Συνταγματικός Νόμος της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας (2003)
Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο της Αυστραλίας
Υιοθετήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1901. Αναθεωρήθηκε στις 25 Ιουλίου 2003


Πίνακας περιεχομένων 
Άρθρα:
Συνταγματικός Νόμος της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας
Κεφάλαιο I. Το Κοινοβούλιο
Κεφάλαιο II. Εκτελεστική Κυβέρνηση
Κεφάλαιο III. Δικαστική εξουσία
Κεφάλαιο IV. Οικονομία και εμπόριο
Κεφάλαιο V. Πολιτείες
Κεφάλαιο VI. Νέες πολιτείες
Κεφάλαιο VII. Διάφορα
Κεφάλαιο VIII. Αναθεώρηση του Συντάγματος
Παράρτημα
Νόμος Υιοθέτησης του Καταστατικού του Ουεστμίνστερ του 1942
Νόμος περί Αυστραλίας του 1986

Συνταγματικός Νόμος της Κοινοπολιτείας της ΑυστραλίαςΕπεξεργασία

Μια απόφαση που συνιστά την Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι οι λαοί της Νέας Νότιας Ουαλίας, της Βικτώριας, της Νότιας Αυστραλίας, του Κουίνσλαντ και της Τασμανίας, βασιζόμενοι στην ευλογία του Παντοδύναμου Θεού, συμφώνησαν να ενωθούν σε μία αδιαχώριστη Ομοσπονδιακή Κοινοπολιτεία υπό το Στέμμα του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας σύμφωνα με το Σύνταγμα:

Και ότι είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η είσοδος στην Κοινοπολιτεία άλλων αποικιών της Αυστραλίας και των κτήσεων της βασίλισσας:

Έτσι θεσπίζεται από την Εξαίρετη Μεγαλειότητα της Βασίλισσας, και με τη συμβουλή και τη συγκατάθεση των Πνευματικών και Προσωρινών Λόρδων, και των Κοινοτήτων, σε αυτό το σημερινό κοινοβούλιο, και από την αρχή του ίδιου, ως εξής:

1. Σύντομος τίτλος

Αυτός ο νόμος μπορεί να αναφέρεται ως Νόμος περί Συντάγματος της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας.

2. Νόμος που επεκτείνεται στους διαδόχους της Βασίλισσας

Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου που αφορούν τη Βασίλισσα θα επεκταθούν στους κληρονόμους και τους διαδόχους της Αυτής Μεγαλειότητας της κυριαρχίας του Ηνωμένου Βασιλείου.

3. Διακήρυξη της Κοινοπολιτείας

Πρέπει να είναι σύννομη με τη Βασίλισσα, με τη συμβουλή του Συμβουλίου της Επικρατείας, να δηλώνει με διακήρυξη ότι, τη στιγμή και μετά από μια ημέρα που ορίστηκε, όχι αργότερα από ένα χρόνο μετά τη θέσπιση του νόμου αυτού, ο λαός της Νέας Νότιας Ουαλίας, της Βικτώριας, της Νότια Αυστραλία, του Κουίνσλαντ και της Τασμανίας και εάν η Αυτού Μεγαλειότητα είναι ικανοποιημένη από το γεγονός ότι οι πολίτες της Δυτικής Αυστραλίας συμφώνησαν με αυτήν, της Δυτικής Αυστραλίας, να ενωθούν σε μια Ομοσπονδιακή Κοινοπολιτεία υπό την ονομασία της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας. Αλλά η Βασίλισσα μπορεί, ανά πάσα στιγμή μετά την προκήρυξη, να διορίσει έναν Γενικό Κυβερνήτη της Κοινοπολιτείας.

4. Έναρξη ισχύος του Νόμου

Η Κοινοπολιτεία θα καθιερωθεί και το Σύνταγμα της Κοινοπολιτείας θα τεθεί σε ισχύ κατά και μετά την ημέρα που θα οριστεί. Ωστόσο, τα κοινοβούλια των διαφόρων αποικιών μπορούν ανά πάσα στιγμή μετά τη θέσπιση αυτού του νόμου να θεσπίσουν τέτοιους νόμους, να τεθούν σε ισχύ την ημέρα που ορίστηκαν, όπως θα έκαναν εάν το Σύνταγμα είχε τεθεί σε ισχύ κατά τη θέσπιση αυτού του νόμου.

5. Λειτουργία του Συντάγματος και των νόμων

Αυτός ο νόμος και όλοι οι νόμοι που θεσπίζονται από το κοινοβούλιο της Κοινοπολιτείας σύμφωνα με το Σύνταγμα δεσμεύουν τα δικαστήρια, τους δικαστές και τους πολίτες κάθε Πολιτείας και κάθε τμήματος της Κοινοπολιτείας, ανεξάρτητα από οτιδήποτε υπάρχει στη νομοθεσία κάποιας Πολιτείας, και οι νόμοι της Κοινοπολιτείας θα ισχύουν για όλα τα βρετανικά πλοία, εκτός από τα πολεμικά πλοία της Βασίλισσας, των οποίων το λιμάνι απόπλου και το λιμάνι προορισμού βρίσκονται στην Κοινοπολιτεία.

6. Ορισμοί

Ως Κοινοπολιτεία νοείται η Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας, όπως έχει συσταθεί βάσει του παρόντος Νόμου.

Ως Πολιτείες νοούνται οι αποικίες της Νέας Νότιας Ουαλίας, της Νέας Ζηλανδίας, του Κουίνσλαντ, της Τασμανίας, της Βικτώριας, της Δυτικής Αυστραλίας και της Νότιας Αυστραλίας, συμπεριλαμβανομένης της βόρειας επικράτειας της Νότιας Αυστραλίας, καθώς προς το παρόν αποτελούν τμήματα της Κοινοπολιτείας και αποικίες ή εδάφη που μπορούν να γίνουν δεκτά ή να καθιερωθούν από την Κοινοπολιτεία ως Πολιτείες, και κάθε ένα από αυτά τα μέρη της Κοινοπολιτείας να αποκαλείται Πολιτεία.

Ως Αρχικές Πολιτείες νοούνται τα κράτη που είναι μέρη της Κοινοπολιτείας κατά τη σύστασή της.

7. Κατάργηση του Νόμου του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου

Ο νόμος του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου της Αυστραλασίας του 1885, καταργείται, αλλά δεν επηρεάζει τους νόμους του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου της Αυστραλασίας που ισχύουν κατά τη σύσταση της Κοινοπολιτείας.

Οποιοσδήποτε τέτοιος νόμος μπορεί να καταργηθεί ως προς οποιαδήποτε Πολιτεία από το Κοινοβούλιο της Κοινοπολιτείας, ή ως προς οποιαδήποτε αποικία που δεν είναι κράτος από το Κοινοβούλιο.

8. Εφαρμογή του Νόμου περί Ορίων των Αποικιών

Μετά τη δημοσίευση αυτού του νόμου, ο νόμος για τα όρια των αποικιών του 1895, δεν θα ισχύει για οποιαδήποτε αποικία που γίνεται μέλος της Κοινοπολιτείας. αλλά η Κοινοπολιτεία θεωρείται αυτοδιοικούμενη αποικία για τους σκοπούς του εν λόγω Νόμου.

9. Σύνταγμα

Το Σύνταγμα της Κοινοπολιτείας έχει ως εξής:

Κεφάλαιο I. Το ΚοινοβούλιοΕπεξεργασία

Μέρος I. ΓενικάΕπεξεργασία

1. Νομοθετική εξουσία

Η νομοθετική εξουσία της Κοινοπολιτείας ανήκει σε Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο, το οποίο θα αποτελείται από τη Βασίλισσα, μια Γερουσία και μια Βουλή των Αντιπροσώπων και που καλείται εφεξής το Κοινοβούλιο ή το Κοινοβούλιο της Κοινοπολιτείας.

2. Γενικός Κυβερνήτης

Ο Γενικός Κυβερνήτης ο οποίος διορίζεται από τη Βασίλισσα θα είναι ο εκπρόσωπος της Μεγαλειότητας της Κοινοπολιτείας και θα μπορεί να ασκεί στην Κοινοπολιτεία κατά τη διάρκεια της επιθυμίας της Βασίλισσας, αλλά υπό την επιφύλαξη αυτού του Συντάγματος, τέτοιες εξουσίες και λειτουργίες της Βασίλισσας, που του έχουν εκχωρηθεί.

3. Μισθός του Γενικού Κυβερνήτη

Υπάρχει κονδύλιο του Κοινοπολιτειακού Προϋπολογισμού εκ μέρους της Βασίλισσας, για τον μισθό του Γενικού Κυβερνήτη, ετήσιο ποσό το οποίο, έως ότου το Κοινοβούλιο ορίζει άλλως, είναι δέκα χιλιάδες λίρες.

Ο μισθός του Γενικού Κυβερνήτη δεν μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια της θητείας του.

4. Διατάξεις σχετικά με τον Γενικό Κυβερνήτη

Οι διατάξεις του παρόντος Συντάγματος σχετικά με τον Γενικό Κυβερνήτη επεκτείνονται και ισχύουν προς το παρόν για τον Γενικό Κυβερνήτη ή το πρόσωπο που μπορεί να διορίσει η Βασίλισσα για να διοικήσει την Κυβέρνηση της Κοινοπολιτείας, αλλά κανένα τέτοιο άτομο δεν δικαιούται να λαμβάνει οποιοδήποτε μισθό από την Κοινοπολιτεία σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο αξίωμα κατά τη διάρκεια της διοίκησής του από την κυβέρνηση της Κοινοπολιτείας.

5. Σύνοδοι του Κοινοβουλίου

Αναστολή και διάλυση

Ο Γενικός Διοικητής μπορεί να ορίσει συγκεκριμένες περιόδους για τη διεξαγωγή των συνόδων του Κοινοβουλίου όπως κρίνει σκόπιμο και μπορεί επίσης, από καιρό σε καιρό, με διακήρυξη ή με άλλο τρόπο, να αναστέλλει τη λειτουργία του Κοινοβουλίου και μπορεί κατά παρόμοιο τρόπο να διαλύει τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Σύγκληση του Κοινοβουλίου

Μετά από γενικές εκλογές, το Κοινοβούλιο συγκαλείται να συνεδριάσει το αργότερο τριάντα ημέρες μετά την ημέρα που έχει οριστεί για την έναρξη των εντολών.

Πρώτη συνεδρία

Το Κοινοβούλιο καλείται να συνεδριάσει το αργότερο έξι μήνες μετά τη σύσταση της Κοινοπολιτείας.

6. Ετήσια σύνοδος του Κοινοβουλίου

Η σύνοδος του Κοινοβουλίου πραγματοποιείται μία φορά τουλάχιστον ανά έτος, έτσι ώστε να μην παρεμβαίνουν οι τελευταίοι δώδεκα μήνες μεταξύ της τελευταίας συνεδρίασης του Κοινοβουλίου σε μία σύνοδο και της πρώτης συνεδρίασής της στην επόμενη σύνοδο.

Μέρος II. ΓερουσίαΕπεξεργασία

7. Γερουσία

Η Γερουσία αποτελείται από γερουσιαστές για κάθε Πολιτεία, οι οποίοι επιλέγονται άμεσα από τον λαό της Πολιτείας, μέσω ψηφοφορίας, μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίζει άλλως, ως εκλογικό σώμα.

Όμως, μέχρις ότου το Λοινοβούλιο της Κοινοπολιτείας ορίζει άλλως, η Πολιτεία του Κουίνσλαντ, αν η πολιτεία αυτή είναι αρχικό μέλος, μπορεί να θεσπίσει νόμους που διαιρούν την πολιτεία σε υποδιαιρέσεις και καθορίζουν τον αριθμό των γερουσιαστών που θα επιλεγούν για κάθε εκλογική περιφέρεια. Απουσία τέτοιας διάταξης ολόκληρη η πολιτεία θεωρείται ενιαίο εκλογικό σώμα.

Μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίζει άλλως, υπάρχουν έξι γερουσιαστές για κάθε αρχικό μέλος. Το Κοινοβούλιο μπορεί να αυξήσει ή να μειώσει τον αριθμό των γερουσιαστών για κάθε πολιτεία, αλλά μέ τέτοιο τρόπο ώστε να διατηρηθεί η ισότιμη εκπροσώπηση των διαφόρων αρχικών μελών και να μην υπάρχουν λιγότεροι από έξι γερουσιαστές για κανένα αρχικό μέλος.

Οι γερουσιαστές επιλέγονται για θητεία έξι ετών και τα ονόματα των γερουσιαστών που έχουν επιλεγεί για κάθε πολιτεία πιστοποιούνται από τον Κυβερνήτη στον Γενικό Κυβερνήτη.

8. Προσόντα των ψηφοφόρων

Τα προσόντα των ψηφοφόρων των γερουσιαστών πρέπει να είναι για κάθε πολιτεία αυτά που προβλέπονται από το παρόν Σύνταγμα ή από το Κοινοβούλιο ως προσόντα για τους ψηφοφόρους των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων. Αλλά στην εκλογή των γερουσιαστών, κάθε ψηφοφόρο θα ψηφίζει μόνο μία φορά.

9. Τρόπος εκλογής γερουσιαστών

Το κοινοβούλιο της Κοινοπολιτείας μπορεί να θεσπίζει νόμους που να ορίζουν τον τρόπο εκλογής γερουσιαστών, αλλά με τρόπο ώστε η μέθοδος να είναι ομοιόμορφη για όλες τις πολιτείες. Με την επιφύλαξη αυτού του νόμου, το Κοινοβούλιο κάθε πολιτείας μπορεί να θεσπίσει νόμους που θα καθορίζουν τη μέθοδο επιλογής των γερουσιαστών για την εν λόγω πολιτεία.

Χρόνος και τοποθεσία

Το Κοινοβούλιο μιας πολιτείας μπορεί να θεσπίζει νόμους για τον καθορισμό των χρόνων και των τόπων των εκλογών των γερουσιαστών για την πολιτεία.

10. Εφαρμογή πολιτειακών νόμων

Μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίζει άλλως, αλλά με την επιφύλαξη του παρόντος Συντάγματος, οι ισχύοντες νόμοι σε κάθε πολιτεία, που επί του παρόντος αφορούν εκλογές για το πλέον πολυμελές Σώμα του Κοινοβουλίου της πολιτείας, θα εφαρμόζονται όσο το δυνατόν περισσότερο στις εκλογές των γερουσιαστών της πολιτείας.

11. Αποτυχία επιλογής γερουσιαστών

Η Γερουσία μπορεί να προχωρήσει στη σσνέχιση των λειτουργιών της, παρά την αποτυχία οποιασδήποτε πολιτείας να εκλέξει την εκπροσώπησή της στη Γερουσία.

12. Έκδοση ενταλμάτων

Ο Κυβερνήτης οποιασδήποτε πολιτείας μπορεί να εκδώσει εντάλματα για εκλογές γερουσιαστών για την πολιτεία. Σε περίπτωση διάλυσης της Γερουσίας, τα εντάλματα εκδίδονται εντός δέκα ημερών από την κήρυξη της διάλυσης.

13. Εναλλαγή των γερουσιαστών

Το συντομότερο δυνατόν μετά τη συνεδρίαση της Γερουσίας και μετά από κάθε πρώτη συνεδρίαση της Γερουσίας μετά από διάλυση της, η Γερουσία διαιρεί τους εκλεγμένους γερουσιαστές για κάθε πολιτεία σε δύο τάξεις, σχεδόν ίσους σε αριθμό, και οι έδρες των γερουσιαστών της πρώτης τάξης θα κενωθούν με την εκπνοή τριών ετών και οι έδρες εκείνων της δεύτερης τάξης με τη λήξη έξι ετών από την έναρξη της θητείας τους. Έπειτα οι έδρες των γερουσιαστών θα κενωθούν με την παρέλευση έξι ετών από την έναρξη της θητείας τους.

Η εκλογή για πλήρωση κενών θέσεων πραγματοποιείται εντός ενός έτους πριν από την κένωση των θέσεων.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου η θητεία ενός γερουσιαστή λήγει την πρώτη ημέρα του Ιουλίου μετά την ημέρα της εκλογής του, εκτός από τις περιπτώσεις της πρώτης εκλογής και των εκλογών που ακολουθούν μετά από οποιαδήποτε διάλυση της Γερουσίας, όταν πρόκειται να αρχίσει την πρώτη ημέρα του Ιουλίου που προηγείται της ημέρας εκλογής του.

14. Περαιτέρω διάταξη για εναλλαγή

Κάθε φορά που ο αριθμός των γερουσιαστών για μία πολιτεία αυξάνεται ή μειώνεται, το Κοινοβούλιο της Κοινοπολιτείας μπορεί να ορίσει διάταξη για την εκκαθάριση των εδρών των γερουσιαστών για την πολιτεία, όπως κρίνει απαραίτητο για να διατηρήσει την κανονικότητα στην εναλλαγή.

15. Τυπικές κενώσεις εδρών

Εάν η έδρα ενός γερουσιαστή κενωθεί πριν από τη λήξη της θητείας του, τα Σώματα του Κοινοβουλίου της πολιτείας στην οποία εξελέγη, συνεδριάζοντας και ψηφίζοντας συλλογικά, ή εάν υπάρχει μόνο ένα Σώμα αυτού του Κοινοβουλίου, αυτό το Σώμα, θα επιλέξει ένα άτομο που θα καταλάβει την έδρα μέχρι τη λήξη της θητείας. Εάν όμως το Κοινοβούλιο της πολιτείας δεν συνεδριάσει κατά την κοινοποίηση της κενής έδρας, ο Κυβερνήτης του Κράτους, με τη συμβουλή του Εκτελεστικού Συμβουλίου, μπορεί να ορίσει ένα πρόσωπο που θα διατηρήσει την έδρα μέχρι τη λήξη δεκατεσσάρων ημερών από την έναρξη της επόμενης συνεδρίασης του Κοινοβουλίου της Πολιτείας ή τη λήξη της θητείας, όποιο από τα δύο συμβεί πρώτο.

Όταν μια έδρα κενωθεί ανά πάσα στιγμή στη θέση ενός γερουσιαστή που επέλεξε ο λαός μιας πολιτείας και, κατά τον χρόνο που ορίστηκε έτσι, αναγνωρίστηκε δημόσια από ένα συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα ως υποψήφιος του εν λόγω κόμματος και εκπροσωπούμενος δημόσια ως υποψήφιος, πρόσωπο που έχει επιλεγεί ή διορισθεί δυνάμει του παρόντος άρθρου λόγω αυτής της κενής έδρας ή λόγω της κενής έδρας και των επακόλουθων κενών εδρών, εκτός αν δεν υπάρχει διαθέσιμο μέλος του εν λόγω κόμματος, ορίζεται ως μέλος αυτού του κόμματος.

Όπου:

α) σύμφωνα με την τελευταία προηγούμενη παράγραφο, ένα μέλος ενός συγκεκριμένου πολιτικού κόμματος επιλέγεται ή διορίζεται για να κατέχει την έδρα γερουσιαστή του οποίου η θέση έχει κενωθεί, και
β) πριν αναλάβει την έδρα του, παύει να είναι μέλος αυτού του κόμματος (διαφορετικά από το γεγονός ότι το κόμμα έχει πάψει να υφίσταται),

θεωρείται ότι δεν έχει επιλεγεί ή διοριστεί και ότι η κενή θέση κοινοποιείται και πάλι σύμφωνα με το άρθρο 21 του παρόντος Συντάγματος.

