- Αφροδίτη, μη χάσεις το κελεπούρι! Πουλούμε διαμαντικά εδώ μέσα!

Η Αφροδίτη, που κουβέντιαζε με κάποιον στην αυλή, γύρισε και στάθηκε στην ανοιχτή πόρτα.

- Ποιος πουλά; ρώτησε.

- Να, το κορίτσι μας!

- Τι κάνει λέει;

- Μου πουλά σκουλαρίκια!

Είδε η Αφροδίτη τον Αντώνη, στο βάθος της κουζίνας, που μελετούσε έναν έναν τους μπακιρένιους τεντζερέδες στα ράφια, είδε και την Πουλουδιά που, με κόκκινα πρησμένα μάτια και το κουτί της στο χέρι, δεν πολυήξερε αν έπρεπε να μείνει ή να το βάλει στα πόδια, και ρώτησε γλυκά:

- Τι θες, Πουλουδιά;

Με χείλια που έτρεμαν είπε η Πουλουδιά:

- Θέλω να πουλήσω τα σκουλαρίκια της Αραπίνας μου, για να πληρώσομε τον Μπαρμπαγιάννη Κανατά, πριν έλθει ο θείος... είπε και σώπασε πνιγμένη. Η Αφροδίτη γέλασε. Γύρισε κατά την αυλή.

- Μπαρμπαγιάννη! φώναξε. Έλα ν' ακούσεις.

Ένας άντρας ψηλός, με φαρδιά ξανθά μουστάκια, γέμισε με το μεγάλο μπόι του την πόρτα. Ήταν φτωχοντυμένος και ξυπόλυτος και στο κεφάλι φορούσε ένα παλιωμένο πλατύγυρο καπέλο. Στα μαλλιά και στα μουστάκια πολλές άσπρες τρίχες γυάλιζαν, μα ήταν ήρεμο το πρόσωπο του και είχε αρχοντιά η στάση του, καθώς στηρίζουνταν στη μαγκούρα του.

- Τι με θέλεις; ρώτησε.

- Να, πουλούμε χρυσαφικά της κούκλας μας, για να σε πληρώσομε, είπε η Αφροδίτη κάνοντας του το μάτι.

- Για να δούμε τα τζοβαρικά σου! είπε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς.

Πήρε το κουτί από το χέρι της Πουλουδιάς κι έναν έναν έβγαλε από μέσα τους θησαυρούς της και τους άπλωσε στο τραπέζι.

Η κερα-Ρήνη είχε πλησιάσει με τα δυο της χέρια στους γοφούς.

- Να τα σκουλαρίκια που θέλει να μου πουλήσει! είπε.

Η Πουλουδιά δε μίλησε. Ανήσυχη κοίταζε τα στολίδια της.

- Σκουλαρίκια, ε; είπε ο Μπαρμπαγιάννης εξετάζοντας τα κόκκινα αχλαδάκια. Και τούτο; Τι είναι; Δαχτυλίδι;

- Όχι, είναι το χρυσό βραχιόλι της κούκλας μου, αποκρίθηκε πνιχτά η Πουλουδιά.

- Και τούτο;

- Το διαμαντένιο της χτένι.

- Πωπώ, ομορφιά! Και αμέ τούτες οι κίτρινες φούσκες με το λάστιχο;

- Είναι το άλλο χρυσό βραχιόλι της κούκλας μου.

- Πωπώ, πλούτη! Και τούτη η αλυσίδα με τ' ωρολόγι; Πόσα τα δίνεις όλα μαζί, Πουλουδιά; Ένα φόρτωμα κανάτια; Ε;

Μα η Πουλουδιά δεν ήξερε. Χαμένη γύρισε στον Αντώνη για βοήθεια. Μα ο Αντώνης είχε εξαφανιστεί. Με τα χέρια στις τσέπες, είχε βγει απαρατήρητος από την πόρτα της κουζίνας, στα νύχια πέρασε από το διάδρομο, την τραπεζαρία, βγήκε στη βεράντα και κατέβηκε, στο δρόμο.

