Το φθινόπωρον (Καρασούτσας)

Ἡ Βάρβιτος
Συγγραφέας:
Τὸ φθινόπωρον
Η Βάρβιτος, Αθήνα 1860


ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΝ.
(Ποίημα εἰς γλῶσσαν δημώδη).

Τὸ βουρκωμένο σύννεφο τὸν οὐρανὸ μαυρίζει.
Ψιλὴ ψιλὴ ἀρχίνησε βροχὴ νὰ ψηχαλίζῃ·
Εἶναι ἡ φύσις ποῦ θρηνεῖ,

Τὰ δάκρυά της εἶν’ αὐτὰ ὁποῦ πυκνοσταλάζουν,
Τὰ σύννεφα ὁποῦ βογγοῦν καὶ βαρειαναιστενάζουν
Εἶν’ ἡ θλιμμένη της φωνή.

Εἶναι πουρνό· τί καταιχνιὰ λευκὴ σὰν Ναϊάδα!
Δὲν βλέπεις μήτε τὸ βουνὸ, μήτε τὴν πεδιάδα.
Τοῦ χρόνου τὰ γεράματα !
Γιὰ δὲς τὸν ἥλιο· ἔκρυψε τὰ χρύσινα μαλλιά του,
Χλωμὸ φεγγάρι ἔγεινε, κ’ εἶν’ ὅλο ἡ θωριά του
Παράπονο καὶ κλάματα !

Νὰ! βράχηκε καὶ τὸ ξερὸ τῆς ἐρημιᾶς ποτάμι.
Ἀκοῦς τὶ κρότο τὸ νερὸ μέσ’ στὰ χαλίκια κάμει;
Βλέπεις τὸν ἄσπρο τὸν ἀφρό;
Σταῖς λυγαριαῖς ἀνάμεσα ἦταν πουλιὰ κρυμμένα·
Τὸν κρότο καθὼς ἄκουσαν, ἐφύγαν τρομαγμένα
Μ’ ἕνα τους πέταγμ’ ἀλαφρό.

Ψυχὴ δὲν βλέπεις· ἔρημος ὁ τόπος κ’ ἀφειμένος.
Ὁ γέρος μόνος χωρικὸς πηγαίνει φορτωμένος
Μὲ τὰ κομμένα ξύλα του.
Κ’ ἐγὼ μονάχος κάθομαι στὴν ῥίζα τοῦ πλατάνου,
Κ’ ἀκούγω τὴν πυκνὴ βροχὴ ὁποῦ χτυπᾷ ἐπάνου
Στὰ μαραμμένα φύλλα του.

Δεκαοχτὼ φθινόπωρα ὡς τώρα μόλις εἶδα·
Ἀλλ’ ἂν καὶ τόσο ἐνωρὶς γυρίσω παρ’ ἐλπίδα
Στὴν γῆν ὁπού μ’ ἐγέννησε,

Ἂς θάψουν χέρια φιλικὰ τὸ ἄψυχο κορμί μου
Κοντὰ στὴ ῥίζα τῆς ἰτιᾶς ποῦ τόσαις στὴν ζωή μου
Φοραῖς μ’ ἐφιλοξένησε.

Τοὺς κλώνους της τοὺς λιγυροὺς ὁ ζέφυρος νὰ κλίνῃ,
Καὶ ἴσκιο μελαγχολικὸ στὸν τάφον μου νὰ χύνῃ
Τὴν ὥραν τοῦ καλοκαιριοῦ.
Καὶ πάλιν ὅταν ὁ καιρὸς ἀρχίζῃ νὰ κρυόνῃ,
Νὰ πίπτῃ εἰς τὸ μάρμαρο ἡ χάλαζα, τὸ χιόνι
Καὶ ἡ βροχὴ τοῦ Γενναριοῦ.