Το όνομα κάθε γερουσιαστή που έχει επιλεγεί ή διοριστεί βάσει του παρόντος άρθρου πρέπει να πιστοποιείται από τον Κυβερνήτη της πολιτείας στον Γενικό Κυβερνήτη.

Εάν η έδρα ενός γερουσιαστή που επέλεξε ο λαός της πολιτείας κατά την εκλογή γερουσιαστών που πραγματοποιήθηκε τελευταίαα πριν από την έναρξη της Αναθεώρησης του Συντάγματος (Περιπτώσεις Κενών Εδρών της Γερουσίας) του 1977 έμεινε κενή πριν από την έναρξη αυτή και, με την έναρξη αυτή, κανένα πρόσωπο που επέλεξε το Σώμα ή τα Σώματα του Κοινοβουλίου της πολιτείας ή διορίστηκε από τον Κυβερνήτη της Πολιτείας, λόγω αυτής της κενής έδρας ή λόγω της κενής έδρας και των επακόλουθων κενών εδρών, το άρθρο αυτό ισχύει έως αν η έδρα του γερουσιαστή που επέλεξε ο λαός της πολιτείας είχε κενωθεί μετά την εν λόγω έναρξη.

Ένας γερουσιαστής που κατείχε το αξίωμα κατά την έναρξη της τροποποίησης του Συντάγματος (Περιπτώσεις Κενών Εδρών της Γερουσίας) του 1977, ήταν γερουσιαστής που διορίστηκε από τον Κυβερνήτη ενός Κράτους λόγω μιας κενής έδρας που είχε υπάρξει ανά πάσα στιγμή στην έδρα ενός γερουσιαστή που επέλεξε ο λαός της πολιτείας θεωρείται ότι έχει διοριστεί για να κρατήσει την έδρα μέχρι τη λήξη δεκατεσσάρων ημερών μετά την έναρξη της επόμενης συνόδου του Κοινοβουλίου της Πολιτείας που άρχισε ή αρχίζει μετά τον διορισμό του και θα ληφθούν περαιτέρω μέτρα δυνάμει του παρόντος άρθρου σαν να είχε κενωθεί η έδρα του γερουσιαστή που επέλεξε ο λαός της πολιτείας μετά από αυτή την έναρξη.

Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, ένας γερουσιαστής που ασκεί καθήκοντα κατά την έναρξη της τροποποίησης του Συντάγματος (Περιπτώσεις Κενών Εδρών της Γερουσίας) το 1977, που επελέγη από το Σώμα ή τις Βουλές μιας πολιτείας μετά από κενή θέση που είχε η έδρα ενός γερουσιαστή που έχει επιλεγεί από τον λαό της πολιτείας θεωρείται ότι έχει επιλεγεί για να ασκεί τα καθήκοντά του μέχρι τη λήξη της θητείας του γερουσιαστή που εκλέγεται από τον λαό της πολιτείας.

Εάν, κατά ή πριν από την έναρξη της τροποποίησης του Συντάγματος (Περιπτώσεις Κενών Εδρών της Γερουσίας) του 1977, τέθηκε σε ισχύ νόμος για την τροποποίηση του Συντάγματος με τίτλο «Τροποποίηση του Συντάγματος (Ταυτόχρονες Εκλογές) 1977», γερουσιαστής που κατείχε το αξίωμα κατά την έναρξη αυτού του νόμου που επελέγησαν από το Σώμα ή τις Βουλές μιας Πολιτείας λόγω κενής έδρας που είχε υπάρξει ανά πάσα στιγμή στην έδρα ενός γερουσιαστή που επέλεξε ο λαός της πολιτείας θεωρείται ότι έχει επιλεγεί για να κατέχει την έδρα του:

α) αν ο γερουσιαστής που εκλέγεται από τον λαό της πολιτείας είχε θητεία που λήγει στις 30 Ιουνίου 1978, μέχρι τη λήξη ή τη διάλυση της πρώτης Βουλής των Αντιπροσώπων μετά από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου, ή
β) αν ο γερουσιαστής που εκλέγεται από το λαό της πολιτείας είχε θητεία η οποία λήγει στις 30 Ιουνίου 1981 μέχρι τη λήξη ή τη διάλυση της δεύτερης Βουλής των Αντιπροσώπων μετά από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου ή, εάν υπάρξει προηγούμενη διάλυση της Γερουσίας, μέχρι τη διάλυση αυτή.

16. Προσόντα του γερουσιαστή

Τα προσόντα ενός γερουσιαστή είναι τα ίδια με αυτά ενός μέλους της Βουλής των Αντιπροσώπων.

17. Εκλογή Προέδρου

Η Γερουσία, προτού προχωρήσει στην πραγματοποίηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας, επιλέγει έναν γερουσιαστή ως Πρόεδρο της Γερουσίας. Όταν η θέση καθίσταται κενή, η Γερουσία επιλέγει πάλι έναν γερουσιαστή ως Πρόεδρο.

Ο Πρόεδρος παύει να κατέχει το αξίωμά του εάν παύσει να είναι γερουσιαστής. Μπορεί να παυθεί από το αξίωμα με ψήφο της Γερουσίας ή μπορεί να παραιτηθεί από το αξίωμά του ή από την έδρα του με γραπτή επιστολή προς τον Γενικό Κυβερνήτη.

18. Απουσία Προέδρου

Πριν ή κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε απουσίας του Προέδρου, η Γερουσία μπορεί να επιλέξει έναν γερουσιαστή να ασκήσει τα καθήκοντά του κατά την απουσία του.

19. Παραίτηση γερουσιαστή

Ένας γερουσιαστής μπορεί, με γραπτή επιστολή στον Πρόεδρο ή στον Γενικό Κυβερνήτη, εάν δεν υπάρχει πρόεδρος ή αν ο Πρόεδρος απουσιάζει από την Κοινοπολιτεία, να παραιτηθεί από την έδρα του, η οποία καθίσταται κενή.

20. Κένωση έδρας λόγω απουσίας

Η έδρα ενός γερουσιαστή θεωρείται κενή αν για δύο συνεχείς μήνες οποιασδήποτε συνόδου του Κοινοβουλίου, χωρίς την άδεια της Γερουσίας, παραλείπει να παραστεί στη Γερουσία.

21. Προκήρυξη κενής θέσης

Κάθε φορά που μία έδρα στη Γερουσία καθίσταται κενή, ο Πρόεδρος, ή αν δεν υπάρχει Πρόεδρος ή αν αυτός απουσιάζει από την Κοινοπολιτεία, ο Γενικός Κυβερνήτης θα την προκηρύξει στον Κυβερνήτη της πολιτείας στην εκπροσώπηση της οποίας έχει κενωθεί η έδρα.

22. Απαρτία

Μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίσει διαφορετικά, η παρουσία τουλάχιστον του ενός τρίτου του συνόλου των γερουσιαστών είναι απαραίτητη για να πληρωθεί η απαρτία της Γερουσίας για την άσκηση των εξουσιών της.

23. Ψηφοφορία στη Γερουσία

Τα ζητήματα που τίθενται στη Γερουσία καθορίζονται με πλειοψηφία των ψήφων και κάθε γερουσιαστής έχει μία ψήφο. Ο Πρόεδρος δικαιούται σε κάθε περίπτωση να ψηφίσει. Και όταν οι ψήφοι είναι ίσες το ζήτημα πρέπει να απορριφθεί.

Μέρος III. Βουλή των ΑντιπροσώπωνΕπεξεργασία

24. Σύνθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων

Η Βουλή των Αντιπροσώπων απαρτίζεται από μέλη που επιλέγονται άμεσα από το λαό της Κοινοπολιτείας και ο αριθμός των μελών αυτών θα είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά στον αριθμό των γερουσιαστών.

Ο αριθμός των μελών που θα επιλεγούν στις διάφορες πολιτείες θα είναι ανάλογος προς τον αντίστοιχο πληθυσμό τους και θα καθορίζεται, όποτε είναι αναγκαίο, με τον ακόλουθο τρόπο, έως ότου το Κοινοβούλιο ορίσει άλλως:

α) ποσοστό το οποίο προκύπτει διαιρώντας τον αριθμό του πληθυσμού της Κοινοπολιτείας, όπως δείχνουν οι τελευταίες στατιστικές της Κοινοπολιτείας, πολλαπλασιασμένο επί δύο με τον αριθμό των γερουσιαστών.
β) ο αριθμός των μελών που θα επιλεγούν σε κάθε πολιτεία καθορίζεται διαιρώντας τον πληθυσμό της πολιτείας, όπως προκύπτει από τις τελευταίες στατιστικές της Κοινοπολιτείας, από το παραπάνω ποσοστό· και εάν σε αυτή τη διαίρεση υπάρχει υπόλοιπο μεγαλύτερο από το ήμισυ του ποσοστό, ένα ακόμη μέλος θα εκλεγεί στην πολιτεία.

Ωστόσο, ανεξάρτητα από οτιδήποτε σε αυτό το άρθρο, επιλέγονται τουλάχιστον πέντε μέλη σε κάθε αρχική πολιτεία.

25. Διάταξη για τις φυλές που αποκλείονται από την ψηφοφορία

Για τους σκοπούς του τελευταίου άρθρου, αν από τη νομοθεσία οποιασδήποτε πολιτείας απαγορεύεται από όλα τα άτομα οποιασδήποτε φυλής να ψηφίσουν στις εκλογές για το πλέον πολυμελές Σώμα του Κοινοβουλίου της πολιτείας, τότε, υπολογίζοντας τον αριθμό των πολιτών της πολιτείας ή της Κοινοπολιτείας, τα πρόσωπα αυτού της φυλής που κατοικούν στην πολιτεία αυτή δεν θα υπολογίζονται.

26. Αντιπρόσωποι στο πρώτο Κοινοβούλιο

Ανεξάρτητα από οτιδήποτε προβλέπεται στο άρθρο 24, ο αριθμός των μελών που θα επιλεγούν σε κάθε πολιτείαι κατά την πρώτη εκλογή θα είναι ο εξής:

Νέα Νότια Ουαλία, 23,
Βικτώρια, 20,
Κουίνσλαντ, 8,
Νότια Αυστραλία, 6,
Τασμανία, 5.

Εφόσον η Δυτική Αυστραλία αποτελέσει αρχικό μέλος, οι αριθμοί είναι οι ακόλουθοι:

Νέα Νότια Ουαλία, 26,
Βικτώρια, 23,
Κουίνσλαντ, 9,
Νότια Αυστραλία, 7,
Δυτική Αυστραλία, 5,
Τασμανία, 5.

27. Τροποποίηση του αριθμού των μελών

Με την επιφύλαξη του παρόντος Συντάγματος, το Κοινοβούλιο μπορεί να καταρτίσει νόμους για την αύξηση ή τη μείωση του αριθμού των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων.

28. Διάρκεια της Βουλής των Αντιπροσώπων

Κάθε Βουλή των Αντιπροσώπων θα συνεχίσει για τρία χρόνια από την πρώτη συνεδρίαση του Σώματος, και όχι περισσότερο, αλλά μπορεί να διαλυθεί νωρίτερα από τον Γενικό Κυβερνήτη.

29. Εκλογικές περιφέρειες

Μέχρις ότου το Κοινοβούλιο της Κοινοπολιτείας ορίσει άλλως, το Κοινοβούλιο οποιασδήποτε πολιτείας μπορεί να εκδίδει νόμους για τον προσδιορισμό των περιφερειών σε κάθε πόλιτεια για τις οποίες μπορούν να επιλεγούν μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων και τον αριθμό των μελών που θα επιλεγούν για κάθε περιφέρεια. Δεν μπορεί να σχηματισθεί περιφέρεια από τμήματα διαφορετικών πολιτικών.

Ελλείψει άλλων διατάξεων, κάθε πολιτεία αποτελεί ενιαίο εκλογικό σώμα.

30. Προσόντα των εκλογέων

Μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίσει άλλως, τα προσόντα των εκλογέων των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων θα είναι για κάθε πολιτεία αυτά τα οποία ορίζονται από τη νομοθεσία της πολιτείας ως προσόντα των εκλογέων του πολυπληθέστερου Κοινοβουλίου της πολιτείας. Αλλά κατά την εκλογή των μελών, κάθε εκλογέας θα ψηφίζει μόνο μία φορά.

31. Εφαρμογή των πολιτειακών νόμων

Μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίσει άλλως, αλλά με την επιφύλαξη του παρόντος Συντάγματος, οι νόμοι που ισχύουν προς το παρόν σε κάθε πολιτεία σχετικά με τις εκλογές για την πολυπληθέστερη Βουλή της πολιτείας θα εφαρμόζονται όσο το δυνατόν περισσότερο στις εκλογές των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων στην πολιτεία.

32. Αποφάσεις γενικών εκλογών

Ο Γενικός Κυβερνήτης μπορεί να εκδώσει αποφάσεις για γενικές εκλογές μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Μετά τις πρώτες γενικές εκλογές, οι αποφάσεις εκδίδονται εντός δέκα ημερών από τη λήξη της Βουλής των Αντιπροσώπων ή από την κήρυξη της διάλυσης της.

33. Αποφάσεις για κενές θέσεις

Κάθε φορά που υπάρχει κενή θέση στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ο Πρόεδρος εκδίδει την απόφαση του για την εκλογή νέου μέλους ή εάν δεν υπάρχει Πρόεδρος ή εάν απουσιάζει από την Κοινοπολιτεία, ο Γενικός Κυβερνήτης μπορεί να εκδώσει την απόφαση.

34. Προσόντα των μελών

Μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίσει άλλως, τα προσόντα ενός μέλους της Βουλής των Αντιπροσώπων είναι τα εξής:

α) πρέπει να είναι ηλικίας 21 ετών και πρέπει να είναι εκλογέας που δικαιούται να ψηφίσει κατά την εκλογή μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων ή πρόσωπο που έχει προσόντα να γίνει τέτοιος εκλογέας και πρέπει να έχει συμπληρώσει τρία έτη τουλάχιστον κατοικώντας εντός των ορίων της Κοινοπολιτείας κατά την επιλογή του.
β) πρέπει να είναι υποκείμενο της Βασίλισσας, είτε γεννηθείς φυσιολογικά είτε για πέντε τουλάχιστον χρόνια πολιτογραφημένος σύμφωνα με νόμο του Ηνωμένου Βασιλείου ή μιας αποικίας που έχει γίνει πολιτεία ή της Κοινοπολιτείας ή μίας πολιτείας.

35. Εκλογή του Προέδρου

Η Βουλή των Αντιπροσώπων, προτού προχωρήσει στην πραγματοποίηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας, επιλέγει ένα μέλος ως Πρόεδρο του Σώματος και κάθε φορά που η θέση καθίσταται κενή, το Σώμα επιλέγει και πάλι ένα μέλος ως Πρόεδρο.

Ο Πρόεδρος παύει να κατέχει το αξίωμά του αν παύσει να είναι μέλος. Μπορεί να παυθεί από το αξίωμα με ψήφο του Σώματος, ή μπορεί να παραιτηθεί από το αξίωμά του ή από την έδρα του με γραπτή επιστολή προς τον Γενικό Κυβερνήτη.

36. Απουσία του Προέδρου

Πριν ή κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε απουσίας του Προέδρου, η Βουλή των Αντιπροσώπων μπορεί να επιλέξει ένα μέλος για να ασκήσει τα καθήκοντά του κατά την απουσία του.

37. Παραίτηση μέλους

Οποιοδήποτε μέλος μπορεί με γραπτή επιστολή προς τον Πρόεδρο ή τον Γενικό Κυβερνήτη, εάν δεν υπάρχει Πρόεδρος ή εάν ο Πρόεδρος απουσιάζει από την Κοινοπολιτεία, να παραιτηθεί από την έδρα του, η οποία καθίσταται κενή.

38. Κένωση έδρας λόγω απουσίας

Η έδρα ενός μέλους καθίσταται κενή εάν, για δύο συνεχείς μήνες, από οποιαδήποτε σύνοδο του Κοινοβουλίου, ο ίδιος, χωρίς την άδεια του Σώματος, παραλείπει να παρευρεθεί στο Σώμα.

39. Απαρτία

Μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίσει άλλως, η παρουσία τουλάχιστον του ενός τρίτου του συνόλου των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων είναι απαραίτητη ώστε αυτή να πληρωθεί η απαρτία του Σώματος για την άσκηση των εξουσιών του.

40. Ψηφοφορία στη Βουλή των Αντιπροσώπων

Τα ζητήματα που τίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων καθορίζονται με την πλειοψηφία των ψήφων εκτός από εκείνη του Προέδρου. Ο Πρόεδρος δεν ψηφίζει, εκτός εάν οι ψήφοι είναι ίσες. Τότε θα έχει δικαίωμα ψήφου.

Μέρος IV. Και τα δύο σώματα του ΚοινοβουλίουΕπεξεργασία

41. Δικαίωμα εκλογέων στις πολιτείες

Δεν μπορεί να απαγορευθεί από κανέναν νόμο της Κοινοπολιτείας σε οποιοδήποτε ενήλικο άτομο το οποίο έχει ή αποκτά δικαίωμα ψήφου στο πλέον πολυμελές Σώμα του Κοινοβουλίου της πολιτείας, ενόσω συνεχίζει να κατέχει το δικαίωμα αυτό, να ψηφίσει για οποιοδήποτε Σώμα του Κοινοβουλίου της Κοινοπολιτείας.

42. Όρκος ή επιβεβαίωση υπακοής

Κάθε γερουσιαστής και κάθε μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων πρέπει, προτού λάβει τη θέση του, να κάνει και να υπογράψει ενώπιον του Γενικού Κυβερνήτη ή κάποιου εξουσιοδοτημένου από αυτόν, όρκο ή επιβεβαίωση της υπακοής με τη μορφή που εκτίθεται στο παράρτημα του παρόντος Συντάγματος.

43. Μέλος ενός Σώματος δεν είναι διαθέσιμο για το άλλο Σώμα

Ένα μέλος οποιουδήποτε Σώματος του Κοινοβουλίου δεν μπορεί να επιλεγεί ή να συνεδριάσει ως μέλος του άλλου Σώματος.

44. Αποκλεισμός

Κάθε πρόσωπο που:

  1. βρίσκεται υπό οποιαδήποτε αναγνώριση πίστης, υπακοής ή προσχώρησης σε ξένη δύναμη ή είναι υποκείμενο ή πολίτης ή κατέχει τα δικαιώματα ή τα προνόμια ενός υποκειμένου ή ενός πολίτη ξένης εξουσίας, ή
  2. έχει καταδικαστεί για προδοσία ή έχει καταδικαστεί, υπόκειται σε ποινή ή πρόκειται να υποστεί καταδίκη, για οποιοδήποτε αδίκημα το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με τον νόμο της Κοινοπολιτείας ή μιας πολιτείας με φυλάκιση για ένα έτος ή περισσότερο, ή
  3. βρίσκεται σε μη εκκαθαρισμένη πτώχευση ή χρεωκοπία, ή
  4. κατέχει οποιοδήποτε κερδοσκοπικό αξίωμα υπό το Στέμμα, ή οποιαδήποτε σύνταξη που καταβάλλεται σύμφωνα με την επιθυμία του Στέμματος από οποιοδήποτε από τα έσοδα της Κοινοπολιτείας, ή
  5. έχει οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο χρηματικό συμφέρον σε οποιαδήποτε συμφωνία με τη Δημόσια Υπηρεσία της Κοινοπολιτείας, εκτός εάν είναι μέλος και κοινό με τα άλλα μέλη μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας που αποτελείται από περισσότερα από είκοσι πέντε άτομα.