Δεν ήξερε γιατί, μα ντρέπουνταν. Ντρέπουνταν την κερα-Ρήνη, την Αφροδίτη, τον Μπαρμπαγιάννη Κανατά, που ήξεραν τώρα όλοι πως η Πουλουδιά, για να μη φάγει αυτός ξύλο, παρέδιδε όλους τους θησαυρούς της. Και όσο περισσότερο ντρέπουνταν, τόσο πιο πετούσε πίσω το κεφάλι του. Και όλη τη μέρα δεν της είχε πει ούτε ένα ευχαριστώ της Πουλουδιάς που είχε βρει τρόπο να φάγει και αυτή τιμωρία και να μην πάγει στην Κηφισιά... Ουφ! Ήταν πνιγερό όμως το σπίτι. Έξω στο δρόμο ανάσαινε τουλάχιστον κανείς καλύτερα. Κατέβηκε σε κάτι βράχους και κοίταξε μακριά τη θάλασσα την ανοιχτή. Είχε βασιλέψει ο ήλιος, κατέβαινε το μούχρωμα και ήταν μοναξιά. Κι εκεί, παρακάτω, στους βρεμένους από τη θάλασσα βράχους, σαν κοίταζες καλά στους νερόλακκους, έβρισκες κάποτε καβούρια. Του ήλθε μια φωτεινή ιδέα. Η Πουλουδιά όλο γύρευε καβούρια και δεν τα έβρισκε ποτέ. Αν της έφερνε εκείνος κανένα;... Και από τα σκουλαρίκια της θα τον προτιμούσε τον κάβουρα.

Πήδηξε ο Αντώνης στους κάτω βράχους, μα γλίστρησε στο βρεμένο μούσκουλο και, ξαφνικά, βρέθηκε ξαπλωμένος μες στα νερά. Την πρώτη στιγμή ζαλίστηκε. Μα η κρύα θάλασσα τον συνέφερε γρήγορα και σηκώθηκε και τινάχθηκε. Ποπό! Ώς τις πλάτες ήταν μούσκεμα! Καινούρια ζημιά! Και μη χειρότερα, αν δε σχίστηκε κιόλα! Ανέβηκε στους βράχους και από κει στο δρόμο. Πονούσε λίγο κάτω εκεί που τελειώνει η ράχη και πονούσε λίγο και στο κεφάλι. Μα ο Αντώνης δε συνήθιζε να παραπονιέται για πόνο. Κοίταξε απάνω, κάτω, μην περνά κανένας γνωστός στο δρόμο και, βλέποντας μοναξιά, ανέβηκε κούτσα κούτσα στη βεράντα και μπήκε στην τραπεζαρία, αφήνοντας λιμνούλες όπου πατούσε. «Μην ήλθε η θεία;» Μα όχι. Όλα ήταν σιωπηλά και σκοτεινά.

Σιωπηλά τρύπωσε κι αυτός στο διάδρομο και από κει γύρισε κατά τη σκάλα. Μα, την ίδια ώρα, η πόρτα της κουζίνας άνοιξε και η Αφροδίτη βγήκε μ' ένα αναμμένο κερί και τον είδε. Ήταν και η Πουλουδιά μαζί της . - Τι κάνεις εδώ, μόνος, Αντώνη; ρώτησε η Αφροδίτη.

- Τίποτα. Πάω στην κάμαρα μου, της αποκρίθηκε κάνοντας για τη σκάλα.

- Κάτσε μια στιγμή, έλα, γεια σου, άναψε μου τα κεριά στη τραπεζαρία, ν' ανάψω εγώ τη λάμπα της σκάλας και είναι αργά. Με τη μωρολογιά του Μπαρμπαγιάννη νύχτωσε πριν το καταλάβω και δεν έβαλα τραπέζι ακόμα...

- Αντώνη! διέκοψε τρομαγμένη η Πουλουδιά. Τι έπαθες;

- Τίποτα. Βράχηκα λίγο στη θάλασσα, αποκρίθηκε ο Αντώνης γυρεύοντας να ξεφύγει από το φως.

- Τι έπαθες; Έπεσες; επανέλαβε όλο και πιο τρομαγμένη η Πουλουδιά. Είσαι όλος αίματα!

- Αίματα; Πού;

- Στάσου! Καλέ, αλήθεια! Παναγιά μου! Πού πήγες; αναφώνησε η Αφροδίτη.

Ακούμπησε το κερί της σε μια καρέγλα και γύρισε τον Αντώνη με την πλάτη στο φως.

- Χτύπησες; Πού χτύπησες; Πωπώ, αίματα!

- Πού; ρώτησε πάλι ο Αντώνης που γύρευε να δει την πλάτη του πάνω από τον ώμο του.

Λαφριά, γοργά σήκωσε η Αφροδίτη τα κοντοκομμένα του μαλλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού του.

