Το σπασμένο χέρι

Τὸ σπασμένο χέρι
Συγγραφέας:
Περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη», τεύχος 2, Ιανουάριος 1927, σελ.8-13


ΔΙΗΓΗΜΑ

ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΧΕΡΙ

Ὁ γιατρὸς ὁ Μένεγος μπαίνοντας στὸν αὐλόγυρο τῆς ἐκκλησίας εἶδε, μέσα στοὺς ἄλλους τρεῖς-τέσσερις ζητιάνους, καὶ μιὰ γυναίκα μαυροφορεμένη, ὡς ἑξῆντα ἐτῶν. Στεκόταν ταπεινὴ καὶ σιωπηλὴ σὲ μιὰ γωνιὰ καὶ περίμενε τὴν ἐλεημοσύνη τῶν χριστιανῶν. Τοῦ φάνηκε γνωστή του γυναίκα καὶ πρὶν ἀκόμη προφθάσει νὰ τὴ θυμηθεῖ, ἕνα συναίσθημα πόνου τὸν ἔτσουξε. Σταμάτησε γιὰ μιὰ στιγμὴ καὶ μαζὺ μ’ αὐτὸν ὁ φίλος του, γιατρὸς κι’ αὐτός, ποὺ τὸν συνώδευε. Τὴ γνώρισε καλά, ναί, αὐτὴ ἦταν, ἡ Εὐφροσύνη, δὲν ὑπῆρχε ἀμφιβολία, μ’ ὅλο ποὺ ἦταν τρομερὰ καταβλημένη καὶ μὲ τὸ ἕνα χέρι της βλαμμένο. Ὁ πόνος του ἔγινε πιὸ πραγματικὸς καὶ πιὸ βαθύς, καὶ μαζὺ μ’ αὐτὸν στὴ ψυχή του ἔνοιωσε ἕνα σωρὸ συναισθήματα νὰ κυκλοφοροῦν, κάτι σὰ ντροπή, σὰ ξεφύλλισμα ἑνὸς δροσεροῦ ἄνθους ποὺ ἦταν μέσα του, σὰν κτύπημα στὴ συνείδησή του, σὰ νοσταλγία, σὰν ἀλτρουϊσμός. Θἄθελε νὰ πήγαινε κοντά της, νὰ τῆς ἔπιανε τὸ χέρι, νὰ τῆς τὄσφιγγε μὲ θέρμη καὶ νὰ τῆς ἔλεγε:

— Θυμᾶσαι, Ἐσμέ, θυμᾶσαι; Τὶ κάνει ὁ ὑπαστυνόμος ὁ Τοῦρκος, ποὺ ἀλλαξοπίστησες γι’ αὐτόν; Καὶ μένα τὸ δασκαλάκι σου, μὲ θυμᾶσαι;

Μὰ ἦταν γιατρὸς σήμερα, ἐπίσημο ἄτομο στὴν κοινωνία, κ’ ἡ θέση του δὲν ἐπέτρεπε τέτοιο ἀστεῖο. Εἶπε «ἀστεῖο», καὶ ὅμως ἔνοιωθε πόσο ἦταν ἀληθινὸ καὶ πόσο ἦταν ψυχικὴ ἀνάγκη αὐτὸ ποὺ ἤθελε νὰ κάνει. Σὰν ἄγνωστος μπροστὰ σὲ ἄγνωστη, ἔβγαλε ἕνα ἀσημένιο νόμισμα, τὄδοσε στὴ ζητιάνα καὶ γύρισε τὶς πλάτες του προχωρόντας πρὸς τὴν ἐκκλησία. Πίσω του ἄκουσε μιὰ φωνὴ γεμάτη εὐγνωμοσύνη:

— Ὁ Χριστὸς κ’ ἡ Παναγιὰ νὰ σ’ εὐλογᾶ, κύριέ μου.