δεν είναι σε θέση να επιλεγεί ή να συνεδριάζει ως γερουσιαστής ή μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Ωστόσο, το εδάφιο 4 δεν εφαρμόζεται στο αξίωμα κανενός Υπουργού Επικρατείας της Κοινοπολιτείας ή σε οποιονδήποτε από τους Πολιτειακούς Υπουργούς της Βασίλισσας ή στη λήψη αμοιβής, μισού μισθού ή συντάξεως από οποιονδήποτε πρόσωπο ως αξιωματικός ή μέλος του ναυτικού ή του στρατού της Βασίλισσας ή για την παραλαβή αμοιβής ως αξιωματικός ή μέλος των ναυτικών ή στρατιωτικών δυνάμεων της Κοινοπολιτείας από οποιοδήποτε πρόσωπο του οποίου οι υπηρεσίες δεν απασχολούνται εξ ολοκλήρου από την Κοινοπολιτεία.

45. Απουσία θέσεων σε περίπτωση αποκλεισμού

Εάν ένας γερουσιαστής ή μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων:

  1. υπόκειται σε οποιοδήποτε από τα ζητήματα που αναφέρονται στο τέλος του προηγούμενου άρθρου, ή
  2. επωφελείται, είτε μέσω εκχώρησης, σύνθεσης ή με άλλον τρόπο, οποιουδήποτε νόμου σχετικά με πτωχεύσαντες ή αφερέγγυους οφειλέτες, ή
  3. άμεσα ή έμμεσα, λαμβάνει ή δέχεται οποιαδήποτε αμοιβή ή χρηματική αμοιβή για υπηρεσίες που παρέχονται στην Κοινοπολιτεία ή για υπηρεσίες που παρέχονται στο Κοινοβούλιο σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή πολιτεία,

η θέση του θα κενωθεί.

46. Ποινή για συμμετοχή αποκλεισμένου

Μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίζει άλλως, κάθε πρόσωπο που δηλώνεται από το Σύνταγμα ότι δε δύναται να συμμετάσχει ως γερουσιαστής ή ως μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων υποχρεούται να καταβάλλει, για κάθε ημέρα κατά την οποία υπηρετεί, το ποσό των εκατό λιρών σε κάθε πρόσωπο που ασκεί δίωξη γι' αυτόν σε οποιοδήποτε αρμόδιο δικαστήριο.

47. Αμφισβητούμενες εκλογές

Μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίζει άλλως, κάθε ζήτημα που αφορά το χαρακτηρισμό ενός γερουσιαστή ή ενός μέλους της Βουλής των Αντιπροσώπων ή την εκτίμηση μιας κενής θέσης σε κάθε Σώμα του Κοινοβουλίου και οποιοδήποτε ζήτημα αμφισβητούμενης εκλογής σε κάθε Σώμα καθορίζεται από το Σώμα στο οποίο τίθεται το ζήτημα.

48. Επιδόματα στα μέλη

Μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίζει άλλως, κάθε γερουσιαστής και κάθε μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων θα λαμβάνει επίδομα τετρακοσίων λιρών ετησίως, ξεκινώντας από την ημέρα κατά την οποία θα λάβει την έδρα του.

49. Προνόμια κλπ. των Σωμάτων

Οι εξουσίες, τα προνόμια και οι ασυλίες της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων καθώς και των μελών και των επιτροπών κάθε Βουλής πρέπει να είναι τέτοιες όπως δηλώνονται από το Κοινοβούλιο και μέχρι να δηλωθούν είναι αυτές της Βουλής των Κοινοτήτων του Ηνωμένου Βασιλείου, των μελών και των επιτροπών του, κατά την ίδρυση της Κοινοπολιτείας.

50. Κανονισμοί και διατάξεις

Κάθε Σώμα του Κοινοβουλίου μπορεί να εκδίδει κανονισμούς και διατάξεις σχετικά με:

  1. τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να ασκούνται και να διατηρούνται οι εξουσίες, τα προνόμια και οι ασυλίες του,
  2. τη σειρά και τη διεξαγωγή των εργασιών και των διαδικασιών είτε χωριστά είτε από κοινού με το άλλο Σώμα.

Μέρος V. Εξουσίες του ΚοινοβουλίουΕπεξεργασία

51. Νομοθετικές εξουσίες του Κοινοβουλίου

Το Κοινοβούλιο, υπό την επιφύλαξη του παρόντος Συντάγματος, έχει την εξουσία να θεσπίζει νόμους για την ειρήνη, την τάξη και την καλή διακυβέρνηση της Κοινοπολιτείας όσον αφορά:

  1. το εμπόριο με άλλες χώρες και μεταξύ των πολιτειών,
  2. τη φορολογία, αλλά χωρίς να γίνονται διακρίσεις μεταξύ πολιτειών ή τμημάτων πολιτειών,
  3. τα έσοδα από την παραγωγή ή την εξαγωγή αγαθών, αλλά έτσι ώστε τα εν λόγω χρηματικά ποσά να είναι ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Κοινοπολιτεία.
  4. τον δανεισμό χρημάτων για τη δημόσια πίστωση της Κοινοπολιτείας,
  5. τις ταχυδρομικές, τηλεγραφικές, τηλεφωνικές και άλλες παρόμοιες υπηρεσίες,
  6. τη ναυτική και στρατιωτική άμυνα της Κοινοπολιτείας και των διαφόρων πολιτειών και τον έλεγχο των δυνάμεων για την εκτέλεση και τη διατήρηση των νόμων της Κοινοπολιτείας,
  7. τους φάρους, τα καραβοφάναρα, τους πυρσούς και τους σημαντήρες,
  8. τις αστρονομικές και μετεωρολογικές παρατηρήσεις,
  9. την καραντίνα,
  10. την αλιεία στα ύδατα της Αυστραλίας πέραν των εδαφικών ορίων,
  11. την απογραφή και τις στατιστικές μετρήσεις,
  12. το νόμισμα, τα κέρματα και το νόμιμο χρήμα,
  13. το τραπεζικό σύστημα, εκτός από το πολιτειακό επίπεδο. Επίσης, τις τράπεζες των πολιτειών που εκτείνεται πέρα από τα όρια της εκάστοτε πολιτείας, την ενσωμάτωση τραπεζών και την έκδοση χαρτονομισμάτων,
  14. την ασφάλιση, εκτός από το πολιτειακό επίπεδο. Επίσης, την ασφάλιση των πολιτειών η οποία υπερβαίνει τα όρια της εκάστοτε πολιτείας,
  15. τα μέτρα και σταθμά,
  16. τα γραμμάτια και τις υποσχετικές,
  17. την πτώχευση και τη χρεωκοπία,
  18. τα πνευματικά δικαιώματα, τις πατέντες εφευρέσεων και σχεδίων και τα εμπορικά σήματα,
  19. την πολιτογράφηση και τους αλλοδαπούς,
  20. τις ξένες εταιρείες και τις εμπορικές ή χρηματοπιστωτικές εταιρείες που σχηματίζονται εντός των ορίων της Κοινοπολιτείας,
  21. τον γάμο,
  22. το διαζύγιο και τις γαμικές υποθέσεις. Και σε σχέση με αυτά, τα γονικά δικαιώματα και την επιμέλεια και την κηδεμονία των βρεφών,
  23. τις συντάξεις αναπηρίας και γήρατος,
  24. την παροχή επιδομάτων μητρότητας, συντάξεων χήρων, επιδομάτων για τέκνα, ανεργίας, φαρμάκων, ασθένειας και νοσοκομειακών παροχών, ιατροφαρμακευτικών και οδοντιατρικών υπηρεσιών (χωρίς να επιτρέπεται οποιαδήποτε μορφή αστικής ασφάλισης), παροχές στους σπουδαστές και οικογενειακά επιδόματα,
  25. την παροχή και εκτέλεση σε όλη την Κοινοπολιτεία της αστικής και ποινικής διαδικασίας και των δικαστικών αποφάσεων των πολιτειών.
  26. την αναγνώριση σε ολόκληρη την Κοινοπολιτεία των νόμων, των δημόσιων πράξεων και αρχείων και των δικαστικών διαδικασιών των πολιτειών,
  27. τους ανθρώπους οποιασδήποτε φυλής για τους οποίους κρίνεται απαραίτητο να θεσπιστούν ειδικοί νόμοι,
  28. την εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση,
  29. τη σύλληψη εγκληματιών,
  30. τα εξωτερικά θέματα,
  31. τις σχέσεις της Κοινοπολιτείας με τα νησιά του Ειρηνικού,
  32. την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων υπό όρους από οποιαδήποτε πολιτεία ή πρόσωπο για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο το Κοινοβούλιο έχει εξουσία να εκδίδει νόμους,
  33. τον έλεγχο των σιδηροδρόμων όσον αφορά τις μεταφορές για ναυτικούς και στρατιωτικούς σκοπούς της Κοινοπολιτείας,
  34. την απόκτηση, με τη συγκατάθεση μιας πολιτείας, οποιωνδήποτε σιδηροδρόμων της πολιτείας υπό όρους που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ της Κοινοπολιτείας και της πολιτείας,
  35. την κατασκευή σιδηροδρόμων και επέκταση σε οποιαδήποτε πολιτεία με τη συναίνεση της εν λόγω πολιτείας,
  36. τον συμβιβασμό και τη διαιτησία για την πρόληψη και επίλυση βιομηχανικών διαφορών που εκτείνονται πέραν των ορίων μιας πολιτείας,
  37. τα ζητήματα για τα οποία προβλέπει το Σύνταγμα, μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίσει άλλως,
  38. τα θέματα που παραπέμπονται στο κοινοβούλιο της Κοινοπολιτείας από το Κοινοβούλιο ή τα Κοινοβούλια οποιασδήποτε πολιτείας ή πολιτειών, αλλά έτσι ώστε ο νόμος να επεκτείνεται μόνο στις πολιτείες στις οποίες τα Κοινοβούλια παραπέμπουν στο θέμα ή οι οποίες στη συνέχεια υιοθετούν τον νόμο.
  39. την άσκηση εντός της Κοινοπολιτείας, κατόπιν αιτήσεως ή με τη σύμφωνη γνώμη των Κοινοβουλίων όλων των άμεσα ενδιαφερόμενων πολιτειών, οποιασδήποτε εξουσίας που μπορεί κατά την δημιουργία του παρόντος Συντάγματος να ασκείται μόνο από το Κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου ή από το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο της Αυστραλασίας,
  40. τα θέματα που σχετίζονται με την εκτέλεση οποιασδήποτε εξουσίας που κατοχυρώνεται από το παρόν Σύνταγμα στο Κοινοβούλιο ή σε οποιαδήποτε από τα Σώματά του, στην Κυβέρνηση της Κοινοπολιτείας ή στην Ομοσπονδιακή Δικαστική Υπηρεσία ή σε οποιαδήποτε υπηρεσία ή αξιωματούχο της Κοινοπολιτείας.

52. Αποκλειστικές εξουσίες του Κοινοβουλίου

Το Κοινοβούλιο, με την επιφύλαξη του παρόντος Συντάγματος, έχει την αποκλειστική εξουσία να θεσπίζει νόμους για την ειρήνη, την τάξη και την καλή διακυβέρνηση της Κοινοπολιτείας όσον αφορά:

  1. την έδρα της κυβέρνησης της Κοινοπολιτείας και όλους τους τόπους που έχει αποκτήσει η Κοινοπολιτεία για δημόσιους σκοπούς.
  2. θέματα που αφορούν οποιοδήποτε τμήμα της δημόσιας υπηρεσίας, του οποίου ο έλεγχος από το παρόν Σύνταγμα μεταβιβάζεται στην Εκτελεστική Κυβέρνηση της Κοινοπολιτείας.
  3. άλλα ζητήματα που δηλώνει το παρόν Σύνταγμα ότι είναι αποκλειστική εξουσία του Κοινοβουλίου.

53. Εξουσίες των Σωμάτων όσον αφορά τη νομοθεσία

Οι προτεινόμενοι νόμοι που αποδίδουν έσοδα ή χρήματα ή επιβάλλουν φορολογία δεν προτείνονται από τη Γερουσία. Ωστόσο, ένας προτεινόμενος νόμος δεν πρέπει να λαμβάνεται με τα κατάλληλα έσοδα ή χρήματα ή να επιβάλλει φορολογία μόνο λόγω των διατάξεων που περιέχει για την επιβολή ή την καταβολή προστίμων ή άλλων χρηματικών ποινών ή για την απαίτηση ή πληρωμή ή την καταβολή τελών για άδειες, ή αμοιβές για υπηρεσίες βάσει του προτεινόμενου νόμου.

Η Γερουσία δεν μπορεί να τροποποιεί προτεινόμενους νόμους που επιβάλλουν φορολογία, ή προτεινόμενους νόμους που ορίζουν έσοδα ή χρήματα για τις τακτικές ετήσιες υπηρεσίες της Κυβέρνησης.

Η Γερουσία δεν μπορεί να τροποποιήσει κανέναν προτεινόμενο νόμο έτσι ώστε να αυξήσει οποιαδήποτε προτεινόμενη χρέωση ή επιβάρυνση για τον λαό.

Η Γερουσία μπορεί ανά πάσα στιγμή να επιστρέψει στη Βουλή των Αντιπροσώπων κάθε προτεινόμενο νόμο τον οποίο η Γερουσία δεν μπορεί να τροποποιήσει, ζητώντας, με μήνυμα, την παράλειψη ή τροποποίηση οποιωνδήποτε στοιχείων ή διατάξεων σε αυτόν. Και η Βουλή των Αντιπροσώπων μπορεί, αν κρίνει σκόπιμο, να προβεί σε οποιαδήποτε από αυτές τις παραλείψεις ή αλλαγές, με ή χωρίς τροποποιήσεις.

Πέρα από όσα προβλέπονται σε αυτό το άρθρο, η Γερουσία θα έχει ίση εξουσία με τη Βουλή των Αντιπροσώπων σε σχέση με όλους τους προτεινόμενους νόμους.

54. Νομοθεσία πίστωσης

Ο προτεινόμενος νόμος ο οποίος προορίζεται για τα έσοδα ή τα χρήματα για τις τακτικές ετήσιες υπηρεσίες της Κυβέρνησης αφορά αποκλειστικά την εν λόγω πίστωση.

55. Φορολογικό νομοσχέδιο

Οι νόμοι που επιβάλλουν φορολογία αφορούν μόνο την επιβολή φορολογίας και κάθε διάταξη που αφορά σε οποιοδήποτε άλλο θέμα δεν έχει κανένα αποτέλεσμα.

Οι νόμοι που επιβάλλουν φορολογία, εκτός από τους νόμους που επιβάλλουν τελωνειακούς ή ειδικούς φόρους κατανάλωσης, αφορούν μόνο ένα θέμα φορολογίας. Αλλά οι νόμοι που επιβάλλουν τελωνειακούς δασμούς αφορούν αποκλειστικά με τελωνειακά δασμύς και οι νόμοι που επιβάλλουν φόρους κατανάλωσης αφορούν αποκλειστικά σε φόρους κατανάλωσης.

56. Σύσταση για ψηφοφορίαα χρηματοπιστωτικού νόμου

Η ψηφοφορία, το ψήφισμα ή ο προτεινόμενος νόμος για την εξόφληση εσόδων ή χρηματικών ποσών δεν θα εγκριθούν, εκτός εάν ο σκοπός της πίστωσης έχει στην ίδια σύνοδο προταθεί με μήνυμα του Γενικού Κυβερνήτη στο Σώμα στο οποίο προέκυψε η πρόταση.

57. Διαφωνία μεταξύ των Σωμάτων

Εάν η Βουλή των Αντιπροσώπων εγκρίνει οποιονδήποτε προτεινόμενο νόμο και η Γερουσία τον απορρίψει ή αποτύχει να τον εγκρίνει ή τον εγκρίνει με τροποποιήσεις στις οποίες η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν θα συμφωνήσει και αν μετά από ένα διάστημα τριών μηνών η Βουλή των Αντιπροσώπων, η ίδια ή η επόμενη σύνοδος εγκρίνει πάλι τον προτεινόμενο νόμο με ή χωρίς τροποποιήσεις που έχουν υποβληθεί, προταθεί ή συμφωνηθεί από τη Γερουσία και η Γερουσία τον απορρίψει ή αποτύχει να τον εγκρίνει ή τον εγκρίνει με τροποποιήσεις στις οποίες η Βουλή των Οι εκπρόσωποι δεν θα συμφωνήσει, ο Γενικός Κυβερνήτης μπορεί να διαλύσει τη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων ταυτόχρονα. Ωστόσο, αυτή η διάλυση δεν θα πραγματοποιηθεί εντός έξι μηνών πριν από την ημερομηνία λήξης της θητείας της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Εάν μετά από αυτή τη διάλυση η Βουλή των Αντιπροσώπων εγκρίνει και πάλι τον προτεινόμενο νόμο, με ή χωρίς τροποποιήσεις που έχουν υποβληθεί, προταθεί ή συμφωνηθεί από τη Γερουσία, και η Γερουσία τον απορρίψει ή αποτύχει να τον εγκρίνει ή τον εγκρίνει με τροποποιήσεις στις οποίες η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν θα συμφωνήσει, ο Γενικός Κυβερνήτης μπορεί να συγκαλέσει κοινή συνεδρίαση των μελών της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Τα μέλη που παρίστανται στην κοινή συνεδρίαση μπορούν να συζητήσουν και να ψηφίσουν μαζί με τον προτεινόμενο νόμο όπως προτάθηκε τελευταία από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τυχόν τροποποιήσεις που έχουν εκδοθεί από ένα Σώμα και δεν έχουν συμφωνηθεί από το άλλο και αυτές οι τροποποιήσεις αυτές γίνονται δεκτές, με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων. Αν ο προτεινόμενος νόμος, με τις τροποποιήσεις, εάν υπάρχουν, εγκρίνεται από την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων, θεωρείται ότι έχει δεχθεί δεόντως και τα δύο Σώματα του Κοινοβουλίου και παρουσιάζεται στο Γενικό Κυβερνήτη για τη σύμφωνη γνώμη της Βασίλισσας.

58. Βασιλική έγκριση στους νόμους

Όταν ένας νομοσχέδιο που ψηφίζεται από τα δύο Σώματα του Κοινοβουλίου παρουσιάζεται στον Γενικό Κυβερνήτη για τη σύμφωνη γνώμη της Βασίλισσας, δηλώνει, σύμφωνα με τη διακριτική του ευχέρεια, αλλά με το παρόν Σύνταγμα, ότι συναινεί στο όνομα της Βασίλισσας ή ότι διατηρεί σύμφωνη γνώμη ή ότι επιφυλάττεται προς επιθυμία της Βασίλισσας.

