Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου
Συγγραφέας:
Γ'. Στη σκηνή του Σαμουήλ


Η μέρα γλυκοχάραζε. Κουρασμένοι από τη νυχτερινή σφαγή, οι στρατιώτες είχαν μαζευθεί όλοι στην ακροποταμιά, περιμένοντας να δοθεί το σημείο της αναπαύσεως για να πέσουν να κοιμηθούν. Αλλά ο γερο-Σαμουήλ, που όλη νύχτα δεν είχε κλείσει μάτι, αψηφώντας την κούραση, εννοούσε πρώτα τους θησαυρούς του να εξασφαλίσει και ύστερα να ησυχάσει.

Ό,τι πολύτιμο υπήρχε στην πλούσια πρωτεύουσα της Θράκης, το είχαν κουρσέψει οι βουνίσιοι αυτοί βάρβαροι, στερημένοι κάθε καλοζωία στη φτωχή τους πατρίδα, και διψασμένοι για λάφυρα. Αγάλματα μαρμαρένια, χαλιά περσικά, υφάσματα μεταξωτά και χρυσοϋφασμένα, χρυσά και ασημένια δισκοπότηρα, αλαβάστρινα δοχεία, όπλα, έπιπλα, διαμαντικά, εικονίσματα, ευαγγέλια, όλα άνω-κάτω ριγμένα, στοιβάζουνταν εμπρός στη βασιλική σκηνή. Και στο πλάγι, ζαλισμένοι, αποβλακωμένοι από την ξαφνική τους συμφορά, εκατοντάδες αιχμάλωτοι συσσωρεύουνταν μαντρισμένοι, κοιτάζοντας με μάτια θαμπά και αδιάφορα τα στοιβαγμένα πλούτη που χθες ακόμα ήταν δικά τους. Και οι χθεσινοί αυτοί άρχοντες και αρχόντισσες, μαθημένοι στην πιο λεπτή πολυτέλεια, με σιωπηλή απελπισία περίμεναν το κέφι του σκληρού αφέντη, που θα τους σκόρπιζε δούλους στις καλύβες των χωριών της Βουλγαρίας.

Παρακάτω, σκυμμένος πίσω από κάτι χαμόκλαδα, ο Νικήτας γύρευε να συνεφέρει τον αναίσθητο γιο του Κατεπάνω. Τον είχε ξαπλώσει χάμω, με το κεφάλι ακουμπισμένο στο γόνατο του. Αλλά δεν είχε νερό, ούτε άλλο τίποτα πρόχειρο. Και ο Κωνσταντίνος δε συνέρχουνταν. Αποθαρρυμένος σήκωσε ο Νικήτας το κεφάλι και αντίκρισε τ' απελπισμένα βαθιά μάτια του Μιχαήλ.

- Πάει...; μουρμούρισε ο μικρός και χωρίς να προσθέσει άλλη λέξη, με το χέρι έδειξε τρέμοντας κατά τον ουρανό.

- Όχι, όχι! Δεν πέθανε, είπε σιγά ο Νικήτας, μην τρομάζεις, δεν πέθανε! Να είχα μόνο λίγο νερό!... Και σπρώχνοντας πίσω την περικεφαλαία του, κοίταξε γύρω σα να ζητούσε βοήθεια ή ένα γνωστό πρόσωπο. Μα όλα τα πρόσωπα του φάνηκαν παγωμένα και ξένα, πετρωμένα στη βουβή τους απελπισία. Έξαφνα του ήλθε μια ιδέα.

- Μιχαήλ, ψιθύρισε, σήκω σιγά-σιγά και πήγαινε παρακάτω, γύρισε δω κι εκεί, κοίταξε αν μεταξύ στους αιχμαλώτους θα δεις τη μητέρα του. Αν έλθει εκείνη, η αγάπη της μονάχα...

