Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου
Συγγραφέας:
ΙΖ'. Γρηγόρης


Δυο μέρες ολόκληρες, από χωριό σε πόλη και από πόλη σε χωριό, γύριζε ο Γρηγόρης με το άλογο, παντού γυρεύοντας το γερο-Παγράτη, παντού ρωτώντας για το παιδί, ένα κορίτσι ως δεκαπέντε χρόνων τώρα. Μα τίποτα, τίποτα δεν μπόρεσε να μάθει. Αποσταμένος και ως την καρδιά θλιμμένος, σταμάτησε το βράδυ σ' ένα χωριό κοντά στη Σέταινα, χτύπησε την πόρτα μιας καλύβας και ζήτησε λίγο ζεστό φαγί κι ένα στρώμα για τη νύχτα.

Όσο ετοίμαζε η χωρική τη σούπα του και ο χωρικός φρόντιζε το άλογο, ο Γρηγόρης βγήκε και γύρισε στη γειτονιά, ρωτώντας παντού αν κανένας γνώριζε το γερο - Παγράτη, που είχε μαζί του ένα κορίτσι ως δεκαπέντε χρόνων. Μα κανένας δεν ήξερε. Και πάλι γύρισε στην καλύβα, πιο κουρασμένος, πιο αποθαρρυμένος παρά ποτέ. Είπε του χωρικού να του ετοιμάσει το άλογο νωρίς το πρωί, γιατί θα έφευγε ξημερώματα. Και κάθησε να φάγει τη σούπα, που του έφερε η νοικοκυρά σε μια ξυλοπινάκα. Εκείνη την ώρα χτύπησε η πόρτα, κι ένα κορίτσι μπήκε μέσα. Ήταν καταλασπωμένο, και φαίνουνταν να στέκεται με κόπο στα πόδια του από την κούραση.

- Καλώς την, είπε ο χωρικός που κάθουνταν και αυτός κι έτρωγε με τον παπά. Μπα; Τι έπαθες, κορίτσι μου; Δεν είσαι καλά; Έλα να στεγνώσεις τα ρούχα σου και να ζεσταθείς στο τζάκι.

Με μια ματιά, ο Γρηγόρης είχε αναγνωρίσει τη Βουβή της μονής της Παναγίας της Ελεούσας. Η κόρη ζύγωσε στο τζάκι, κάθησε με τα χέρια κρεμασμένα, και ακούμπησε στον τοίχο. Ο Γρηγόρης σηκώθηκε.

- Φέρε της τίποτα να πάρει, είπε σιγά του χωρικού. Μοιάζει παγωμένη. Φέρε της τίποτα ζεστό...

Έχυσε λίγο κρασί σ' ένα ποτήρι και σίμωσε να της δώσει.

- Αχ, την κακομοίρα! Αλήθεια, μοιάζει άρρωστη! έκανε ο χωρικός.

Κι έτρεξε να βρει τη γυναίκα του που είχε πάγει στης γειτόνισσας. Μόλις έκλεισε η πόρτα, η κόρη πετάχθηκε από τη θέση της.

- Γρηγόρη... ο πατέρας σου...

Δεν πρόφθασε ν' αρθρώσει άλλη λέξη. Τα γόνατα της λύγισαν, πιάστηκε στο ράσο του καλόγερου, σκόνταψε, κι έπεσε στις πλάκες εμπρός στο τζάκι. Ο Γρηγόρης γονάτισε κοντά της και τη σήκωσε στα χέρια του. Το πρόσωπο του ήταν άσπρο όσο και το δικό της. Η κόρη είχε μιλήσει ελληνικά. Τα χείλια της κουνούσαν, κάτι αγωνίζουνταν να πει. Ο παπάς έσκυψε το αυτί του στο στόμα της.

- Πάρε το άλογο σου... μη χάνεις ώρα...

Ο καλόγερος έσπρωξε από το μέτωπο της τα πυκνά μαύρα μαλλιά και με πολλή συγκίνηση κοίταξε τα χαρακτηριστικά της, το αχνό πρόσωπο και τα μάτια της, κοκκινισμένα, σαν καμένα από την αγρυπνία.

- Αλεξία; ρώτησε.

Η κόρη έγνεψε καταφατικά.