Συστάσεις του Γενικού Διοικητή

Ο Γενικός Διοικητής μπορεί να επιστρέψει στο Σώμα από το οποίο προήλθε κάθε προτεινόμενος νόμος που του έχει υποβληθεί και μπορεί να διαβιβάσει σε αυτό τις τροποποιήσεις τις οποίες μπορεί να προτείνει και τα Σώματα μπορούν να απαντήσουν στη σύσταση.

59. Απόρριψη από τη Βασίλισσα

Η Βασίλισσα μπορεί να απορρίψει οποιοδήποτε νόμο εντός ενός έτους από τη σύμφωνη γνώμη του Γενικού Κυβερνήτη και η απόρριψη αυτή να γνωστοποιηθεί από τον Γενικό Κυβερνήτη με ομιλία ή μήνυμα σε καθένα από τα Σώματα του Κοινοβουλίου ή μέσω Διακήρυξης η οποία ακυρώνει τον νόμο από την ημέρα κατά την οποία γίνεται γνωστή η απόρριψη.

60. Έννοια της ευχαρίστησης της Βασίλισσας στους νόμους που έχουν δεσμευθεί

Ένας προτεινόμενος νόμος που προορίζεται για την ευχαρίστηση της Βασίλισσας δεν θα έχει καμία ισχύ εκτός εάν και μέσα σε δύο χρόνια από την ημέρα κατά την οποία παρουσιάστηκε στον Γενικό Κυβερνήτη για τη σύμφωνη γνώμη της Βασίλισσας, ο Γενικός Κυβερνήτης γνωστοποιεί, με ομιλία ή μήνυμα σε καθένα από τα Σώματα του Κοινοβουλίου, ή με Διακήρυξη, ότι έχει λάβει τη σύμφωνη γνώμη της Βασίλισσας.

Κεφάλαιο II. Εκτελεστική ΚυβέρνησηΕπεξεργασία

61. Εκτελεστική εξουσία

Η εκτελεστική εξουσία της Κοινοπολιτείας ανήκει στη Bασίλισσα και ασκείται από τον Γενικό Κυβερνήτη ως εκπρόσωπο της Βασίλισσας και επεκτείνεται στην εκτέλεση και διατήρηση αυτού του Συντάγματος και των νόμων της Κοινοπολιτείας.

62. Ομοσπονδιακό Εκτελεστικό Συμβούλιο

Yπάρχει Ομοσπονδιακό Εκτελεστικό Συμβούλιο το οποίο συμβουλεύει τον Γενικό Κυβερνήτη στην κυβέρνηση της Κοινοπολιτείας και τα μέλη του Συμβουλίου επιλέγονται και καλούνται από τον Γενικό Κυβερνήτη και ορκίζονται ως Εκτελεστικοί Σύμβουλοι και κατέχουν θέση κατά το διάστημα της ευχαρίστησής του.

63. Διατάξεις που αφορούν τον Γενικό Κυβερνήτη

Οι διατάξεις του παρόντος Συντάγματος που παραπέμπουν στον εκτελόντα χρέη Γενικό Κυβερνήτη ερμηνεύονται ως παραπομπές στον Γενικό Κυβερνήτη που ενεργεί με τη συμβουλή του Ομοσπονδιακού Εκτελεστικού Συμβουλίου.

64. Υπουργοί Επικρατείας

Ο Γενικός Κυβερνήτης μπορεί να ορίσει αξιωματούχους για τη διοίκηση τέτοιων υπηρεσιών του κράτους της Κοινοπολιτείας, όπως μπορεί να ορίσει ο εκτελών χρέη Γενικός Διοικητής.

Οι αξιωματούχοι αυτοί ασκούν καθήκοντα κατά το διάστημα της ευχαρίστησης του Γενικού Κυβερνήτη. Είναι μέλη του Ομοσπονδιακού Εκτελεστικού Συμβουλίου και είναι οι Υπουργοί Επικρατείας για την Κοινοπολιτεία.

Υπουργοί μέλη του Κοινοβουλίου

Μετά τις πρώτες εθνικές εκλογές, κανένας Υπουργός Επικρατείας δε θα ασκεί τα καθήκοντά του για περισσότερο από τρεις μήνες, εκτός αν είναι ή γίνει γερουσιαστής ή μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων.

65. Αριθμός υπουργών

Μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίζει άλλως, οι Υπουργοί Επικρατείας δεν θα υπερβαίνουν τους επτά και θα ασκούν τα καθήκοντα που ορίζει το Κοινοβούλιο ή, ελλείψει πρόνοιας, όπως καθορίζει ο Γενικός Κυβερνήτης.

66. Μισθοί των Υπουργών

Θα καταβληθεί στο όνομα της Βασίλισσας, από το Ενοποιημένο Ταμείο Εσόδων της Κοινοπολιτείας, για τους μισθούς των Υπουργών Επικρατείας, ετήσιο ποσό το οποίο, μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίζει άλλως, δεν υπερβαίνει τις 12.000 λίρες ετησίως.

67. Διορισμός δημόσιων υπαλλήλων

Μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίζει άλλως, ο διορισμός και η παύση όλων των άλλων αξιωματούχων της εκτελεστικής κυβέρνησης της Κοινοπολιτείας ανήκουν στον εκτελόντα χρέη Γενικό Κυβερνήτη, εκτός εάν ο διορισμός ανατεθεί από τον εκτελόντα χρέη Γενικό Διοικητή ή από νόμο του Κοινοπολιτείας σε κάποια άλλη αρχή.

68. Διοίκηση ναυτικών και στρατιωτικών δυνάμεων

Η ανώτατη διοίκηση των ναυτικών και των στρατιωτικών δυνάμεων της Κοινοπολιτείας ανήκει στον Γενικό Κυβερνήτη ως εκπρόσωπο της Βασίλισσας.

69. Μεταφορά ορισμένων αρμοδιοτήτων

Σε ημερομηνία ή ημερομηνίες που θα διακηρυχθούν από τον Γενικό Κυβερνήτη μετά την ίδρυση της Κοινοπολιτείας, οι ακόλουθες αρμοδιότητες της δημόσιας υπηρεσίας σε κάθε πολιτεία θα μεταφερθούν στην Κοινοπολιτεία:

  • ταχυδρομεία, τηλέγραφοι και τηλέφωνα,
  • πολεμικό ναυτικό και στρατός,
  • φάροι, καραβοφάναρα, πυρσοί και σημαδούρες.
  • καραντίνα.

Ωστόσο, τα τελωνεία και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης σε κάθε πολιτεία μεταβιβάζονται στην Κοινοπολιτεία κατά τη σύστασή της.

70. Ορισμένες εξουσίες των Κυβερνητών οι οποίες μεταβιβάζονται στον Γενικό Κυβερνήτη

Όσον αφορά τα θέματα τα οποία, σύμφωνα με το παρόν Σύνταγμα, μεταβιβάζονται στην Εκτελεστική Κυβέρνηση της Κοινοπολιτείας, όλες οι εξουσίες και οι λειτουργίες που κατά την ίδρυση της Κοινοπολιτείας ανήκουν στον Κυβερνήτη μιας Αποικίας ή στον Κυβερνήτη μιας Αποικίας με την πρόταση του Εκτελεστικού Συμβουλίου ή σε οποιαδήποτε αρχή μιας Αποικίας ανήκει στον Γενικό Κυβερνήτη ή στον εκτελόντα χρέη Γενικό Διοικητή ή στην αρχή που ασκεί παρόμοιες εξουσίες δυνάμει της Κοινοπολιτείας, ανάλογα με την περίπτωση.

Κεφάλαιο III. Δικαστική εξουσίαΕπεξεργασία

71. Δικαστική εξουσία και δικαστήρια

Η δικαστική εξουσία της Κοινοπολιτείας θα ανατεθεί σε ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο θα ονομάζεται Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστραλίας και σε άλλα ομοσπονδιακά δικαστήρια που δημιουργεί το Κοινοβούλιο και σε άλλα δικαστήρια που παραχωρεί με ομοσπονδιακή δικαιοδοσία. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποτελείται από έναν Επικεφαλής και πολλούς άλλους Δικαστές, όχι λιγότερους από δύο, όπως ορίζει το Κοινοβούλιο.

72. Διορισμός, θητεία και αμοιβή των δικαστών

Οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου και των άλλων δικαστηρίων που συγκροτήθηκαν από το Κοινοβούλιο:

  1. διορίζονται από τον εκτελόντα χρέη Γενικό Κυβερνήτη,
  2. δεν μπορούν να απομακρυνθούν παρά μόνο από τον εκτελόντα χρέη Γενικό Κυβερνήτη, μετά από συζήτηση και από τις δύο Βουλές της ίδιας συνόδου, οδηγούμενος σε μια τέτοια απομάκρυνση λόγω αποδεδειγμένης κακής συμπεριφοράς ή ανικανότητας,
  3. λαμβάνουν την αμοιβή που μπορεί να καθορίσει το Κοινοβούλιο, αλλά η αμοιβή δεν μειώνεται κατά τη διάρκεια της θητείας τους.

Ο διορισμός των Δικαστικών του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι διάρκειας που λήγει κατά την ηλικία των εβδομήντα ετών και κανείς δεν μπορεί να διορισθεί ως δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου εάν έχει συμπληρώσει την ηλικία αυτή.

Ο διορισμός δικαστών ενός δικαστηρίου που έχει συσταθεί από το Κοινοβούλιο είναι διάρκειας μιας θητείας που λήγει κατά την ηλικία του που, κατά την ημερομηνία του διορισμού του, είναι η ανώτατη ηλικία για τους δικαστές αυτού του δικαστηρίου και ένα πρόσωπο δεν διορίζεται ως δικαστικός ενός τέτοιου δικαστηρίου αν έχει συμπληρώσει την ηλικία που είναι προς το παρόν η ανώτατη ηλικία για τους δικαστές αυτού του δικαστηρίου.

Με την επιφύλαξη του παρόντος άρθρου, η μέγιστη ηλικία για τους δικαστές οποιουδήποτε δικαστηρίου που δημιουργήθηκε από το Κοινοβούλιο είναι εβδομήντα έτη.

Το Κοινοβούλιο μπορεί να καταρτίσει νόμο που ορίζει ηλικία μικρότερη των εβδομήντα ετών ως ανώτατη ηλικία για δικαστές ενός δικαστηρίου που έχει συσταθεί από το Κοινοβούλιο και μπορεί ανά πάσα στιγμή να καταργήσει ή να τροποποιήσει έναν τέτοιο νόμο, αλλά οποιαδήποτε τέτοια κατάργηση ή τροποποίηση δεν επηρεάζει τη θητεία των δικαστικών με διορισμό πριν από την κατάργηση ή την τροποποίηση αυτή.

Ο δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή δικαστηρίου που έχει συσταθεί από το Κοινοβούλιο μπορεί να παραιτηθεί από το αξίωμά του εγγράφως με επιστολή που παραδίδεται στον Γενικό Κυβερνήτη.

Καμία από τις διατάξεις που προστίθενται σε αυτό το άρθρο από τη μεταρρύθμιση του Συντάγματος του 1977 (Αποχώρηση των Δικαστών) δεν επηρεάζει τη συνέχιση ενός υπαλλήλου ως δικαστή ενός δικαστηρίου με διορισμό πριν από την έναρξη ισχύος αυτών των διατάξεων.

Η αναφορά σε αυτό το άρθρο του ορισμού ενός δικαστή του ανώτατου δικαστηρίου ή ενός δικαστηρίου που έχει συσταθεί από το Κοινοβούλιο θα πρέπει να θεωρείται ότι περιλαμβάνει αναφορά στον διορισμό ενός προσώπου που ασκεί καθήκοντα δικαστή του ανώτατου δικαστηρίου ή δικαστηρίου που δημιουργήθηκε από το Κοινοβούλιο σε άλλο δικαστικό αξίωμα του ίδιου δικαστηρίου με διαφορετικό καθεστώς ή ορισμό.

73. Δευτεροβάθμια δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου

Το Ανώτατο Δικαστήριο είναι αρμόδιο, με τέτοιες εξαιρέσεις και υπό την επιφύλαξη των κανονισμών που ορίζει το Κοινοβούλιο, να πραγματοποιεί ακροάσεις και να εκδικάζει προσφυγές από όλες τις αποφάσεις, τα διατάγματα, τις διαταγές και τις ποινές:

  1. κάθε Δικαστηρίου ή Δικαστών που ασκούν την αρχική δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου,
  2. οποιουδήποτε άλλου ομοσπονδιακού δικαστηρίου ή δικαστηρίου που ασκεί ομοσπονδιακή δικαιοδοσία, ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου οποιασδήποτε πολιτείας ή οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου οποιασδήποτε πολιτείας από την οποία κατά την ίδρυση της Κοινοπολιτείας η προσφυγή υπόκειται στη Βασίλισσα.
  3. της Διαπολιτειακής Επιτροπής, αλλά μόνο σε θέματα δικαίου.

και η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι οριστική και αποφασιστική.

Όμως, καμία εξαίρεση ή ρύθμιση που έχει θεσπιστεί από το Κοινοβούλιο δεν εμποδίζει το Ανώτατο Δικαστήριο να πραγματοποιεί ακροάσεις και να αποφασίζει την προσφυγή του Ανώτατου Δικαστηρίου μιας πολιτείας για οποιοδήποτε θέμα κατά το οποίο κατά την ίδρυση της Κοινοπολιτείας ασκείται προσφυγή από το Ανώτατο Δικαστήριο στη Βασίλισσα.

Μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίζει άλλως, οι όροι και οι περιορισμοί των προσφυγών στη βασίλισσα από τα ανώτατα δικαστήρια των διαφόρων πολιτειών εφαρμόζονται στις προσφυγές αυτών ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου.

74. Προσφυγή στη Βασίλισσα

Δεν επιτρέπεται να ασκηθεί προσφυγή στη Βασίλισσα από απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου για οποιοδήποτε θέμα, ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν, όσον αφορά τα όρια μεταξύ των συνταγματικών εξουσιών της Κοινοπολιτείας και εκείνων οποιασδήποτε πολιτείας ή πολιτειών ή ως προς τα όρια μεταξύ των συνταγματικών αρμοδιοτήτων δύο ή περισσοτέρων πολιτειών, εκτός αν το Ανώτατο Δικαστήριο πιστοποιήσει ότι το ζήτημα πρέπει να καθοριστεί από την Αυτού Μεγαλειότητα.

Το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να πιστοποιήσει εάν είναι πεπεισμένο ότι για οποιοδήποτε ειδικό λόγο πρέπει να χορηγηθεί το πιστοποιητικό και στη συνέχεια θα ασκηθεί έφεση στην Αυτού Μεγαλειότητα για το ζήτημα χωρίς περαιτέρω άδεια.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, το παρόν Σύνταγμα δεν θα επιδεινώσει κανένα δικαίωμα το οποίο η Βασίλισσα μπορεί να χαίρει να ασκεί δυνάμει του Βασιλικού Προνόμιου της να χορηγήσει ειδική προσφυγή από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Αυτού Μεγαλειότητα. Το Κοινοβούλιο μπορεί να προβεί σε νομοθεσίες που περιορίζουν τα θέματα στα οποία μπορεί να ζητηθεί η άδεια αυτή, αλλά οι προτεινόμενοι νόμοι που περιέχουν οποιοδήποτε τέτοιο περιορισμό θα επιφυλάσσονται από τον Γενικό Κυβερνήτη σύμφωνα με την επιθυμία της.

75. Αρχική δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου

Σε όλα τα θέματα:

  1. που απορρέουν από οποιαδήποτε συνθήκη,
  2. που αφορούν τους προξένους ή άλλους αντιπροσώπους άλλων χωρών,
  3. στα οποία η Κοινοπολιτεία, ή κάποιος που ασκεί δίωξη ή μήνυση εκ μέρους της Κοινοπολιτείας, είναι συμβαλλόμενο μέρος,
  4. μεταξύ πολιτειών ή μεταξύ κατοίκων διαφορετικών πολιτειών ή μεταξύ πολιτείας και κατοίκου άλλης πολιτείας,
  5. στα οποία ζητείται εντολή mandamus (μεταξύ δικαστηρίων) ή απαγόρευση ή ασφαλιστικά μέτρα εναντίον αξιωματούχου της Κοινοπολιτείας,

το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αρχική δικαιοδοσία.

76. Πρόσθετη αρχική δικαιοδοσία

Το Κοινοβούλιο μπορεί να εκδίδει νόμους που απονέμουν αρχική δικαιοδοσία στο Ανώτατο Δικαστήριο σε οποιοδήποτε θέμα:

  1. σύμφωνα με το παρόν Σύνταγμα ή με την ερμηνεία του,
  2. σύμφωνα με τους νόμους που έχει θεσπίσει το Κοινοβούλιο,
  3. του Ναυαρχείου και της θαλάσσιας δικαιοδοσίας,
  4. που αφορά το ίδιο αντικείμενο που διεκδικείται σύμφωνα με τους νόμους διαφορετικών πολιτειών.

77. Εξουσία καθορισμού της δικαιοδοσίας

Όσον αφορά οποιοδήποτε από τα θέματα που αναφέρονται στα δύο τελευταία άρθρα, το Κοινοβούλιο μπορεί να εκδίδει νόμους:

  1. που ορίζουν τη δικαιοδοσία οποιουδήποτε ομοσπονδιακού δικαστηρίου, εκτός από το Ανώτατο Δικαστήριο,
  2. που καθορίζουν τον βαθμό στον οποίο η δικαιοδοσία οποιουδήποτε ομοσπονδιακού δικαστηρίου θα είναι αποκλειστική εκείνης που ανήκει ή επικουρείται στα δικαστήρια των πολιτειών,
  3. που παραχωρούν ομοσπονδιακή δικαιοδοσία σε οποιοδήποτε πολιτειακό δικαστήριο.

78. Διαδικασίες κατά της Κοινοπολιτείας ή πολιτείας

Το Κοινοβούλιο μπορεί να εκδώσει νόμους που να παρέχουν δικαιώματα σε βάρος της Κοινοπολιτείας ή μίας πολιτείας σε θέματα εντός των ορίων της δικαστικής εξουσίας.

79. Αριθμός δικαστών

Η ομοσπονδιακή αρμοδιότητα κάθε δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί από αριθμό δικαστών όπως ορίζει το Κοινοβούλιο.

80. Δίκη με σώμα ενόρκων

Η δίκη με κατηγορίες οποιουδήποτε αδικήματος κατά οποιονδήποτε νόμο της Κοινοπολιτείας θα είναι με σώμα ενόρκων και κάθε τέτοια δίκη θα διεξάγεται στην πολιτεία όπου διαπράχθηκε το αδίκημα και αν το αδίκημα δεν διαπράχθηκε σε καμία πολιτεία, η δίκη θα διεξάγεται σε τόπο ή τόπους που ορίζει το Κοινοβούλιο.

Κεφάλαιο IV. Οικονομία και εμπόριοΕπεξεργασία

81. Ενοποιημένο Ταμείο Εσόδων

Όλα τα έσοδα ή τα χρήματα που συλλέγει ή εισπράττει η εκτελεστική κυβέρνηση της Κοινοπολιτείας σχηματίζουν ένα Ενοποιημένο Ταμείο Εσόδων, το οποίο θα διατεθεί για τους σκοπούς της Κοινοπολιτείας με τον τρόπο και με την επιβολή των χρεώσεων και υποχρεώσεων που επιβάλλονται από το παρόν Σύνταγμα.