Μα το παιδί αργοκούνησε το κεφάλι, και δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του. Ο Νικήτας δεν τόλμησε να ρωτήσει, μα το βλέμμα του μιλούσε.

- Ναι!... τη σκότωσαν, αποκρίθηκε ο μικρός στο βουβό αυτό ρώτημα... την είδαμε μπρος στην εκκλησία όπου μας είχε κρύψει... και δε μας άφησαν ούτε να τη φιλήσομε...

Η φωνή του παιδιού πνίγηκε, και ο Νικήτας δε μίλησε πια. Μια σκιά πέρασε κοντά τους, κάτι γλίστρησε πάνω από τον ώμο του Νικήτα, και στο χέρι του μέσα έπεσε ένα μικρό μποτιλάκι.

Ο Νικήτας γύρισε βιαστικά και είδε ένα γέρο, που αδιάφορος περνούσε νανουρίζοντας ένα παιδάκι, και αναγνώρισε τον Παγράτη. Δε σηκώθηκε, όμως παρακάτω ένας στρατιώτης φύλαγε και κοίταζε κατά το μέρος του. Έχυσε στα χωρισμένα χείλια του αγοριού μερικές στάλες από το μποτιλάκι. Ο Κωνσταντίνος αναστέναξε και σε λίγο άνοιξε τα μάτια. Μα βλέποντας τη βουλγάρικη περικεφαλαία του Νικήτα σκυμμένη απάνω του, τα έκλεισε πάλι βιαστικά. Ο Νικήτας έκανε νόημα του Μιχαήλ, και ο μικρός έπεσε στα γόνατα, άρπαξε το σύντροφο του στην αγκαλιά του και τον σκέπασε φιλιά. Ο Κωνσταντίνος τον αναγνώρισε.

- Μιχαήλ... μουρμούρισε.

- Μη μιλάς και μην κουνήσεις, αποκρίθηκε ο μικρός, μας κοιτάζουν ξένοι. Ο Νικήτας είναι δω...

Ο στρατιώτης που φύλαγε παρακάτω πλησίασε με δυο άλλους κι έναν αξιωματικό.

Η ώρα είχε έλθει της μοιρασιάς των αιχμαλώτων.

- Μόνο τους άρχοντες θέλει να δει ο Τσάρος, είπε ο αξιωματικός, όλους τους άλλους τους αφήνει σ' όποιον τους αιχμαλώτισε.

Και βλέποντας τον Κωνσταντίνο και τον Μιχαήλ, πήρε τα χέρια τους και τα ξέτασε.

- Ετούτα είναι αρχοντόπουλα κι αμάθητα από δουλειά, είπε, και γυρνώντας στους στρατιώτες: Πάρτε τα, πρόσταξε.

Ο Νικήτας τον σταμάτησε.

- Έχω ανάγκη από δυο δούλους στο σπίτι μου, είπε, τους μάζεψα αυτούς, είναι μικροί κι αδύνατοι, άφησε μου τους!

- Πήγαινε να τους ζητήσεις του Τσάρου, αποκρίθηκε ο αξιωματικός και γύρισε να φύγει. Μα ο Νικήτας σιωπηλά άπλωσε το χέρι, και μερικά φλουριά γυάλισαν. Ο αξιωματικός κοντοστάθηκε, έριξε μια ματιά στους στρατιώτες του, να βεβαιωθεί πως δεν είδαν τίποτα, άρπαξε τα φλουριά, και γυρνώντας στον στρατιώτη που απομακρύνουνταν με τ' αγόρια:

- Φέρτα πίσω! Φώναξε, και σαν πλησίασαν τα παιδιά, τα εξέτασε πάλι, κοίταξε τα σκονισμένα τους μεταξωτά ρούχα, και είπε: Λάθος έκανα. Αυτά είναι του λαού παιδιά και βάλανε τα καλά τους για το πανηγύρι. Άφησ' τα δω. Δεν είναι αυτά για τον Τσάρο μας!