Ἡ φωνὴ, αὐτὴ ἦταν πολὺ γνωστή του, ἦταν σχεδὸν ἀπαράλλακτη ὅπως τὴν ἄκουε πρὸ δεκαπέντε χρόνια, μιὰ φωνὴ μαλακιὰ καὶ γλυκειὰ, ποὺ βρῆκε ἀμέσως ἀπήχηση στὶς ἐσώτερες χορδές του.

Ὁ φίλος του, κάπως περίεργος, τὸν ρώτησε γιατὶ τόση εὐσπλαχνία.

— Μιὰ γνωστή μου φτωχιὰ γυναίκα. Θὰ σοῦ πῶ ἄλλη φορὰ μιὰ ἱστορία, ἀπήντησε ὁ Μένεγος, μὰ κατὰ βάθος δὲν ἤθελε οὔτε στὸ φίλο του νὰ πεῖ τίποτε.

Προχωρόντας στὴν αὐλὴ πέρασε ἀπὸ τὸ διαμέρισμα ποὺ χρησίμευε γιὰ Δημοτικὸ Σχολεῖο, ἐκεῖ ποὺ στέγασε μιὰ ὁλόκληρη παιδικὴ ζωή. Πόσοι φόβοι, πόσες συγκινήσεις, πόσες ἀθῶες χαρὲς μέσα στὰ δωμάτια ἐκεῖνα, μέσα στὴν αὐλὴ ποὺ περνοῦσε!

Λίγο πιὸ πέρα καὶ νὰ ἡ μικρὴ ἐκκλησία τοῦ Ἅϊ-Γιώργη. Εἶναι σὰν πιὸ μικρὴ ἀκόμη ἀπ’ ὅ,τι τὴν ἤξερε, ὅλα εἶναι σὰ στενόχωρα, σὰ γερασμένα, πράγματα καὶ πρόσωπα, μὰ ὅλα τοῦ γεννοῦν νοσταλγία, τρυφερὰ συναισθήματα, μιὰ ἀνοιξιάτικη πρασινάδα ἁπλώνεται στὸ ἐσώτερο ἐγώ του. Νά, ἡ γλυκειὰ φωνὴ τοῦ δεξιοῦ ψάλτη ἀκούεται πάλι καὶ τὴν ὥρα πού, προχωρημένος πιὰ στὸ βάθος τῆς ἐκκλησίας, σταματᾶ, ξεχωρίζει τὸ εὐφρόσυνο:

«Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος».