82. Δαπάνες που καταλογίζονται σε αυτ

Τα κόστη, οι χρεώσεις και τα έξοδα που σχετίζονται με τη συλλογή, τη διαχείριση και την παραλαβή του Ταμείου Ενοποιημένων Εσόδων αποτελούν την πρώτη επιβάρυνση, και τα έσοδα της Κοινοπολιτείας θα εφαρμόζονται κατ' αρχήν στην πληρωμή των δαπανών της Κοινοπολιτείας.

83. Χρήματα που πρέπει διατίθενται από νόμο

Κανένα χρηματικό ποσό δεν αντλείται από το Υπουργείο Οικονομικών της Κοινοπολιτείας, εκτός εάν υπάγεται στη διάθεση του νόμου.

Μέχρι όμως τη λήξη ενός μηνός μετά την πρώτη συνεδρίαση του Κοινοβουλίου, ο εκτελών χρέη Γενικός Κυβερνήτης μπορεί να αντλήσει από το Υπουργείο Οικονομικών και να δαπανήσει αυτά τα χρήματα, όπως είναι αναγκαίο, για τη συντήρηση οποιουδήποτε τμήματος που μεταφέρεται στην Κοινοπολιτεία και για τη διεξαγωγή των πρώτων εκλογών του Κοινοβουλίου.

84. Μεταφορά υπαλλήλων

Όταν κάθε τμήμα της δημόσιας υπηρεσίας μιας πολιτείας μεταβιβάζεται στην Κοινοπολιτεία, όλα τα στελέχη του τμήματος υπόκεινται στον έλεγχο της εκτελεστικής κυβέρνησης της Κοινοπολιτείας.

Οποιοσδήποτε τέτοιος υπάλληλος, ο οποίος δεν παραμένει στην υπηρεσία της Κοινοπολιτείας, δικαιούται να λάβει από το κράτος οποιαδήποτε σύνταξη, αμοιβή ή άλλη αποζημίωση, εκτός εάν διοριστεί σε άλλο αξίωμα ισότιμης αμοιβής στη δημόσια υπηρεσία της πολιτείας, που καταβάλλεται σύμφωνα με τη νομοθεσία της πολιτείας για την κατάργηση του αξιώματός του.

Κάθε υπάλληλος που διατηρείται στην υπηρεσία της Κοινοπολιτείας διατηρεί όλα τα υπάρχοντα και συγκεντρωτικά του δικαιώματα και δικαιούται να αποσυρθεί από τη θέση του κατά τον χρόνο και με το επίδομα σύνταξης ή συνταξιοδότησης που θα επιτρέπεται από τη νομοθεσία της πολιτείας εάν η υπηρεσία του με την Κοινοπολιτεία ήταν συνέχεια της υπηρεσίας του με την πολιτεία. Το επίδομα αυτό συντάσσεται ή καταβάλλεται από την Κοινοπολιτεία, αλλά η πολιτεία καταβάλλει στην Κοινοπολιτεία ένα μέρος αυτού που υπολογίζεται με βάση την αναλογία που η θητεία του με την πολιτεία ανέρχεται στο σύνολο του χρόνου υπηρεσίας του και για τον υπολογισμό του ο μισθός του θεωρείται ότι είναι ο μισθός του από την πολιτεία τη στιγμή της μεταβίβασης.

Κάθε υπάλληλος ο οποίος, κατά την ίδρυση της Κοινοπολιτείας, είναι στη δημόσια υπηρεσία πολιτείας και ο οποίος, με τη συγκατάθεση του κυβερνήτη της πολιτείας με τη συμβουλή του εκτελεστικού συμβουλίου, μεταφέρεται στη δημόσια υπηρεσία της Κοινοπολιτείας, θα έχει τα ίδια δικαιώματα σαν να ήταν υπάλληλος ενός τμήματος που μεταφέρθηκε στην Κοινοπολιτεία και διατηρείται στην υπηρεσία της Κοινοπολιτείας.

85. Μεταβίβαση ιδιοκτησίας της πολιτείας

Όταν ένα τμήμα της δημόσιας υπηρεσίας μιας πολιτείας μεταβιβάζεται στην Κοινοπολιτεία:

  1. κάθε ιδιοκτησία της πολιτείας οποιουδήποτε είδους, που χρησιμοποιείται αποκλειστικά σε σχέση με το τμήμα αυτό, κατοοχυρώνεται στην Κοινοπολιτεία. Αλλά στην περίπτωση των υπηρεσιών που ελέγχουν τα τελωνεία, τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και τα εισοδήματα, για το χρονικό εκείνο διάστημα το οποίο μπορεί να κηρύξει απαραίτητο μόνο ο εκτελών χρέη Γενικός Κυβερνήτης.
  2. η Κοινοπολιτεία μπορεί να αποκτήσει οποιαδήποτε περιουσία της πολιτείας, με οποιαδήποτε χρήση, αλλά όχι αποκλειστικά, σε σχέση με το τμήμα. Η αξία της δεν μπορεί να εξακριβωθεί με τον τρόπο που μπορεί να διαπιστωθεί ο τρόπος με τον οποίο διαπιστώνεται σύμφωνα με τον νόμο η αξία της γης ή του τόκου για γη που λαμβάνεται από την πολιτεία για δημόσιους σκοπούς της που ισχύει κατά την ίδρυση της Κοινοπολιτείας.
  3. η Κοινοπολιτεία αποζημιώνει την πολιτεία για την αξία οποιασδήποτε περιουσίας που μεταφέρεται στην Κοινοπολιτεία βάσει του παρόντος άρθρου. Εάν δεν μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία ως προς τον τρόπο αποζημίωσης, καθορίζεται από το Κοινοβούλιο σύμφωνα με τους νόμους.
  4. η Κοινοπολιτεία, κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, αναλαμβάνει τις τρέχουσες υποχρεώσεις της πολιτείας σε σχέση με το τμήμα που μεταφέρθηκε.

86. Τελωνεία, ειδικοί φόροι κατανάλωσης και αμοιβές

Με την ίδρυση της Κοινοπολιτείας, η είσπραξη και ο έλεγχος των δασμών των τελωνειακών και των ειδικών φόρων κατανάλωσης και ο έλεγχος της πληρωμής των αμοιβών, μεταβιβάζονται στην εκτελεστική κυβέρνηση της Κοινοπολιτείας.

87. Έσοδα από τελωνειακούς και ειδικούς φόρους κατανάλωσης

Κατά τη διάρκεια μιας περιόδου δέκα ετών μετά την ίδρυση της Κοινοπολιτείας και στη συνέχεια μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίζει άλλως, από τα καθαρά έσοδα της Κοινοπολιτείας από τους τελωνειακούς δασμούς και τον ειδικό φόρο κατανάλωσης το ένα τέταρτο λαμβάνεται ετησίως από την Κοινοπολιτεία για τις δαπάνες της.

Το υπόλοιπο ποσό, σύμφωνα με το παρόν Σύνταγμα, θα καταβληθεί στις πολιτείες ή θα ληφθεί για την καταβολή τόκων επί των χρεών των πολιτειών τα οποία αναλαμβάνονται από την Κοινοπολιτεία.

88. Ενιαίοι τελωνειακοί δασμοί

Οι ενιαίοι τελωνειακοί δασμοί επιβάλλονται εντός δύο ετών από την ίδρυση της Κοινοπολιτείας.

89. Πληρωμή των πολιτειών πριν από τους ενιαίους δασμούς

Μέχρι την επιβολή ενιαίων τελωνειακών δασμών:

  1. η Κοινοπολιτεία πιστώνει σε κάθε πολιτεία τα έσοδα που εισπράττονται από την Κοινοπολιτεία.
  2. η Κοινοπολιτεία χρεώνει σε κάθε πολιτεία:
    1. τις δαπάνες της Κοινοπολιτείας που πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά για τη συντήρηση ή τη συνέχιση, κατά τη στιγμή της μεταβίβασης, κάθε τμήματος που μεταφέρθηκε από την πολιτεία στην Κοινοπολιτεία.
    2. το ποσοστό της πολιτείας, ανάλογα με τον πληθυσμό της, στις άλλες δαπάνες της Κοινοπολιτείας.
  3. η Κοινοπολιτεία καταβάλλει σε κάθε πολιτεία μηνιαίως το υπόλοιπο (αν υπάρχει) υπέρ του Δημοσίου.

90. Αποκλειστική εξουσία για τα τελωνεία, τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και τις αμοιβές

Όσον αφορά την επιβολή ενιαίων τελωνειακών δασμών, η εξουσία του Κοινοβουλίου να επιβάλλει τελωνειακούς και ειδικούς φόρους κατανάλωσης και να χορηγεί χρηματικά ποσά για την παραγωγή ή την εξαγωγή αγαθών καθίσταται αποκλειστική.

Όσον αφορά την επιβολή ενιαίων τελωνειακών δασμών, όλες οι νομοθεσίες των διαφόρων πολιτειών που επιβάλλουν τελωνειακούς ή ειδικούς φόρους κατανάλωσης ή που προσφέρουν χρηματικά ποσά για την παραγωγή ή την εξαγωγή αγαθών παύουν να ισχύουν, αλλά οποιαδήποτε χορήγηση ή συμφωνία για οποιαδήποτε τέτοια αμοιβή που γίνεται από ή υπό την κυριαρχία της Κυβέρνησης οποιασδήποτε πολιτείας, θεωρείται πως είναι ορθή μόνο εάν έγινε πριν από τις 30 Ιουνίου 1898.

91. Εξαιρέσεις όσον αφορά τις αμοιβές

Δεν υπάρχει πρόβλεψη στο παρόν Σύνταγμα η οποία να απαγορεύει σε μία πολιτεία να χορηγεί οποιαδήποτε ενίσχυση ή οφέλη για την εξόρυξη χρυσού, αργύρου ή άλλων μετάλλων ούτε να χορηγεί, με τη συγκατάθεση και των δύο κοινοβουλευτικών οργάνων της Κοινοπολιτείας, με απόφαση, οποιαδήποτε βοήθεια ή αμοιβή σχετικά με την παραγωγή ή την εξαγωγή αγαθών.

92. Ελευθερία του εμπορίου εντός της Κοινοπολιτείας

Με την επιβολή ενιαίων τελωνειακών δασμών, το εμπόριο και η επικοινωνία μεταξύ των πολιτειών, είτε μέσω ξηράς είτε μέσω θαλάσσης, θα είναι απολύτως ελεύθερα.

Ωστόσο, παρά τα όσα ορίζει το Σύνταγμα αυτό, τα εμπορεύματα που εισάγονται πριν από την επιβολή ενιαίων τελωνειακών δασμών σε οποιαδήποτε πολιτεία ή σε οποιαδήποτε αποικία η οποία, ενώ τα αγαθά παραμένουν εκεί, γίνεται πολιτεία, περνούν τότε σε άλλο πολιτεία εντός δύο ετών από την ημερομηνία επιβολής τέτοιων δασμών, υπόκεινται σε κάθε φόρο που επιβάλλεται κατά την εισαγωγή τέτοιων προϊόντων στην Κοινοπολιτεία, μείον κάθε δασμό που καταβλήθηκε για τα εμπορεύματα κατά την εισαγωγή τους.

93. Πληρωμή των πολιτειών για πέντε έτη μετά από την επιβολή ενιαίων δασμών

Κατά τα πρώτα πέντε έτη μετά την επιβολή ενιαίων τελωνειακών δασμών και στη συνέχεια μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίζει άλλως:

  1. οι τελωνειακοί δασμοί που επιβάλλονται στα εμπορεύματα που εισάγονται σε μία πολιτεία και μετά μεταφέρονται σε άλλη προς κατανάλωση και θεωρούνται ότι εισπράχθηκαν οι φόροι κατανάλωσης που καταβλήθηκαν επί αγαθών που παράγονται ή παράγονται σε πολιτεία και μεταφέρονται σε άλλη πολιτεία προς κατανάλωση, συλλέγονται όχι στην πρώτη αλλά στην τελευταία πολιτεία.
  2. με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου, η Κοινοπολιτεία πιστώνει τα έσοδα, τις χρεωστικές δαπάνες και τα υπόλοιπα των πληρωμών προς τις διάφορες πολιτείες όπως προβλέπεται για την περίοδο που προηγείται της επιβολής ενιαίων τελωνειακών δασμών.

94. Κατανομή του πλεονάσματος

Μετά από πέντε χρόνια από την επιβολή ενιαίων τελωνειακών δασμών, το Κοινοβούλιο μπορεί να παρέχει, σε βάση που κρίνει δίκαιη, τη μηνιαία καταβολή στις διάφορες πολιτείες όλων των πλεονασματικών εσόδων της Κοινοπολιτείας.

95. Δασμοί της Δυτικής Αυστραλίας

Παρά το γεγονός ότι στο παρόν Σύνταγμα το Κοινοβούλιο της πολιτείας της Δυτικής Αυστραλίας, αν η πολιτεία αυτή είναι αρχικό μέλος, μπορεί, κατά τα πρώτα πέντε έτη μετά την επιβολή ενιαίων τελωνειακών δασμών, να επιβάλλει τελωνειακούς δασμούς στα εμπορεύματα που διέρχονται από την εν λόγω πολιτεία και δεν εισήχθησαν αρχικά εκτός των ορίων της Κοινοπολιτείας, και οι εν λόγω δασμοί εισπράττονται από την Κοινοπολιτεία.

Ωστόσο, κάθε δασμός που επιβάλλεται σε οποιοδήποτε εμπόρευμα δεν υπερβαίνει κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους τον φόρο που επιβάλλεται στα εμπορεύματα δυνάμει της νομοθεσίας της Δυτικής Αυστραλίας που ισχύει κατά την επιβολή ενιαίων δασμών και δεν υπερβαίνει κατά τη διάρκεια του δεύτερου, του τρίτου, του τετάρτου και του πέμπτου έτους αντίστοιχα, τα τεσσάρων πέμπτα, τα τρία πέμπτα, τα δύο πέμπτα και το ένα πέμπτο του τελευταίου δασμού και όλες οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται δυνάμει του παρόντος άρθρου παύουν να ισχύουν κατά το πέμπτο έτος μετά την επιβολή ενιαίων δασμών.

Εάν, ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια των πέντε ετών, ο φόρος επί οποιουδήποτε εμπορεύματος σύμφωνα με το παρόν άρθρο είναι υψηλότερος από τον δασμό που επιβάλλει η Κοινοπολιτεία για την εισαγωγή ομοειδών εμπορευμάτων, τότε αυτός ο υψηλότερος δασμός εισπράττεται για τα εμπορεύματα όταν εισάγονται στη Δυτική Αυστραλία από τα όρια της Κοινοπολιτείας.

96. Χρηματοδοτική συνδρομή προς τις πολιτείες

Κατά τη διάρκεια περιόδου δέκα ετών μετά την ίδρυση της Κοινοπολιτείας και στη συνέχεια μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίζει άλλως, το Κοινοβούλιο μπορεί να χορηγήσει οικονομική βοήθεια σε οποιαδήποτε πολιτεία υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που το Κοινοβούλιο κρίνει σκόπιμο.

97. Έλεγχος

Μέχρις ότου το Κοινοβούλιο ορίζει άλλως, οι νόμοι που ισχύουν σε οποιαδήποτε αποικία η οποία έχει γίνει ή γίνεται πολιτεία, όσον αφορά την είσπραξη των εσόδων και τη δαπάνη χρημάτων για λογαριασμό της κυβέρνησης της αποικίας, καθώς και την επανεξέταση και τον έλεγχο αυτής της παραλαβής και των δαπανών για την είσπραξη των εσόδων και της δαπάνης χρημάτων για λογαριασμό της Κοινοπολιτείας στην πολιτεία με τον ίδιο τρόπο όπως η Κοινοπολιτεία ή η Κυβέρνηση ή ένας υπάλληλος της Κοινοπολιτείας χρησιμοποιούνται όπως αναφέρεται η Αποικία ή η Κυβέρνηση ή ένας υπάλληλος της αποικίας.

98. Εμπόριο συμπεριλαμβανομένης της ναυσιπλοΐα και των πολιτειακών σιδηροδρόμων

Η εξουσία του Κοινοβουλίου να θεσπίζει νόμους σχετικά με το εμπόριο επεκτείνεται στη ναυσιπλοΐα και τη ναυτιλία και στους σιδηρόδρομους ιδιοκτησίας οποιασδήποτε πολιτείας.

99. Η Κοινοπολιτεία δεν δείχνει προτιμήσεις

Η Κοινοπολιτεία δεν μπορεί, με κανέναν νόμο ή κανονιστική ρύθμιση του εμπορίου, ή των εσόδων, να δείξει προτίμηση προς μία πολιτεία ή σε κάποιο τμήμα αυτής έναντι άλλης πολιτείας ή οποιουδήποτε τμήματος αυτής.

100. Απαγόρευση του περιορισμού των υδάτων

Η Κοινοπολιτεία δεν περιορίζει, με κανέναν νόμο ή εμπορικό κανονισμό, το δικαίωμα μιας πολιτείας ή των κατοίκων της σε εύλογη χρήση των υδάτων ποταμών για ύδρευση ή άρδευση.

101. Διαπολιτειακή Επιτροπή

Θα υπάρχει διαπολιτειακή επιτροπή, με τις αρμοδιότητες επιδίκασης και διοίκησης που το Κοινοβούλιο κρίνει αναγκαίες για την εκτέλεση και τη διατήρηση, στο πλαίσιο της Κοινοπολιτείας, των διατάξεων του παρόντος Συντάγματος σχετικά με το εμπόριο και του συνόλου των νόμων που θεσπίζονται στο πλαίσιο αυτό.

102. Δυνατότητα του Κοινοβουλίου να απαγορεύει τις προτιμήσεις σε πολιτείες

Το Κοινοβούλιο μπορεί με οποιονδήποτε νόμο σχετικά με το εμπόριο να απαγορεύει, όπως και με τους σιδηροδρόμους, οποιαδήποτε προτίμηση ή διάκριση από οποιαδήποτε πολιτεία ή από οποιαδήποτε αρχή που έχει συσταθεί στο πλαίσιο μίας πολιτείας, εάν αυτή η προτίμηση ή διάκριση είναι αδικαιολόγητη και παράλογη ή άδικη προς οποιαδήποτε πολιτεία λαμβανομένων δεόντως υπόψη των οικονομικών ευθυνών που αναλαμβάνει μία πολιτεία σε σχέση με την κατασκευή και τη συντήρηση των σιδηροδρόμων της. Ωστόσο, καμία προτίμηση ή διάκριση δεν θεωρείται, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, αδικαιολόγητη και παράλογη ή άδικη προς οποιαδήποτε πολιτεία, εκτός αν αυτό κριθεί από την Διαπολιτειακή Επιτροπή.

103. Διορισμός, θητεία και αμοιβή των Επιτρόπων

Τα μέλη της Διαπολιτειακής Επιτροπής:

  1. διορίζονται από τον εκτελόντα χρέη Γενικό Κυβερνήτη,
  2. ασκεί τα καθήκοντά του επί επτά έτη, αλλά μπορεί να απομακρυνθεί εντός αυτού του χρονικού διαστήματος από τον εκτελόντα χρέη Γενικό Κυβερνήτη, μετά από συζήτηστ και από τις δύο Βουλές της ίδιας συνόδου που ζητάει την απομάκρυνση αυτή λόγω έλλειψης αποδεδειγμένης συμπεριφοράς ή ανικανότητας,
  3. λαμβάνει την αμοιβή που μπορεί να καθορίσει το Κοινοβούλιο, αλλά η αμοιβή αυτή δεν μειώνεται κατά τη διάρκεια της θητείας τους.