- Ναι... μουρμούρισε.

Και με κόπο επανέλαβε:

- Μη χάνεις καιρό... πάρε το άλογο... γρήγορα... Ο Γρηγόρης πήρε το ποτήρι κι έχυσε στα χείλια της μερικές γουλιές κρασί.

Η Αλεξία συνήλθε λίγο, κοίταξε γύρω, και βλέποντας τον παπά μόνο:

- Μα περιμένει... ψιθύρισε, και είναι μακριά... και είναι άρρωστος...

Έκανε να σηκωθεί, μα ο Γρηγόρης την εμπόδισε.

- Φάγε πρώτα, είπε. Φαίνεσαι αποσταμένη!

Και, κουταλιά - κουταλιά, της έδωσε τη σούπα που είχε ετοιμάσει η χωρική. Ένα βήμα ακούστηκε. Ήταν ο χωρικός που γύριζε. Τα δάχτυλα της κόρης σκάλωσαν νευρικά στο μανίκι του καλόγερου.

- Για όλους είμαι η Βουβή Βουλγάρα! ψιθύρισε. Ο Γρηγόρης έκανε νόημα πως κατάλαβε.

Η πόρτα άνοιξε και ο νοικοκύρης μπήκε μέσα με τη γυναίκα του. Στο χέρι της βαστούσε η χωρική μια γαβάθα που άχνιζε.

- Πιες το, κόρη μου, της είπε. Από τη γειτόνισσα το πήρα! Είναι δυναμωτικό, και θα σε ζεστάνει λίγο...

- Πιες το, και πάμε, είπε ο Γρηγόρης.

Κι εξήγησε του χωρικού πως κάποιος άρρωστος τον ζητούσε από το γειτονικό χωριό κι έστειλε τη Βουβή να τον φέρει. Ο χωρικός σαμάρωσε βιαστικά το άλογο και ο καλόγερος, αφού πλήρωσε, βγήκε με την Αλεξία. Το κρύο έτσουζε. Ο Γρηγόρης τύλιξε την κόρη στο επανωφόρι του, και την έβαλε στο άλογο μπροστά του, σαν παιδάκι. Και σαν παιδάκι η κόρη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. Και βγήκαν από το χωριό και πήραν το μονοπάτι που ανέβαινε στο βουνό.

- Γρήγορα... γρήγορα... παρακαλούσε η Αλεξία, είναι τόσο μακριά ακόμα!... Και υποσχέθηκα απόψε να σε φέρω στο κατώγι του!

- Στο κατώγι; αναφώνησε ο καλόγερος ξαφνισμένος. Τον έχουν σε κατώγι; Και λες πως είναι άρρωστος;

- Ναι! είπε η κόρη. Βιάσου... Πρέπει να φθάσομε πριν φέξει...

Το κεφάλι της βάραινε όλο και περισσότερο στον ώμο του. Την είδε τόσο κουρασμένη, του φάνηκε τόσο απροστάτευτη, που σφίχθηκε η καρδιά του.

- Από πότε με γυρεύεις; τη ρώτησε.

- Από τα ξημερώματα.

- Και πώς με βρήκες;

- Ρωτούσα σε κάθε χωριό. Μου έλεγαν πως πέρασες και πως είχες φύγει, και ξανάφευγα τρεχάτη. Κι έτσι όλη μέρα.

- Χωρίς να σταματήσεις; Μα θα πλήγιασαν τα πόδια σου!

- Είχες άλογο και ήμουν πεζή. Έπρεπε να σε προκάνω...

- Παιδί μου!... μουρμούρισε με συγκίνηση ο καλόγερος...

- Αχ, τι πειράζει! διέκοψε νευρικά η Αλεξία. Μόνο που άργησα πολύ να σε βρω... και περιμένει ο παππούς!

Ο Γρηγόρης καμτσίκωσε το άλογο του, μα ήταν ανήφορος και το ζώο δεν μπορούσε να τρέξει με το διπλό του φορτίο.

- Πώς με αναγνώρισες; ρώτησε ο Γρηγόρης.

- Σε άκουσα, όταν ρωτούσες στη γειτονιά για το γερο-Παγράτη. Κι όταν σε είδα στο φως, σε αναγνώρισα αμέσως από την όψη σου. Γιατί μοιάζεις πολύ του παππού.