Ὁ Μένεγος εἶναι συγκινημένος. Νομίζει ὅτι εἶναι δεκαπέντε ἐτῶν παιδί, ὅλα μέσα του εἶναι ἐλαφρὰ καὶ τρυφερά. Θαρρεῖ πῶς μόλις χθὲς ἦταν πάλι ἐκεῖ, μόλις λίγες μέρες, λίγες ὧρες πέρασαν ἀπὸ τὴν τελευταία φορὰ ποὺ ἦρθε στὴν ἐκκλησία. Ἔχει μάθημα νὰ μελετήσει ἀπόψε, αὔριο πάλι θ’ ἀντικρύσει τὸν αὐστηρὸ καθηγητὴ μὲ τὸ ψαρὸ γενάκι καὶ τὰ μεγάλα ματογυάλια. Κ’ ἔρχεται πάλι στὸ νοῦ του ἡ Εὐφροσύνη, σαράντα ἐτῶν ἐκείνη τότε, αὐτὸς μόλις δεκαπέντε. Παιδιακίσια πράγματα, ἀστεῖα πράγματα, ξαναεῖπε, καὶ θέλει νὰ σοβαρευθεῖ, νὰ βρεῖ τὸν ἐπιστήμονα, μὰ ὄχι, δὲν εἶναι ἀστεῖα, εἶναι ψυχικὴ ἀνάγκη καὶ δὲ μπορεῖ νὰ ξεφύγει, ζεῖ τὴ ζωὴ τοῦ μικροῦ μαθητοῦ. Ὅλοι γύρω τὸν κυττάζουν μὲ σεβασμό, σχεδὸν μὲ θαυμασμό, καμαρώνουν τὸν σπουδαῖο γιατρὸ ποὺ τοὺς ἦρθε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, γέννημα τοῦ τόπου τους, παιδὶ ἀπὸ φτωχοὺς γονιούς. Εἶναι ἀλήθεια, ὡραῖος ἄνδρας, τὸ ξεύρει κι’ ὁ ἴδιος, μὲ ἀψηλὸ κανονικὸ ἀνάστημα, ὡραῖα καστανὰ μάτια, πλούσια μαλλιὰ καὶ ξανθὸ-ξανθὸ γενάκι. Καὶ μικρὸς ἦταν ἔτσι ὀμορφόπαιδο... Κι’ ἄλλη μιὰ φορὰ θέλει ν’ ἀφήσει αὐτὰ τὰ παιδιακίσια πράγματα. Ἀλλὰ καταλαβαίνει πὼς δὲ μποροῦσε νὰ ξεχάσει ἕνα τέτοιο ζωντανὸ καὶ σημαντικὸ ἐπεισόδιο τῆς ζωῆς του, τὸ μεγάλο ἄλφα τῆς ζωῆς του. Αὐτὴ ἦταν ἡ γυναίκα ποὺ πρωτογνώρισε, σ’ αὐτὴν ἔδωσε παρθένο ὅλο τὸν ἑαυτό του, τὸ τρυφερό του σῶμα μέσα στὰ φαρδιὰ στήθη της σπαρτάρησε κ’ ἔνοιωσε τοὺς πρώτους ἡδονικοὺς σπασμούς. Τὶ σωματικὴ θυσία τότε, τὶ λιβανωτὸς στὴ θρησκεία τῆς Ἀφροδίτης!

— Ἀγοράκι μου, τρυφερό μου, ἀγγελοῦδι μου! Νὰ σὲ φάω! Νὰ σὲ ρουφήξω ζωντανό! Ἀκόμα λίγο, ἀκόμα λίγο, κι’ ἄλλο, κι’ ἄλλο, ἄχ, χρυσό μου ἀγόρι...

Αὐτὰ καὶ χίλια ἄλλα γλυκόλογα τοὔλεγε ἡ Εὐφροσύνη μὲ τὴ μαλακιὰ καὶ παθητικιά της φωνή.

Τώρα ἡ ἴδια ἐκείνη φωνὴ τοῦ ἔλεγε:

— Ὁ Χριστὸς κ’ ἡ Παναγιὰ νὰ σ’ εὐλογᾶ, κύριέ μου.

Καὶ μ’ ὅλο ποὺ ἦταν μιὰ μουσικὴ παραφωνία ποὺ τοῦ πείραζε τὴ ψυχικὴ διάθεση, ὅμως, ἄθελά του, ἄκουε καὶ ξανάκουε στ’ αὐτιά του νὰ ἠχοῦν τὴ φωνὴ τῆς Εὐφροσύνης καὶ τὴ φωνὴ τῆς ζητιάνας, καὶ δὲ μποροῦσε νὰ πιστέψει πῶς ἀνῆκαν σ’ ἕνα καὶ τὸ ἴδιο στόμα οἱ δυὸ φωνές.

Νὰ κι’ ὁ Ἐπίτροπος τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴ γυαλιστερὴ φαλάκρα, νὰ κ’ ὁ παπᾶ-Δανιήλ, κ’ οἱ δυὸ μὲ τοὺς δίσκους στὸ χέρι. Αὐτοὶ σὰ νὰ μὴ γεράσαν καθόλου, εἶναι οἱ ἴδιοι ὅπως τοὺς ἐγνώριζε, ἱερὰ ἐρείπια.

— Γιὰ βοήθεια τῆς ἐκκλησίας, εἶπε ὁ ἕνας.

— Βοήθεια γιὰ τοὺς φτωχούς, εἶπε ὁ ἄλλος.