- Μα βέβαια! Έσπασες το κεφάλι σου! Τα μαλλιά σου είναι ποτισμένα αίματα! Αχ! Παναγίτσα μου, θα με τρελάνεις εσύ, παιδί μου!

Τον άρπαξε από τους ώμους και, σχεδόν σηκωτό, τον ανέβασε απάνω. Φοβισμένη ακολουθούσε η Πουλουδιά.

- Γρήγορα, άρνικα, πανιά, ξαντό! πρόσταξε η Αφροδίτη. Πουλουδιά, τρέξε! Στο σερτάρι μου έχω ένα μπογαλάκι με το καθαρό ξαντό της κυρίας. Έχει και παστρικά μαντίλια εκεί. Φέρε τα με την άρνικα, ώσπου να τον πλύνω εγώ!

Παθητικά, λίγο ζαλισμένος ακόμα, αφέθηκε ο Αντώνης στα χέρια της τα επιδέξια, που σε λίγα λεπτά τον είχαν πλύνει, επιδέσει, αλλάξει. Στεγνός και παστρικός, με το κεφάλι μαντιλοδεμένο και τα μαλλιά ανακατωμένα, μισοβρεμένα ακόμα, κοίταζε τώρα υπερήφανα από κάτω από τον άσπρο κόμπο, δεμένο στο μέτωπο του, την Πουλουδιά και περίμενε να φύγει η Αφροδίτη, για να τη ρωτήσει τι απέκανε με τα σκουλαρίκια της κούκλας και τα κανάτια του Μπαρμπαγιάννη. Μα έξαφνα ανατρίχιασε. Από κάτω ανέβαινε η φωνή της θείας.

- Τι είναι αυτό το σκοτάδι; Γιατί δεν είναι βαλμένο το τραπέζι;

Ανήσυχα κοιτάχθηκαν τα δυο αδέλφια. Και ξαφνικά, πάλι, θυμωμένη ανέβηκε η φωνή της θείας:

- Καλέ, τι είναι αυτά; Ποιος έχυσε εδώ νερά; Ειρήνη! Αφροδίτη! Πού είστε και οι δυο;

Τρεχάτη κατέβαινε κιόλα η Αφροδίτη τη σκάλα και κατάφθανε βιαστική η κερα-Ρήνη, μαζί με μια μπούφα τηγανίλας που την ακολούθησε από την ανοιγμένη πόρτα της κουζίνας, κι έξι φωνές ακούστηκαν μαζί, που ρωτούσαν, εξηγούσαν, μάλωναν και αναφωνούσαν. Και μέσα σ' όλες ξεχώρισε ήσυχη η φωνή του Αλέξανδρου:

- Έχει και αίματα εδώ, θεία!

Στις μύτες των ποδαριών είχαν βγει τα δυο αδέλφια στη σκάλα και κοίταζαν, από πάνω από την κουπαστή, τη σκοτεινή είσοδο που φωτίζουνταν μόλις από την τραπεζαρία. Γύρευαν να ξεχωρίσουν φωνές και λόγια. Μα τόση φασαρία γίνουνταν, που μόνο μια βοή ανέβαινε στ' αυτιά των δυο τιμωρημένων. Κι έξαφνα, από μέσα από το σκοτάδι, βαρυπατώντας ανέβηκε η κοντοφάρδουλη σκιά του θείου. Βιαστικά υποχώρησαν τ' αδέλφια και μπήκαν στην κάμαρα τους, όπου έκαιε ένα κερί. Μπήκε και ο θείος πίσω τους, χαμογελώντας σαν πάντα, με τα πυκνά του φρύδια σηκωμένα σαν περισπωμένη ανήσυχη.

- Πάλι, Αντώνη, αταξίες και αβαρίες; ρώτησε. Μα δε θα περάσει μια μέρα χωρίς να μας θυμώσεις;

Ένα βήμα πλησίαζε, το πηδηχτό βήμα της θείας, και όλοι μαζεύθηκαν, ακόμα και ο θείος τράβηξε το χαδιάρικο χέρι του από τα ορτσωμένα μαλλιά του Αντώνη.

- Ώστε την ξανάκανες την κουτσουκέλα σου! είπε μπαίνοντας στην κάμαρα η θεία και γυρίζοντας στον ένοχο τα μαύρα της μάτια. Έλα στο φως, να δω τι έκανες πάλι το κεφάλι σου...