104. Διατήρηση ορισμένων φόρων

Δεν υπάρχει στοιχείο στο παρόν Σύνταγμα το οποίο να καθιστά παράνομο οποιονδήποτε φόρο για τη μεταφορά αγαθών, μέσω σιδηροδρόμου, την ιδιοκτησία μίας πολιτείας, εάν ο φόρος θεωρείται από την Διαπολιτειακή Επιτροπή ως απαραίτητος για την ανάπτυξη του εδάφους της πολιτείας και εάν ο συντελεστής εφαρμόζεται εξίσου στα εμπορεύματα εντός της πολιτείας και στα εμπορεύματα που μεταφέρονται στην πολιτεία από άλλες πολιτείες.

105. Ανάληψη δημόσιων χρεών των πολιτειών

Το Κοινοβούλιο μπορεί να αναλάβει από τις πολιτείεςς τα δημόσια χρέη τους ή ένα ποσοστό αυτών σύμφωνα με τον αντίστοιχο πληθυσμό όπως καταγράφεται στις απογραφές της Κοινοπολιτείας και μπορεί να μετατρέψει, να ανανεώσει ή να παγιώσει αυτά τα χρέη ή οποιοδήποτε τμήμα τους. Οι πολιτείες αποζημιώνουν την Κοινοπολιτεία για τα ληφθέντα χρέη και στη συνέχεια οι τόκοι που καταβάλλονται για τα χρέη αφαιρούνται και διατηρούνται από τμήματα των πλεονασματικών εσόδων της Κοινοπολιτείας που καταβάλλονται στις διάφορες πολιτείες ή αν το πλεόνασμα είναι ανεπαρκές ή εάν δεν υπάρχει πλεόνασμα, τότε η έλλειψη ή το σύνολο του ποσού καταβάλλεται από τις διάφορες πολιτείες.

105Α. Συμφωνίες σχετικά με τα χρέη των πολιτειών

  1. Η Κοινοπολιτεία μπορεί να συνάπτει συμφωνίες με τις πολιτείες σχετικά με τα δημόσια χρέη των πολιτειών, μεταξύ των οποίων:
    1. την ανάληψη τέτοιων οφειλών από την Κοινοπολιτεία,
    2. τη διαχείριση των εν λόγω χρεών,
    3. την καταβολή τόκων και την παροχή και τη διαχείριση των επενδεδυμένων κεφαλαίων σε σχέση με τα εν λόγω χρέη,
    4. την ενοποίηση, την ανανέωση, τη μετατροπή και την εξόφληση αυτών των χρεών,
    5. την αποζημίωση της Κοινοπολιτείας από τις πολιτείες όσον αφορά τα χρέη που ανέλαβε η Κοινοπολιτεία, και
    6. τον δανεισμό χρημάτων από τις πολιτείες ή από την Κοινοπολιτεία ή από την Κοινοπολιτεία για τις πολιτείες.
  2. Το Κοινοβούλιο μπορεί να καταρτίσει νόμους για την επικύρωση οποιασδήποτε τέτοιας συμφωνίας πριν από την έναρξη ισχύος αυτού του άρθρου.
  3. Το Κοινοβούλιο μπορεί να καταρτίσει νόμους για τη διεξαγωγή από τα συμβαλλόμενα μέρη οποιασδήποτε τέτοιας συμφωνίας.
  4. Κάθε τέτοια συμφωνία μπορεί να τροποποιηθεί ή να ακυρωθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη.
  5. Κάθε τέτοια συμφωνία και οποιαδήποτε τροποποίησή της θα είναι δεσμευτική για την Κοινοπολιτεία και τις πολιτείες της, ανεξάρτητα από οτιδήποτε περιέχεται στο παρόν Σύνταγμα ή το Σύνταγμα πολλών πολιτειών ή σε οποιονδήποτε νόμο του Κοινοπολιτειακού Κοινοβουλίου ή οποιασδήποτε πολιτείας.
  6. Οι εξουσίες που παρέχονται από το παρόν άρθρο δεν πρέπει να περιορίζονται με κανένα τρόπο από τις διατάξεις του άρθρου 145 του παρόντος Συντάγματος.

Κεφάλαιο V. ΠολιτείεςΕπεξεργασία

106. Διατήρηση Συνταγμάτων

Το Σύνταγμα κάθε πολιτείας της Κοινοπολιτείας, υπό την επιφύλαξη του παρόντος Συντάγματος, συνεχίζεται κατά την ίδρυση της Κοινοπολιτείας ή κατά την είσοδο ή την εγκαθίδρυση της πολιτεία, ανάλογα με την περίπτωση, έως ότου τροποποιηθεί σύμφωνα με το Σύνταγμα της πολιτείας.

107. Διατήρηση της εξουσίας των πολιτειακών Κοινοβουλίων

Κάθε εξουσία του Κοινοβουλίου μιας Αποικίας η οποία έχει γίνει ή θα γίνει πολιτεία, θα πρέπει, εκτός αν ανατεθεί στο Κοινοβούλιο της Κοινοπολιτείας ή αποσυρθεί από το Κοινοβούλιο της πολιτείας, να συνεχίσει να ισχύει και κατα την ίδρυση της Κοινοπολιτείας, ή κατά την είσοδο ή την ίδρυση της πολιτείας, ανάλογα με την περίπτωση.

108. Διατήρηση των πολιτειακών νόμων

Κάθε νόμος που ισχύει σε μια αποικία η οποία έχει γίνει ή θα γίνει πολιτεία και σχετίζεται με οποιοδήποτε ζήτημα εντός των εξουσιών του κοινοβουλίου της Κοινοπολιτείας, εξακολουθεί να ισχύει στην πολιτεία, με την επιφύλαξη του παρόντος Συντάγματος. Μέχρις ότου το Κοινοβούλιο της Κοινοπολιτείας προβεί σε πρόβλεψη για λογαριασμό του, το Κοινοβούλιο της πολιτείας θα έχει αυτές τις εξουσίες τροποποίησης και κατάργησης σε σχέση με οποιονδήποτε τέτοιο νόμο όπως το Κοινοβούλιο της Αποικίας έως ότου η Αποικία γίνει πολιτεία.

109. Ασυμβατότητα των νόμων

Όταν ένας νόμος μιας πολιτείας είναι ασυμβίβαστος με έναν νόμο της Κοινοπολιτείας, ο τελευταίος υπερισχύει και ο πρώτος θα ακυρωθεί, στο μέτρο της ασυνέπειας.

110. Διατάξεις που αφορούν τον Κυβερνήτη

Οι διατάξεις του παρόντος Συντάγματος που αφορούν τον Κυβερνήτη μίας πολιτείας επεκτείνονται και ισχύουν για τον Κυβερνήτη της πολιτείας επί του παρόντος ή άλλου Διευθύνοντος Συμβούλου ή διαχειριστή της Κυβέρνησης της πολιτείας.

111. Παράδοση εδαφών από πολιτεία

Το Κοινοβούλιο μίας πολιτείας μπορεί να παραδώσει οποιοδήποτε μέρος της πολιτείας στην Κοινοπολιτεία. Μετά την παράδοσή του και την αποδοχή του από την Κοινοπολιτεία, το εν λόγω τμήμα της πολιτείας υπόκειται στην αποκλειστική δικαιοδοσία της Κοινοπολιτείας.

112. Επιβολή τελών για ελεγκτικούς νόμους

Μετά την επιβολή ενιαίων τελωνειακών δασμών, μία πολιτεία μπορεί να επιβάλλει στις εισαγωγές ή τις εξαγωγές ή στα εμπορεύματα που εισέρχονται ή εξέρχονται από την πολιτεία τα τέλη που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των νόμων περί ελέγχου της πολιτείας. Αλλά η καθαρή παραγωγή όλων των επιβαρύνσεων που εισπράττονται είναι για τη χρήση της Κοινοπολιτείας. Οποιοσδήποτε τέτοιος ελεγκτικός νόμος μπορεί να ακυρωθεί από το Κοινοβούλιο της Κοινοπολιτείας.

113. Αλκοολούχα υγρά

Όλα τα υγρά που έχουν υποστεί ζύμωση, απόσταξη ή άλλα αλκοολούχα υγρά που διέρχονται σε οποιαδήποτε πολιτεία ή παραμένουν σε αυτή για χρήση, κατανάλωση, πώληση ή αποθήκευση, υπόκεινται στους νόμους της πολιτείας, σαν να είχαν παραχθεί εντός της πολιτείας.

114. Απαγόρευση συγκέντρωσης δυνάμεων από τις πολιτείες. Φορολογία ιδιοκτησίας της Κοινοπολιτείας ή της πολιτείας

Μία πολιτεία δεν μπορεί, χωρίς τη συγκατάθεση του Κοινοβουλίου της Κοινοπολιτείας, να αυξήσει ή να διατηρήσει οποιαδήποτε ναυτική ή στρατιωτική δύναμη ή να επιβάλει φόρο σε οποιαδήποτε ιδιοκτησία της Κοινοπολιτείας και η Κοινοπολιτεία δεν επιβάλλει φόρο επί περιουσίας οποιασδήποτε μορφής που ανήκει σε μία πολιτεία.

115. Απαγόρευση κυκλοφορίας νομισμάτων από τις πολιτείες

Μία πολιτεία δεν πρέπει να κυκλοφορεί ή να εκδίδει νομίσματα, εκτός από χρυσά και αργυρά νομίσματα για την πληρωμή χρεών.

116. Απαγόρευση νομοθέτησης για τη θρησκεία εκ μέρους της Κοινοπολιτείας

Η Κοινοπολιτεία δεν πρόκειται να θεσπίσει κανένα νόμο για την καθιέρωση οποιασδήποτε θρησκείας ή για την επιβολή οποιουδήποτε θρησκευτικού σεβασμού ή για την απαγόρευση της ελεύθερης άσκησης οποιασδήποτε θρησκείας και δεν απαιτείται καμία θρησκευτική δοκιμασία ως προσόν για οποιοδήποτε αξίωμα ή δημόσια πεποίθηση υπό την Κοινοπολιτεία.

117. Δικαιώματα κατοίκων των πολιτειών

Οποιοδήποτε υποκείμενο της βασίλισσας, κάτοικος οποιασδήποτε πολιτείας, δεν υπόκειται σε καμία ανικανότητα ή διάκριση σε άλλη πολιτεία, η οποία δεν θα ήταν εξίσου εφαρμοστέα σε αυτή την πολιτεία, εάν ήταν υποκείμενο της βασίλισσας που κατοικεί σε άλλη πολιτεία.

118. Αναγνώριση νόμων κλπ. των πολιτειών

Πλήρης πίστη και πίστωση θα δίνονται, σε ολόκληρη την Κοινοπολιτεία, στους νόμους, τις δημόσιες πράξεις και τα αρχεία και τις δικαστικές διαδικασίες κάθε πολιτείας.

119. Προστασία των πολιτειών από εισβολή και βία

Η Κοινοπολιτεία προστατεύει κάθε πολιτεία από την εισβολή και, κατόπιν αιτήσεως της εκτελεστικής κυβέρνησης της πολιτείας, από την εσωτερική βία.

120. Φυλάκιση των παραβατών εναντίον νόμων της Κοινοπολιτείας

Κάθε πολιτεία προβλέπει τη φυλάκιση στις φυλακές της προσώπων που κατηγορούνται ή καταδικάζονται για αδικήματα κατά της νομοθεσίας της Κοινοπολιτείας και για την τιμωρία ατόμων που έχουν καταδικαστεί για τέτοιου είδους αδικήματα και το κοινοβούλιο της Κοινοπολιτείας μπορεί να θέσει σε ισχύ νόμους για την εφαρμογή της πρόβλεψης.

Κεφάλαιο VI. Νέες πολιτείεςΕπεξεργασία

121. Εισχώρηση ή ίδρυση νέων πολιτειών

Το Κοινοβούλιο μπορεί να παραδεχθεί στην Κοινοπολιτεία ή να ιδρύσει νέες πολιτείες και μπορεί, με την εν λόγω εισχώρηση ή ίδρυση, να προβεί ή να επιβάλει τέτοιους όρους και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της έκτασης εκπροσώπησης σε κάθε Σώμα του Κοινοβουλίου, όπως κρίνει σκόπιμο.

122. Κυβέρνηση των επικρατειών

Το Κοινοβούλιο μπορεί να καταστήσει νόμους για την κυβέρνηση οποιασδήποτε επικράτειας που παραδίδεται από οποιαδήποτε πολιτεία και γίνεται αποδεκτή από την Κοινοπολιτεία ή από οποιαδήποτε επικράτεια που έχει θέσει η Βασίλισσα υπό την εξουσία και γίνεται αποδεκτή από την Κοινοπολιτεία ή αποκτάται με άλλον τρόπο από την Κοινοπολιτεία και μπορεί να ορίσει την εκπροσώπηση αυτού του εδάφους σε κάθε Σώμα του Κοινοβουλίου στο βαθμό και υπό τους όρους που κρίνει σκόπιμους.

123. Μεταβολή των ορίων των πολιτειών

Το Κοινοβούλιο της Κοινοπολιτείας μπορεί, με τη συγκατάθεση του Κοινοβουλίου μίας πολιτείας, και την έγκριση της πλειοψηφίας των εκλογέων της πολιτείας οι οποίοι ψηφίζουν για το ζήτημα, να αυξήσει, να μειώσει ή να τροποποιήσει με άλλο τρόπο τα όρια της πολιτείας, υπό τους όρους αυτούς οι οποίοι συμφωνούνται και μπορούν, με συναίνεση, να προβλέπουν την επιρροή και τη λειτουργία οποιασδήποτε αύξησης ή μείωσης ή αλλοίωσης της επικράτειας σε σχέση με οποιαδήποτε επηρεαζόμενη πολιτεία.

124. Δημιουργία νέων πολιτειών

Μπορεί να σχηματιστεί νέα πολιτεία με διαχωρισμό της επικράτειας από μία πολιτεία, αλλά μόνο με τη συγκατάθεση του Κοινοβουλίου και μία νέα πολιτεία μπορεί να σχηματιστεί από την ένωση δύο ή περισσοτέρων πολιτειών ή μερών πολιτειών, αλλά μόνο με τη συγκατάθεση των συμβαλλόμενων πολιτειών στα κοινοβούλια τους.

Κεφάλαιο VII. ΔιάφοραΕπεξεργασία

125. Έδρα της κυβέρνησης

Η έδρα της κυβέρνησης της Κοινοπολιτείας καθορίζεται από το Κοινοβούλιο και βρίσκεται εντός της επικράτειας που έχει χορηγηθεί ή αποκτηθεί από την Κοινοπολιτεία και είναι εγγεγραμμένη και ανήκει στην Κοινοπολιτεία και βρίσκεται στην Πολιτεία της Νέας Νότιας Ουαλία, και να απέχει λιγότερο από εκατό μίλια από το Σίδνεϊ.

Το έδαφος αυτό περιλαμβάνει μια έκταση όχι μικρότερη από εκατό τετραγωνικά μίλια και το τμήμα αυτού που αποτελείται από τα εδάφη του Στέμματος θα χορηγηθεί στην Κοινοπολιτεία χωρίς καμία πληρωμή.

Το Κοινοβούλιο θα συνεδριάσει στη Μελβούρνη μέχρι να μεταφερθεί στην έδρα της κυβέρνησης.

126. Εξουσία της Αυτού Μεγαλειότητος να εξουσιοδοτήσει τον Γενικό Κυβερνήτη να διορίζει εκπροσώπους

Η Βασίλισσα μπορεί να εξουσιοδοτήσει τον Γενικό Κυβερνήτη να ορίσει οποιοδήποτε πρόσωπο ή οιοδήποτε πρόσωπο από κοινού ή χωριστά ως εκπρόσωπο ή εκπροσώπους του σε οποιοδήποτε μέρος της Κοινοπολιτείας και υπό την ιδιότητα αυτή να ασκεί κατά την ευχαρίστηση του Γενικού Κυβερνήτη τέτοιες εξουσίες και λειτουργίες του Γενικού Κυβερνήτη, όπως κρίνει σκόπιμο να αναθέσει σε τέτοιον εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, με την επιφύλαξη οποιωνδήποτε περιορισμών που εκφράζονται ή κατευθύνσεις που δίδονται από τη βασίλισσα. Αλλά ο διορισμός τέτοιου εκπροσώπου ή εκπροσώπων δεν επηρεάζει την άσκηση από τον ίδιο τον Γενικό Κυβερνήτη οποιασδήποτε εξουσίας ή λειτουργίας.

Κεφάλαιο VIII. Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΕπεξεργασία

128. Τρόπος αναθεώρησης του Συντάγματος

Το παρόν Σύνταγμα δεν αναθεωρείται παρά μόνο με τον ακόλουθο τρόπο:

Ο προτεινόμενος νόμος για την αναθεώρηση του πρέπει να ψηφιστεί με απόλυτη πλειοψηφία σε κάθε Σώμα του Κοινοβουλίου και όχι λιγότερο από δύο, ούτε περισσότερο από έξι μήνες μετά την έγκρισή του από τα δύο Σώματα, ο προτεινόμενος νόμος θα υποβληθεί σε κάθε πολιτεία και επικρτάτεια όπου οι εκλογείς έχουν δικαίωμα ψήφου για την εκλογή μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Εάν όμως η Βουλή εγκρίνει με απόλυτη πλειοψηφία έναν τέτοιο προτεινόμενο νόμο και το άλλο Σώμα απορρίψει ή παραλείψει να το εγκρίνει ή το εγκρίνει με οποιαδήποτε τροπολογία στην οποία το πρώτο αναφερόμενο Σώμα δεν θα συμφωνήσει και αν μετά από ένα διάστημα τριών μηνών το πρώτο Σώμα κατά την ίδια ή την επόμενη σύνοδο περνά πάλι τον προτεινόμενο νόμο με απόλυτη πλειοψηφία με ή χωρίς οποιαδήποτε τροποποίηση που έχει γίνει ή συμφωνηθεί από το άλλο Σώμα και αυτό το άλλο Σώμα απορρίπτει ή παραλείπει να το εγκρίνει ή να περάσει με κάθε τροπολογία στην οποία το πρώτο Κοινοβούλιο δεν συμφωνεί, ο Γενικός Κυβερνήτης πορεί να υποβάλει τον προτεινόμενο νόμο όπως προτάθηκε τελευταία από το πρώτο αναφερόμενο Σώμα και είτε με ή χωρίς τροποποιήσεις που έχουν συμφωνηθεί στη συνέχεια από τα δύο Σώματα, στους εκλογείς σε κάθε πολιτεία και επικράτεια η οποία έχει το δικαίωμα να ψηφίζει στις εκλογές της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Όταν ένας προτεινόμενοςο υποβάλλεται στους εκλογείς, η ψηφοφορία λαμβάνει χώρα όπως ορίζει το Κοινοβούλιο. Αλλά μέχρι να γίνει ενιαία η εκλογή των βουλευτών της Βουλής των Αντιπροσώπων σε ολόκληρη την Κοινοπολιτεία, μόνο οι μισοί ψηφοφόροι που ψηφίζουν υπέρ και κατά του προτεινόμενου νόμου θα υπολογίζονται σε κάθε πολιτεία όπου ισχύει το κριτήριο της ενηλικίωσης.

