Τα προξενεία της Αφροδίτης

ΣΑΛΠΙΓΞ Εν Λεμησώ της Κύπρου, έτος Α, αρ. 5 14 Μαρτίου 1884


Βασίλη Μιχαηλίδη

Τα προξενεία της Αφροδίτης

Με την κατοχήν των Άγγλων ήλθε κ' η ελευθερία,

    κ' έκτισε κ' η Αφροδίτη 'ς το νησί μας προξενεία.

Εις αυτά ημέραν νύκτα είνε υπηρέτριαί της,

    κρυφοπαρασημοφόροι αι πισταί Μαγδαληναί της

Όποιος κι' όποιαν ώραν θα πάγει ή 'ς το φως ή 'ς το σκοτάδι

    μ' ένα φίλημα θα πάρη, πασαπόρτι για τον Άδην.

Έχομεν πολλούς τοιούτους 'ς το νησί πασαπορτλίδες

    οπού έχουν πασαπόρτι με πεντ' εξ οκτώ σφραγίδες

πασαπόρτιν οπού μόλις ημπορούν να το σηκώσουν να το πάρουν 'ς τους γιατρούς μας να τους το επικυρώσουν Όσοι δεν ξεύρουν τον δρόμον εις αυτά τα Προξενεία,

    άλλους οδηγεί ο Βάκχος κι' άλλους η ανοησία.

Ω Κυβέρνησις της Κύπρου! είν' αυτή φροντίς δική σου

    σπεύσε πριν λιποτακτήσουν όλοι οι υπήκοοί σου

και κατόπιν με τον Άδην αίφνης έλθετε εις ρήξιν

    και θυμώση και θελήση πόλεμον να σου κηρύξη.

Δεν είναι ψευδοπροφήτης για να νικηθή ευκόλως

    είν' ο Άδης που τον τρέμει και η γη κι' ο κόσμος όλος.

Όλ' αυτά τα προξενεία πρέπει να τα καταργήσης

    και μαγδαληνήν 'ς τον τόπον ουδέ μιαν να μην αφήσης.

Τι εμπόδισες να έλθη 'ς το νησί μας η χολέρα;

    έχομεν εδώ πανώλην που μας τρώγει καθ' ημέραν

Διώξέ ταις Κυβέρνησίς μου και θα μας ευχαριστήσης

    και θ' ακούσης από όλους χίλιαις διο χειροκροτήσεις.

Ήλθαν λέγουν εις τον τόπον να πωλούν κονιάκ και μπύρρα

    κι άλλη λεγ' είνε κορίτσι κι' άλλη λέγει είναι χήρα.

κι' από την Γαλλίαν ήλθαν κι από μέσα 'ς ταις Βλαχίαις

    εμαζεύθησαν δω μέσα τέτοιαις έντιμαις κυρίαις.

Κι' από το Βερούτι ήλθαν και από την Αλεξάνδρα

    σαν να ήνε το νησί μας πατρογονική τους μάνδρα·

διώξε ταις Κυβέρνησίς μου όλοι σε παρακαλούμεν,

    κι' αν δεν θέλης να το κάμης 'ς τον Θεόν θ' αναφερθούμε

Θα του πούμεν «ω θεέ μου! διώξε από το νησί μας

    «αυταίς όλαις οπού τρώγουν καθ' ημέρα την ζωήν μας·
    «αυταίς όλαις οπού ήλθαν διά την κακήν μας μοίραν».

Πλην κι' αυτός αν ήν' Εγγλέζος κι' αγαπά κι' αυτός την μπύρραν.

Ως τόσον είνε διαβολεμένος ποιητής! διά να σας δείξω ακόμη πως εκείνος περπατεί 'ς την γην και ο νους του πετά 'ς τους ουρανούς, να! σας βάλλω ακόμη μίαν άκραν ενός άλλου ποιήματός του να τον καταλάβετε καλά.

Να ήμην ήθελα Θεός για να σε ασχημίσω

    για να σε βλέπω άσχημον σκληρά να σε μισήσω,

και να σου δώσω πτέρυγάς 'ς τα ύψη να πετάξης

    να περιέλθης τ' ουρανού τας διαφόρους τάξις,

να δουν κι' εκεί την άπιστον την άσπλαγχνον καρδιάν σου

    να δουν να μείνουν έντρομοι για την σκληρότητά σου

δια να θαυμασθή η γη να λάβη το βραβείον,

    πως πρώτη έπλασεν αυτή το τέλειον θηρίον.