- Και όμως με ξαναείδες μια φορά, απάνω στο Δύσβατο, και δε με αναγνώρισες;

- Σε αναγνώρισα αμέσως, αποκρίθηκε η Αλεξία, και πήγα να σε ρωτήσω αν δεν ήσουν ο Γρηγόρης... Μα είπες ένα όνομα... και τότε πίστεψα πως δεν ήσουν εσύ.

- Ένα όνομα;

- Ναι... Με ρώτησες για τον Ασάν!

Τόσο μίσος ξέσπασε στη φωνή της, που ο καλόγερος ανατρίχιασε. Την κοίταξε με απορία. Γιατί τον έλεγε Ασάν, μιλώντας με το γιο του Παγράτη; Το πρόσωπο της ήταν σα μαρμαρωμένο, με μια έκφραση μίσους που τον τρόμαξε σε τόσο νέο κορίτσι, και τον μπέρδεψε. Μήπως και δεν ήξερε; Μήπως και δεν της είχε πει ο πατέρας του τι ήταν ο Νικήτας; Δεν τόλμησε να ρωτήσει. Και της μίλησε για άλλα.

- Γιατί κάνεις τη βουβή σαν είσαι με Βουλγάρους; ρώτησε.

Με λίγα λόγια του διηγήθηκε τότε τη ζωή της. Του είπε πώς βρέθηκε με τον Παγράτη στη σφαγή της Αδριανούπολης. Πώς «ο παππούς», για να τη σώσει, την πέρασε για εγγονή του, κι εκείνος είπε πως ήταν Βούλγαρος από τη Σκάμπα. Πώς, την ώρα της σφαγής, της έκλεισε το στόμα και της είπε: «Μη μιλήσεις πια!» Πώς μπροστά τους είχαν σφάξει μια γυναίκα. Και το παιδί της, που ήταν κρυμμένο κοντά τους, φώναξε, ελληνικά: «Μητέρα μου!» κι ευθύς το άρπαξαν οι φονιάδες και το κομμάτιασαν. Και άλλα παιδιά φώναξαν, και τα κομμάτιασαν κι αυτά.

- Και τρόμαξα πολύ, εξακολούθησε η Αλεξία. Και δε μίλησα πια.

Του είπε πώς τους πήραν ύστερα αιχμαλώτους, και πώς μέρες κι εβδομάδες δεν είχε ανοίξει το στόμα της να μιλήσει, ούτε καν του Παγράτη, από τη φρικτή της τρομάρα. Και ύστερα, αφού τους πήρε ο αφέντης τους στο χωριό του, της είπε ο Παγράτης να μη μιλήσει καθόλου, γιατί δεν ήξερε παρά ελληνικά, και ο γέρος φοβούνταν την εκδίκηση του Ιβάτζη. Και όταν ύστερα από καιρό έμαθε βουλγάρικα, όλοι πια τη νόμιζαν βουβή. Και βουβή πια έμεινε, και δε μιλούσε παρά του Παγράτη, τη νύχτα, ή σα βρίσκουνταν μόνοι, στ' ανοιχτά, όπου της μάθαινε ο γέρος, χαράζοντας γράμματα στο χώμα, να διαβάζει και να γράφει ελληνικά. Κι επειδή τη νόμιζαν βουβή, την άφηναν ελεύθερη. Και ύστερα, σα μεγάλωσε λίγο, ελεύθερα πήγαινε κι έρχουνταν και ξενοδούλευε ή έπλεκε πανέρια ή μάζευε ξύλα και κουκουνάρες στα δάση, και τα πουλούσε στους χωρικούς για ένα - δυο οβολούς. Και όταν ο αφέντης του Παγράτη τον πούλησε σε άλλο Βούλγαρο, ελεύθερα τον ακολούθησε κείνη στην Πρέσπα, όπου κανένας πια δεν ήξερε τι του ήταν του Παγράτη, και όλοι την ήξεραν για βουβή Βουλγάρα, που γυρνούσε όπου την πήγαινε το κέφι της. Μα ο αφέντης του Παγράτη πήγε στρατιώτης, και μαζί έσυρε το γέρο δούλο του. Κι έτσι βρέθηκε ο Παγράτης κλεισμένος στη Στρουμπίτζη, όταν την πολιόρκησε ο Αυτοκράτορας, και η Αλεξία βρέθηκε μονάχη στα βουνά.