Και αν στην πλειοψηφία των πολιτειών η πλειοψηφία των ψηφοφόρων που θα ψηφίσουν εγκρίνει τον προτεινόμενο νόμο και εάν η πλειοψηφία όλων των ψηφοφόρων που θα ψηφίσουν εγκρίνει τον προτεινόμενο νόμο, παρουσιάζεται στο Γενικό Κυβερνήτη για τη σύμφωνη γνώμη της βασίλισσας.

Καμία μεταβολή που δεν θα μειώσει την αναλογική εκπροσώπηση οποιασδήποτε πολιτείας σε οποιοδήποτε Σώμα του Κοινοβουλίου ή τον ελάχιστο αριθμό αντιπροσώπων μιας πολιτείας στη Βουλή των Αντιπροσώπων ή θα αυξήσει, θα μειώσει ή θα αλλοιώσει τα όρια της πολιτείας ή θα επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος καθίστανται νόμοι εκτός αν η πλειοψηφία των ψηφοφόρων που ψηφίζουν σ' αυτή την πολιτεία εγκρίνει τον προτεινόμενο νόμο.

Σε αυτό το άρθρο, ως «Επικράτεια» νοείται κάθε περιοχή που αναφέρεται στο 122 του παρόντος Συντάγματος, για το οποίο ισχύει νόμος που επιτρέπει την εκπροσώπησή της στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

ΠαράρτημαΕπεξεργασία

Ορκος:

Εγώ, ο/η [όνομα], ορκίζομαι ότι θα είμαι πιστός και θα τηρήσω πιστά την Αυτού Μεγαλειότητα Βασίλισσα Βικτωρία, τους κληρονόμους και τους διαδόχους της σύμφωνα με τον νόμο. Ο ΘΕΟΣ ΒΟΗΘΟΣ!

Επιβεβαίωση:

Εγώ, ο/η [όνομα], επιβεβαιώνω επίσημα και ειλικρινά και δηλώνω ότι θα είμαι πιστός και θα τηρήσω πιστή την Αυτού Μεγαλειότητα Βασίλισσα Βικτωρία, τους κληρονόμους και τους διαδόχους της σύμφωνα με τον νόμο.

Νόμος Υιοθέτησης του Καταστατικού του Ουεστμίνστερ του 1942Επεξεργασία

Ένας νόμος για την άρση των αμφιβολιών ως προς την εγκυρότητα ορισμένων νομοθεσιών της Κοινοπολιτείας, για την αποφυγή καθυστερήσεων που σημειώθηκαν με την έγκρισή του και για την επίτευξη ορισμένων σχετικών σκοπών, υιοθετώντας ορισμένα άρθρα του καταστατικού του Ουεσμίνστερ, 1931, από την έναρξη του πολέμου μεταξύ της Μεγαλειότητος του Βασιλιά και της Γερμανίας.

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι υπάρχουν ορισμένες νομικές δυσκολίες οι οποίες δημιούργησαν αμφιβολίες και προκάλεσαν καθυστερήσεις σε σχέση με ορισμένες νομοθεσίες της Κοινοπολιτείας και σε ορισμένους κανονισμούς που έχουν εκδοθεί, ιδίως σε σχέση με την ισχύουσα νομοθεσία και τους κανονισμούς για τη διασφάλιση της δημόσιας ασφάλειας και άμυνας της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας, και για την πιο αποτελεσματική λήξη του πολέμου στην οποία ασχολείται η Αυτού Μεγαλειότητα του Βασιλιά:

Και ότι οι νομικές αυτές δυσκολίες θα εξαλειφθούν με την έγκριση από το Κοινοβούλιο της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας των άρθρων 2, 3, 4, 5 και 6 του καταστατικού του Ουεστμίνστερ του 1931 και με την έναρξη ισχύος της εν λόγω υιοθεσίας από την αρχή του πολέμου μεταξύ της Αυτού Μεγαλειότητας του Βασιλιά και της Γερμανίας:

Γι' αυτό το λόγο εγκρίθηκε από την Αυτού Μεγαλειότητα του Βασιλιά, τη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας, ως εξής:

1. Σύντομος τίτλος

Ο νόμος αυτός μπορεί να αναφέρεται ως Νόμος Υιοθέτησης του Καταστατικού του Ουεστμίνστερ του 1942.

2. Έναρξη ισχύος

Ο παρών νόμος τίθεται σε ισχύ την ημέρα κατά την οποία λαμβάνει τη Βασιλική Έγκριση.

3. Έγκριση του Καταστατικού του Ουεστμίνστερ του 1931

Τα άρθρα 2, 3, 4, 5 και 6 του Αυτοκρατορικού Νόμου με τίτλο Καταστατικό του Ουεστμίνστερ του 1931 (το οποίο περιλαμβάνεται στο παράρτημα αυτού του νόμου), υιοθετούνται και η υιοθεσία θα τεθεί σε ισχύ από την 3η Σεπτεμβρίου 1939.

Παράρτημα. Καταστατικό του Ουεστμίνστερ του 1931Επεξεργασία

Νόμος για την εφαρμογή ορισμένων ψηφισμάτων που ψηφίστηκαν από τις αυτοκρατορικές διασκέψεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 1926 και 1930. (11 Δεκεμβρίου 1931)

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι οι αντιπρόσωποι των Κυβερνήσεων της Αυτού Μεγαλειότητας στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Επικράτεια του Καναδά, η Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας, η Επικράτεια της Νέας Ζηλανδίας, η Ένωση της Νότιας Αφρικής, το Ιρλανδικό Ελεύθερο Κράτος και η Νέα Γη, στις Αυτοκρατορικές διασκέψεις που διεξήχθησαν στο Ουεστμίνστερ κατά τα έτη του Κυρίου μας 1926 και 1930 συμμετείχαν στις δηλώσεις και τα ψηφίσματα που εκτίθενται στις εκθέσεις των εν λόγω διασκέψεων:

ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι είναι συναφές και σωστό να εκτεθεί στο προοίμιο του παρόντος νόμου ότι, καθώς το Στέμμα είναι το σύμβολο της ελεύθερης ένωσης των μελών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας των Εθνών, καθώς είναι ενωμένοι με μια κοινή αφοσίωση στο Στέμμα, θα ήταν σύμφωνη με την καθιερωμένη συνταγματική θέση όλων των μελών της Κοινοπολιτείας σε σχέση μεταξύ τους ότι κάθε μεταβολή στον νόμο που αγγίζει τη Διαδοχή στον Θρόνο ή το Βασιλικό Ύφος και Τίτλους θα απαιτεί στη συνέχεια και τη σύμφωνη γνώμη των Κοινοβουλίων όλων των Κυριαρχιών από το Κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου:

ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ, ότι σύμφωνα με την καθιερωμένη συνταγματική θέση, κανένας από τους νόμους που ακολούθησε το Κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου δεν θα επεκταθεί σε οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες κυριαρχίες ως μέρος του νόμου της κυριαρχίας αυτής εκτός από την αίτηση και με τη συγκατάθεσή της Κυριαρχίας:

ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι είναι απαραίτητο για την επικύρωση επιβεβαίωσης και βεβαίωσης ορισμένων από τις εν λόγω δηλώσεις και ψηφίσματα των εν λόγω διασκέψεων να εκδοθεί και να θεσπιστεί νόμος με τη δέουσα εξουσιοδότηση από το Κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου:

ΚΑΙ ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ότι η Επικράτεια του Καναδά, η Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας, η Επικράτεια της Νέας Ζηλανδίας, η Ένωση της Νότιας Αφρικής, το Ιρλανδικό Ελεύθερο Κράτος και η Νέα Γη ζήτησαν απόλυτα και συμφώνησαν να υποβάλουν ένα μέτρο στο Κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου για την πραγματοποίηση η διάταξη αυτή σε σχέση με τα προαναφερθέντα θέματα όπως αναφέρεται παρακάτω συμπεριλαμβανομένου του παρόντος Νόμου:

ΈΤΣΙ, ΛΟΙΠΟΝ, εκδίδεται από την Αυτού Μεγαλειότητα του Βασιλιά από και με τη συμβουλή και τη συγκατάθεση των Πνευματικών και Προσωρινών Λόρδων και των Κοινοτήτων, σε αυτό το σημερινό Κοινοβούλιο που συγκλήθηκε, και από την εξουσία του ίδιου, ως εξής:

1. Έννοια της «επικράτειας» σε αυτόν τον νόμο

Στον παρόντα νόμο η έκφραση «Επικράτεια» σημαίνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες επικράτειες, δηλαδή την Επικράτεια του Καναδά, της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας, της επικράτειας της Νέας Ζηλανδίας, της Ένωσης της Νότιας Αφρικής, του Ιρλανδικού Ελεύθερου Κράτους και της Νέας Γης.

2. Ισχύς των νόμων που έθεσε το Κοινοβούλιο σε μια επικράτεια 28 και 29 Vict. κεφ. 63

  1. Ο νόμος για την εγκυρότητα των νόμων των αποικιών του 1865, δεν εφαρμόζεται σε κανένα νόμο που έχει εκδοθεί μετά την έναρξη του παρόντος Νόμου από το Κοινοβούλιο ενός κυρίαρχου κράτους.
  2. Κανένας νόμος και καμία διάταξη οποιουδήποτε νόμου που έχει εκδοθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου από το Κοινοβούλιο μιας Επικράτειας, θα είναι άκυρος ή ανενεργός με το σκεπτικό ότι είναι αντίθετος προς το δίκαιο της Αγγλίας ή στις διατάξεις οποιουδήποτε υπάρχοντος ή μελλοντικού Νόμου του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου ή σε οποιαδήποτε εντολή, κανόνα ή κανονισμό που έχει εκδοθεί δυνάμει τέτοιου Νόμου και οι εξουσίες του Κοινοβουλίου της Επικράτειας περιλαμβάνουν την εξουσία να καταργεί ή να τροποποιεί οποιονδήποτε νόμο, διάταξη, κανόνα ή κανονισμό όσο το ίδιο είναι μέρος του νόμου της επικράτειας.

3. Εξουσία του Κοινοβουλίου της επικράτειας να νομοθετεί εξωεδαφικά

Δηλώνεται και θεσπίζεται ότι το Κοινοβούλιο μιας επικράτειας έχει την πλήρη εξουσία να κάνει νόμους με εξωεδαφική λειτουργία.

4. Αδυναμία του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου να μην νομοθετεί για την επικράτεια εκτός από περίπτωση συγκατάθεσής του

[καταργήθηκε]

5. Εξουσίες των κοινοβουλίων των επικρατειών σε σχέση με την εμπορική ναυτιλία 57 και 58 Vict. c. 60 735 και 736 του νόμου περί εμπορικής ναυτιλίας του 1894 θα ερμηνευθούν σαν να μνημονεύουν εκεί το νομοθέτημα της βρετανικής κατοχής να μην συμπεριληφθεί αναφορά στο Κοινοβούλιο για μια επικράτεια.

6. Εξουσίες των κοινοβουλίων της κυριαρχίας σε σχέση με τα δικαστήρια του ναυαρχείου 53 και 54 Vict. c. 27

Με την επιφύλαξη της γενικότητας των προηγούμενων διατάξεων του παρόντος Νόμου, το τέταρτο άρθρου του νόμου περί Αποικιακών Ναυτοδικείων του 1890 (το οποίο απαιτεί την κατοχύρωση ορισμένων νόμων για την συναίνεσης της έγκρισης της Αυτού Μεγαλειότητας ή τη διατήρηση ρήτρας αναστολής) του άρθρου 7 του νόμου αυτού, όπως απαιτεί η έγκριση της Αυτού Μεγαλειότητας σε τυχόν κανόνες του Δικαστηρίου για τη ρύθμιση της πρακτικής και της διαδικασίας ενός Αποικιακού Δικαστηρίου, θα παύσει να ισχύει σε οποιαδήποτε επικράτεια από την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου.

7. Διατήρηση των νόμων της Βρετανικής Βόρειας Αμερικής και εφαρμογή του νόμου στον Καναδά

  1. Κανένα στοιχείο του παρόντος Νόμου δεν θεωρείται ότι ισχύει για την κατάργηση, τροποποίηση ή μεταβολή των Νόμων της Βρετανικής Βόρειας Αμερικής, μεταξύ 1867 και 1930, ή οποιαδήποτε εντολή, κανόνα ή κανονισμό που θεσπίστηκε βάσει αυτής.
  2. Οι διατάξεις του δευτέρου μέρους της παρούσας Πράξης επεκτείνονται σε νόμους που εκδίδονται από οποιαδήποτε από τις επαρχίες του Καναδά και στις εξουσίες των νομοθετικών σωμάτων αυτών των επαρχιών.
  3. Οι εξουσίες που παρέχει ο παρόντας Νόμος στο Κοινοβούλιο του Καναδά ή στους βουλευτές των επαρχιών περιορίζονται στη θέσπιση νόμων σχετικά με θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου του Καναδά ή οποιουδήποτε νομοθετικού σώματος των επαρχιών αντίστοιχα.

8. Διατήρηση των Συνταγματικών Νόμων της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας

Δεν υπάρχει στοιχείο σε αυτόν τον Νόμο που να θεωρεί ότι παρέχει οποιαδήποτε εξουσία να καταργήσει ή να τροποποιήσει το Σύνταγμα ή τον Νόμο περί Συντάγματος της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας ή τον Νόμο περί Συντάγματος της Κυριαρχίας της Νέας Ζηλανδίας διαφορετικά από ό,τι σύμφωνα με τον νόμο που υπήρχε πριν από την έναρξη του παρόντος Νόμου.

9. Διατήρηση σε σχέση με τις πολιτείες της Αυστραλίας

  1. Κανένα στοιχείο του παρόντος Νόμου δεν θεωρείται ότι εξουσιοδοτεί το Κοινοβούλιο της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας να εκδίδει νόμους σχετικά με οποιοδήποτε ζήτημα εντός των αρμοδιοτήτων των πολιτειών της Αυστραλίας, χωρίς να αποτελεί θέμα αρμοδιότητας του Κοινοβουλίου ή της Κυβέρνησης της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας.
  2. [καταργήθηκε]

10. Ορισμένα άρθρα του νόμου δεν εφαρμόζονται στην Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία ή τη Νέα Γη, εκτός εάν εγκριθούν

  1. Κανένα από τα ακόλουθα άρθρα του παρόντος Νόμου, δηλαδή τα άρθρα 2, 3, 4, 5 και 6, δεν επεκτείνονται σε μια επικράτεια στην οποία εφαρμόζεται το παρόν άρθρο ως μέρος του νόμου των επικρατειών, εκτός αν εγκριθεί το εν λόγω άρθρο από το Κοινοβούλιο της επικράτειας και οποιονδήποτε νόμο αυτού του Κοινοβουλίου που υιοθετεί οποιοδήποτε άρθρο του παρόντος Νόμου μπορεί να προβλέπει ότι η έγκριση θα παράγει αποτελέσματα είτε από την έναρξη της παρόντος νόμου είτε από μια μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται στον εγκριτικό Νόμο.
  2. [καταργήθηκε]
  3. Οι κυριαρχίες στις οποίες εφαρμόζεται το παρόν άρθρο είναι η Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας, η επικράτεια της Νέας Ζηλανδίας και της Νέας Γης.

11. Σημασία της «Αποικίας» στους μελλοντικούς Νόμους 52 και 53 Vict. C. 63

Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε διατάξεις του νόμου περί ερμηνείας του 1889, η έκφραση «αποικία» δεν θα πρέπει, σε κανέναν νόμο του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου που εγκρίθηκε μετά την έναρξη του παρόντος νόμου, να περιλαμβάνει επικράτεια ή οποιαδήποτε επαρχία ή κράτος που αποτελεί τμήμα επικράτειας.

Νόμος περί Αυστραλίας του 1986Επεξεργασία

Νόμος για την προσαρμογή των συνταγματικών ρυθμίσεων που επηρεάζουν την Κοινοπολιτεία και τα κράτη με το καθεστώς της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας ως κυρίαρχου, ανεξάρτητου και ομοσπονδιακού κράτους

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι ο πρωθυπουργός της Κοινοπολιτείας και οι πρωθυπουργοί των πολιτειών κατά τη διάρκεια συνδιασκέψεων που πραγματοποιήθηκαν στην Καμπέρα στις 24 και 25 Ιουνίου 1982 και στις 21 Ιουνίου 1984 συμφώνησαν να ληφθούν ορισμένα μέτρα για την προσαρμογή των συνταγματικών ρυθμίσεων που επηρεάζουν την Κοινοπολιτεία και τις πολιτείες με το καθεστώς της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας ως κυρίαρχο, ανεξάρτητο και ομοσπονδιακό έθνος:

ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 51 (xxxviii) του Συντάγματος, τα κοινοβούλια όλων των πολιτειών ζήτησαν από το Κοινοβούλιο της Κοινοπολιτείας να εκδώσει νόμο σύμφωνα με τον παρόντα Νόμ:

ΕΓΚΡΙΝΟΥΜΕ, ΕΤΣΙ, σε συμφωνία με τη Βασίλισσα, τη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας, ως εξής:

1. Τερματισμός της εξουσίας του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου να νομοθετεί για την Αυστραλία

Κανένας νόμος του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου που εγκρίθηκε μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου δεν επεκτείνεται ή θεωρείται ότι επεκτείνεται στην Κοινοπολιτεία, σε μία πολιτεία ή σε μια επικράτεια ως μέρος του νόμου της Κοινοπολιτείας, της πολιτείας ή της επικράτειας.

2. Νομοθετικές εξουσίες των κοινοβουλίων των πολιτειών

  1. Δηλώνεται και θεσπίζεται ότι οι νομοθετικές εξουσίες του Κοινοβουλίου κάθε πολιτείες περιλαμβάνουν την πλήρη εξουσία να θεσπίζουν νόμους για την ειρήνη, την τάξη και την καλή διακυβέρνηση αυτής της πολιτείας που έχουν εξωεδαφική λειτουργία.
  2. Δηλώνεται και θεσπίζεται ότι οι νομοθετικές εξουσίες του Κοινοβουλίου κάθε πολιτείας περιλαμβάνουν όλες τις νομοθετικές εξουσίες που θα μπορούσε να ασκήσει το Κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου για την ειρήνη, την τάξη και την καλή διακυβέρνηση της πολιτείας αυτού αλλά τίποτα σε αυτό το εδάφιο δεν παρέχει σε καμία πολιτεία καμία δυνατότητα να μην έχει η πολιτεία αμέσως πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου για σχέσεις με χώρες εκτός της Αυστραλίας.

