Τα τρία κεράκια
Διήγημα



Σ' ένα εκκλησιδάκι παράμερο, μαυρισμένο από τη φωτιά μα όρθιο ακόμα, μοναχικό στο χαλασμένο χωριό, ένας γέρος στέκει στο στασίδι του, στα σκοτεινά, και προσεύχεται.

Η εκκλησία είναι αδειανή, όλοι έφυγαν· μα στο μανουάλι μπροστά του, μερικά κεράκια καίουν ακόμα γύρω στη μεσιανή λαμπάδα.

Τα μάτια του γέρου είναι στηλωμένα στα τρία ακριανά κεράκια· τ' άναψε για τα τρία του παλικάρια που πολεμούν στην Κρέσνα. Τα είχε ανάψει με καρδιόχτυπο· στο καθένα είχε δώσει με το νού του από ένα όνομα, τ' όνομα των παιδιών του, και τα κοίταζε με κάποιο φόβο, μη σβήσει κανένα, που θα ήταν κακό σημάδι για το παιδί του εκείνο. Μα όχι! Χαρούμενες και πηδηχτές έκαιαν οι φλογίτσες, πότε ολόισες και κίτρινες, στέλνοντας κολόνα τον καπνό απάνω, πότε γερτές και γαλάζιες, μικρεμένες σαν αναποφάσιστες, σκορπώντας άτακτα τον καπνό ολόγυρα.

- «Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος...», μουρμούρισε ο γέρος.

Τα χείλια του τρεμοσαλεύουν στην προσευχή, μα μέσα στην καρδιά του αναπολεί τις ειδήσεις που έφθασαν, και μονάχο σηκώνεται το χέρι του και κάνει το σταυρό του. - «Αναστάς εκ του μνήματος και τα δεσμά διαρρήξας του Άδου...»

Με τ' ανοιχτά του χέρια μισοαπλωμένα, με τα μάτια σηκωμένα, ψιθυρίζει ο γέρος το τροπάρι:

- «Δόξα σοι, Κύριε!...» Ετούτο και αν ήταν ανάσταση!...

Τι και αν τράβηξε πολλά ο ελληνισμός; Τι και αν κάηκε το χωριό ολόκληρο; Τι και αν πατούσαν σε στάχτη οι ελευθερωτές; Φθάνει που ελευθέρωναν και όλο μπροστά τραβούσαν.

Για το Γένος, για την πατρίδα την ελεύθερη...

Μ' ένα τσούξιμο στην καρδιά θυμήθηκε τον αδελφό του τον παπά, σφαγμένο και πεταμένο μ' εβδομήντα άλλα κουφάρια στην άκρη του δρόμου όπου περνούσαν οι νικητές. Ναι, ήταν φρικτό, το ήξερε, του το είχε πει το παιδί του που τα είδε, ζεστά ακόμα, τα θύματα των Τούρκων, σα μπήκε στα Σέρβια με το νικηφόρο στρατό... Μα τι μ' αυτό; Χωρίς θυσίες λευθεριά δε γίνεται.

-«Άγιος ο Θεός, Άγιος ισχυρός, Άγιος αθάνατος, ελέησον ημάς...»

Όλα του τ' αγόρια τα είχε δώσει στον πόλεμο· τα τρία του παλικάρια τού τα χάρισε ο Θεός και γλίτωσαν και από τα Γιαννιτσά και από το φοβερό Μπιζάνι. Το ένα, το τέταρτο το μικροχαϊδεμένο, είχε πέσει στο Σαραντάπορο. Θεός σχωρέσει το! Ήταν ο φόρος της λευθεριάς· έπρεπε να τον πληρώσει και αυτός, και δεν το έκλαψε το παιδί του. Σαν τον αδελφό του τον παπά, το είχε δώσει και αυτό θύμα στο μεγάλο θυσιαστήρι της πατρίδας της ελευθερωμένης...

Και ανέβηκαν στη Σαλονίκη οι δικοί μας, και τότε, αλήθεια, έκλαψε ο γέρος από χαρά. Και πήραν το Μπιζάνι οι δικοί μας, κι έλεγε ο γέρος πως θα τελείωνε από τη συγκίνηση. Μα του χάρισε ακόμα μέρες ο Χάρος, για να δει και άλλη μεγαλύτερη ακόμα δόξα της πατρίδας.

