Το σπαθί και η κορώνα
Συγγραφέας: Γεώργιος Ζαλοκώστας
Τὰ Ἅπαντα (1873)


ΔΕΝ μετριοῦνται οἱ ἁρματωμένοι,
Οὐδὲ τὰ ἄλογα ἐκεῖ κάτου·
Ὁ Μεχμέτης ποῦ προβαίνει
Καὶ τὴν Πόλη τριγυρνᾷ,
Στέλνει μήνυμα θανάτου,—
«Ἢ τὴν μάχη ἢ τὰ κλειδιά.»

—Εἰς τὴν ὥρα τοῦ κινδύνου
Σᾶς προσμένω, τοῦρκοι, ἐλᾶτε,
Βροντερὴ τοῦ Κωνσταντίνου
Ἀποκρίνεται ἡ φωνή,
Τὲς φοβέρες δὲν φοβᾶται
Ὅποιος ζώνεται σπαθί.—

Σὰν αὐτὸς ποῦ ἀπὸ μανία
Καὶ ἀπ’ ὀργὴ τὸν νοῦ του χάνει,
Τὴν περήφανη ὁμιλία
Ὁ Μεχμέτης ἀγροικᾷ,
Καὶ τὲς σάρκες του δαγκάνει,
Καὶ τὰ γένεια του τραβᾷ.

Τότε οἱ τοῦρκοι ἀγριωμένοι
Τρεῖς φορὲς χυμᾷν καὶ ἀφρίζουν,
Καὶ τὲς τρεῖς ξεσπαθωμένοι
Βγαίνουν ἔξω οἱ χριστιανοὶ,
Καὶ τὰ χάντακα γεμίζουν
Τῶν ἀπίστων οἱ νεκροί.

Πᾶσα μέρα οἱ γενιτσάροι
Πολεμοῦν ὡσὰν οἱ λύκοι,
Καὶ γερνοῦν μὲ τὸ φεγγάρι
Ματωμένο, ντροπιαστό·
Πάντα ἡ δόξα, πάντα ἡ νίκη
Χύνουν λάμψη εἰς τὸ σταυρό.

Τὸ Βυζάντιο, τοῦ τυράννου
Ταπεινόνει τὴν μανία,
Ἦτον ὅμως ἐκεῖ ἐπάνου
Πικρὴ ἀπόφαση γραφτὴ,—
Στὴν Ἁγία μας Σοφία
Μιναρὲς νὰ σηκωθῇ.

Καὶ μιὰ αὐγὴ γλυκοχαράζει
Ὅταν γύρου ἡ Πόλη σειέται,
Καὶ κραυγὴ μιὰ μόνη βγάζει
Τὸ στρατόπεδο τοῦ ἐχθροῦ,
Ποῦ τρεμουλιαστὴ σκορπιέται
Εἰς τοὺς θόλους τοῦ οὐρανοῦ.

Ἐκεῖ πέρα, στὴν ἀράδα,
Χίλιοι, χίλιοι πλημμυρίζουν
Τὴν ἀπέραντη κοιλάδα,
Καὶ πρὶν φθάσουν στὸ σκοπὸ
Ῥίχνουν βέλη ὁποῦ συρίζουν
Φτερωμένα ἀπὸ θυμό.

Ἡ τουρκιὰ, πρὶν φθάσῃ ἀκόμα,
Τὰ χορτάρια μὲ αἷμα βάφει,
Καὶ πολλοὶ δαγκᾷν τὸ χῶμα
Καὶ ἀπομένουν κατὰ γῆς,
Σὰν καρποὶ ποῦ στὸ χωράφι
Δρεπανίζει ὁ θεριστής.

Καὶ ἂν τὸ φρούριο χύνει κάτου
Πέτρες, βέλη, φλόγες, πίσσα,
Τὸ χαλάζι τοῦ θανάτου
Τοὺς ἀπίστους δὲν κρατεῖ,
Ἀνεβαίνουνε μὲ λύσσα,
Εἰς τοὺς τοίχους μαζωχτοί.

Σὲ ἀγκαλιὰ φαρμακωμένη
Ἄλλοι πιάνονται καὶ ἱδρόνουν,
Ἄλλοι πέφτουν γυρισμένοι
Μὲ τὴν σκάλα τους μαζῆ,
Καὶ ἀπὸ πάνου τοὺς πλακόνουν
Ὅσοι ἐκύλισαν νεκροί.