Κι’ ὁ Μένεγος ἔδωσε τὸν ὀβολό του γιὰ τοὺς φτωχούς.

Ὤ, νά, νά, ἐκεῖ κοντά στὸ σκάμνο τοῦ Προξένου στέκεται ὁ δάσκαλός του, ὁ αὐστηρός, ὁ τρομερός, μὲ τὰ γυαλιστερὰ μάτια καὶ τὸ μυτερὸ γενάκι. Ἄσπρισε πολύ, γέρασε πιὰ ὁ καϋμένος. Πῶς ἤθελε νὰ τὸν πλησιάσει τώρα, νὰ τοῦ φιλήσει τὸ χέρι μὲ θέρμη καὶ εὐγνωμοσύνη!

Ὁ Μένεγος βλέπει πῶς ὅλοι τὸν παρακολουθοῦν, τὸν κυττάζουν μὲ συμπάθεια, μὲ περηφάνεια. Κ’ αἰσθάνεται μιὰ λαχτάρα ζωηρή, νὰ ἀνέβει ἐκεῖ, πάνω στὸ σκάμνο ποὺ εἶναι δίπλα του, καὶ νὰ φωνάξει:

— Ἀγαπημένοι μου συμπατριῶτες, πόσο σᾶς ἀγαπῶ, πόσο τρυφερὰ καὶ πόσο ζεστὰ μὲ κάμνετε νὰ αἰσθάνομαι!

Καὶ πάλι θέλει νὰ βρεῖ τὴ ψυχραιμία του, τὸν ἀκαδημαϊσμό του, καὶ διερωτᾶται πῶς ξέφυγε ἀπὸ τὴν ἐπιστημονική του βάση. Εἶναι γεμάτος νοσταλγία κι’ ἀφίνεται νὰ εἶναι μόνο ὁ ἀνήλικος μαθητής. Μ’ ὅλο ποὺ δὲ θέλει πιὰ νὰ πιστεύει στὴ θρησκεία κ’ ἦρθε στὴν ἐκκλησία μόνο γιὰ τὸν τύπο, ὁ λιβανωτὸς κ’ οἱ ψαλμωδίες σήμερα τὸν συγκινοῦν.

Ὅλοι τὸν θαυμάζουν γύρω ἐνῶ αὐτὸς λικνίζεται μέσα στὸ θαῦμα τῆς παιδικῆς ψυχῆς.

Ὁ παπᾶ-Δανιήλ, σκυφτός, τρεμουλιαστός, λέει πάλι ἀπὸ τὴν θύρα τοῦ ἱεροῦ τὸ «Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων».

Ἡ ζητιάνα στεκόταν πάντα στὴν ἴδια θέση ἔξω στὴν αὐλή. Περνῶντας δίπλα της, ἔπιασε ἐλαφρὰ τὸ χαλασμένο της χέρι καὶ τὴ ρώτησε τὶ τῆς συνέβη.

— Μοῦ τὄσπασε ὁ ὑπαστυνόμος, κύριέ μου, ἀποκρίθηκε αὐτή.

— Ποιὸς ὑπαστυνόμος;

— Ὁ Μεχμὲτ ἐφέντης, κύριε.

— Καὶ γιατί;

— Γιατὶ ἦταν μεθυσμένος καὶ γιατὶ ἤθελε νὰ εἶμαι πάντα Τούρκισσα... Μὰ ἐγὼ μετάνοιωσα, μετάνοιωσα... Ξαναγύρισα στὴν πίστη μου.

— Ἄ, ἔγινες Τούρκισσα; Καὶ γιατί;

— Ἐκεῖνος μὲ φοβέρισε... Εἶχα καὶ τὴν ἀνάγκη του... Μὰ μετάνοιωσα γρήγορα, κύριέ μου, εἶναι δεκαπέντε χρόνια ποὺ εἶμαι πάλι χριστιανή. Ἡ Παναγία κι’ ὁ Χριστὸς νὰ μὲ συγχωρέσουν.