Γοργά έλυσε τον επίδεσμο και ντελικάτα, τρυφερή ξαφνικά, σήκωσε το ξαντό κι εξέτασε τη μαυριδερή τρυπίτσα στο κεφάλι πίσω του Αντώνη και σήκωσε προσεκτικά λίγα μαλλιά που είχαν μείνει κολλημένα στην πληγή. Ύστερα, επίσης γοργά, ξανάδεσε το μαντίλι και τα φρύδια της ξανασουρώθηκαν, όμοια με του πατέρα σαν ήταν θυμωμένος.

- Δεν είναι τίποτα, είπε, και θα έπρεπε να σε δείρω που ξαναπήγες στη θάλασσα χωρίς άδεια. Μα να που τιμωρήθηκες μόνος σου και με απάλλαξες από τον κόπο να σου τις βρέξω βραδιάτικα, πρόσθεσε όλο και πιο μαλωσιάρικα.

Και γυρνώντας στην Πουλουδιά, χωρίς να γλυκάνει:

- Εσύ δεν ήξερες να τον εμποδίσεις; Μόλις μείνετε μόνοι, μόνο αταξίες ξέρετε να κάνετε! Άιντε, κατεβείτε τώρα. Ώσπου να ξεντυθούμε, να σας βρούμε όλους καθισμένους στο τραπέζι. Έλα, Ζωρζή.

Σιωπηλά έσβησε ο Αντώνης το κερί και προφθαίνοντας την Πουλουδιά στη σκάλα, πέρασε το χέρι του γύρω στο λαιμό της και κατέβηκε μαζί της. Δεν ήταν στις συνήθειες του Αντώνη τα χάδια και σάστισε και λιγώθηκε η Πουλουδιά, και τον ακολούθησε υποταγμένη, σκλάβα του, έτοιμη να κάνει ό,τι της προστάξει. Μα ο Αντώνης δεν ήταν στη συνηθισμένη του προστατευτική διάθεση. Στάθηκε στο πρώτο πλατύσκαλο και χαμηλόφωνα ρώτησε:

- Πούλησες τα σκουλαρίκια σου;

- Όχι! αποκρίθηκε η Πουλουδιά.

Και, βιαστική, πρόθυμη, πολυλογού, του διηγήθηκε πως δεν μπορούσε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς ν' αγοράσει τα διαμαντικά της κούκλας της, γιατί μόνος ο βασιλέας μπορούσε, λέει, να πληρώσει τέτοιο θησαυρό. Και αν κι επέμεινε η Πουλουδιά να πάρει ο Μπαρμπαγιάννης τουλάχιστον τ' ωρολόγι, να ξεπληρωθούν οι σπασμένες κανάτες, πάλι δε θέλησε ο Μπαρμπαγιάννης.

- Και μου είπε, εξακολούθησε η Πουλουδιά: «Δεν έπαθαν τίποτα οι κανάτες μου. Τρεις μόνο σπάσανε και σας τις χαρίζω, μια για την κούκλα σου, μια για σένα και μια για τον Αντώνη!» Και μου είπε: «Πες του Αντώνη πως ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς ξέρει από παιχνίδια και σαν ήταν μικρός, ήταν και αυτός ζημιάρης». Και καβαλίκεψε το γαϊδούρι του κι έφυγε.

Περίμενε η Πουλουδιά πως θα χαρεί πολύ ο Αντώνης με τα λόγια της. Μα δε χάρηκε καθόλου. Απεναντίας κατσούφιασε και τράβηξε το χέρι του από το λαιμό της.

- Ο Μπαρμπαγιάννης είπε ψέματα! Και τα κανάτια του σπάσανε όλα! είπε. Τα είδα!

- Μα... πώς... άρχισε η Πουλουδιά. Τη διέκοψε με φούρια ο Αντώνης:

- Σου λέγω πως έσπασαν όλα! Και είπε ψέματα για να με γλιτώσει! Σου λέγω πως είπε ψέματα!

- Μα, Αντώνη... έκανε μουδιασμένη η Πουλουδιά, αν το είπε για να σε γλιτώσει... δεν είναι ψέματα... είπε καλά λόγια...

- Το ίδιο κάνει! Πάλι ψέματα είναι! Κι εγώ το ξέρω! Ουφ! Προτιμώ χίλιες φορές να φάγω ξύλο! Νευριασμένος πρόσθεσε:

- Όλα πήγαν στραβά σήμερα! Πρώτα η γάτα, ύστερα η μηχανή, ύστερα τα κανάτια, ύστερα οι βράχοι, που ήθελα να σου φέρω έναν κάβουρα...