Γιατί ζήλεψαν οι Βούλγαροι την ομορφιά της δεύτερης πόλης του ελληνισμού, γύρεψαν να μας την αρπάξουν δόλια. Τότε, αλήθεια, κόντεψε να σπάσει η καρδιά του γέρου, γιατί το έμαθε στο χωριό του ανάμεσα στους εχθρούς που έλεγαν πως την πήραν κιόλα.

Μα δεν την πήραν! Γιατί έφθασε ο στρατός μας σα χείμαρρος βροντερός, και τους πέταξε πέρα και τους κατρακύλησε ως την Κρέσνα.

- «Ευλογητός ει, Κύριε, ο Θεός των πατέρων» και δοξασμένο τ' όνομα σου εις τους αιώνας...

Και τι αν βρέθηκε το χωριό του στο δρόμο των εχθρών; Το ήξεραν όλοι πως μιας και προχωρήσουν οι δικοί μας και πετάξουν πίσω τους εχθρούς, ο Βούλγαρος στο αίμα θα ξεδιψάσει. Ε, πέρασαν οι Βούλγαροι κι έκαναν τη δουλειά τους. Μα τι σημαίνει; Κοιμούνταν η κακομοίρα η γριά του κάτω από τα χαλάσματα του ρημαγμένου του σπιτιού. Ούτε βρήκε πια τα κόκαλα της σαν πέρασαν κι έφυγαν οι Βούλγαροι. Μαζί με τους άλλους που γύρευαν τους πεθαμένους τους, γύρεψε και αυτός· μα πού ήταν το σπίτι του, καλά-καλά δεν ήξερε πια. Πέτρες και στάχτη ήταν τώρα όλο το όμορφο χωριό τους, δεν ήταν να πεις πια πως ξεχώριζες τίποτα.

-Ευλογημένο τ' όνομα σου, Κύριε! Μόνο έτσι μπορούσε να ελευθερωθεί το Γένος, και το Γένος όσο πήγαινε και λευθερώνουνταν...

Ακούμπησε ο γέρος το κεφάλι στο μαυρισμένο από τον καιρό ξύλο του στασιδιού κι έκλεισε τα μάτια.

Ας είναι, ήταν κρύα η ζωή χωρίς την κακομοίρα τη γριά του και χωρίς το πατρικό του, όπου μεγάλωσαν τα παλικάρια του, όπου είχε τραγουδήσει και γελάσει και κλάψει και αντρειέψει το ξανθόμαλλο χαϊδεμένο του, που κοιμούνταν το στερνό του ύπνο σε κάποια χαράδρα του Σαρανταπόρου...

Ήταν ήσυχη, ήσυχη η εκκλησία, τόσο που σαν κάποιος φόβος να τον έπιασε το γέρο. Άνοιξε τα μάτια να βεβαιωθεί πως καίουν ακόμα τα κεράκια του, ένα για κάθε αγόρι, που να του τα χάριζε ο Θεός ως το τέλος, να του κλείσουν και αυτουνού τα μάτια σαν έλθει η ώρα...

Και πάλι ακούμπησε στο στασίδι.

Και απάνω του έπεσε βαριά η σιωπή, σιωπή τέτοια που ούτε στον τάφο δεν ήταν μεγαλύτερη.

Και στη σιωπή αυτή, ένιωσε σα μιαν ανατριχίλα που πέρασε στην εκκλησιά, σιωπηλή και αυτή, σαν από άλλον κόσμο.

Ο γέρος ανατρίχιασε, τρεμούλιασε η καρδιά του, και γύρισε κατά την ανοιχτή πόρτα.