- Και όπου ήθελα πήγαινα, ελεύθερη πάντα, και κανένας δε με πείραζε, γιατί με νόμιζαν σημαδεμένη και χαζή...

Ο Γρηγόρης την άκουε συγκινημένος βαθιά. Μα ένα πράμα δεν καταλάβαινε. Κι επιτέλους της το είπε:

- Ο πατέρας μου μου έστειλε έναν καλόγερο για να μου πει να έλθω να σε πάρω, και άλλον παπά έστειλε του Βασιλέα, γυρεύοντας βοήθεια για σένα. Αφού ήσουν ελεύθερη γιατί δεν έφευγες εσύ;

Η Αλεξία ανατινάχθηκε.

- Ν' αφήσω τον παππού σκλάβο στα χέρια τους, χωρίς κανένα να τον φροντίζει, να τον παρηγορεί, να τον αγαπά!...

Η φωνή της έτρεμε. Και του φάνηκε του Γρηγόρη πως μόνο τότε κατάλαβε τι ήταν ο ένας για τον άλλο στην έρημη ζωή τους τα δυο αυτά πλάσματα, ο γέρος δούλος, δεμένος με τη βαριά αλυσίδα της σκλαβιάς, και το νέο αυτό κορίτσι, ελεύθερο σαν το πουλί, που θεληματικά έμενε στο πλάγι του, για να τον ζωηρεύει και να τον παρηγορεί με το χαμόγελο της και την τρυφερή της αγάπη. Ο καλόγερος ακούμπησε το χέρι του στο γερμένο της κεφάλι.

- Παιδί μου... είπε βουρκωμένος, ευλογημένη να είσαι...

Είχαν φθάσει σε δρόμο ίσιο, και το άλογο άρχισε να τρέχει. Η βροχή, που λίγην ώρα είχε σταματήσει, ξανάρχισε πάλι να πέφτει, ψιλή και παγωμένη, και ο Γρηγόρης σήκωσε την κουκούλα της Αλεξίας και σκέπασε το κεφάλι της.

- Κοιμήσου, παιδί μου, της είπε. Τώρα πάγει ίσια ο δρόμος. Θα σε ξυπνήσω πάλι σα φθάσομε σε κανένα σταυροδρόμι.

Μα με όλη τη φοβερή της κούραση, η Αλεξία δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Όσο πλησίαζαν, τόσο πιο νευρική γίνουνταν.

- Ακόμα λίγο!... Ακόμα λίγο!... έλεγε. Κοντεύομε πια...

Πέρασαν από ένα δάσος κι έφθασαν στη λαγκαδιά.

- Εδώ!... είπε η κόρη. Δεν πρέπει να πάγει μακρύτερα το άλογο, μην το ακούσουν.

Ο Γρηγόρης ξεκαβαλίκεψε, κατέβασε την Αλεξία και έδεσε το άλογο σ' ένα δέντρο. Και με κούφια βήματα, προσέχοντας μην παραπατήσουν, κατέβηκαν την πλαγιά. Η Αλεξία πήδησε πάνω από το φράχτη και ο καλόγερος την ακολούθησε. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά με την ιδέα της χαράς του γερο-Παγράτη. Οδήγησε τον Γρηγόρη στην τρύπα του τοίχου, παραμέρισε τα κλαδιά κι έδεσε πάλι τη ζώνη της.

- Θα περάσω πρώτη, είπε ψιθυριστά. Κάνε και συ σαν και μένα.

Χώθηκε στην τρύπα, κρεμάστηκε πάλι στη ζώνη και πήδησε μέσα. Ο Γρηγόρης πήδησε κοντά της. Στα σκοτεινά πασπατεύοντας, έκανε η κόρη ένα - δυο βήματα.

- Παππού... ψιθύρισε. Δεν ακούστηκε απάντηση.

Ψάχνοντας πάντα, βρήκε τ' άχυρα και γονάτισε κοντά στο ακίνητο σώμα, τυλιγμένο ακόμα στην κάπα της.