Τ' αγόρια δεν ήξεραν βουλγάρικα και δεν κατάλαβαν τι συνέβηκε· ούτε τόλμησαν να μιλήσουν. Αλλά το βλέμμα τους καρφωμένο στο πρόσωπο του Νικήτα ήταν φορτωμένο ανησυχία. Ο Νικήτας τους χαμογέλασε.

- Μείνετε δω, είπε σιγά, κι έννοια σας. Είσθε δικοί μου πια, και ο Θεός βοηθός, θα σας σώσω.

Και με ύφος κατακτητή που σεριανίζει ανάμεσα στους σκλάβους του, γύρισε δω κι εκεί γυρεύοντας τον Παγράτη.

Τον βρήκε παρακάτω, καθισμένο χάμω, αναμεταξύ σε διάφορους φτωχοντυμένους ανθρώπους της εργατικής τάξης και των υπηρετών. Στα γόνατα του βαστούσε την Αλεξία. Το παιδί ήταν μαζεμένο στην αγκαλιά του γέρου, ακίνητο και σιωπηλό, και τα με γάλα του μάτια, άγρια και τρομαγμένα, γυάλιζαν ανάμεσα στα μαύρα του κατσαρά σα φωτιές αναμμένες.

- Γιατί μένετε ξέχωρα εδώ, μακριά από το κοπάδι των δούλων; ρώτησε ο Νικήτας βουλγάρικα και με απότομο τρόπο.

Κανείς δεν αποκρίθηκε. Μερικοί τον κοίταξαν λαφιασμένοι, χωρίς να καταλάβουν. Οι περισσότεροι ούτε κούνησαν.

- Πες μου ό,τι θες βουλγάρικα, είπε ο Παγράτης, κανένας δε θα σε καταλάβει.

Και με ύφος αφέντη που διατάζει το δούλο του, είπε σύντομα ο Νικήτας, κομματιάζοντας τις φράσεις του:

- Θα φύγω σήμερα στο Βοριά. Τ' αγόρια είναι δικά μου, θα τα πάρω μαζί μου. Με τη στολή μου θα περάσω εύκολα. Και σένα σου είναι εύκολο να φύγεις. Πες τους πως είσαι από τους δικούς τους. Σα δεσμοφύλακας εκεί που ήσουν, μπορείς να τ' αποδείξεις. Το παιδί είναι εγγόνι σου, κατάλαβες. Κρύψε καλά το σταυρό. Σα φύγεις, τράβα νότια. Στα βορεινά θα χυθεί αίμα. Ο Αφέντης θα κατέβει σαν κεραυνός, μόλις πάγω την είδηση. Το σχέδιο της φυγής μου είναι απλό. Με τη βοήθεια της Παναγίας θα το επιτύχω. Αν όμως αποτύχω, θα φύγω μόνος. Πρώτα η Πατρίδα και ύστερα η φωνή της καρδιάς. Τότε μείνε συ κοντά στ' αγόρια. Σου τ' αφήνω...

Κι έφυγε απότομα όπως είχε έλθει.

Ένας από τους αιχμαλώτους, που λίγο - λίγο είχε πλησιάσει, σηκώθηκε τότε και από μακριά τον ακολούθησε. Ο Νικήτας πήγε στ' αγόρια και τα βρήκε καθισμένα χάμω, ζαρωμένα το ένα κοντά στο άλλο, χεροπιασμένα και σιωπηλά. Όλους τους άλλους τους είχαν πάρει, και τα παιδιά έμειναν μόνα.

- Δεν πειράζει αν σας μιλώ απότομα, ψιθύρισε ο Νικήτας, μας βλέπουν.

Και με σπρωξιές τους σήκωσε και τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν. Μα μόλις έκαναν λίγα βήματα, και πέντε - έξι στρατιώτες έφθασαν τρεχάτοι, τους σταμάτησαν, και ο ένας έδειξε τον Κωνσταντίνο με το δάχτυλο.