Ἔβαλε τὸ σταυρό της, ἐνῶ ἕνα δάκρυ σὰν καθαρὸ διαμάντι κύλησε στὰ μάγουλά της.

Ἦταν γερασμένη τρομερά, χωρὶς ἠθικό, ἑτοιμόρροπο ἐρείπιο, μ’ ὅλο ποὺ δὲν ἦταν περισσότερο ἀπὸ πενηνταπέντε ἐτῶν. Τὸ μοῦτρο της ἦταν γεμᾶτο ρυτίδες βαθειὲς μὲ τὰ ἴχνη τοῦ πόνου καὶ τῆς μιζέριας χαραγμένα, τὰ μαλλιά ἦταν σχεδὸν ὅλα ἄσπρα, τὰ περισσότερα δόντια τῆς ἔλειπαν. Ὅλο τὸ σῶμα της ἦταν ἀκάθαρτο, μὲ δυσκολία σκεπασμένο ἀπὸ παληὰ καὶ λερωμένα ροῦχα. Κι’ ὅμως στὰ μάτια της, κάτω, σὲ μακρυνὸ βάθος, φαινόταν κάτι ἀκόμα ἀπὸ τὴν πρώτη φλόγα καὶ ζωηράδα τους.

Ὁ Μένεγος ἤθελε νὰ πεῖ στὸ φίλο του τὴν ἱστορία ποὺ τὸν ἕνωνε μὲ τὴ γυναίκα αὐτή, μὰ πάλι προτίμησε νὰ σιωπήσει. Τοῦ εἶπε ἁπλῶς πὼς τὴ θυμᾶται ἀπὸ μικρός, ἦταν μιὰ φτωχειὰ βασανισμένη γειτόνισσά του. Ἀλλὰ μέσα στὸ μυαλὸ του περνᾶ σιωπηλὰ μιὰ ζωὴ ἔντονη ποὺ ἦταν γι’ αὐτὸν ἡ πρώτη συνείδηση τοῦ ἀτομισμοῦ του. Ποῦ ἀνέβηκε αὐτὸς καὶ ποῦ ξέπεσε ἐκείνη! Ἦταν καὶ τότε δυστυχισμένη γυναίκα, χήρα, ἔρημη, ἀπροστάτευτη. Ἀλλὰ τὸ χέρι της; Τὸ χέρι της; Μποροῦσε καὶ νὰ μὴν τῆς τὄσπαζε ὁ Τοῦρκος, ἂν ἔμενε πάντα μαζὺ του. Κ’ ἴσως τὸ σπάσιμο τοῦ χεριοῦ, μὲ τὸ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ ξενοδουλέψει, νἆταν ἡ ἀφορμὴ ποὺ κατάντησε ζητιάνα. Φταίει αὐτὸς ἴσως· ναί, αὐτὸς ὁ ἴδιος, ποὺ τῆς ἔκανε τὸ δάσκαλο καὶ μὲ τὸ φανατισμό του τὴν ἐπρότρεπε νὰ φύγει ἀπὸ τὸν Τοῦρκο, νὰ ξαναγυρίσει στοὺς Χριστιανούς. Ἦταν δὰ κι αὐτὸ ἕνα πρόσχημα μὲ τὸ ὁποῖο γελοῦσε τοὺς ἀθώους γονεῖς του. Τῆς ἔκανε τάχα τὸ δάσκαλο, τὴν κατηχοῦσε γιὰ νὰ γυρίσει στοὺς κόλπους τοῦ Χριστοῦ. Κ’ ἔτσι κάθε μέρα πότε ἐρχόταν ἐκείνη σπίτι τους καὶ πότε αὐτὸς πήγαινε στὸ δικό της, ὅταν ὁ ὑπαστυνόμος ἔλειπε σὲ ὑπηρεσία ἢ σὲ κανένα χωριό. Καὶ γινόντουσαν τότε δυὸ εἰδῶν μαθήματα. Κείνη τοῦ ἔκανε τὴ δασκάλα κι’ αὐτὸς τὸ δάσκαλο.