Εἰς τοῦ Ῥωμανοῦ τὴν Πύλη,
Πρώτη θέση τοῦ κινδύνου,
Κάνουν στὸ χαντάκι οἱ σκύλοι
Τὰ κουφάρια τους βουνό·
Τὸ σπαθὶ τοῦ Κωνσταντίνου
Πάντα ἀπὸ αἵματα ζεστό,

Δυὸ φορὲς τοῦ μουσουλμάνου
Διώχνει ἐκεῖθε τὴν μανία,
Ἦτον ὅμως ἐκεῖ ἐπάνου
Πικρὴ ἀπόφαση γραφτὴ,—
Στὴν Ἁγία μας Σοφία
Μιναρὲς νὰ σηκωθῇ.

Μετρητοὶ καὶ κουρασμένοι
Οἱ χριστιανοὶ γυρνᾶνε,
Καὶ πυκνότερο προβαίνει
Ἄλλο στράτευμα νωπὸ,
Οἱ γενίτσαρoι ποῦ ὁρμᾶνε
Μὲ βαρὺν ἀλαλαγμό.

Μῖσος καίει τὸ κολασμένο
Στῆθος κάθε μουσουλμάνου·
Ζωντανὸς τὸν πεθαμμένο
Κάνει τοῖχο καὶ πατᾷ,
Καὶ ἀνεβαίνει ἐκεῖθε ἐπάνου
Καὶ χτυπιέται καὶ χτυπᾷ.

Καὶ κάθε ἅρμα βγάνει ἀχτίδες,
Εἰς τὴν μιὰ μεριὰ, εἰς τὴν ἄλλη,
Τὸ κοντάρι εἰς τὲς ἀσπίδες,
Στὲς ἀσπίδες τὸ σπαθί,
Καὶ κἀνεὶς μέσα εἰς τὴν ζάλη
Δὲν ἀκούει τὴν προσταγή.

Ἕνας μόνος σπᾷ τὰ πλήθη,
Τὰ ἀνεμίζει καὶ διαβαίνει·
Ἔχει ὁλόχρυσα τὰ στήθη,
Ἔχει ὡραίαν ἁρματωσιὰ,
Μὲ διαμάντια στολισμένη
Καὶ σημεῖα βασιλικά.

Δεῖτε ἐκεῖ στὴν πρώτη θύρα
Τὴν μορφὴν αὐτοῦ τοῦ ἀπίστου·
Ἕνα βλέμμα ῥίχνει γύρα,
Καὶ πετιέται σὰν θεριὸ
Ὅπου βλέπει τῆς ὁρμῆς του
Μεγαλείτερο φραγμό.

Ὤ τί χέρι νᾆναι ἐκεῖνο,
Τί δαιμονισμένο χέρι,
Ποῦ ὅπου πέφτει κάνει θρῆνο,
Ὅπου φθάνει πελεκᾷ,
Ποῦ χτυπᾷ σὲ ὅλα τὰ μέρη,
Καὶ δὲν εἶναι πουθενά;

Φοβερὴ σκηνὴ ἐκεῖ κάτου,
Βοὴ, χτύποι, θρῆνοι… ἀνάφτουν
Σπιθοβόλα τὰ ἅρματά του,
Τὸ σπαθί του εἶναι παντοῦ,
Καὶ πολλὰ θαῤῥεῖς ποῦ ἀστράφτουν
Στὴν παλάμη τοῦ σκυλιοῦ.

Στὴν Ἀνατολὴ ἐκεῖ πέρα,
Στἄγρια γένη τῶν ταρτάρων,
Ἐβασίλευε, μιὰ μέρα˙
Τὸν ξεθρόνισαν ἐχθροὶ,
Τώρα, Ἀγᾶς τῶν γενιτσάρων,
Στὸ Βυζάντιο πολεμεῖ.

Ὁ Χασάνης εἶναι ἐκεῖνος.
Τῆς φρουρᾶς τοῦ θερισμένο
Τἄνθος εἶδε ὁ Κωνσταντῖνος
Καὶ τινάζεται μὲ μιὰ,
Μὲ κορμὶ γιγαντωμένο,
Μὲ ἀνοιχτὴ τὴ δρασκελιά.