- Αυτός είναι που λιγοθύμησε, είπε.

Δυο από τους στρατιώτες άρπαξαν τ' αγόρια και τρεχάτοι γύρισαν στη βασιλική σκηνή. Ούτε ο Κωνσταντίνος ούτε ο Μιχαήλ δεν είχαν βγάλει φωνή. Ο Νικήτας όρμησε πίσω τους. Περνώντας σκουντούφλησε έναν άνθρωπο, κι αναγνώρισε τον αιχμάλωτο που τον είχε ακολουθήσει. Μα δεν είχε καιρό να σταματήσει, και τρεχάτος μπήκε στη σκηνή του Τσάρου όπου οι στρατιώτες είχαν σύρει τ' αγόρια.

Ο γερο - Σαμουήλ ήταν ντυμένος ακόμα με την πολεμική του στολή, που φορούσε όλη νύχτα σαν οδηγούσε τους στρατιώτες του στη σφαγή και τη λεηλασία και τα ρούχα του, τα μακριά του γένια, τα φρύδια του, όλο του το ηλιοκαμένο άγριο πρόσωπο ήταν σκεπασμένα σκόνη. Η αντοχή του όμως ήταν παραδειγματική. Ούτε να καθήσει δεν ήθελε, παρά όρθιος ανάμεσα στους αξιωματικούς του, έδινε διαταγές και, συνάμα, διάλεγε και τους αιχμαλώτους που ήθελε. Στο βάθος της σκηνής δυο - τρεις στρατιώτες καταγίνουνταν να δέσουν από τη μέση, τον ένα με τον άλλο, τους άρχοντες και τις αρχόντισσες που είχε κρατήσει ο Σαμουήλ για δικό του μερδικό. Όταν μπήκαν μέσα τα δυο αγόρια, ο Σαμουήλ γύρισε στον Iβάτζη που στέκουνταν πλάγι του.

- Αυτά είναι τα παιδιά του στρατηγού; ρώτησε δείχνοντας τα με το δάχτυλο.

- Εγώ, δεν τα γνωρίζω, αποκρίθηκε ο Ιβάτζης, μα ξέρω πως ένα παιδί λιγοθύμησε, σαν τιμώρησα τον Κρηνίτη. Και μου είπαν πως ήταν γιος του.

Ο Νικήτας κατέβασε την περικεφαλαία του βαθιά στο μέτωπο του, προχώρησε ως μπρος στον Τσάρο, και χαιρετώντας στρατιωτικά είπε:

- Δέσποτα, τα παιδιά αυτά τα συνέλαβα εγώ. Είναι παιδιά του λαού και δεν αξίζουν για σένα. Χάρισε μου τα να τα πάγω στη γυναίκα μου. Είναι μικρά ακόμη για τη βαριά δουλειά του δούλου...

- Είναι ή δεν είναι τα παιδιά του στρατηγού; ρώτησε ο Σαμουήλ με ανυπομονησία, γυρνώντας στους αξιωματικούς του.

- Είναι! αποκρίθηκε ένας. Και αυτός ο στρατιώτης, που λέγει πως τα συνέλαβε, λέγει ψέματα! Εγώ τα συνέλαβα στην εκκλησία μέσα.

- Και αυτό είναι το αγόρι που λιγοθύμησε, είπε άλλος δείχνοντας τον Κωνσταντίνο. Είδα το στρατιώτη αυτόν που το σήκωνε και το κουβαλούσε πέρα.