Οἱ ψευτιὲς ὅμως ἔγιναν ἀλήθειες τρομερὲς σιγὰ-σιγά. Στὴν ἀρχὴ εἶχαν ριχθεῖ μὲ ὅλες τὲς φυσικές τους δυνάμεις στὴ θρησκεία τοῦ ὑλισμοῦ, στὴν ὁποία θυσίασαν ἀλύπητα τὰ σώματά τους. Κατόπι ἐκεῖνος ἔνοιωσε μέσα του νὰ γενιέται ζωηρὸς ἕνας ἀτομισμός. Εἶχε ἤδη μιὰ γυναίκα ἐρωμένη, καὶ θἄπαιζε ἐπὶ πλέον ἕνα ρόλο θρησκευτικὸ καὶ κοινωνικό! Κ’ ἐνῶ πρῶτα ἡ θρησκευτικὴ καὶ ἐθνικὴ διδαχή του ἦταν ἕνα πρόσχημα, τώρα ἔγινε ἰδεολογία, φιλοδοξία, σκοπός. Μ’ ὅλο ποὺ ἡ Ἐσμὲ τοῦ ἔλεγε ὅτι δὲν εἶχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι ἂν ἄφινε τὸν ὑπαστυνόμο καὶ ὅτι ἀκόμη φοβόταν μήπως ἐκεῖνος τὴν ἐκδικηθεῖ, αὐτὸς ἐπέμενε στὴν κατήχηση καὶ στὴν ἀξίωσή του. Δὲν ὑπῆρχε στὴ γῆ πιὸ ἔνδοξο ἔθνος ἀπὸ τὸ ἑλληνικό, οὔτε θρησκεία πιὸ ἀληθινὴ ἀπὸ τὴ χριστιανική. Ἀργὰ ἢ γρήγορα ὁ Θεὸς θὰ τὴν τιμωροῦσε αὐστηρὰ γι’ αὐτό ποὺ ἔκανε, ν’ ἀρνηθεῖ τὸν μονογενῆ υἱόν του. Κι’ ὁ Ἀλῆ-πασᾶς ἀγάπησε μιὰ Εὐφροσύνη, ποὖταν νέα καὶ πεντάμορφη, καὶ τὴν εἶχε ντυμένη στὰ ὁλόχρυσα, μὰ ἐκείνη προτίμησε νὰ πέσει στὴ λίμνη καὶ νὰ πνιγεῖ παρὰ νὰ μείνει γυναίκα του. Γιατὶ καὶ ψέματα ἔλεγε ἀκόμη ὁ Μένεγος γιὰ νὰ ἐπιτύχει στὴν κατήχησή του.

Μ’ αὐτὴ τὴν καθημερινὴ διδαχὴ εἶχε ποτισθεῖ, εἶχε συμμορφωθεῖ ἡ Ἐσμὲ καὶ προσπαθοῦσε νὰ βρεῖ στήριγμα, ἔστω καὶ ξενοδουλεύοντας, γιὰ ν’ ἀφήσει τὸν Τοῦρκο. Ὕστερ’ ἀπὸ τρία χρόνια κακὸ δρόμο, τὸ ἀπολωλὸς πρόβατο θὰ ξαναγύριζε στὴ μάνδρα τοῦ ποιμένος. Οὔτε τὸν ἀγαποῦσε τὸν Μεχμέτ, οὔτε τὸ ψωμί του ἦταν πιὰ γλυκό. Ἔτυχε νὰ πεινάσει, νὰ περάσει μαῦρες μέρες, κι’ ὁ Θεὸς θὰ τὴ συγχωροῦσε γι’ αὐτὸ ποὺ ἔκανε, ν’ ἀλλαξοπιστήσει, γιὰ νὰ σωθεῖ.