- Παππού... επανέλαβε, παππού, ξύπνα... ο Γρηγόρης είναι δω...

Μα μόνο της βροχής το μονότονο στάξιμο στο χώμα ακούστηκε απέξω.

- Παππού... είπε πάλι, γέρνοντας απάνω του και κουνώντας τον λαφριά, παππού, δε μ' ακούς; Η ακινησία του την τρόμαξε.

- Πώς κοιμάται έτσι; μουρμούρισε.

Ο Γρηγόρης γονάτισε κοντά της, έσκυψε απάνω στον πατέρα του και του άγγιξε το πρόσωπο. Κρύος ιδρώς τον περέχυσε. Απότομα άνοιξε την κάπα, παραμέρισε τα κουρέλια και ακούμπησε το αυτί του στο στήθος... ...Ήταν ώρα πολλή που η πικραμένη καρδιά του γέρου είχε παύσει να πονεί.

- Πατέρα μου... μουρμούρισε ο καλόγερος.

Η φωνή του την τάραξε. Σαν αστραπή πέρασε στο μυαλό της το όραμα της αλήθειας. Άπλωσε τα χέρια της και άγγιξε το παγωμένο στήθος... Σπαραχτική ξέσπασε η φωνή της στη βαθιά σιωπή της φυλακής.

- Παππού...

Η λέξη, που τόσα χρόνια χάιδευε την ψυχή του γέρου, ξεψύχησε στα χείλη της. Και η Αλεξία έπεσε απάνω του, ζαλισμένη από την ξαφνική της συμφορά. Ο Γρηγόρης μάζεψε μερικά άχυρα κι ένα - δυο ξερά κλαδάκια, τα έκανε σωρό και τ' άναψε με την τσακμακόπετρα. Στη λάμψη που πέταξε η φλόγα, είδε το κερένιο πρόσωπο του νεκρού, με τα μάτια του μισάνοιχτα και στυλωμένα στο παράθυρο. Αναφιλητό ξέσπασε από τα χείλια της κόρης:

- Αχ, παππού, παππού! Μας περίμενες... μας γύρευες! Και φθάσαμε αργά!

Χλωμός, σχεδόν όσο και ο νεκρός, ο Γρηγόρης έσκυψε απάνω του, έσπρωξε από το αναίματο μέτωπο τα μακριά του άσπρα μαλλιά και κοίταξε το αγαπημένο πρόσωπο. Η φλόγα πέταξε καν άρπαξε δυο - τρία άχυρα πεσμένα εκεί κοντά, έριξε μια τελευταία λάμψη κι έσβησε. Ο Γρηγόρης ακούμπησε τα χείλια του στο μέτωπο του πατέρα του και, πνίγοντας τους λυγμούς, έτοιμους να ξεσπάσουν, με βαθιά τρεμουλιαστή φωνή, μουρμούρισε τις νεκρώσιμες προσευχές. Στο πλάγι του η Αλεξία έκλαιγε σιωπηλά. Κι έξω η βροχή έπεφτε πυκνή και, ξεγλιστρώντας από τα φύλλα, στάλαζε στην τρύπα στάλες βαριές που απλώνουνταν στο χώμα, πιτσιλώντας το νεκρό. Πλησίαζαν τα ξημερώματα πια, όταν σηκώθηκε ο Γρηγόρης. Η Αλεξία τον κοίταξε. Τα χείλια της έτρεμαν.

- Θα τον αφήσεις; ρώτησε.

- Να τον πετάξουν έξω, να τον φάγουν τα σκυλιά; Όχι βέβαια! αποκρίθηκε ο Γρηγόρης με σφιγμένα δόντια. Θα τον πάρω και θα τον θάψω σα χριστιανό.

Προσπάθησε να βγάλει τις αλυσίδες από τα πόδια του Παγράτη. Μα δεν μπόρεσε. Τότε με το μαχαίρι του έσκαψε το χωματένιο τοίχο όπου ήταν χτισμένος ο χαλκάς. Μα το σίδερο πήγαινε βαθιά, θ' αργούσε η δουλειά, κι έπρεπε να φύγουν πριν ξημερώσει. Ο Γρηγόρης άρπαξε την αλυσίδα και, με δύναμη που τη διπλασίαζε ο θυμός, της έδωσε δυο - τρία τινάγματα τέτοια, που ξεκόλλησε ο χαλκάς κι έπεσε χάμω, σέρνοντας μαζί του το χώμα και τις πέτρες. Τότε, με τη βοήθεια της Αλεξίας, τον τύλιξε στην κάπα της σαν να ήταν σάβανο.