Συναντιοῦνται, βῆμα, βῆμα,
Στὴν παλαίστρα τοῦ θανάτου·
Ἔχουν φοβερὸ τὸ σχῆμα,
Φρενιασμένες τὲς ματιὲς,
Λὲς καὶ οἱ δυὸ θὰ πέσουν κάτου
Μὲ τὲς πρώτες χτυπησιές.

Πολλοὶ ἐχθροὶ καὶ φίλοι, ποῦ ἦσαν
Μὲ τὰ χέρια σηκωμένα,
Ὅλοι ἀντάμα παραιτῆσαν
Τὸν ἀγῶνα τὸν σκληρὸ,
Γιὰ νὰ ἰδοῦν χεροπιασμένα
Τὰ λιοντάρια αὐτὰ τὰ δυό.

Φοβερὸς ὁ τοῦρκος εἶναι
Εἰς τὴν λύσσα του τὴν πρώτη.
Ἡ ψυχή σου, Κωνσταντῖνε,
Ἔχει ἀνδρίαν ἀληθινὴ,
Ἔχει μέσα μιὰ θεότη
Ποῦ σοῦ λάμπει εἰς τὴν μορφή.

Ἕναν κρότο ἀκοῦς αἰώνιο,
Παντοῦ σίδερο ποῦ τρίζει,
Ὡσὰν νᾆναι ἐκεῖ δαιμόνιο
Ποῦ γουρλιάζει φοβερὰ,
Ποῦ θερμαίνει καὶ μανίζει
Τῶν ἀνδρείων τὰ σωθικά.

Αἴ Χασάνη! ἡ λάμψη ἐχάθῃ,
Τὸ λαμπρό σου ἐσβέσθη ἀστέρι·
Τοῦ Παλαιολόγου ἡ σπάθη,
Μὲ ἕνα χτύπο συριχτὸ,
Τὸ κεφάλι μὲ τὴν περι-
Κεφαλαία σου σχίζει εἰς δυό.

Μὲ τὸ μάτι φλογισμένο
Οἱ γενίτσαροι κυττᾶνε
Τὸν ἀγᾶ τους σκοτωμένο
Καὶ ὅλοι σέρνουν μιὰ κραυγὴ
Καὶ τινάζονται, πετᾶνε
Πυκνωμένοι εἰς τὴν σφαγή.

Τὸ λιοντάρι ποῦ ἀντικρύζει
Κατὰ γῆς αἱματωμένα
Τὰ παιδιά του, δὲν γυρίζει
Τὲς ματιὲς πλειὸ φοβερὰ,
Δὲν χυμάει πλειὸ λυσσασμένα
Νὰ ξεσχίσῃ τὸν φονιᾶ.

Ἀναμέτρητοι εἶναι οἱ σκύλοι·
Ἦσαν λίγοι οἱ ἀνδρειωμένοι
Τοῦ Παλαιολόγου φίλοι,
Καὶ ἀπομείνανε μισοὶ,
Ναὶ, μισοὶ καὶ κουρασμένοι
Ἀπ’ τὴν μάχη τὴ διπλῆ.

Ἀλλὰ πάντα ἐμπρὸς τὸ στῆθος
Σέρνουν πίσω τὸ ποδάρι
Ὡς τὲς θύρες τόσο πλῆθος
Πολεμῶντας σὰν θεριὰ,
Καὶ τὴ νίκη οἱ γενιτσάροι
Ἀγοράζουν ἀκριβά.

Καὶ ἄλλος τοῖχος τοῦ τυράννου
Σταματοῦσε τὴ μανία,
Ἦτον ὅμως ἐκεῖ ἐπάνου
Πικρὴ ἀπόφασι γραφτὴ,—
Στὴν Ἁγία μας Σοφία
Μιναρὲς νὰ σηκωθῇ.

Καταριέται ἐσένα, Δύση,
Τὸ Βυζάντιο νικημένο,
Γιατὶ ἀνέπνευσες τὰ μίση
Τοῦ μεγάλου σου παππᾶ,
Ποῦ μὲ πόδι σταυρωμένο
Λειτουργεῖ στὴν ἐκκλησιά.