Ἔτσι πέρασε ἕνας χρόνος ἀφ’ ὅτου ὁ Μένεγος μὲ τοὺς γονεῖς του πῆγε καὶ κατοίκησε στὴ γειτονιά της. Τώρα πιὰ τελειώσε τὸ Γυμνάσιο καὶ μὲ τὴ βοήθεια ἑνὸς πλούσιου θείου του θὰ πήγαινε στὴν Ἀθήνα νὰ σπουδάσει. Τὸ ἐθνικοθρησκευτικό του ἔργο ἔμενε ἀκόμη ἀτέλειωτο ὅταν ἔφευγε, μὰ νά, τώρα, ὕστερ’ ἀπὸ δεκαπέντε χρόνια, τὸ βρίσκει τελειωμένο. Μὰ σήμερα δὲν εἶναι περήφανος γιὰ τὸ ἔργο του αὐτό. Αἰσθάνεται πόνο καὶ κάποιο βάρος στὴ συνείδηση. Κάθεται στὸ γραφεῖο του καὶ σκέπτεται ὅλ’ αὐτὰ καί, μ’ ὅλο ποὺ τώρα μόλις γύρισε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, σκέπτεται τὸ ψέμα ποὺ κλείουν οἱ θρησκεῖες, τὰ μίση καὶ τὲς συμφορὲς ποὺ προκαλοῦν οἱ ἐθνισμοί. Δὲν εἶναι πιὰ τρυφερὰ συγκινημένος, ἔφυγε ἀπὸ μέσα του τὸ παιδί. Τώρα εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῆς σκέψης, ὁ λειτουργὸς τῆς ἐπιστήμης. Σχίζει καὶ κόβει κάθε σάπιο, εἴτε σῶμα εἶναι, εἴτε ἰδέα. Ἡ Ἀλήθεια εἶναι ἡ θρησκεία του. Ἡ σκιὰ τῆς Εὐφροσύνης εἶναι μπροστά του, τὴ βλέπει τυλιγμένη μέσα στὴ δυστυχία, γηρασμένη, ζητιάνα, καὶ μὲ σπασμένο ἀκόμη τὸ χέρι ποὺ ἔπρεπε νὰ πάρει τὸν ὀβολό. Καταλαβαίνει, ναί, τώρα πῶς δὲν εἶναι πιὰ παιδὶ μὲ τὴν ἐλαφρὴ ψυχὴ ὅπως ἦταν πρὸ ὀλίγου, εἶναι ὁ ψημένος ἐργάτης τῆς Ἐπιστήμης. Ναί. Κι’ ὅμως γιατὶ δὲν εἶναι καὶ τόσο ἤρεμος, τόσο ψύχραιμος; Εἶναι ψυχικὰ ἐνοχλημένος ἐνόσω βλέπει τὴν Εὐφροσύνη μὲ τὸ σπασμένο χέρι. Τοῦ φαίνεται σὰν ἕνα σύμβολο ποὺ εἰκονίζει τὸ ψέμα κάθε θρησκείας, κάθε ἐθνισμοῦ, κάθε κοινωνίας. Ἂν ἦταν ζωγράφος ἢ γλύπτης, ἔτσι θ’ ἀπεικόνιζε τὸ κατάντημα τῶν ἀνθρώπων ποὺ τρέφονται μὲ τὸ ψέμα: Μιὰ ζητιάνα μὲ σπασμένο τὸ δεξὶ χέρι. Καὶ πάλι λέει: Τὸ σύμβολο αὐτὸ τὸ ζωντανὸ ποῦ ἦταν μπροστά του, ἦταν ἔργο δικό του. Ναί, δικό του. Μόνο, ἀντὶ νὰ αἰσθάνεται δόξα γιὰ τὸ ἔργο του αὐτό, αἰσθάνεται ἕνα κτύπημα στὴ συνείδησή του.

Γ. ΚΙΤΡΟΠΟΥΛΟΣ