- Αλήθεια, Αντώνη; διέκοψε βουρκωμένη από τη συγκίνηση η Πουλουδιά.

- Ε, και τι, μεγάλο πράμα! έκανε ο Αντώνης. Νομίζεις πως δεν ξέρω γιατί δεν πήγες εσύ στην Κηφισιά;

Μα η κουβέντα γύριζε στην αισθηματολογία. Και ο Αντώνης δεν αγαπούσε τις αισθηματολογίες, ούτε τις στενοχώριες ούτε τις τύψεις και τις λύπες. Χωρίς να περιμένει απάντηση από την ξελιγωμένη Πουλουδιά, κατέβηκε τρεις τρεις τις σκάλες και μπήκε στην τραπεζαρία, όπου περίμενε η Αλεξάνδρα, καθισμένη στο τραπέζι με τον Αλέξανδρο, που φορούσε κιόλα την πετσέτα του γύρω στο λαιμό.

Κοίταξαν και οι δυο τον Αντώνη με κάποιο σεβασμό για το μαντιλοδεμένο του κεφάλι και τα μαλλιά του, σκουλιά-σκουλιά, ορτσωμένα πάνω από τον κόμπο του μαντιλιού.

- Σε μάλωσε η θεία; ρώτησε χαμηλόφωνα η Αλεξάνδρα.

- Όχι πολύ, αποκρίθηκε ο Αντώνης και κάθισε στην καρέγλα του.

Το μάτι της Αλεξάνδρας πήρε ευθύς την τσουγκρανιά του χεριού του.

- Πώς το 'κανες; ρώτησε σκύβοντας για να δει καλύτερα.

0 Αντώνης τράβηξε το χέρι του.

- Δεν είναι τίποτα, είπε, μου το 'κανε η γάτα της Ρωσίδας κυρίας της Τιμής.

- Πώς; Για πες;

- Έτσι. Τσουγκράνισε και την Πουλουδιά στο λαιμό...

- Για να δω, έκανε η Αλεξάνδρα.

Μα η Πουλουδιά, που κατάφθανε την ίδια ώρα, σήκωσε τους ώμους της ως τ' αυτιά της και το φρίλι στο λαιμό του φουστανιού της σκέπασε το γδαρμένο της σβέρκο. Και ο Αντώνης, που δεν ήθελε ρωτήματα και συζητήσεις γύρω σ' αυτό το επεισόδιο, άλλαξε κουβέντα.

- Ήταν η θεία πολύ θυμωμένη σαν είδε τα νερά; ρώτησε.

- Ναι, μα φταίγει η μέλισσα! πέταξε ο Αλέξανδρος.

- Ποια μέλισσα! ρώτησε η Πουλουδιά που κάθισε βιαστικά στο τραπέζι και ξέχασε τσουγκρανιές και προφυλάξεις στην ανυπομονησία της ν' ακούσει τα κηφισιώτικα. - Μια μέλισσα αγκύλωσε τη θεία... άρχισε η Αλεξάνδρα, μα τη διέκοψε ο Αλέξανδρος.

- Και τρέχαμε όλοι για λεμόνι, και πρήστηκε το χέρι της θείας και τρέχανε οι καλόγεροι, κι έγινε μια φασαρίαααα! είπε σε μιαν ανάσα.

- Ήταν καλόγεροι στης Αλίς; Εβραίοι καλόγεροι; ρώτησε ο Αντώνης.

- Ναι... όχι... δηλαδή πήγαμε μεις στους καλόγερους...

- Τι λες, Αλέξανδρε; Τα κάνεις σαλάτα! διόρθωσε η Αλεξάνδρα. Πώς μπορεί να είναι Εβραίοι καλόγεροι;

- Μα πού ήταν οι καλόγεροι; διέκοψε ανυπόμονα ο Αντώνης.

- Στο σπίτι τους, απάνω στο βουνό, και ήταν πεύκα εκεί και νερό... πρόφθασε να πει ο Αλέξανδρος.

Μα με το χέρι τού σκέπασε η Αλεξάνδρα το στόμα.

- Ου ου ου! Όλα στραβά τα λες! Σώπα λιγάκι εσύ, θα τα πω εγώ! Πήγαμε στης θείας της Αλίς πρώτα και φάγαμε κει, στο περιβόλι, και είχε αρνί αλά Κλέφτα. Και ύστερα μας πήραν όλους με τη σούστα...

- Με τι; διέκοψε πάλι ο Αντώνης.

