Το χάραμα
Συγγραφέας:
1895


 
Ἡ Νύχτα, ἡ Γύφτισσα, σιγὰ
βουβὰ διαβαίνει
λυώνουν στὰ χέρια της ἀργὰ
τὰ μάγια, ποὺ ὅλο ὑφαίνει, ὑφαίνει

Κι' ἡ Ροδομάγουλη ξυπνάει
καὶ κυνηγήτρα
κόρη, τὴ λάμια κυνηγάει
μὲ ρόδα, ποὺ κρατεῖ, καὶ κίτρα

Πέρα στὸν ξάστερο οὐρανὸ
χρυσοὺς ἁπλώνει
πέπλους ἡ κόρη − ὡς τὸ βουνὸ
φτάνουν τὰ κρόσσια της κι' ἡ ζώνη

Φιλεῖ μ' ἀνάβλεμμα γλαρὸ
τὸν Παρθενῶνα
φλόγινο στέφανο κι' ἱερὸ
πλέκει στὴν κάθε του κολόνα

Καὶ στοῦ πελάου τὴ θαμπερὴ
πλάκα ἔχει στρώσει
τὰ ὁλόδροσα ποὺ λαχταρεῖ
μαγνάδια ἡ νύφη νὰ στεγνώση

Ξυπνάει τ' ἀγέρι, ποὺ βαθιὰ
στοῦ κάμπου κάτου
νειρεύονταν τὴν ἀγκαλιὰ
ροδόκρινο τὸ ξύπνημά του

Τώρα στὰ φύλλα τραγουδεῖ
νὰ τὰ ξυπνήση
κάθε ἀνθοστόλιστο κλαδὶ
τὸ φίλημά του νὰ φιλήση

Καὶ τὰ πουλιὰ στὴ σκοτεινὴ
καὶ τρομασμένη
κλίνη θ' ἀφήσουν τὴ στερνὴ
λαχτάρα, ποὺ τ' ἁλυσοδένει

Κρυφομιλήματα γλυκὰ
ταιριάζουν πάλι
παράπονα, ὄνειρα κακὰ
θέλει καθένα τους νὰ ψάλη

Μὰ φεύγουν τὰ ὄνειρα μαζὶ
μὲ τὸ σκοτάδι,
κ' ἡ ἀγάπη ν' ἀγαπάη, νὰ ζῆ
μόνο θυμᾶται ὡς τ' ἄλλο βράδυ

Διώχνει κάθε ἦχος χαρωπὸς
ἦχο θλιμμένον
κάθε γοργόφτερος σκοπὸς
δειλὸν σκοπὸ κι' ἀρρωστημένον

Κ' εἶναι ἡ χαρὰ γιὰ τὶς χαρές,
ποῦ φέρνει ἡ μέρα
κ' ἡ θλίψη γιὰ τὶς ἰσκιερὲς
Ὧρες ποὺ σβύνουν στὸν αἰθέρα

Κι' εἶναι ἡ χαρὰ γιὰ τὴν Αὐγή,
ξανθὴ παρθένα,
ποῦ διαλαλεῖ σ' ὅλη τὴ γῆ
μ' ἄνθη τριγύρω σκορπισμένα

Τὸν Ἥλιο τὸν τριποθητὸ
καὶ βασιλιά της
ποὺ ἀκολουθεῖ ὡς τὸν Ὑμηττὸ
πάντα τὴν ἄφταστη ἀγκαλιά της.