Ο Νικήτας είχε σταυρώσει τα χέρια του και, ατάραχος ανάμεσα σε τόσους Βουλγάρους, λογάριαζε ψυχρά αν του έμενε ακόμα καμιά ελπίδα να σώσει τα παιδιά, ή αν έπρεπε ευθύς να φύγει για να εκτελέσει το άλλο, το μεγαλύτερο καθήκον του. Εκείνη την ώρα, ένας στρατιώτης μπήκε στη σκηνή, σέρνοντας μαζί του έναν άνθρωπο φτωχοντυμένο. Το πρόσωπο του ήταν χλωμό και σουβλερό σα νυφίτσας, και τα ρούχα του ήταν δούλου ρούχα. Ο στρατιώτης τον έσυρε ως εμπρός στον Τσάρο και τον έριξε στα γόνατα.

- Τι είναι αυτός ο άνθρωπος; ρώτησε ο Σαμουήλ.

- Αφέντη, είπε μ' έξαψη ο στρατιώτης, εδώ κάπου, με φορεσιά δικού μας στρατιώτη, είναι κρυμμένος ένας κατάσκοπος, και αυτός ο αιχμάλωτος υπόσχεται να τον μαρτυρήσει αν του χαρίσεις την ελευθερία του.

Ο Σαμουήλ ταράχθηκε.

- Κατάσκοπος! Πού είναι; Πού είναι; φώναξε, και αρπάζοντας από τα γένια τον πεσμένο δούλο: Πες μου πού είναι, ή σου ξεριζώνω τα μάτια! ξεφώνισε.

Ο αιχμάλωτος από χλωμός που ήταν, έγινε σταχτής.

- Δεν ξέρω! είπε. Άκουσα λίγα λόγια μονάχα. Μα ο γέρος ξέρει.

- Ποιος γέρος; φώναξε ο Σαμουήλ.

- Είναι δω απέξω, αποκρίθηκε ο στρατιώτης, και βγήκε τρεχάτος. Με τις σπρωξιές έφερε μέσα τον Παγράτη και το παιδί σφιγμένο στην αγκαλιά του. Το κοριτσάκι ούτε κούνησε ούτε μίλησε. Το τρομαγμένο άγριο βλέμμα της έπεσε πάνω στα δυό ελληνόπαιδα, τους χθεσινούς της φίλους, κι έμεινε κει στυλωμένο.

- Πού είναι ο κατάσκοπος; ξεφώνισε ο Σαμουήλ, γυρνώντας στον Παγράτη.

- Ποιος κατάσκοπος; ρώτησε ο γέρος τόσο ήσυχα, που ο Σαμουήλ έμεινε μια στιγμή χωρίς απάντηση.

- Πες εσύ, τι ξέρεις; είπε ο στρατιώτης του δούλου, συνοδεύοντας το ερώτημα με μια κλωτσιά.

- Είδα το γέρο να μιλά μ' ένα στρατιώτη, είπε ο δούλος τρέμοντας, κι επειδή ήμουν μακριά και δεν μπορούσα ν' ακούσω, πλησίασα και άκουσα το στρατιώτη που είπε: «Θα φύγω μόνος. Πρώτα η Πατρίδα κι ύστερα η φωνή της καρδιάς». Και φεύγοντας είπε: «Τότε μείνε συ κοντά στ' αγόρια, σου τ' αφήνω». Κατάλαβα από τα λόγια του, και προπάντων από τον περίεργο τρόπο που τα έλεγε, πως ήταν κατάσκοπος και πως ήθελε να φύγει.

- Τα λόγια αυτά δεν έχουν και μεγάλη σημασία, είπε ο Σαμουήλ. Άκουσες τίποτε άλλο;

- Όχι, Αφέντη μου.

- Τι γλώσσα μιλούσαν;

- Βουλγάρικα, αποκρίθηκε ο δούλος. Τα καταλαβαίνω, γιατί έκανα καιρό στα Σέρβια.

- Το στρατιώτη τον ξέρεις;

- Τον είδα που μπήκε δω μέσα. Έτρεχε πίσω απ' αυτά τα παιδιά, είπε ο δούλος δείχνοντας τον Κωνσταντίνο και τον Μιχαήλ.