- Με τη σούστα. Είναι ένα αμάξι σαν κάρο με δυο ρόδες και κάγκελα...

- Και διεύθυνε η Αλίς, και είχε ένα άλογο... κι έτρεχε... και μας πετούσε απάνω... και ξαναπέφταμε στους μπάγκους... και ήταν έκτακτα! Μόνο η θεία δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη... είπε βιαστικά ο Αλέξανδρος.

Μα πάλι τον διέκοψε η Αλεξάνδρα:

- Σώπα, Αλέξανδρε, είπα πως εγώ θα τα πω...

- Και διεύθυνε η Αλίς; ρώτησε μαγεμένος ο Αντώνης.

- Ναι. Μα δεν ήταν σπουδαίο πράμα να διευθύνεις. Ήταν γέρικο το άλογο της. Κι εγώ μπορούσα να το διευθύνω, το είπε η ίδια η Αλίς.

- Και λοιπόν; έκανε με λαχτάρα η Πουλουδιά.

- Λοιπόν μας πήρε η Αλίς στην Πεντέλη.

Διακόπηκε η Αλεξάνδρα και είπε, σαστισμένη ακόμα για την ανακάλυψη της:

- Και φαντάσου, Αντώνη, που η Πεντέλη είναι το Πεντελικόν, εκείνο το βουνό που δεν έβρισκες ποτέ στο χάρτη, στην Αλεξάνδρεια, ώσπου θύμωσε η κυρία Σοφία στο μάθημα και σου τράβηξε το αυτί! Και δεν είναι καθόλου άσχημο, όπως είναι στο χάρτη, μια μπάλα με τρίχες, αλλά είναι γεμάτο πεύκα και σκίνους και κουμαριές! Μα δεν είχε πια κούμαρα. Τελείωσαν, και δεν τα γευθήκαμε. Και μας πήγε η Αλίς σ' ένα μοναστήρι στην Πεντέλη...

- Και ήταν μεγάααλα δέντρα! Και ήταν πολλοίοιοι καλόγεροι εκεί, έβαλε πάλι το λόγο του ο Αλέξανδρος.

- Ναι, και τους φοβήθηκε ο Αλέξανδρος, είπε η Αλεξάνδρα.

- Μόνο στην αρχή... διαμαρτυρήθηκε ο Αλέξανδρος, ύστερα δε φοβόμουν πια.

- Τι πήγατε να κάνετε στο μοναστήρι; ρώτησε ο Αντώνης.

- Μας πήγε κει η Αλίς για να πιούμε, γιατί διψούσαμε. Κι έτρεχε νερό πολύ κρύο από μια πηγή, όπου βάλανε μια βρύση. Και είναι ανάμεσα στα πεύκα το μοναστήρι, και από κει πάνω βλέπεις μακριά, μακριά! Και μας πήραν μέσα οι καλόγεροι κι εκεί που καθόμασταν, πέφτει, παφ! ολόκληρο ένα μελίσσι στα γόνατα της θείας!

- Από πού έπεσε; ρώτησε ο Αντώνης.

Από τη στέγη. Δεν το ήξεραν, λέει, οι καλόγεροι πως είχαν φωλιάσει εκεί οι μέλισσες. Κι ένας καλόγερος, μ' ένα καλάθι, παφ! σκέπασε το μελίσσι στα γόνατα της θείας, και ύστερα το γύρισαν ανάποδα, αφού το σκέπασαν πρώτα μ' ένα τηγάνι, και πήραν τις μέλισσες.

- Μα μια μέλισσα... μια μέλισσα... είπε φουριαστά ο Αλέξανδρος, κρύφθηκε μες στις δίπλες του φουστανιού της θείας και δεν το ήξερε η θεία...

- Ναι, δεν την είδαν εκείνη την ώρα, τον ξαναδιέκοψε η Αλεξάνδρα, μα έξαφνα, αφού ξαναβγήκαμε έξω και μας έδωσαν οι καλόγεροι μέλι...

- Στην κηρήθρα! φώναξε ο Αλέξανδρος.

- Ναι, στην κηρήθρα, εξακολούθησε η Αλεξάνδρα, και μας έδωσαν ψωμί ζεστό, ακόμα και βούτυρο άσπρο σαν κρέμα. Κι εκεί που τρώγαμε, βγάζει μια φωνή η θεία: «Μια μέλισσα... με τσίμπησε μια μέλισσα!...» και όλοι πετάχθηκαν απάνω, ο θείος, οι καλόγεροι...

