Του Μυργιολή το κάτεργο

Του Μυργιολή το κάτεργο
Ριζίτικα Κρήτης


Ούλα τα κάτεργά 'ρχονται κι' ούλα περνοδιαβαίνουν
του Μυργιολή το κάτεργο μηδ' ήρθε μηδ' εφάνη
απού 'χει Κρητικόπουλα, όμορφα παλληκάρια
π' όντε σειστούν και λυγιστούν και παίξουν την τρουμπέτα
τρά μίλια πά' ει το κάτεργο.

Σημ. κάτεργο = πλοίο όπου οι κωπηλάτες που κάθονται στους πάγκους είναι οι "κατεργάρηδες" εξ ού: "κάθε κατεργάρης στον πάγκο του". Μυργιολής = ο Μαυραϊλής ή Εμιραλής των Βυζαντινών.