- Είναι αυτός που γύρευε να τα πάρει δούλους! φώναξε ο Iβάτζης. Εξηγείται τώρα η ψευτιά του! Πού είναι; Πιάστε τον! Μα ο Νικήτας είχε εξαφανιστεί.

- Να τον κυνηγήσουν! πρόσταξε ο Σαμουήλ. Ζωντανό ή πεθαμένο, να τον φέρουν πίσω! και γυρνώντας στον Παγράτη: Πού έμαθες εσύ τα βουλγάρικα; ρώτησε.

- Είμαι από τη Σκάμπα, αποκρίθηκε ο γέρος. Ήμουν δεσμοφύλακας εκεί, Αφέντη.

- Είσαι Βούλγαρος λοιπόν; Και πώς βρέθηκες στην Αδριανούπολη;

- Έφθασα χθες, Άρχοντα μου, από το Βολερό, όπου με πήγαν οι Έλληνες με όλους τους άλλους κατοίκους της Βέρροιας, σαν την πήρε ο Βασιλέας τους...

- Μα ήσουν, λες, δεσμοφύλακας στη Σκάμπα! Πώς βρέθηκες στη Βέρροια; διέκοψε απότομα ο Ιβάτζης που δεν πίστευε τα λόγια του Παγράτη και γύρευε να τον μπερδέψει.

- Είχα πάγει να δω την κόρη μου, παντρεμένη εκεί, είπε ο Παγράτης χωρίς καθόλου να σαστίσει. Σαν έπεσε το φρούριο, ένας Έλληνας την πήρε δούλα και την έφερε δω.

- Και συ τι ήλθες να κάνεις εδώ; Ξέρεις ελληνικά;

- Όχι, μα της έφερα το παιδί της. Δεν την πρόφθασα όμως! Τη σκότωσαν χθες μαζί με την κυρά της.

- Σαν πολύ παραμύθι μου φαίνεται η ιστορία σου, γέρο, είπε ο Ιβάτζης ζυγώνοντας και κοιτάζοντας τον Παγράτη στα μάτια, και βλέποντας το παιδί στην αγκαλιά του: την αλήθεια λένε πως τη μαθαίνει κανείς από τα παιδιά και τους λωλούς, εξακολούθησε γυρνώντας στους δικούς του. Είναι κανένας εδώ που να ξέρει ελληνικά;

Ένας αξιωματικός ήξερε.

- Μίλησε του παιδιού! είπε ο Σαμουήλ. Αν είναι ελληνόπαιδο, θα φανεί.

Ο αξιωματικός πλησίασε το παιδί και ρώτησε ελληνικά:

- Πού είναι η μάνα σου;

Μα το κοριτσάκι τον κοίταξε με το ίδιο άγριο βλέμμα και δεν αποκρίθηκε. Ο αξιωματικός ρώτησε κάτι άλλο. Πάλι το παιδί δεν αποκρίθηκε.

- Μίλησε του βουλγάρικα! ξεφώνισε ο Ιβάτζης.

- Του κάκου το παιδεύεις, είπε λυπημένα ο Παγράτης, το παιδί είναι βουβό.

- Αυτός ο άνθρωπος λέγει ψέματα! είπε ο Ιβάτζης. Μια λέξη δεν πιστεύω από τις ιστορίες του!... Πες μου, γέρο, τι σήμαιναν τα λόγια που σου είπε ο στρατιώτης;

- Μου μιλούσε για τα παιδιά του που τ' άφησε στην πατρίδα του, σ' ένα χωριό λέγει, κοντά στη Σκάμπα, και μου έλεγε να τα φροντίσω, αν σκοτωθεί αυτός σε τούτη την εκστρατεία.

- Σου είπε πως θα φύγει μόνος. Τι εννοούσε; Και πού ήταν να πάγει;

- Μου είπε πως είχε πει στ' αγόρια του ότι θα φύγει μόνος, γιατί πρώτα έβαζε την πατρίδα και ύστερα αυτά.