- Και φώναζε η θεία «λεμόνι... λεμόνι...» και τίναζε το χέρι της έτσι. «Λεμόνι... λεμόνι...» πρόφθασε και είπε πάλι ο Αλέξανδρος, τινάζοντας κι εκείνος το χέρι του στον αέρα. Και τρέχαμε όλοι, και φωνάζαμε και μεις «λεμόνι, λεμόνι», κι έτρεξε ένας καλόγερος και πήδηξε από πάνω από έναν μπάγκο, κι έπεσε ο μπάγκος, κι έπεσε και ο καλόγερος, και σηκώθηκε το ράσο του και, φαντάσου, φορούσε πανταλόνι σαν το θείο! Και τα παπούτσια του, αντί κορδόνια, ήταν δεμένα με σπάγκο! Και τρέξαν οι άλλοι καλόγεροι να τον σηκώσουν, και φωνάζαμε μεις «λεμόνι, λεμόνι», κι έγινε μια φασαρίααα...

Και γύρω στο τραπέζι έγινε φασαρία. Όλα μαζί τ' αδέλφια γελούσαν, ρωτούσαν, εξηγούσαν, τόσο που δεν άκουσαν τα βήματα στη σκάλα. Κι έξαφνα ακούστηκε η φωνή της θείας:

- Σερβίρισε, Αφροδίτη!

Μεμιάς κόπηκαν γέλια και φασαρίες. Τα τέσσερα αδέλφια ξαναγύρισαν στην πραγματικότητα, φρόνιμα και σωπασμένα, ο Αντώνης με το γδαρμένο χέρι στην τσέπη, η Πουλουδιά καμπουριασμένη, σηκώνοντας όσο μπορούσε τους ώμους, μη φανεί η τσουγκρανιά της γάτας. Στο τραπέζι διηγήθηκε ο θείος την εκδρομή τους στην Κηφισιά, μαζί και το τσίμπημα της μέλισσας. Μα οι μεγάλοι δεν ξέρουν ποτέ να διηγηθούν καλά, γιατί λένε πάντα μόνο τα βαρετά, την ώρα, τον ανήφορο, την κούραση, τη σκόνη, την ωραία θέα, το κρύο νερό, πόσα χρόνια είναι χτισμένο το μοναστήρι, πόσοι καλόγεροι είναι μέσα, και ξεχνούν όλα τα λαχταριστά, σαν την τούμπα του καλόγερου, το πανταλόνι κάτω από το ράσο, τους σπάγκους στα παπούτσια.

Και σαν τελείωσε ο θείος, ρώτησε, τραβώντας λαφριά το αυτί του Αντώνη που κάθουνταν πλάγι του:

- Και σεις οι δυο, τι κάνατε όλη μέρα;

Ο Αντώνης έχωσε προφυλακτικά τα δυο πληγωμένα του χέρια στις τσέπες.

- Σκάψαμε τον κήπο και καθαρίσαμε τα ξερά φύλλα, είπε.

- Ε, μπράβο σας! αναφώνησε ο θείος. Για μια φορά κάνατε καλή δουλειά!

- Και... καμιάν αταξία; Καμιάν άλλη αταξία από το σπασμένο κεφάλι του Αντώνη δεν κάματε; ρώτησε υποψιάρικα η θεία.

Οι δυο ένοχοι κοιτάχθηκαν χωρίς ν' απαντήσουν. Μα βιαστικά πρόλαβε και αποκρίθηκε η Αφροδίτη:

- Όχι, κυρία... ήταν πολύ φρόνιμα. Όλο τ' απόγεμα έπαιζαν ντόμινο.

- Δεύτερη ψευτιά σήμερα, από καλοσύνη, είπε ο Αντώνης της Πουλουδιάς, σαν ανέβηκαν στην κάμαρα τους.

- Τι ψευτιά; ρώτησε η Αλεξάνδρα. Ποιος είπε ψέματα;

Με τα χέρια πίσω στη ράχη και τα πόδια ανοιχτά, κοίταζε ο Αντώνης την ήσυχη θάλασσα, πέρα από την ανοιχτή πόρτα του μπαλκονιού.

- Ποιος είπε ψέματα; ξαναρώτησε η Αλεξάνδρα την Πουλουδιά.

Μα η Πουλουδιά δεν αποκρίθηκε. Και είπε ο Αντώνης:

- Η Αφροδίτη είπε ψέματα. Έσπασα όλες τις στάμνες του Μπαρμπαγιάννη Κανατά!