Μαρτυράει καὶ τὴ ντροπή σου
Τὸ Βυζάντιο νικημένο,
Γιατὶ φεύγει ἕνα παιδί σου
Στὴ μεγάλη συμπλοκὴ,
Γιὰ νὰ σώσῃ ἀτιμασμένο,
Ἕνα δύστυχο κορμί.

Ἀρχηγὸς καὶ φεύγει ἐκεῖνος·
Τὸν ἐξάνοιξε καὶ—Στάσου!
Τοῦ φωνάζει ὁ Κωνσταντῖνος,
Ποῦ, δειλέ, μὲ παραιτεῖς;
Μάθε ἀπὸ τὸ βασιλιά σου
Πῶς πεθαίνει ὁ εὐγενής.—

Δὲν ἀκούγει· τὸ κοντάρι,
Τὴν ἀσπίδα ῥίχνει κάτου,
Κάτου βλέπει, τὸ ποδάρι
Ἐντροπιάζει στὴ φυγή…
Ἂς σκεπάσῃ τὄνομά του
Ἀτιμία παντοτεινή!

Τὸ κριάρι ὅταν τὸ πρῶτο
Μέσα ἀπὸ τὰ πρόβατά του,
Λαφιασμένο ἀπόναν κρότο,
Πέσῃ ἐπάνου ἀπὸ κρεμὸ,
Τὸ κοπάδι ἀπὸ κοντά του
Ὅλο πέφτει μαζωχτό.

Καὶ τοῦ ποταποῦ ἡ δειλία
Σπέρνει φόβο, σπέρνει τρόμο·
Ἡ φρουρὰ ποῦ πρῶτα ἀνδρεία
Πολεμοῦσε τὴν τουρκιὰ,
Τοῦ στρατάρχη της τὸ δρόμο
Φοβισμένη ἀκολουθᾷ.

Χωρὶς πίσω νὰ τηράξῃ
Καθεὶς φεύγει, φεύγουν ὅλοι
Δίχως γνώμη, δίχως τάξη,
Τρομασμένοι μαζωχτοὶ,
Καὶ ζητᾶν μέσα εἰς τὴν Πόλη
Νὰ γλυτώσουν, οἱ μωροί.

Ὦ δειλοὶ, ποῦ παραιτεῖτε
Τὴν σκηνὴ τὴ μυρωμένη
Τῆς τιμῆς, γιὰ νὰ σφαχθῆτε
Σὰν ἀρνιὰ στὸ μακελειὸ,
Πίσω ἐλᾶτε! σᾶς προσμένει
Τίμιος θάνατος ἐδῶ.

Εἰς τὰ τείχη ἀντιβοΐζει
Ἡ φωνὴ τοῦ Κωνσταντίνου·
Συμβουλεύει, φοβερίζει,
Παρασταίνει ζωντανὴ,
Μὲ τὴν γλῶσσα τοῦ κινδύνου,
Τῆς φυγῆς τὴν ἐντροπή.

Καὶ οἱ στενότεροι δικοί του
Ἐσκορπίσαν μὲ τὰ πλήθη,
Ἡ βασιλικὴ φωνή του
Δὲν ἀκούγεται ἀπὸ αὐτούς·
Εἶναι ὁ φόβος εἰς τὰ στήθη,
Εἶναι στὰ ποδάρια ὁ νοῦς.

Μόνος τότε, τὸ λιοντάρι,
Ῥίχνει μάτι βουρκωμένο
Στὸ ἱερὸ Προσκυνητάρι
Πὤδειχνεν ἀπὸ μακρυὰ
Τὸν σταυρό του ἀνυψωμένο
Γιὰ τὴν ὕστερη φορά.

—Μισοφέγγαρο ἐκεῖ ἐπάνω,
Ὄχι, ἐγὼ δὲν θὰ ἀντικρύσω!…
Σκῆπτρο, θρόνε, ὅλα σᾶς χάνω,
Μόνη μὲ ἔμεινε ἡ τιμὴ,
Πλὴν τὸ αἷμα ποῦ θὰ χύσω
Θᾆναι ἀδιάκοπη βοή˙

Στὴν κατόπι μου δουλεία
Τὲς ψυχὲς μὲ ἀνδρία θὰ βάφῃ,
Καὶ εἰς τὰ στήθη ἡ ἐλευθερία
Θὰ καρπίζῃ μυστικὰ,
Ὡς καρπίζει τὸ χωράφι,
Ὡς ψωμίζουν τὰ σπαρτά.—