- Λες ψέματα! Λες ψέματα! ξεφώνισε ο Ιβάτζης, και απότομα ρώτησε: Πώς τον λένε το στρατιώτη;

- Δεν ξέρω, είπε ήσυχα ο Παγράτης, πρώτη φορά τον έβλεπα.

- Να ψάξετε αυτό τον άνθρωπο! πρόσταξε ο Σαμουήλ. Αν βρεθεί πως λέγει ψέματα, να κρεμαστεί αμέσως. Αν όμως ο άλλος λέγει ψέματα, να τον σουβλίσουν.

Δυο στρατιώτες άρπαξαν τον Παγράτη και τον έψαξαν. Δε βρήκαν όμως απάνω του παρά λίγα νομίσματα βουλγάρικα και το αποδεικτικό με τη βούλα του διοικητή της Σκάμπας, που έλεγε πως ήταν δεσμοφύλακας εκεί. Τίποτε άλλο.

- Να που έλεγε την αλήθεια, είπε ο Σαμουήλ, και ο σκλάβος αυτός είπε ψέματα, και κατάγγειλε δυο Βουλγάρους άδικα, από μίσος βέβαια! Πάρτε τον έξω! Και να τον σουβλίσουν αμέσως!

Δυο στρατιώτες άρπαξαν το δούλο, μα τους ξέφυγε κι έπεσε στα πόδια του Τσάρου.

- Δεν είπα ψέματα! φώναξε ο άθλιος, ούτε φαντάσθηκα πως ο γέρος ήταν Βούλγαρος.

Ο Σαμουήλ χαμογέλασε ειρωνικά.

- Λοιπόν πρόδωσες έναν που νόμιζες πατριώτη σου; Ή ψεύτης είσαι ή προδότης. Δεν αξίζει να σε λυπηθώ! και πρόσταξε τους στρατιώτες να τον πάρουν.

Ο Ιβάτζης άπλωσε το χέρι.

- Μια στιγμή! είπε, σταθείτε! και γυρνώντας στον Τσάρο: Περίμενε πρώτα να βρεθεί ο μυστηριώδης στρατιώτης, Δέσποτα, είπε, και ύστερα έχεις καιρό να σουβλίσεις το σκλάβο σου. Ωστόσο όμως δώσε διαταγή να αλυσοδέσουν το γέρο. Αν βρεθεί ο στρατιώτης και αποδειχθεί πως είναι αθώος, τον ελευθερώνεις πάλι.

- Ας τον δέσουν λοιπόν, πρόσταξε ο Τσάρος. Τον προδότη όμως να τον σουβλίσουν!

Και γυρνώντας στους στρατιώτες, στο βάθος της σκηνής:

- Δέσετε και τούτα τα δυο παιδιά με τους δούλους μου, είπε. Μ' αρέσει να έχω γιους στρατηγών για παιδόπουλα στην αυλή μου.

Το βράδυ ο Νικήτας δεν είχε βρεθεί. Στο μεταξύ, ανακάλυψαν πως ένα από τα καλύτερα άλογα του Τσάρου έλειπε από το βασιλικό στάβλο, και κάτω από κάτι άχυρα βρήκαν το σώμα ενός στρατιώτη μ' ένα μαχαίρι μπηγμένο στην καρδιά.

Με αδιαφορία είχε αφήσει ο Ιβάτζης να εκτελεστεί η ποινή του προδότη. Τον Παγράτη όμως, αλυσοδεμένο, τον έριξε στη φυλακή με το παιδί μαζί. Η εξαφάνιση του Νικήτα και του αλόγου, ο σκοτωμένος στρατιώτης που βρέθηκε κρυμμένος στ' άχυρα, αρκούσαν του Ιβάτζη για ν' αφήσει το γέρο να σαπίσει και να πεθάνει στη φυλακή, χωρίς άλλη ανάκριση και χωρίς δίκη, με μόνο μιαν υποψία.