Μεγάλη συγκίνηση στο ακροατήριο. Και η Πουλουδιά, που με την ομολογία του Αντώνη ξεδένουνταν από τη σιωπή της, έδωσε δρόμο στη γλώσσα της και διηγήθηκε, με τη συνηθισμένη της πολυλογία, την περιέργεια του Αντώνη, το λύσιμο του σκοινιού, το κατρακύλισμα, τον κρότο σα σπάζανε τα κανάτια, και κατέληξε στην άρνηση του Μπαρμπαγιάννη Κανατά να πάρει τ' ωρολόγι της Αραπίνας της.

Ο Αντώνης, που την άκουγε σκυθρωπός, ξαφνικά ανησύχησε. Γύρισε και τη φώναξε:

- Άκου δω, Πουλουδιά!

Πρόθυμη έτρεξε κείνη κοντά του και, αγκαλιάζοντας την για δεύτερη φορά από το λαιμό, την τράβηξε προς το μπαλκόνι.

- Μην πεις για τη μηχανή, και μην πεις για τη γάτα και τον Ντον! ψιθύρισε. Μην τα πεις ούτε της Αλεξάνδρας!

Με το κεφάλι τού έκανε κείνη νόημα πως κατάλαβε και ξαναμπήκε μαζί του στην κάμαρα, φουσκωμένη από υπερηφάνεια για το μυστικό που είχε μαζί του απέναντι και της Αλεξάνδρας ακόμα, που ήταν πάντα κόμμα του, και κάνοντας την αδιάφορη, μην καταλάβει τίποτα η μεγάλη αδελφή.

Μα η Αλεξάνδρα είχε άλλες έννοιες. Δεν τους πρόσεχε. Είχε καθίσει στο κρεβάτι της, με τα πόδια κρεμαστά και τα χέρια σταυρωμένα στα γόνατα της, και είπε συλλογισμένη:

- Δεν πρέπει να κάνεις πια αταξίες, Αντώνη, και να είσαι πάντα τιμωρημένος. Μας χάλασες ολωνών τη μέρα μας σήμερα και δεν άξιζε τίποτα η εκδρομή μας!

- Εγώ το ήξερα! φώναξε η Πουλουδιά.

- Τι ήξερες;

- Πως θα 'ναι άσχημη η εκδρομή σας. Γι' αυτό δεν πήγα!

Η Αλεξάνδρα κατέβηκε αργά από το κρεβάτι της και, συλλογισμένη, κάθισε σ' ένα σκαμνί και άρχισε να βγάζει τα παπούτσια της.

- Όχι, δεν ήταν άσχημη η εκδρομή μας, είπε, μα δε διασκεδάσαμε καθόλου, ούτε ο Αλέξανδρος ούτε γω, γιατί λείπατε οι δυο σας και δε γίνουνταν παιχνίδι σωστό. Ήταν πολύ βαρετό. Δεν είναι αλήθεια, Αλέξανδρε;

Ο Αλέξανδρος δεν το είχε αντιληφθεί ως τώρα. Μα τα λόγια της αδελφής του του έδειξαν ξαφνικά το χάος της ημέρας.

- Ναι, είπε σταυρώνοντας κι εκείνος τα χέρια του στα γόνατα, ήταν πολύ βαρετό... και ήταν πολύ άσχημο.

- Εγώ το ήξερα, είπε πάλι η Πουλουδιά τινάζοντας το κεφάλι της με ύφος σπουδαίο, και γι' αυτό δεν άφησα να μου σγουράνουν τα μαλλιά χθες βράδυ.

- Μα δεν πρέπει ούτε συ να το ξανακάνεις, είπε η μεγάλη αδελφή.

- Εγώ θα το ξανακάνω, αποκρίθηκε με απόφαση η Πουλουδιά. Εμείς παίξαμε ωραία. Δεν είναι αλήθεια, Αντώνη;

- Ουφ, πάμε να κοιμηθούμε! αναφώνησε ο Αντώνης. Καθόλου δεν παίξαμε ωραία, και όλο αναποδιές και ψευτιές ήταν η μέρα!

Η Πουλουδιά ξαναμαζεύθηκε στο καυκί της, μουδιασμένη και ψυχρολουσμένη. Και μελαγχολικά γδύθηκαν τ' αδέλφια και μπήκαν στα κρεβάτια τους, κάτω από τις κουνουπιέρες τους.