3. Τερματισμός των περιορισμών στις νομοθετικές αρμοδιότητες των κοινοβουλίων των πολιτειών

  1. Ο Νόμος του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου, γνωστός ως Νόμος Έγκρισης Ισχύος του 1865, δεν εφαρμόζεται σε κανέναν νόμο που έχει εκδοθεί μετά την έναρξη του παρόντος Νόμου από το Κοινοβούλιο μιας πολιτείας.
  2. Κανένας νόμος και καμία διάταξη οποιουδήποτε νόμου που έχει εκδοθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου από το Κοινοβούλιο μιας πολιτείας είναι άκυρος ή ανενεργός με το σκεπτικό ότι είναι αντίθετος προς το δίκαιο της Αγγλίας ή στις διατάξεις οποιουδήποτε υπάρχοντος ή μελλοντικού νόμου του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου ή σε οποιαδήποτε εντολή, κανόνα ή κανονισμό που εκδίδεται δυνάμει τέτοιου Νόμου και οι εξουσίες του Κοινοβουλίου μιας πολιτείας περιλαμβάνουν την εξουσία να καταργεί ή να τροποποιεί οποιονδήποτε τέτοιο νόμο, εντολή, κανόνα ή κανονισμό στο μέτρο που αποτελεί μέρος του νόμου της πολιτείας.

4. Εξουσίες των πολιτειακών κοινοβουλίων όσον αφορά την εμπορική ναυτιλία

Τα άρθρα 735 και 736 του Νόμου του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου, γνωστά ως νόμος περί εμπορικής ναυτιλίας του 1894, κατά το μέτρο που αποτελούν μέρος του δικαίου μιας πολιτείας, καταργούνται.

5. Το Σύνταγμα της Κοινοπολιτείας, ο Νόμος περί Συντάγματος και το Καταστατικό του Ουεστμίνστερ παραμένουν ανεπηρέαστα

Τα αρθρα 2 και 3 (2) ανωτέρω:

  1. υπόκεινται στον νόμο περί Συντάγματος της Κοινοπολιτείας Αυστραλίας και στο Σύνταγμα της Κοινοπολιτείας, και
  2. δεν λειτουργούν έτσι ώστε να δώσουν ισχύ ή αποτέλεσμα σε μια διάταξη ενός Νόμου του Κοινοβουλίου μιας πολιτείας που να καταργεί, να τροποποιεί ή να απορρίπτει τον παρόντα Νόμο, τον Καταστατικό Νόμο της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας, το Σύνταγμα της Κοινοπολιτείας ή το Καταστατικό του Ουεστμίνστερ του 1931 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει από καιρού εις καιρόν.

6. Τρόπος και μορφή λήψης ορισμένων πολιτειακών νόμων

Ανεξάρτητα από τα άρθρα 2 και 3 (2) ανωτέρω, νόμος που έχει εκδοθεί μετά την έναρξη του παρόντος Νόμου από το Κοινοβούλιο μιας πολιτειάς που σέβεται το Σύνταγμα, τις εξουσίες ή τη διαδικασία του Κοινοβουλίου της πολιτείας, δεν έχει καμία ισχύ ή αποτέλεσμα, για τον τρόπο και τη μορφή που μπορεί να απαιτούνται από καιρό σε καιρό με νόμο που εκδίδεται από αυτό το Κοινοβούλιο, είτε έγινε πριν είτε μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

7. Εξουσίες και αρμοδιότητες της Αυτού Μεγαλειότητας και των Κυβερνητών όσον αφορά τις πολιτείες

  1. Ο εκπρόσωπος της Αυτού Μεγαλειότητος σε κάθε πολιτεία είναι ο κυβερνήτης.
  2. Με την επιφύλαξη των εδαφίων (3) και (4) κατωτέρω, όλες οι εξουσίες και τα καθήκοντα της Αυτού Μεγαλειότητας έναντι μιας πολιτείας ασκούνται μόνο από τον Κυβερνήτη της πολιτείας.
  3. Το εδάφιο (2) ανωτέρω δεν ισχύει όσον αφορά την εξουσία διορισμού και την εξουσία λήξης του διορισμού του κυβερνήτη μιας πολιτείας.
  4. Ενώ η Αυτού Μεγαλειότητα είναι προσωπικά παρούσα σε μια πολιτεία, η Αυτού Μεγαλειότητα δεν αποκλείεται να ασκήσει οποιαδήποτε εξουσία και λειτουργίες της έναντι της πολιτείες που αποτελούν το αντικείμενο του εδαφίου (2) παραπάνω.
  5. Οι συμβουλές προς την Αυτού Μεγαλειότητα σε σχέση με την άσκηση των εξουσιών και των λειτουργιών της Αυτού Μεγαλειότητας έναντι μιας πολιτείας θα προκηρυχθούν από τον Πρωθυπουργό της πολιτείας.

8. Νόμοι πολιτειών που δεν υπόκεινται σε απαγόρευση ή αναστολή λειτουργίας

Νόμος του Κοινοβουλίου πολιτείας που έχει εγκριθεί από τον Κυβερνήτη της πολιτείας, μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δεν υπόκειται σε απαγόρευση από την Αυτού Μεγαλειότητα, ούτε η λειτουργία του θα ανασταλεί εν αναμονή της έγκρισης της Αυτής Μεγαλειότητας εκ τούτου.

9. Νόμοι πολιτειών που δεν υπόκεινται σε απόσυρση από σύμφωνη γνώμη ή διατήρηση

  1. Κανένας νόμος ή πράξη δεν έχει καμία ισχύ ή αποτέλεσμα, στο μέτρο που επιδιώκει να απαιτήσει από τον Κυβερνήτη μιας πολιτείας να αρνηθεί τη συναίνεσή του από οποιοδήποτε νομοσχέδιο για νόμο της πολιτείας που έχει εγκριθεί με τέτοιον τρόπο και μορφή από το να απαιτείται από τον νόμο του Κοινοβουλίου της πολιτείας.
  2. Κανένας νόμος ή πράξη δεν θα έχει καμία ισχύ ή αποτέλεσμα, στο μέτρο που επιδιώκει να απαιτήσει την έγκριση οποιουδήποτε νομοσχεδίου για νόμο μιας πολιτείας για την ένδειξη της έγκρισης της Αυτής Μεγαλειότητας.

10. Τερματισμός της ευθύνης της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου σε θέματα πολιτειών

Μετά την έναρξη αυτού του νόμου η Κυβέρνηση της Αυτής Μεγαλειότητας στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα φέρει καμία ευθύνη για την κυβέρνηση οποιασδήποτε πολιτείας.

11. Τερματισμός των προσφυγών προς την Αυτού Μεγαλειότητα

  1. Με την επιφύλαξη του εδαφίου (4) που ακολουθεί, δεν ασκείται καμία προσφυγή στην Αυτού Μεγαλειότητα ή πρόκειται να ασκηθεί, είτε με άδεια είτε με ειδική άδεια οποιουδήποτε δικαστηρίου ή της Αυτού Μεγαλειότητας ή με άλλον τρόπο και εάν δυνάμει οποιουδήποτε νόμου του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου, το βασιλικό προνόμιο ή άλλως, από ή σε σχέση με οποιαδήποτε απόφαση αυστραλιανού δικαστηρίου.
  2. Με την επιφύλαξη του εδαφίου (4) παρακάτω:
    1. τα διατάγματα που ορίζονται στο εδάφιο (3) κατωτέρω και τυχόν εντολές, κανόνες, κανονισμοί ή άλλα μέσα που εκδίδονται δυνάμει ή για τους σκοπούς αυτών των πράξεων, και
    2. οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις των νόμων του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου που ισχύουν αμέσως πριν από την έναρξη του παρόντος νόμου και οι οποίες προβλέπουν ή αφορούν προσφυγές προς την Αυτού Μεγαλειότητα από ή σε σχέση με αποφάσεις δικαστηρίων και τυχόν εντολές, κανονισμούς ή άλλα μέσα που έχουν εκδοθεί βάσει ή για τους σκοπούς αυτών των διατάξεων,

στο βαθμό που αποτελούν μέρος του νόμου της Κοινοπολιτείας, μιας πολιτείας ή μιας επικράτειας, καταργούνται.

  1. Οι πράξεις που αναφέρονται στο εδάφιο (2) (α) ανωτέρω είναι οι ακόλουθοι νόμοι του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου ή οι διατάξεις αυτών των νόμων:
  • Νόμος του Αυστραλιανού Δικαστηρίου του 1828, άρθρο 15
  • Νόμος της Δικαστικής Επιτροπής του 1833
  • Νόμος της Δικαστικής Επιτροπής του 1844
  • Αυστραλιανός Συνταγματικός Νόμος του 1850, άρθρο 28
  • Νόμος περί αποικιοκρατικών δικαστηρίων του ναυαρχείου του 1890, άρθρο 6.
  1. Καμία από τις προηγούμενες διατάξεις του παρόντος άρθρου:
    1. δεν επηρεάζει μια προσφυγή που ασκήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου προς την Αυτού Μεγαλειότητα από ή σε σχέση με απόφαση αυστραλιανού δικαστηρίου, ή
    2. δεν απαγορεύει το όργανο μετά την άσκηση ενδίκου μέσου ενώπιον της Αυτού Μεγαλειότητας από ή σε σχέση με μια τέτοια απόφαση κατά την άσκηση της προσφυγής:
      1. σύμφωνα με άδεια που έχει χορηγηθεί από αυστραλιανό δικαστήριο σε αίτηση που υποβλήθηκε πριν από την εν λόγω έναρξη ισχύος, ή
      2. σύμφωνα με την ειδική άδεια που χορήγησε η Αυτού Μεγαλειότης σχετικά με μια αναφορά που υποβλήθηκε πριν από την έναρξη αυτή,
αλλά αυτό το εδάφιο δεν πρέπει να ερμηνεύεται πως επιτρέπει την άσκηση ή τη συνέχιση προσφυγής στην Αυτού Μεγαλειότητα, η οποία δεν θα μπορούσε να θεσπιστεί ή να συνεχιστεί εάν αυτό το άρθρο δεν είχε τεθεί σε ισχύ.

12. Τροποποίηση του καταστατικού του Ουεστμίνστερ

Τα άρθρα 4, 9 παράγραφοι 2 και 3 και το άρθρο 10 παράγραφος 2 του καταστατικού του Ουεστμίνστερ του 1931, κατά το μέτρο που αποτελούν μέρος νόμου της Κοινοπολιτείας, μιας πολιτείας ή μιας επικράτειας, καταργούνται.

13. Τροποποίηση του Συνταγματικού νόμου του Κουίνσλαντ

  1. Ο Συνταγματικός Νόμος του 1867-1978 της πολιτείας του Κουίνσλαντ αναφέρεται σε αυτή την ενότητα ως κύριος νόμος.
  2. Το άρθρο 11A του κυρίου νόμου τροποποιείται στο εδάφιο (3):
    1. αφαιρώντας από την παράγραφο (α) τα:
      1. «και σφραγιδόλιθος», και
      2. «οριζόμενο από την επιστολή αναγνώρισης δικαιώματος υπό τη Μεγάλη Σφραγίδα του Ηνωμένου Βασιλείου», και
    2. αφαιρώντας από την παράγραφο (β) τα:
      1. «και σφραγιδόλιθος», και
      2. «όποτε και εφόσον η θέση του κυβερνήτη είναι κενή ή ο κυβερνήτης δεν είναι σε θέση να εκτελέσει τα καθήκοντα της διοίκησης ή έχει απομακρυνθεί από το Κουίνσλαντ».
  3. Το άρθρο 11Β του βασικού νόμου τροποποιείται ως εξής:
    1. αφαιρώντας το «κυβερνήτη να συμμορφωθεί με τις οδηγίες» και αντικαθιστώντας το με «Ορισμός Χειρόγραφης Βασιλικής Υπογραφής»,
    2. αφαιρώντας το εδάφιο (1), και
    3. αφαιρώντας από το εδάφιο (2) τα:
      1. «(2)».
      2. «αυτή η ενότητα και σε», και
      3. και η έκφραση «σφραγιδόλιθος» σημαίνει τη σφραγίδα που χρησιμοποιείται συνήθως για τη χειρόγραφη υπογραφή του Μονάρχη ή τη σφραγίδα με την οποία σφραγίζονται τα έγγραφα από τον Υπουργό Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου εξ ονόματος του Μονάρχη».
  4. Το άρθρο 14 του βασικού νόμου τροποποιείται στο εδάφιο (2) αφαιρώντας το «με την επιφύλαξη της εκτέλεσης του καθήκοντός του που ορίζεται από το άρθρο 11Β».

14. Τροποποίηση του Συνταγματικού Νόμου της Δυτικής Αυστραλίας

  1. Ο νόμος του 1889 για το Σύνταγμα της Πολιτείας της Δυτικής Αυστραλίας αναφέρεται σε αυτή την ενότητα ως κύριος νόμος.
  2. Το άρθρο 50 του βασικού νόμου τροποποιείται στο εδάφιο (3):
    1. αφαιρώντας από την παράγραφο (α):
      1. «και σφραγιδόλιθο», και
      2. «οριζόμενο από την επιστολή αναγνώρισης δικαιώματος υπό τη Μεγάλη Σφραγίδα του Ηνωμένου Βασιλείου».
    2. αφαιρώντας από την παράγραφο (β):
      1. «και σφραγιδόλιθο», και
      2. «όποτε και εφόσον η θέση του κυβερνήτη είναι κενή ή ο κυβερνήτης δεν είναι σε θέση να εκτελέσει τα καθήκοντα διοίκησης ή έχει απομακρυνθεί από τη Δυτική Αυστραλία», και
    3. αφαιρώντας από την παράγραφο (γ):
      1. «υπό τη Μεγάλη Σφραγίδα του Ηνωμένου Βασιλείου», και
      2. «κατά τη διάρκεια προσωρινής απουσίας του Κυβερνήτη για σύντομο χρονικό διάστημα από την έδρα της κυβέρνησης ή από την πολιτεία».
    4. αφαιρώντας από την παράγραφο (β):
      1. «και σφραγιδόλιθο», και
      2. «όταν ο κυβερνήτης δεν είναι σε θέση να εκτελέσει τα καθήκοντα διοίκησης ή έχει απομακρυνθεί από την Δυτική Αυστραλία», και
    5. αφαιρώντας από την παράγραφο (γ):
      1. «υπό την Μεγάλη Σφραγίδα του Ηνωμένου Βασιλείου», και
      2. «κατά τη διάρκεια προσωρινής απουσίας του Κυβερνήτη για σύντομο χρονικό διάστημα από την έδρα της κυβέρνησης ή από την πολιτεία».

15. Μέθοδος κατάργησης ή τροποποίησης του παρόντος νόμου ή του καταστατικού του Ουεστμίνστερ

  1. Ο παρόν νόμος ή το καταστατικό του Ουεστμίνστερ του 1931, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει από καιρού εις καιρό, στο βαθμό που αποτελεί μέρος νόμου της Κοινοπολιτείας, μίας πολιτείας ή μιας επικράτειας, μπορεί να καταργηθεί ή να τροποποιηθεί από έναν νόμο του Κοινοβουλίου της Κοινοπολιτείας ο οποίος εγκρίθηκε κατόπιν αιτήσεως ή με τη σύμφωνη γνώμη των κοινοβουλίων όλων των πολιτειών και, με την επιφύλαξη του εδαφίου (3) κατωτέρω, μόνο με αυτόν τον τρόπο.
  2. Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου (1), ένας νόμος του Κοινοβουλίου της Κοινοπολιτείας που είναι αντίθετος προς τον παρόντα νόμο ή το Καταστατικό του Ουεστμίνστερ του 1931, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει από καιρού εις καιρόν, ή σε οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος νόμου ή αυτού του Καταστατικού, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, θεωρείται, στον βαθμό της απόρριψης, πράξη που καταργεί ή τροποποιεί τον Νόμο, το Καταστατικό ή την διάταξη στην οποία είναι αντίθετη.
  3. Καμία διάταξη του εδαφίου (1) ανωτέρω δεν περιορίζει ή αποτρέπει την άσκηση από το Κοινοβούλιο της Κοινοπολιτείας οποιωνδήποτε εξουσιών μπορεί να ανατεθούν σε αυτό το Κοινοβούλιο με οποιαδήποτε τροποποίηση στο Σύνταγμα της Κοινοπολιτείας, σύμφωνα με το άρθρο 128 του Συντάγματος της Κοινοπολιτείας μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

16. Ερμηνεία

  1. Στον παρόντα νόμο, εκτός αν ορίζεται άλλως:
  • ο όρος «έφεση» περιλαμβάνει μια αίτηση προσφυγής και μια καταγγελία υπό τη μορφή προσφυγής.
  • ο όρος «προσφυγή» προς την Αυτού Μεγαλειότητα περιλαμβάνει οποιαδήποτε προσφυγή προς την Αυτού Μεγαλειότητα.
  • ο όρος «αυστραλιανό δικαστήριο» σημαίνει δικαστήριο πολιτείας ή άλλου δικαστηρίου της Αυστραλίας ή άλλης επικράτειας εκτός του Ανώτατου Δικαστηρίου.
  • ο όρος «δικαστήριο» περιλαμβάνει δικαστικό, δικαστικό λειτουργό ή άλλο πρόσωπο που ενεργεί δικαστικά.
  • ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση, κρίση, διάταγμα, εντολή ή ποινή.
  • ο όρος «κυβερνήτης», σε σχέση με μία πολιτεία, περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο διαχειρίζεται την κυβέρνηση της πολιτείας.
  • ο όρος «πολιτεία» σημαίνει πολιτεία της Κοινοπολιτείας και περιλαμβάνει και νέα πολιτεία.
  • ο όρος «Συνταγματικός Νόμος της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας» σημαίνει τον νόμο του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου, γνωστός ως Νόμος περί Συντάγματος της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας.
  • ο όρος «Σύνταγμα της Κοινοπολιτείας» σημαίνει το Σύνταγμα της Κοινοπολιτείας που εκτίθεται στο άρθρο 9 του Νόμου περί Συντάγματος της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας, που είναι το Σύνταγμα όπως τροποποιήθηκε και ισχύει από καιρό σε καιρό.
  • ο όρος «Καταστατικό του Ουεστμίνστερ του 1931» σημαίνει τον νόμο του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου γνωστό ως Καταστατικό του Ουεστμίνστερ του 1931.
  1. Η έκφραση «νόμος που ενέκρινε το Κοινοβούλιο» στο σημείο 6 ανωτέρω και η έκφραση «νόμος που έκανε το Κοινοβούλιο» στο σημείο 9 ανωτέρω περιλαμβάνει, όσον αφορά την πολιτεία της Δυτικής Αυστραλίας, τον νόμο του 1889 για το Σύνταγμα.
  2. Η αναφορά στον παρόντα νόμο στο Κοινοβούλιο μιας πολιτείας περιλαμβάνει, σε σχέση με την πολιτεία της Νέας Νότιας Ουαλίας, αναφορά στη βουλή της πολιτείας αυτής όπως συντάσσεται από καιρό σε καιρό, σύμφωνα με τον Νόμο περί Συντάγματος του 1902, άλλο νόμο αυτής της πολιτείας, ανεξάρτητα από το εάν, σε σχέση με κάποια συγκεκριμένη νομοθετική πράξη, είναι απαραίτητη η συγκατάθεση του Νομοθετικού Συμβουλίου αυτής της πολιτείας.

17. Σύντομος τίτλος και έναρξη ισχύος

  1. Ο παρών νόμος μπορεί να αναφέρεται ως Νόμος της Αυστραλίας του 1986.
  2. Ο νόμος αυτός θα τεθεί σε ισχύ την ημέρα και ώρα που θα καθοριστεί με διακήρυξη.