- Ανέβα πρώτη, της είπε, και θα σου τον ανεβάσω.

Δύσκολο δεν ήταν. Το σώμα του γέρου, σκελετός μονάχος, δε βάραινε περισσότερο από παιδί. Ο Γρηγόρης τον σήκωσε, τον πέρασε στην τρύπα, και απέξω η Αλεξία τον τράβηξε στο χώμα. Ύστερα ανέβηκε και ο Γρηγόρης, φόρτωσε το σώμα στον ώμο του, και σιωπηλά πέρασαν από μέσα από το κοιμισμένο χωριό, ανέβηκαν στην πλαγιά, έφθασαν στο δάσος, έλυσαν το άλογο και χώθηκαν ανάμεσα στα δέντρα. Μόλις άρχισε να φέγγει.

Έφθασαν σ' ένα μέρος, όπου δέντρα και χαμόκλαδα ήταν τόσο πυκνά, που άνθρωπος δεν μπορούσε να περάσει. Εκεί ακούμπησε χάμω ο Γρηγόρης το φορτίο του, και με το μαχαίρι άρχισε να σκάβει το λάκκο. Η Αλεξία είχε ξεσκεπάσει το πρόσωπο του γέρου και, καθισμένη πλάγι, με το μέτωπο στις χούφτες, κοίταζε σιωπηλά τη μαρμαρωμένη του όψη, τα μάτια του τα μισάνοιχτα, γυαλωμένα, σβησμένα πια για πάντα, και το σφιγμένο στόμα με το κυρτό του προς τα κάτω τόξο, όπου είχε παγώσει της ψυχής του η απέραντη λύπη...

- Αλεξία...

Σήκωσε το κεφάλι της. Ο Γρηγόρης είχε ανοίξει το λάκκο και στέκουνταν σιμά της.

- Βοήθησε με, της είπε σιγά.

Η κόρη σηκώθηκε, έπιασε το σώμα από τα πόδια, ενώ ο Γρηγόρης το σήκωνε από τους ώμους και μαζί τον ξάπλωσαν στο λάκκο. Ο Γρηγόρης φίλησε τελευταία φορά το μέτωπο του πατέρα του, και μηχανικά τον εμιμήθηκε η Αλεξία. Τις πράξεις της δεν τις ένιωθε πια, και ό,τι και αν έκαμνε της φαίνουνταν σαν όνειρο. Ο Γρηγόρης έριξε το χώμα στο λάκκο και σκέπασε το νεκρό. Σκέπασε ύστερα τον τάφο με φύλλα, και στο κεφάλι έμπηξε ένα σταυρό καμωμένο απο δυο κλαδιά. Γονατισμένη κοντά του, η Αλεξία άκουε τώρα τις τελευταίες ευχές που ψιθύριζε ο Γρηγόρης. Μα δεν τις ένιωθε, δεν ξεχώριζε τις λέξεις, μόνο το μουρμούρισμα άκουε. Ούτε κατάλαβε πότε τελείωσε, ούτε τον πρόσεξε που έσκυψε και προσκύνησε τον τάφο. Μόνο όταν ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της και είπε τ' όνομα της, σήκωσε κείνη το κεφάλι και τον κοίταξε με ήσυχο τρόπο, που έλεγε την ερημιά της όσο καμιά λέξη δε θα την έλεγε.

- Αλεξία... είπε ο καλόγερος κι ένας κόμπος μαζεύτηκε στο λαιμό του και βράχνιασε τη φωνή του, έλα μαζί μου. Από τώρα κι εμπρός είσαι αδελφή μου.

Χωρίς αντίσταση σηκώθηκε, έβαλε το χέρι της στο χέρι του και τον ακολούθησε. Ο Γρηγόρης έλυσε το άλογο, καβαλίκεψε, τη σήκωσε στο σαμάρι όπως και πριν, και πήρε το πρώτο μονοπάτι που βρέθηκε μπροστά του.