Καὶ ἀκούει θόρυβο… ἐκεῖ πέρα
Ἐμυρμήγκιασεν ὁ δρόμος…
Ἀκούει γύρω του φοβέρα,
Ποδοβολητὸ, κραυγή…
Στὸ ἀργασμένο χέρι του ὅμως
Ἐβαστοῦσε ἕνα σπαθὶ,

Καὶ μὲ μάτι σπιθοβόλο
Τἄπιστα μετρῶντας πλήθη,
Μοναχὸς ὁρμᾷ πρὸς ὅλο
Ἕνα στράτευμα ἐχθρικὸ,
Ποῦ στὸ φρούριο μέσα ἐχύθη
Μὲ μεγάλο ἀλαλαγμό.

Φθάνει, ἀνοίγει, σφάζει, ῥίχνει,
Ἀνεμίζει ἁρματωμένους,
Παντοῦ φαίνεται, ἀλλοῦ δείχνει,
Καὶ χτυπᾷ τὸ χέρι ἀλλοῦ…
Λάμψη στερινὴ τοῦ Γένους,
Ὕστερος φραγμὸς τοῦ ἐχθροῦ!

Στερινὴ, ποιὸς εἶπε;… λάμψη
Χύνει αἰώνια τὸ σπαθί του,
Ποῦ κατόπι θὰ ἀναλάμψῃ
Στῆς Ἑλλάδος τὰ παιδιά.
Κληρονόμοι ἡμεῖς δικοί του
Θὰ βαροῦμε τὴν τουρκιά.

Στὴν ἀρχὴ, τοῦ κάθε ἀπίστου
Παραλυέται ὁ νοῦς καὶ ἡ κρίση·
Θαῤῥοῦν ἄγγελο τοῦ Ὑψίστου
Τὸν ὡραῖον πολεμιστὴ,
Ποῦ κατέβη νὰ ἀφανίσῃ
Ὅ,τι ἐκέρδισαν αὐτοί.

Στὴν ψυχὴ τῶν τούρκων ὅμως
Ἡ κατάπληξη μουλλόνει,
Ὠλιγόστευσεν ὁ τρόμος,
Ἐπερίσσευσε ὁ θυμὸς,
Καὶ τὸν Κωνσταντῖνο ζώνει
Ἀναμέτρητος ἐχθρός.

Βάρβαροι, ποῦ προσκυνᾶτε
Ἕναν ψεύτη καὶ ἕνα ἀστέρι,
Ὅσῳ θέλετε χτυπᾶτε,
Χίλιοι ἐσεῖς, τὸν μοναχό.
Δὲν τὸ πιάνει τούρκου χέρι
Τὸ λιοντάρι ζωντανό.

Πληγὲς δέχεται καὶ δίνει,
Ὅσῳ ποῦ στὴ γῆ πεσμένος
Τὸ πολύτιμο αἷμα χύνει…
Ὅπου τὤφυγε ἡ ψυχὴ,
Εἶναι ὁ τόπος ἁγιασμένος,
Εἶναι ἐπίσημη ἡ σκηνή.

Προσκυνῶ σὰν Ἁγιαστήριο
Τὴ σκηνὴ τὴ δοξασμένη,
Ὅπου τὸ αἷμά του εἶν’ μυστήριο
Ὡς τὴν ὕστερη σταξιά·
Προσκυνῶ τὴν τιμημένη
Τῆς δουλείας ξαγορά.

Ἄψυχο νεκρὸ τὸν γδαίνει
Ἡ τουρκιὰ, καὶ τὴ στολή του,
Ποῦ ἦταν ὅλη ἀετωμένη,
Τὴν εὑρῆκε· μοναχὰ
Δὲν εὑρέθη τὸ σπαθί του
Καὶ ἡ κορώνα πουθενά.

Τὸ ΣΠΑΘΙ τὸ κρύψαν μοῖραις
Εἰς τὸν Ἰλισσὸ ἐκεῖ πέρα,
Τὴν ΚΟΡΩΝΑ ἐσὺ τὴν πῆρες,
Ταξιάρχη τοῦ οὐρανοῦ,
Γιὰ νὰ ζώσῃς μιὰν ἡμέρα
Τὸ κεφάλι ἑνὸς ΞΑΝΘΟΥ.