Το τραγούδι του κυνηγού

Τὸ τραγοῦδι τοῦ κυνηγοῦ
Συγγραφέας:


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥ


Διαλαλητάδες στρίγγλοι διαλαλοῦν:
«Τῆς Μάγισσας ἡ κόρη τὸ ἀποφάσισε
«τὸν ἔρωτά της πῶς θὰ δώσει
«σ’ ὅποιον τὸ ἀνθρωπομίλητο πουλὶ
«θὰ πάει καὶ θὰ σκοτώσει.


Ὁ νιὸς κι ὡραῖος ὁ κυνηγὸς σὰν τ’ ἄκουσεν,—
«ἐγὼ τὸ ἀνθρωπομίλητο πουλὶ
θενὰ σκοτώσω γιὰ τὸν ἔρωτά της!»
Ἁρματωμένος ξεκινάει καὶ πάει
Τῶν ἐγκρεμνῶν διαβάτης.

Σβαρνίζει τὰ βουνὰ τὰ ξωτικὰ
καὶ τ’ ἄγρια καταράχια
καὶ σταματάει σὲ μαῦρο χαραμέρι
στὸ στοιχιωμένο δάσος καὶ πικρὸ
στήνει καρτέρι.

Πάνω σὲ πέτρα βρύσης δροσανάβρυτης
ἕνα πουλὶ συλλογισμένο στέκει.
«Ρίξε κελαϊδισμό, τι’ ἀλλιῶς θὰ σὲ σκοτώσω!
«ἂν εἶσαι ἀνθρωπομίλητο, στῆς Μάγισσας
«τὴν κόρη νὰ σὲ δώσω.»

Καὶ τὸ πουλὶ μ’ ἀνθρώπινη μιλιά:
«Νιὸς εἶσαι, κυνηγέ μου, κι ὤμορφος πολύ·
«ἀπ’ τὸ θανατερὸ τὸ δάσος ἔβγα.
«Στοὺς τέσσερις ἀνέμους σκόρπα τὴν ἀγάπη σου
«καὶ τὸ γραφτό σου φεύγα»!

Ἀγέρι σὰ σπαθὶ τὰ δεντροκλάδια σκίζει
καὶ παταγὴ μουγγιὰ ζώνει τὸ δάσος.
«Κράτα, πουλί, τὴν ὀρμηνιά σου κι ἑτοιμάσου
«τὸ βόλι νὰ δεχτεῖς ἀβόγγιστα
«στὰ χρυσοφτέρουγά σου. »

Ρίχνει τὴ μιά, ρίχνει τὶς δυό, ρίχνει τὶς τρεῖς...
χά, χά, τὰ γέλια πέφτουν παγερά,
χά, χά, καὶ μιὰ βολὰν ἀκόμα,
ὁ ὡραῖος καὶ νιὸς ὁ κυνηγός,
νεκρὸς σωριάζεται στὸ χῶμα.

Πάνω στὴν πέτρα τῆς δροσόβρυσης
τραγοῦδι ἀνθρωπολάλο τὸ πουλὶ ἀρχινάει:
«Ἐγὼ εἶμαι, λέει, τῆς Μάγισσας ἡ Κόρη
«ποῦ σέρνω πεθαμένους ἀγαπητικοὺς,
«λεβέντες δίχως ζόρι.»

ΠΑΡΙΣΙΣ. ΣΚΙΠΗΣ