Έξω στην ερημιά, στο σκοτάδι όπου άσπριζαν κάπου-κάπου οι πεσμένες πέτρες, είδε ένα ποτάμι πλατύ, που σιωπηλά κυλούσε, και πέρα έναν καβαλάρη που διάβαινε. Μαυροφορεμένος και διάφανος έστεκε στο διάφανο μαύρο του άλογο· μπροστά του έσπρωχνε πλήθος από νέους, και πίσω έσερνε δεμένους γέρους και γριές, και στη σέλα και στα καπούλια αρμαθιές είχε κρεμασμένα τα παιδάκια.

Ο γέρος παρατήρησε πως οι νέοι ήταν πολύ περισσότεροι, και κοπαδιαστά έτρεχαν μπροστά.

Σιωπηλά διάβαιναν, σα να μην πατούσαν χάμω. Όλο αυτοί μιλούσαν, μα καμιά φωνή δεν ακούουνταν, και όμως τους άκουε ο γέρος. Ήταν άλλου κόσμου το διάβα αυτό, και άλλου κόσμου η κουβέντα.

Κι ένα παιδάκι παρακαλούσε κι έλεγε:

-«Χάρο μου, γύρνα στο βουνό να μάσω λουλουδάκια».

-«Βασιλικό δε σου 'βαλε η μάνα σου στο χέρι;»

-«Μαράθηκε ο βασιλικός. Θέλω χλωρά λουλούδια».

Και καθάρια άκουσε ο γέρος την απάντηση:

-«Όπου πατήσει Βούλγαρος, χόρτο χλωρό δε μένει».

Και κάποιος άλλος έλεγε:

-«Χάρο μου, κόνεψ' εις χωριό, κόνεψ' εις κρύα βρύση, να πιουν οι γέροντες νερό κι οι νιοι να λιθαρίσουν...»

Και πάλι αποκρίθηκε ο Μαύρος Καβαλάρης:

-«Όπου περάσει Βούλγαρος, στάλα δροσιάς δε μένει».

- «Χάρο μου, στάσου, Χάρο μου, πάρε μαζί το γέρο, που έμεινε πια έρημος σαν καλαμιά στον κάμπο...»

Ανατρίχιασε ο γέρος κι έσκυψε να δει το σωπασμένο στόμα που μιλούσε.

Τρία παλικάρια όμορφα, σαν κυπαρίσσια ίσια, γυρνούσαν τ' αχνά τους πρόσωπα και άπλωναν τα χέρια τους κατά την εκκλησιά.

Μα ο Χάρος γέλασε και τα έσπρωξε μπροστά.

-«Ούτε σε βρύση σταματώ, ουδ' εις χωριό κονεύω», είπε. «Γνωρίζ' η μάνα το παιδί και τα παιδιά τους γέρους, γνωρίζονται τ' αντρόγυνα και χωρισμό δεν έχουν. Καιρός γι' αυτά δεν είναι πια, τραβάτ' εμπρός, λεβέντες...»

Είχαν προχωρήσει στο γοργό τους πέρασμα, πριν προφθάσει να τρέξει πίσω τους ο γέρος. Έκανε να τους φωνάξει, και η φωνή του τον τρόμαξε. Ανασηκώθηκε και κοίταξε... Ήταν μονάχος στην εκκλησιά... Μόνο μπροστά του, στο μανουάλι, κάπνιζαν ακόμα τρία σβησμένα κεράκια, τα δικά του.

Και αναστέναξε ο γέρος και μάζεψε την κάπα στο στήθος του, γιατί ξαφνικά ένιωσε κρύο μεγάλο...

Μα πάλι αντρειεύτηκε, ανασηκώθηκε κι έκανε το σταυρό του.

-«Ευλογητός ει, Κύριε, ο Θεός των πατέρων ημών», είπε.

Έτρεμε λίγο το χέρι του κάνοντας το σταυρό του, μα τι να γίνει;

Έπρεπε να γίνει και αυτό για να ελευθερωθεί το Γένος. Τρία παιδιά του έμεναν, τα έδωσε και αυτά. Η πατρίδα τα 'κραξε. Τι σημαίνει; Η γαλάζια σημαία της λευθεριάς κυμάτιζε τώρα στης Κρέσνας τα κορφοβούνια.

Και με το κεφάλι σηκωμένο γύρισε ο γέρος και βγήκε από την εκκλησιά.