Τα ψηλά βουνά/Τα παιδιά γίνονται δασοφύλακες

Τὰ ψηλὰ βουνὰ
α' έκδοση, 1918
Συγγραφέας:
Τὰ παιδιὰ γίνονται δασοφύλακες


37. Τὰ παιδιὰ γίνονται δασοφύλακες.

«Ἀπὸ αὔριο θὰ φέρω τὸ φυλακεῖο μου ἐδῶ πέρα» εἶπε ὁ δασοφύλακας. «Μοῦ χρειάζεται ὅμως βοήθεια. Πρῶτα μιὰ καλύβα· ἔπειτα πρέπει νὰ μπορῶ νὰ εἰδοποιήσω τοὺς χωροφύλακες ποὺ εἶναι στὸ Μικρὸ χωριὸ, ἢ τὸ σταθμάρχη τῆς Πέτρας, καθὼς καὶ τὸ δεύτερο δασοφύλακα, ποὺ εἶναι στοὺς λοτόμους. Πρέπει ἀκόμη νὰ ἔχω μιὰ δεύτερη βάρδια, στὴν ἀνάγκη καὶ τρίτη».


Ὁ Ἀντρέας ὅταν ἄκουσε αὐτά, ἔβγαλε ἀπὸ τὴν τσέπη του μιὰ σφυρίχτρα. Ὕστερα ἔκαμε σημεῖο στ’ ἄλλα παιδιά, νὰ βγάλουν τὴ σφυρίχτρα τους καὶ νὰ σφυρίξουν μονομιᾶς ὅλοι, μόλις κουνήση τὸ χέρι.

Μιὰ βροντερή σφυριξιὰ ἀκούστηκε ἀπὸ δέκα σφυρίχτρες. Μποροῦσε ν’ ακουστῆ ἀρκετὰ μακριά.

«Ἂν ἐμεῖς τὰ παιδιὰ χρειαζόμαστε, εἶπε ὁ Ἀντρέας, εἴμαστε ἐδῶ. Ἔχομε τὴ σφυρίχτρα μας, τὸ ραβδί μας καὶ τὸ σακούλι μας. Μποροῦμε νὰ πᾶμε στὸ Μικρὸ χωριὸ καὶ στὴν Πέτρα καὶ στοὺς λοτόμους».

—«Αὐτὸ θὰ εἶναι μιὰ καλὴ δουλειά» εἶπε ὁ δασοφύλακας.

—«Καὶ βάρδια θὰ φυλάξωμε» εἶπε ὁ Ἀντρέας. «Μὴ μᾶς βλέπεις μικρούς· εἴμαστε εἰκοσιέξι».

Ὁ δασοφύλακας κοίταξε τὰ παιδιὰ μὲ περιέργεια. Τὰ εἶδε ἡλιοκαμένα· φαίνονταν παιδιὰ μὲ θάρρος. Ὁ Ἀντρέας ἔμοιαζε παιδὶ ποὺ ξέρει νὰ ὁδηγῆ.

«Ποιὸν ἔχετε μαζί σας ἐδῶ;» ρώτησε. «Ποιὸς σᾶς συντροφεύει;»

—«Κανένας».

—«Μονάχοι σας εἶστε;»

—«Μονάχοι».

—«Ἀπὸ πότε;»

—«Ἀπὸ μιὰ βδομάδα».

—«Παιδιὰ ποὺ μποροῦν νὰ μείνουν ἐδῶ μόνα, μποροῦν νὰ βοηθοῦν καὶ τὸ δασοφύλακα. Ἐλᾶτε μαζί μου».

Τοὺς πῆρε καὶ τοὺς πῆγε σ’ ἕνα μέρος μὲ πυκνὰ δέντρα. Ἐκεῖ τοὺς ὥρισε πῶς θὰ φυλάξουν τὴ νύχτα καὶ τί θὰ κάμουν, ἄν τύχη καὶ ἀκούσουν τσεκούρι στὰ δέντρα.